Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Αντρέι Ταρκόφσκι - Νοσταλγία

Ο ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ:
Ήθελα να κάνω μια ταινία για τη ρώσικη νοσταλγία, γι’ αυτή την ψυχική κατάσταση που αποτελεί ιδιομορφία του έθνους μας και επηρεάζει κάθε ρώσο που βρίσκεται μακριά από την πατρική γη. Το θεωρούσα σχεδόν πατριωτικό καθήκον να κατανοήσω στην εντέλεια αυτή την έννοια. Ήθελα να είναι ένα έργο γύρω από τη μοιραία προσκόλληση των Ρώσων στις εθνικές τους ρίζες, στο παρελθόν τους στην παιδεία τους, στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, στην οικογένεια και στους φίλους τους –προσκόλληση από την οποία δεν ξεφεύγουν σ’ όλη τους τη ζωή ανεξάρτητα που θα τους ρίξει η μοίρα. […]
Ο Γκόρτσακοφ, ο πρωταγωνιστής της "Νοσταλγίας", είναι ποιητής. Έρχεται στην Ιταλία να μαζέψει υλικό για το ρώσο δουλοπάροικο συνθέτη Μπεριόζοφσκι, επειδή γράφει το λιμπρέτο για μια όπερα με θέμα τη ζωή του. Ο Μπεριόζοφσκι είναι ιστορικό πρόσωπο. Φανέρωσε τέτοια κλίση για τη μουσική, που ο αφέντης του τον έστειλε να σπουδάσει στην Ιταλία, όπου και έζησε πολλά χρόνια, έδινε κονσέρτα και τον τιμούσαν πολύ. Στο τέλος όμως, παρακινημένος από την ίδια αναπόδραστη ρώσικη νοσταλγία, αποφάσισε να γυρίσει στη Ρωσία των δουλοπάροικων και των τσιφλικάδων, όπου, λίγο αργότερα, αυτοκτόνησε –κρεμάστηκε. Φυσικά, η ιστορία του συνθέτη παρεμβαίνει σκόπιμα σαν «παράφραση» της κατάστασης του ίδιου του Γκόρτσακοφ: τον βλέπουμε να συνειδητοποιεί βαθύτατα πως είναι ένας παρείσακτος που μπορεί μόνο να παρατηρεί τη ζωή των άλλων από απόσταση, συντριμμένος από τις αναμνήσεις του παρελθόντος και των αγαπημένων προσώπων, μνήμες που τον πλημμυρίζουν ολόκληρο μαζί με τους ήχους και τις μυρουδιές του τόπου του.
Ομολογώ πως όταν πρωτόδα όλο το κινηματογραφημένο υλικό της ταινίας, ανακάλυψα κατάπληκτος ότι το θέαμα το χαρακτήριζε μια αδιαπέραστη μελαγχολία. Η διάθεση και η πνευματική κατάσταση που είχαν αποτυπωθεί στο υλικό το είχαν κάνει τελείως ομοιογενές. Δεν ήταν στόχος μου να πετύχω κάτι τέτοιο, το συμπτωματικό και μοναδικό φαινόμενο που αντίκριζα σήμαινε ότι, ανεξάρτητα από τις δικές μου συγκεκριμένες θεωρητικές προθέσεις, ο φακός υπάκουε πρώτα και κύρια στην εσωτερική μου κατάσταση ενόσω γύριζα: με είχε τσακίσει ο χωρισμός από την οικογένειά μου και από τον συνηθισμένο τρόπο ζωής μου, η δουλειά σε εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες, ακόμα και το ότι χρησιμοποιούσα ξένη γλώσσα. Ήμουν έκπληκτος, λοιπόν και μαζί ενθουσιασμένος, επειδή αυτό που είχε αποτυπωθεί στην ταινία και μου φανερωνόταν πρώτη φορά στο σκοτάδι του κινηματογράφου αποδείκνυε πως η άποψή μου για την τέχνη της οθόνης (ότι μπορεί, μάλιστα επιβάλλεται, να γίνει μήτρα της ατομικής ψυχής, να μεταδώσει τη μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας) δεν ήταν απλώς καρπός αργόσχολής εικοτολογίας, αλλά πραγματικότητα που ξετυλιγόταν αδιάψευστα μπροστά στα μάτια…
Δεν με ενδιέφερε η ανάπτυξη της πλοκής, η αλυσίδα των γεγονότων, από ταινία σε ταινία αισθανόμουν ολοένα λιγότερο την ανάγκη τους. Με ενδιέφερε πάντοτε ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, και για μένα ήταν πολύ φυσικό να κάνω ένα ταξίδι στην ψυχολογία την οποία μου υποδείκνυε η στάση ζωής του ήρωα, στις λογοτεχνικές και πολιτισμικές παραδόσεις που θεμελίωναν τον πνευματικό κόσμο. Γνωρίζω καλά ότι από εμπορική άποψη θα ήταν πολύ πιο πλεονεκτικό να κινούμε από μέρος σε μέρος, να δείχνω πλάνα από διάφορες και περίεργες οπτικές γωνίες, να χρησιμοποιώ εξωτικά τοπία και εντυπωσιακούς εσωτερικούς χώρους. Τα εξωτερικά εφέ όμως απλώς απομακρύνουν το στόχο μου απ’ αυτό που θέλω ουσιαστικά να κάνω και τον συσκοτίζουν. Εμένα με ενδιαφέρει ο άνθρωπος, γιατί κλείνει μέσα του ολόκληρο σύμπαν, για να μπορέσω να εκφράσω την ιδέα, το νόημα της ανθρώπινης ζωής, δεν υπάρχει λόγος να απλώσω πίσω της έναν πίνακα φορτωμένο συμβάντα. […]
Η "Νοσταλγία" ήθελα να είναι απαλλαγμένη από οποιοδήποτε τυχαίο ή άσχετο στοιχείο που θα στεκόταν εμπόδιο στον βασικό μου στόχο, ήθελα να δώσω το πορτρέτο ενός ανθρώπου που αποξενώνεται πλήρως από τον κόσμο και από τον εαυτό του, καθώς είναι ανίκανος να ισορροπήσει ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αρμονία που λαχταρά, ενός ανθρώπου βυθισμένου σε νοσταλγία, που την προκαλεί όχι μόνο η απόσταση από τον τόπο του, αλλά και η ολοκληρωτική επιθυμία του για την ακεραιότητα της ύπαρξης. Το σενάριο διορθωνόταν συνεχώς ώσπου έγινε τελικά κάτι σαν μεταφυσικό σύνολό.
Αντρέι Ταρκόφσκι "Σμιλεύοντας το χρόνο" μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας. Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1987
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ:
Για τι πράγμα μιλάει η Νοσταλγία;
Για την έλλειψη  δυνατότητας να ζεις, για την απουσία ελευθερίας, Αν για παράδειγμα, βάλει κάποιος όρια στην αγάπη, ο άνθρωπος θα παραμορφωθεί εντελώς. Το ίδιο αν κάποιος βάλει όρια στην πνευματική ζωή, ο άνθρωπος τραυματίζεται. Ορισμένοι το νιώθουν πιο δυνατά από τους άλλους και προσπαθούν να δοθούν απόλυτα. Δίνονται σε κάποιον για να σώσουν τον κόσμο από την έλλειψη αγάπης, πρόκειται για την έννοια της θυσίας. Όταν βλέπει κανείς τα όρια που μπαίνουν απ’ τον σημερινό κόσμο σ’ αυτή την αγάπη, σ’ αυτό το δώρο, ο άνθρωπος πρέπει ν’ αρχίσει να υποφέρει. Ο ήρωας της Νοσταλγίας υποφέρει από έλλειψη δυνατότητας να είναι φίλος, να είναι φιλικός μ’ όλο τον κόσμο. Ωστόσο βρίσκει ένα φίλο που υποφέρει το ίδιο μ’ αυτόν, είναι ο τρελός ο Ντομένικο.
Αυτός ο πόνος είναι η νοσταλγία;
Η νοσταλγία είναι ένα ολοκληρωτικό απόλυτα συναίσθημα. Για να το πούμε αλλιώς, μπορεί κανείς να νιώθει νοσταλγία μένοντας στη χώρα του, δίπλα στους δικούς του. Παρά την ύπαρξη ενός ευτυχισμένου σπιτιού, μιας ευτυχισμένης οικογένειας, ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει από νοσταλγία, απλά και μόνο επειδή νιώθει ότι η ψυχή του είναι περιορισμένη, ότι δεν μπορεί ν’ απλωθεί όπως θα το ήθελε. Η νοσταλγία είναι αυτή η αδυναμία μπροστά στον κόσμο, αυτός ο πόνος να μην μπορείς να μεταδώσεις την πνευματικότητά σου στους άλλους ανθρώπους. Είναι το κακό που χτυπά τον ήρωα της Νοσταλγίας: πονάει γιατί δεν μπορεί να έχει φίλους, γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Αυτό το πρόσωπο λέει: «Πρέπει να γκρεμίσουμε τα σύνορα», για να μπορέσει όλος ο κόσμος να ζήσει ελεύθερα την πνευματικότητά του, χωρίς συγκρούσεις. Πονά γενικότερα, για τον απροσάρμοστο στη σύγχρονη ζωή χαρακτήρα του. Δεν μπορεί να νιώθει ευτυχισμένος μπροστά στη μιζέρια του κόσμου. Παίρνει πάνω του αυτή τη συλλογική μιζέρια και θέλει να ζήσει απελευθερωμένος σε σχέση με τον κόσμο. Το πρόβλημά του έχει έντονη σχέση με τη συμπάθεια, δεν μπορεί να ενσαρκώσει απόλυτα αυτό το α΄λισθημα με τους άλλους ανθρώπους, αλλά δεν φτάνει σ’ αυτό απόλυτα.
Τι φάρμακο θα μπορούσατε να δώσετε στον ήρωά σας για να υπερβεί τον πόνο του;
Πρέπει να πιστέψει στις πηγές του, στις ρίζες του. Να ξέρει από που ερχόμαστε, που πάμε, γιατί ζούμε. Δηλαδή να νοιώσει βαθιά εξάρτηση απέναντι στο Δημιουργό του. Αλλιώς, αν η σκέψη για το δημιουργό μας ξεφύγει, ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Ο μοναδικός χαρακτηρισμός του ανθρώπου είναι το αίσθημά του της εξάρτησης, αυτή η ελευθερία που του δίνεται να νιώθει τον εαυτό του εξαρτημένο. Αυτή η αίσθηση είναι ο δρόμος της πνευματικότητας. Η τύχη του ανθρώπου συνίσταται στο να αναπτύσσει ακούραστα αυτό το δρόμο προς την πνευματικότητα. Η εξάρτηση είναι η μόνη ευκαιρία του ανθρώπου, γιατί η πίστη στο δημιουργό, η ταπεινή συνείδηση ότι δεν είσαι παρά το δημιούργημα ενός ανώτερου όντος, αυτή η πίστη έχει τη δυνατότητα να σώσει τον κόσμο. Πρέπει να γεμίσει τη ζωή του, από δουλειά, από ανάγκη. Αυτή η σχέση είναι πολύ απλή: μοιάζει μ' αυτήν που ενώνει τα παιδιά με το γονιό. Πρέπει ν' αναγνωρίσεις τη δύναμη, το κύρος του άλλου. Είναι αυτός ο σεβασμός, αυτή η δουλικότητα που δίνει στον άνθρωπο τη δύναμη να βλέπει μέσα του, που τον προικίζει μ' ένα βλέμμα αυτοελέγχου, το βλέμμα της ενατένισης. [...]
Πηγή: Antoine de Baecque "ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ μια ξενάγηση στο έργο του", μετάφραση: Δώρα Δημητρούλια, εκδόσεις Γκοβόστης. Αθήνα 1991)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

O έρωτας ως «ιπποτικός έρωτας»

Octavio Paz (η Διπλή φλόγα)

Η ιστορία του έρωτα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ελευθερίας της γυναίκας. Η εμφάνιση του ιπποτικού έρωτα δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία. Οι γυναίκες της αριστοκρατίας, κατά τον 12ο αιώνα στη Νότια Γαλλία απολάμβαναν πολύ μεγαλύτερης ελευθερίας από ο,τι οι προγιαγιάδες τους Ποια ήταν η μορφή του ιπποτικού έρωτα;

Οι ποιητές χρησιμοποίησαν την έκφραση Fin amors που σημαίνει έρωτας εξαγνισμένος, εκλεπτυσμένος. Οι προβηγκιανοί ποιητές υιοθέτησαν δυο αραβοαναδαλουσιανές ποιητικές λαϊκές φόρμες (το zejel και τη jarcha): Στην μουσουλμανική Iσπανία οι εμίρηδες και οι μεγάλοι άρχοντες δηλώνουν ότι είναι υπηρέτες και σκλάβοι των ερωμένων τους.
Οι Προβηγκιανοί ποιητές υιοθετούν το αραβικό έθιμο, αντιστρέφουν την παραδοσιακή σχέση των φύλων, αποκαλούν τη γυναίκα δέσποινα τους και δηλώνουν υπηρέτες της. Η αλλαγή αυτή υπήρξε μια πραγματική επανάσταση Ανέστρεψε την παραδοσιακή εικόνα του άντρα και της γυναίκας, επηρέασε τις συνήθειες, άλλαξε το λεξιλόγιο και μέσω της γλώσσας, μετέτρεψε την όψη του κόσμου.
Ακολουθώντας τους ποιητές του Αλ Ανταλούς, που αποκαλούσαν τις ερωμένες τους sayyidi (άρχοντα μου) και mawlanga (κυριε μου) οι Προβηγκιανοί ονόμαζαν τις αγαπημένες τους midons (από το meus dominus -κύριε μου). Η συνήθεια αυτή έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Η χρησιμοποίηση αρσενικού λεξιλογίου όταν απευθύνονταν στις δέσποινες τους επιδίωκε να τονίσει την αλλαγή στην ιεραρχία των φύλων.
Η γυναίκα κατείχε την ανώτερη θέση και ο εραστής τη θέση του υποτελούς. Ετσι ο (ιπποτικός) έρωτας έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα Ο Fin amors είναι μύηση, ενέχει χαρακτηριστικά «υπηρεσίας» με τρεις βαθμίδες»: μνηστήρας, ικέτης και δόκιμος. Όπως ο υποτελής τον αφέντη του, ετσι και ο εραστής υπηρετεί την αγαπημένη του. Η «υπηρεσία» έχει διάφορα στάδια. Αρχίζει με την ενατένιση του σώματος και του προσώπου της αγαπημένης και συνεχίζει, ακολουθώντας ένα τελετουργικό μηνυμάτων, ποιημάτων και συναντήσεων. Ο Octavio Paz μας θυμίζει ότι σχεδόν πάντοτε οι ποιητές ήταν χαμηλότερης κοινωνικής τάξης απ ο,τι οι αρχόντισσες για τις οποίες συνέθεταν τα τραγούδια τους. Ήταν λοιπόν επόμενο να επιταθεί ο ιδανικός χαρακτήρας της ερωτικής σχέσης, η οποία ωστόσο παρέμενε συνδεδεμένη με το πρόσωπο της δέσποινας. Το πρόσωπο, δηλαδή τη ψυχή και το σώμα της. Ο τελικός σκοπός του Fin amors είναι η joy, η ευτυχία που προκύπτει από την ένωση της ηδονής και της ενατένισης, του υλικού και του πνευματικού κόσμου

Εκτός από «υπηρεσία» ο Fin amors επίσης είναι και ένα είδος δοκιμασίας. Πριν από τη σωματική ολοκλήρωση υπήρχε ένα ενδιάμεσο στάδιο που ονομαζόταν assag ή assai, δηλαδή δοκιμασία του έρωτα:


Η δοκιμασία περιλάμβανε διάφορες βαθμίδες: ο εραστής έπρεπε να παρασταθεί στην έγερση και την κατάκλιση της αγαπημένης του. Να την ατενίσει γυμνή. τέλος, να πλαγιάσει στην κλίνη μαζί της και να επιδοθεί σε διάφορες περιπτύξεις, δίχως να φτάσει στην τελευταία (coitus interruptus). Όλες αυτές οι διαφορές συνέκλιναν σε μια μεγαλύτερη, την ύψωση της γυναίκας που από υποτελής γινόταν αρχόντισσα. Ο «ιπποτικός έρωτας» έδινε στις δέσποινες την πιο πολύτιμη δεσποτεία, την δεσποτεία του σώματος και της ψυχής τους……………

απο τον Πέτρο Θεοδωριδη / περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Διαβάζοντας ένα σύμπτωμα

Ζακ-Αλέν Μιλέρ

Μετάφραση: Ανθή Αθανασιάδου
Έχω να σας αποκαλύψω τον τίτλο του επόμενου συνεδρίου της Νέας Λακανικής Σχολής,  να σας τον αιτιολογήσω και να σας παρουσιάσω κάποιες σκέψεις σχετικές με αυτόν, οι οποίες θα μπορούσαν να σας χρησιμεύσουν σαν γνώμονες για τη σύνταξη των κλινικών εργασιών που το συνέδριο απαιτεί. Αυτόν τον τίτλο τον επέλεξα για εσάς με βάση δύο υποδείξεις που μου έκανε η πρόεδρός σας, η Αν Λιζί. Η πρώτη είναι ότι το Συμβούλιο της Νέας Λακανικής Σχολής επιθυμούσε το επόμενο συνέδριο να αναφέρεται στο σύμπτωμα και η δεύτερη είναι ότι ο τόπος του συνεδρίου θα είναι το Τελ Αβίβ. Το ζήτημα, λοιπόν, ήταν να προσδιορίσουμε ποια έμφαση, ποια κλίση, ποια ώθηση να δώσουμε στο θέμα του συμπτώματος. Το εκτίμησα σε συνάρτηση με το μάθημα που κάνω στο Παρίσι κάθε εβδομάδα, όπου εξηγούμαι με τον Λακάν και με την πρακτική της ψυχανάλυσης σήμερα, αυτή την πρακτική που δεν είναι πλέον εντελώς ίδια, ίσως καθόλου ίδια μ’ εκείνη του Φρόιντ. Κατά δεύτερον, εκτίμησα την έμφαση που είναι να δώσουμε στο θέμα του συμπτώματος σε συνάρτηση με τον τόπο, το Ισραήλ. Αφού το καλοζύγισα, επέλεξα τον ακόλουθο τίτλο: διαβάζοντας ένα σύμπτωμα, to read a symptom.

«Ξέρω να διαβάζω»
Όσοι διαβάζουν τον Λακάν θα αναγνώρισαν μάλλον εδώ έναν απόηχο από τα λεγόμενά του στο γραπτό «Ραδιοφωνία», το οποίο θα βρείτε στη συλλογή Άλλα γραπτά, στη σελίδα 428. Υπογραμμίζει εκεί ότι ο Εβραίος είναι κάποιος που ξέρει να διαβάζει.  Αυτό το «ξέρω να διαβάζω» [le savoir lire] είναι που πρόκειται να διερευνήσουμε στο Ισραήλ, το «ξέρω να διαβάζω» στην πρακτική της ψυχανάλυσης. Σπεύδω να πω ότι το «ξέρω να διαβάζω», όπως το εννοώ, συμπληρώνει το «μιλάω σωστά» [le bien dire], την ορθοέπεια, που έχει γίνει σλόγκαν μεταξύ μας. Θα υποστήριζα άνετα ότι το «μιλάω σωστά» στην ψυχανάλυση δεν είναι τίποτε χωρίς το «ξέρω να διαβάζω», ότι η χαρακτηριστική ορθοέπεια της ψυχανάλυσης βασίζεται στο «ξέρω να διαβάζω». Αν περιοριστούμε στην ορθοέπεια, δεν κάνουμε παρά τη μισή δουλειά. Το «μιλάω σωστά» και το «ξέρω να διαβάζω» βρίσκονται από την πλευρά του ψυχαναλυτή, αποτελούν δικό του προνόμιο, αλλά κατά τη διάρκεια της αναλυτικής εμπειρίας το «μιλάω σωστά» και το «ξέρω να διαβάζω» μεταβιβάζονται στον ψυχαναλυόμενο. Ώστε, κατά κάποιον τρόπο, να μάθει, χωρίς πρόθεση διαπαιδαγώγησης, να μιλάει σωστά, καθώς και να ξέρει να διαβάζει. Η τέχνη της ορθοέπειας αποτελεί τον ορισμό εκείνου του παραδοσιακού γνωστικού τομέα που λέγεται ρητορική. Ασφαλώς η ψυχανάλυση μετέχει της ρητορικής, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Νομίζω ότι το «ξέρω να διαβάζω» είναι που κάνει τη διαφορά. Η ψυχανάλυση δεν είναι μόνο ζήτημα ακρόασης, listening, είναι και ζήτημα ανάγνωσης, reading. Οπωσδήποτε, στο πεδίο της γλώσσας, η ψυχανάλυση έχει την αφετηρία της στη λειτουργία της ομιλίας, αλλά την ανάγει στη γραφή. Υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ του μιλάω και του γράφω, του speaking και του writing. Μέσα σε αυτή την απόκλιση είναι που δρα η ψυχανάλυση, αυτή τη διαφορά εκμεταλλεύεται.
Θα προσέθετα μια πιο προσωπική πινελιά στην επιλογή του τίτλου που έκανα, «διαβάζοντας ένα σύμπτωμα», αφού το ότι «ξέρω να διαβάζω» είναι που μου είχε προσάψει ο Λακάν. Είναι κάτι που θα το βρείτε σαν μότο στο δικό του γραπτό «Τηλεόραση», στη συλλογή Άλλα Γραπτά, στη σελίδα 509, όπου του είχα υποβάλει ορισμένες ερωτήσεις εκ μέρους της τηλεόρασης και έβαλε σαν μότο στο κείμενο που αναπαράγει με κάποιες αλλαγές όσα είχε πει, το εξής: «Αυτός που με ρωτάει ξέρει και να με διαβάζει».  Ο Λακάν, λοιπόν, με ξεχώρισε από το ότι «ξέρω να διαβάζω», τουλάχιστον ότι ξέρω να διαβάζω Λακάν. Μου απένειμε ένα πιστοποιητικό επειδή είχα επιτονίσει τα λεγόμενά του με σημειώσεις στο περιθώριο, πολλές από τις οποίες αναφέρονται στις δικούς του τύπους που λέγονται μαθήμια. Άρα, το ζήτημα του «ξέρω να διαβάζω» έχει κάθε λόγο να με ενδιαφέρει.

Το μυστικό της οντολογίας

Έπειτα από αυτή την εισαγωγή θα αναφερθώ τώρα στο σημείο όπου έχω φτάσει στο εφετινό μάθημά μου και το οποίο οδηγεί ακριβώς στο ζήτημα της ανάγνωσης, και μάλιστα της ανάγνωσης του συμπτώματος. Τούτες τις μέρες καταγίνομαι με την άρθρωση της εννοιολογικής αντιδιαστολής του όντος και της ύπαρξης. Είναι ένα ενδιάμεσο βήμα στην πορεία της διάκρισης και της αντιπαραβολής που σκοπεύω να κάνω του όντος και του πραγματικού, being and the real.
Πρoτίθεμαι να αναδείξω τα όρια της οντολογίας, της θεωρίας περί του όντος. Οι Έλληνες είναι εκείνοι που επινόησαν την οντολογία. Οι ίδιοι ωστόσο διαισθάνθηκαν και τα όρια της, αφού ορισμένοι ανέπτυξαν έναν λόγο που αναφερόταν ρητά σε ένα πέραν του όντος, beyond being. Σε τούτο το πέραν του όντος, που πρέπει να πιστέψουμε ότι διαισθάνθηκαν την αναγκαιότητά του, τοποθέτησαν το Ένα, the one. Εκείνος ιδιαίτερα που ανέπτυξε τη λατρεία του Ενός, ως πέραν του όντος, είναι ο επονομαζόμενος Πλωτίνος. Την οποία άντλησε, αιώνες αργότερα, από μια ανάγνωση του Πλάτωνα, και συγκεκριμένα του Παρμενίδη του Πλάτωνα. Την άντλησε, άρα, από ένα ορισμένο «ξέρω να διαβάζω» τον Πλάτωνα. Και πριν από τον Πλάτωνα υπάρχει ο Πυθαγόρας, μαθηματικός μεν, αλλά μυστικιστής-μαθηματικός. Ο Πυθαγόρας είχε θεοποιήσει τον αριθμό, και ειδικά το Ένα, εκείνος όμως δεν είχε φτιάξει μια οντολογία, αλλά μια ενολογία, όπως το αποδίδει η τεχνική ορολογία στα ελληνικά, δηλαδή μια θεωρία περί του Ενός. Η δική μου θέση είναι ότι το επίπεδο του όντος εγκαλεί, χρειάζεται ένα πέραν του όντος.
Οι Έλληνες που είχαν αναπτύξει μια οντολογία ένιωσαν την αναγκαιότητα για ένα σημείο στήριξης, για μια ακλόνητη βάση που ακριβώς το ον δεν τους παρείχε. Το ον δεν παρέχει ακλόνητη βάση στην εμπειρία, στη σκέψη, ακριβώς επειδή υπάρχει μια διαλεκτική του όντος. Θέτοντας το ον, θέτει κανείς παράλληλα το μηδέν. Θέτοντας ότι το ον είναι τούτο, θέτει κανείς παράλληλα ότι δεν είναι εκείνο, και άρα είναι εκείνο ως το αντίθετό του. Το ον, εν ολίγοις, στερείται όντος, και όχι κατά τύχη [κατά συμβεβηκός] αλλά κατά τρόπο ουσιώδη. Η οντολογία καταλήγει πάντοτε σε μια διαλεκτική περί όντος. Ο Λακάν το γνώριζε τόσο καλά, ώστε ακριβώς ορίζει το ον του υποκειμένου του ασυνείδητου ως έλλειψη όντος, ως «έλλειμμα του είναι» [manque à être]. Εκμεταλλεύεται εν προκειμένω τα διαλεκτικά αποθέματα της οντολογίας. Η μετάφραση [στα αγγλικά] της γαλλικής έκφρασης manque à être ως want to be προσθέτει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο, την έννοια της επιθυμίας. Το want δεν είναι μόνο η πράξη, στο want υπάρχει η επιθυμία, υπάρχει η θέληση και συγκεκριμένα η επιθυμία να γίνει ον αυτό που δεν είναι. Η επιθυμία συνιστά διαμεσολάβηση μεταξύ being and nothingness. Ξαναβρίσκουμε αυτή την επιθυμία στην ψυχανάλυση στο επίπεδο της επιθυμίας του ψυχαναλυτή, η οποία εμψυχώνει την ψυχαναλυτική πράξη στον βαθμό που η επιθυμία αποσκοπεί να δώσει ον στο ασυνείδητο, αποσκοπεί να κάνει να φανερωθεί ό,τι είναι απωθημένο, όπως έλεγε ο Φρόιντ. Προφανώς ό,τι είναι απωθημένο είναι κατ’ εξοχήν ένα want to be, ό,τι είναι απωθημένο δεν αποτελεί ένα εν ενεργεία ον, δεν είναι μια λέξη όντως ειπωμένη, ό,τι είναι απωθημένο αποτελεί ένα δυνητικό ον που βρίσκεται στην κατάσταση του εφικτού, που θα φανερωθεί ή όχι. Η επενέργεια που καθιστά ον το ασυνείδητο δεν είναι η επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, είναι μια γλωσσική επενέργεια, την οποία ενεργοποιεί η ψυχανάλυση. Η γλώσσα είναι η λειτουργία η οποία καθιστά υπαρκτό αυτό που δεν υπάρχει. Είναι μάλιστα κάτι που διαπίστωσαν οι ασχολούμενοι με τη λογική – τους έπιασε απελπισία που η γλώσσα είναι ικανή να καταστήσει υπαρκτό αυτό που δεν υπάρχει και συνεπώς προσπάθησαν να ρυθμίσουν τη χρήση της, ελπίζοντας ότι η δική τους τεχνητή γλώσσα θα κατονόμαζε μόνο αυτό που υπάρχει. Ουσιαστικά, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε εδώ όχι κάποιο ελάττωμα της γλώσσας, αλλά την ισχύ της. Η γλώσσα είναι δημιουργός, και μάλιστα δημιουργεί το ον. Εν ολίγοις, το ον εκείνο για το οποίο μιλούν ανέκαθεν οι φιλόσοφοι, είναι πάντα ένα γλωσσικό ον - αυτό είναι το μυστικό της οντολογίας. Οπότε, υπάρχει εδώ ένας ίλιγγος.

Ένας λόγος που θα ήταν κάτι το πραγματικό
Υπάρχει εδώ ένας ίλιγγος για τους ίδιους τους φιλοσόφους, που είναι ο καθαυτό ίλιγγος της διαλεκτικής. Καθότι το ον είναι το αντίθετο του επιφαινομένου, αλλά επίσης το ον δεν είναι κάτι άλλο από το επιφαινόμενο, από μια ορισμένη τροπικότητα του επιφαινομένου. Αυτή, λοιπόν, η ευθραυστότητα η συνυφασμένη με το ον, δικαιολογεί την επινόηση ενός όρου που ενώνει το ον και το επιφαινόμενο, του όρου «προσποιητό» [le semblant]. Το προσποιητό είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε στην ψυχανάλυση και με την οποία προσπαθούμε να συλλάβουμε αυτό που είναι συνάμα ον και επιφαινόμενο, κατά τρόπο αδιάσπαστο. Είχα άλλοτε αποπειραθεί να μεταφράσω τούτη τη λέξη στα αγγλικά με την έκφραση make believe. Πράγματι, αν το πιστέψουμε, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ επιφαινομένου και όντος. Είναι ζήτημα πίστεως.
Η δική μου θέση, λοιπόν, που είναι μια θέση περί φιλοσοφίας με βάση την ψυχαναλυτική εμπειρία, είναι ότι οι Έλληνες, ακριβώς επειδή καταπιάστηκαν πολύ έντονα με αυτόν τον ίλιγγο, αναζήτησαν ένα πέραν του όντος, ένα πέραν του προσποιητού. Αυτό που ονομάζουμε πραγματικό είναι τούτο το πέραν του προσποιητού, ένα πέραν που είναι προβληματικό. Υπάρχει άραγε κάτι πέραν του προσποιητού; Το πραγματικό θα ήταν, αν θέλετε, ένα ον που δεν θα ήταν, όμως, ον της γλώσσας, που θα ήταν απρόσβλητο από τα διφορούμενα της γλώσσας, που θα ήταν αδιάφορο στο make believe.
Αυτό το πραγματικό, πού το είχαν βρει οι Έλληνες; Το είχαν βρει στα μαθηματικά – άλλωστε, από τότε που τα μαθηματικά συνεχίστηκαν, όπως συνεχίστηκε και η φιλοσοφία, οι μαθηματικοί πάντα δηλώνουν άνετα πλατωνικοί, με την έννοια ότι δεν σκέφτονται διόλου πως οι ίδιοι δημιουργούν το αντικείμενό τους, αλλά κατ’ αυτούς συλλαβίζουν ένα πραγματικό που προϋπάρχει. Είναι κάτι που προκαλεί ονειροπόληση, εν πάση περιπτώσει στον Λακάν προκαλούσε.
Ο Λακάν είχε κάνει μια φορά ένα σεμινάριο με τίτλο «Για έναν λόγο που δεν θα ήταν προσποιητός».  Είναι μια διατύπωση που παρέμεινε μυστηριώδης ακόμη κι όταν το σεμινάριο δημοσιεύτηκε, επειδή ο τίτλος αυτού του σεμιναρίου παρουσιάζεται σε δυνητική και αρνητική μορφή. Με αυτή όμως τη μορφή υπαινίσσεται έναν λόγο που να είναι κάτι το πραγματικό, αυτό εννοεί. Ο Λακάν είχε τη λεπτότητα να μην το πει με τη μορφή που αποκαλύπτω, το είπε απλώς με μορφή δυνητική και αρνητική: για έναν λόγο που θα ήταν κάτι το πραγματικό, για έναν λόγο που να έχει την αφετηρία του στο πραγματικό, όπως τα μαθηματικά. Ήταν το όνειρο του Λακάν να θέσει την ψυχανάλυση στο επίπεδο των μαθηματικών. Ως προς αυτό, πρέπει να πούμε ότι μόνο στα μαθηματικά είναι που το πραγματικό δεν μεταβάλλεται – αν και στις παρυφές μεταβάλλεται. Στη μαθηματική φυσική, που εντούτοις ενσωματώνει τα μαθηματικά και υποστηρίζεται από αυτά, η έννοια του πραγματικού είναι εντελώς ολισθηρή, διότι είναι οπωσδήποτε κληρονόμος της παλαιάς ιδέας περί φύσεως και διότι με την κβαντική μηχανική, με τις έρευνες κάποιας οντότητας πέραν του ατόμου, μπορούμε να πούμε ότι το πραγματικό στη φυσική έγινε αβέβαιο. Η φυσική γνωρίζει φιλονικίες μεταξύ των φυσικών ακόμη πιο ζωηρές απ’ ό,τι η ψυχανάλυση. Αυτό που για τον έναν είναι πραγματικό, για τον άλλο είναι προσποιητό. Κάνουν προπαγάνδα για τη δική τους έννοια του πραγματικού [ο καθένας], διότι, από κάποια ορισμένη στιγμή κι έπειτα, άρχισαν να συνυπολογίζουν και την παρατήρηση. Από εκείνη τη στιγμή, το σύμπλεγμα που απαρτίζεται από τον παρατηρητή και τα όργανα παρατήρησης βρίσκεται σε αλληλεπίδραση, οπότε το πραγματικό καθίσταται σχετικό προς το υποκείμενο, δηλαδή παύει να είναι απόλυτο. Οπότε, μπορούμε πλέον να πούμε ότι το υποκείμενο δημιουργεί προπέτασμα στο πραγματικό. Στα μαθηματικά δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πώς έχουμε πρόσβαση στο πραγματικό στα μαθηματικά; Με ποιο εργαλείο; Έχουμε πρόσβαση με τη γλώσσα αναμφίβολα, αλλά μια γλώσσα που δεν δημιουργεί προπέτασμα στο πραγματικό, μια γλώσσα που είναι το πραγματικό. Είναι μια γλώσσα συρρικνωμένη στην υλικότητά της, είναι μια γλώσσα που περιορίζεται στη σημαίνουσα ύλη της, είναι μια γλώσσα που περιορίζεται στο γράμμα. Στο γράμμα, αντίθετα με την ομοηχία [που έχουν στα γαλλικά το lettre και το être], δεν βρίσκουμε το ον, being, βρίσκουμε το πραγματικό, the real.

Αναλαμπή του ασυνειδήτου και επιθυμία του ψυχαναλυτή
Προτείνω, με βάση αυτές τις προκείμενες, να διερευνήσουμε την ψυχανάλυση. Πού βρίσκεται το πραγματικό στην ψυχανάλυση; Είναι ένα πιεστικό ερώτημα, στον βαθμό που ένας ψυχαναλυτής δεν γίνεται να μη δοκιμάσει τον ίλιγγο του όντος, από τη στιγμή που στην πρακτική του κατακλύζεται από τις δημιουργίες, από τα δημιουργήματα της ομιλίας.
Σε όλα αυτά, πού βρίσκεται το πραγματικό; Είναι πραγματικό το ασυνείδητο; Όχι! Είναι οπωσδήποτε η πιο εύκολη απάντηση. Το ασυνείδητο είναι μια υπόθεση, και αυτό παραμένει βασική προοπτική [για μας], έστω κι αν μπορούμε να την προεκτείνουμε, να την παραλλάξουμε. Για τον Φρόιντ, θυμηθείτε ότι το ασυνείδητο είναι αποτέλεσμα μιας επαγωγής. Το μεταφράζει με πιστότητα ο Λακάν, υπογραμμίζοντας ότι το υποκείμενο του ασυνειδήτου είναι ένα υποκείμενο υποτιθέμενο, δηλαδή υποθετικό. Άρα δεν είναι κάτι το πραγματικό. Θέτουμε μάλιστα το ερώτημα μήπως είναι ένα ον. Γνωρίζετε ότι ο Λακάν προτιμάει να πει ότι είναι επιθυμία όντος παρά ον. Το ασυνείδητο δεν έχει περισσότερο είναι από το ίδιο το υποκείμενο. Αυτό που ο Λακάν γράφει σαν διαγραμμένο S είναι κάτι που δεν έχει είναι, κάτι που έχει μόνο το είναι της έλλειψης και που πρέπει να επέλθει. Και το ξέρουμε καλά, αρκεί απλώς να βγάλουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα. Ξέρουμε καλά ότι το ασυνείδητο στην ψυχανάλυση υποβάλλεται σε ένα «πρέπει να είναι». Υποβάλλεται σε μια προστακτικότητα, την οποία εμείς ως ψυχαναλυτές αντιπροσωπεύουμε. Ακριβώς με αυτή την έννοια λέει ο Λακάν ότι το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό. Εάν το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό, αυτό θα πει ότι δεν είναι της τάξεως του πραγματικού. Το καθεστώς του πραγματικού δεν είναι ηθικό. Το πραγματικό, στις εκδηλώσεις του, είναι μάλλον unethical, δεν ακολουθεί φρόνιμα ό,τι θέλουμε. Λέγοντας ότι το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό, λέμε συγκεκριμένα ότι είναι σχετικό με την επιθυμία, και πρώτα-πρώτα με την επιθυμία του ψυχαναλυτή, ο οποίος προσπαθεί να εμπνεύσει τον αναλυόμενο να παραλάβει τη σκυτάλη αυτής της επιθυμίας.
Σε ποια στιγμή, στην πρακτική της ψυχανάλυσης, αναγκαζόμαστε να κάνουμε επαγωγή του ασυνειδήτου; Απλούστατα, όταν βλέπουμε, για παράδειγμα, να επέρχονται στην ομιλία του αναλυομένου παλιές αναμνήσεις που ως τώρα ήταν ξεχασμένες. Αναγκαζόμαστε να υποθέσουμε ότι αυτές οι αναμνήσεις, στο μεσοδιάστημα, βρίσκονταν κάπου, σε κάποιον συγκεκριμένο οντικό τόπο, έναν τόπο που παραμένει άγνωστος, απροσπέλαστος στη γνώση, για τον οποίο λέμε ακριβώς ότι δεν γνωρίζει τον χρόνο. Και για να μιμηθούμε ακόμη περισσότερο το οντολογικό καθεστώς του ασυνειδήτου, ας πάρουμε τα μορφώματά του, όπως τα ονομάζει ο Λακάν, τα οποία αναδεικνύουν συγκεκριμένα το φευγαλέο καθεστώς του όντος. Τα όνειρα σβήνονται. Είναι όντα ανυπόστατα, που συχνά μόνο κάποια θραύσματά τους έχουμε στην ανάλυση. Η παραλεξία, η παραπραξία, το ευφυολόγημα είναι όντα στιγμιαία, που κάνουν μια αναλαμπή, και στα οποία δίνουμε στην ψυχανάλυση ένα νόημα αλήθειας, αλλά αμέσως ξαναχάνονται.
Αντιπαράθεση με τα συμπτωμικά υπολείμματα
Μεταξύ των μορφωμάτων του ασυνειδήτου, λοιπόν, υπάρχει το σύμπτωμα. Γιατί συγκαταλέγουμε το σύμπτωμα στα μορφώματα του ασυνειδήτου, αν όχι επειδή και το φροϊδικό σύμπτωμα συνιστά αλήθεια; Του αποδίδουμε ένα νόημα αλήθειας, το ερμηνεύουμε. Όμως το διαφοροποιεί από όλα τα άλλα μορφώματα του ασυνειδήτου η μονιμότητά του. Έχει έναν άλλο τρόπο ύπαρξης. Για να υπάρχει σύμπτωμα με τη φροϊδική έννοια, πρέπει οπωσδήποτε να υπεισέρχεται κάποιο νόημα. Πρέπει να μπορεί να ερμηνευτεί. Ακριβώς αυτό συνιστά, κατά τον Φρόιντ, τη διαφορά του συμπτώματος από την αναστολή [inhibition]. Η αναστολή είναι απλώς ο περιορισμός μιας λειτουργίας. Μια αναστολή ως τέτοια δεν έχει νόημα αλήθειας. Επίσης, για να υφίσταται σύμπτωμα, πρέπει το φαινόμενο να διαρκεί. Παραδείγματος χάριν, το όνειρο αλλάζει καθεστώς όταν πρόκειται για επαναλαμβανόμενο όνειρο. Όταν το όνειρο είναι επαναλαμβανόμενο, εξυπακούεται ένα [ασυνείδητο] τραύμα. Η παραπραξία, όταν επαναλαμβάνεται, καθίσταται συμπτωμική, μπορεί μάλιστα να κατακλύσει όλη τη συμπεριφορά. Και τότε της αποδίδουμε καθεστώς συμπτώματος. Με αυτή την έννοια, το σύμπτωμα είναι ό,τι πιο πραγματικό μας δίνει η ψυχανάλυση.
Σχετικά με το σύμπτωμα είναι που καθίσταται φλέγον το ζήτημα να σκεφτούμε τον συσχετισμό, τη σύζευξη του αληθινού και του πραγματικού. Με αυτή την έννοια, το σύμπτωμα είναι ένας Ιανός, έχει δύο όψεις, μια όψη αλήθειας και μια όψη πραγματικού. Αυτό που ανακάλυψε ο Φρόιντ, και που ήταν εντυπωσιακό στην εποχή του, είναι ότι ένα σύμπτωμα ερμηνεύεται όπως ένα όνειρο, ερμηνεύεται σε συνάρτηση με μια επιθυμία και είναι επιτέλεσμα αλήθειας. Υπάρχει όμως, όπως γνωρίζετε, ένας δεύτερος χρόνος αυτής της ανακάλυψης, η επιμονή του συμπτώματος μετά την ερμηνεία, στοιχείο παράδοξο που ο Φρόιντ ανακάλυψε. Πρόκειται πράγματι για παράδοξο, εάν το σύμπτωμα είναι απλώς ένα γλωσσικό ον. Όταν έχουμε να κάνουμε με γλωσσικά όντα στην ψυχανάλυση, τα ερμηνεύουμε, δηλαδή τα συρρικνώνουμε. Επαναφέρουμε το γλωσσικά όντα στο τίποτε, στην ανυπαρξία. Το παράδοξο εδώ αφορά το υπόλειμμα. Υπάρχει ένα x που παραμένει πέραν της φροϊδικής ερμηνείας. Ο Φρόιντ προσέγγισε αυτό το στοιχείο με διαφορετικούς τρόπους. Ενέπλεξε την αρνητική θεραπευτική αντίδραση, την ενόρμηση θανάτου και διεύρυνε την προοπτική μέχρι να πει ότι το τέλος της ανάλυσης ως τέτοιο αφήνει πάντα να υφίστανται συμπτωμικά υπολείμματα, όπως τα ονόμαζε. Σήμερα η πρακτική μας έχει επεκταθεί πέρα από το φροϊδικό σημείο, πολύ πέρα από το σημείο όπου, για τον Φρόιντ, βρίσκει η ανάλυση το τέλος της. Ακριβώς για το τέλος αυτό ο Φρόιντ έλεγε ότι πάντα υπάρχει ένα υπόλειμμα και συνεπώς πρέπει πάντα να ξαναρχίζει κανείς την ανάλυση, ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον όποιος είναι ψυχαναλυτής. Λίγος χρόνος παύσης, και ξαναρχίζουμε. Ήταν ο ρυθμός stop and go, όπως το λέμε στα γαλλικά τώρα. Όμως αυτό δεν είναι η δική μας πρακτική. Η δική μας πρακτική επεκτείνεται πέρα από το σημείο εκείνο όπου ο Φρόιντ έκρινε ότι υπήρχαν κάποια τέλη της ανάλυσης, έστω κι αν έπρεπε να ξαναρχίσει κανείς την ανάλυση. Η δική μας πρακτική προχωρεί πέρα από το σημείο που ο Φρόιντ θεωρούσε ως τέλος της ανάλυσης. Στη δική μας πρακτική, λοιπόν, παρακολουθούμε την αντιπαράθεση του υποκειμένου με τα συμπτωμικά υπολείμματα. Περνάμε φυσικά από τη φάση της αποκρυπτογράφησης της αλήθειας του συμπτώματος, αλλά φτάνουμε στα συμπτωμικά υπολείμματα και εκεί δεν λέμε στοπ. Ο αναλυτής δεν λέει στοπ, ούτε ο αναλυόμενος λέει στοπ. Η ανάλυση, σε αυτή τη φάση, συνίσταται στην απευθείας αντιπαράθεση του υποκειμένου με αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε συμπτωμικά υπολείμματα, στα οποία εμείς δίνουμε ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς. Κατονομάζοντας τα συμπτωμικά υπολείμματα, ο Φρόιντ σκόνταψε στο πραγματικό του συμπτώματος, στο στοιχείο του συμπτώματος που είναι εκτός νοήματος.

Η απόλαυση του ομιλούντος όντος
Ήδη στο Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Φρόιντ χαρακτήριζε το σύμπτωμα με βάση την ενορμητική ικανοποίηση, όπως την αποκαλούσε, «ως το σήμα και το υποκατάστατο (Anzeichen und Ersatz) μιας ενορμητικής ικανοποίησης που δεν συνέβη».  Το επεξηγούσε στο τρίτο κεφάλαιο με βάση την ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και την παράνοια, σημειώνοντας ότι το σύμπτωμα που παρουσιάζεται αρχικά σαν ξένο σώμα ως προς το εγώ, τείνει όλο και περισσότερο να γίνεται ένα με το εγώ, δηλαδή τείνει να ενσωματωθεί στο εγώ. Έβλεπε στο σύμπτωμα το αποτέλεσμα της διαδικασίας της απώθησης. Προφανώς τα δύο κεφάλαια και το σύνολο του βιβλίου είναι προς μελέτη στην προοπτική του επόμενου συνεδρίου.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω τούτο: είναι η ενεχόμενη στο σύμπτωμα απόλαυση πρωτογενής; Κατά μία έννοια, ναι. Μπορούμε να πούμε ότι η απόλαυση είναι γνώρισμα του σώματος ως τέτοιου, ότι αποτελεί σωματικό φαινόμενο. Με αυτή την έννοια, ένα σώμα είναι κάτι που απολαμβάνει, αλλά ανακλαστικά. Ένα σώμα είναι κάτι που απολαμβάνει τον εαυτό του, είναι αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει αυτοερωτισμό. Όμως κάτι τέτοιο ισχύει για κάθε έμβιο σώμα. Μπορούμε να πούμε ότι το καθεστώς του έμβιου σώματος είναι το να απολαμβάνει τον εαυτό του. Αυτό που διακρίνει το σώμα του ομιλούντος όντος είναι ότι η απόλαυσή του υφίσταται την επίπτωση του λόγου. Και συγκεκριμένα, ένα σύμπτωμα μαρτυρεί ότι υπήρξε ένα συμβάν το οποίο σημάδεψε -υπό τη φροϊδική έννοια του Anzeichen- την απόλαυσή του, και το οποίο εισάγει ένα Ersatz, μια απόλαυση που δεν θα έπρεπε, μια απόλαυση που διαταράσσει την απόλαυση που έπρεπε, δηλαδή την απόλαυση του εκ φύσεως σώματος. Άρα, κατ’ αυτή την έννοια, όχι, η ενεχόμενη στο σύμπτωμα απόλαυση δεν είναι πρωτογενής. Παράγεται από το σημαίνον. Ακριβώς αυτή η σημαίνουσα επίπτωση είναι που καθιστά συμβάν την απόλαυση του συμπτώματος, και όχι μόνο φαινόμενο. Η απόλαυση του συμπτώματος μαρτυρεί ότι υπήρξε ένα συμβάν, ένα σωματοσυμβάν [événement de corps] έπειτα από το οποίο η «φυσική», εντός εισαγωγικών,  απόλαυση, που μπορούμε να τη φανταστούμε ως τη φυσική απόλαυση του έμβιου σώματος, βρέθηκε διαταραγμένη και παρεκτραπείσα. Αυτή η απόλαυση δεν είναι πρωτογενής, αλλά προηγείται του νοήματος που το υποκείμενο της δίνει, που της δίνει με το σύμπτωμά του ως ερμηνεύσιμο.
Μπορούμε, για να το αντιληφθούμε καλύτερα, να προσφύγουμε στην αντιδιαστολή της μεταφοράς και της μετωνυμίας,. Υπάρχει μια μεταφορά της απόλαυσης του σώματος, αυτή η μεταφορά συνιστά συμβάν, συνιστά το συμβάν εκείνο που ο Φρόιντ ονομάζει καθήλωση. Αυτό προϋποθέτει τη δράση του σημαίνοντος, όπως κάθε μεταφορά, αλλά ενός σημαίνοντος που δρα εκτός νοήματος. Και ύστερα από τη μεταφορά της απόλαυσης υπάρχει η μετωνυμία της απόλαυσης, δηλαδή η διαλεκτική της. Τότε είναι που [το σημαίνον] προικίζεται με σημασία. Ο Φρόιντ μιλάει γι’ αυτό στο Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος, μιλάει για die symbolische Bedeutung, για τη συμβολική σημασία που πλήττει έναν ορισμένο αριθμό αντικειμένων.
Από την ακρόαση του νοήματος στην ανάγνωση του εκτός νοήματος
Μπορούμε να πούμε ότι αυτό αντανακλάται στην ψυχαναλυτική θεραπεία. Στην ψυχαναλυτική θεωρία έλεγαν επί πολλά χρόνια μια ιστοριούλα για την απόλαυση, μια ιστοριούλα σύμφωνα με την οποία η πρωταρχική απόλαυση εντοπιζόταν στη σχέση με τη μητέρα, η επίπτωση του ευνουχισμού προερχόταν από τον πατέρα και η ενορμητική απόλαυση έβρισκε αντικείμενα που ήταν Ersatz και έφραζαν τον ευνουχισμό. Είχαν κατασκευάσει ένα πολύ γερό σύστημα, που ακολουθεί το περίγραμμα του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος. Πρόκειται ωστόσο -θα το σκληρύνω- για ένα μυθικό εποικοδόμημα, με το οποίο κατάφερναν, πράγματι, για κάποιο χρονικό διάστημα να καταστέλλουν τα συμπτώματα, ερμηνεύοντάς τα στο πλαίσιο αυτού του εποικοδομήματος. Όμως, ερμηνεύοντας το σύμπτωμα στο πλαίσιο αυτού του εποικοδομήματος, δηλαδή επεκτείνοντας τη μετωνυμία της απόλαυσης που έλεγα, συνέτειναν ώστε να διογκώνεται το σύμπτωμα, δηλαδή το έθρεψαν με νόημα. Ακριβώς εδώ εγγράφεται ο τίτλος μου, «διαβάζοντας ένα σύμπτωμα».
Το «διαβάζω ένα σύμπτωμα» πάει αντίθετα, δηλαδή συνίσταται στο να στερηθεί από νόημα το σύμπτωμα. Γι’ αυτό, άλλωστε, το ερμηνευτικό σύστημα του Φρόιντ –δηλαδή την οιδιπόδεια τριάδα, που ο ίδιος ο Λακάν τυποποίησε και ξεκαθάρισε-, ο Λακάν το υποκατέστησε με μια τριάδα που δεν συνιστά νόημα, την τριάδα του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού. Όμως, μετατοπίζοντας την ερμηνεία από το οιδιπόδειο πλαίσιο στο βορρόμειο πλαίσιο, αλλάζει η ίδια η λειτουργία της ερμηνείας και περνάει από την ακρόαση του νοήματος στην ανάγνωση του εκτός νοήματος.
Όταν λέμε ότι η ψυχανάλυση είναι ζήτημα ακρόασης, πρέπει να καταλαβαινόμαστε. Αυτό που ακούμε ουσιαστικά είναι πάντοτε το νόημα, και το νόημα καλεί το νόημα. Κάθε ψυχοθεραπεία κινείται σε αυτό το επίπεδο. Καταλήγει πάντα τελικά στο εξής - ότι ο ασθενής είναι που πρέπει να ακούει, να ακούει τον θεραπευτή. Αντίθετα, το ζητούμενο [για μας] είναι να εξερευνήσουμε τι είναι η ψυχανάλυση και τι μπορεί να κάνει στο κυριολεκτικό επίπεδο της ανάγνωσης, όταν πάρει κανείς αποστάσεις από τη σημασιολογία - εδώ σας παραπέμπω στις πολύτιμες υποδείξεις περί ανάγνωσης που υπάρχουν στο γραπτό του Λακάν που λέγεται «L’ Étourdit»,  και που θα τις βρείτε στα Άλλα γραπτά, στη σελίδα 491 και τις επόμενες, γύρω από τα τρία σημεία της ομοηχίας [homophonie], της γραμματικής και της λογικής.

Στοχεύουμε το κλίναμεν της απόλαυσης
Η ανάγνωση, το διάβασμα, το «ξέρω να διαβάζω» συνίσταται στο να απομακρύνουμε την ομιλία, και το νόημα που αυτή διακινεί, βασιζόμενοι στη γραφή ως εκτός νοήματος, ως Anzeichen, ως γράμμα, βασιζόμενοι στην υλικότητά της. Ενώ η ομιλία είναι πάντοτε πνευματώδης, θα έλεγα, και η ερμηνεία που κινείται καθαρά στο επίπεδο της ομιλίας δεν κάνει παρά να διογκώνει το νόημα, η πειθαρχία της ανάγνωσης στοχεύει την υλικότητα της γραφής, δηλαδή το γράμμα ως κάτι που δημιουργεί το απολαυσιακό συμβάν που προσδιορίζει τον σχηματισμό των συμπτωμάτων. Το «ξέρω να διαβάζω» στοχεύει εκείνο το αρχικό σοκ, που είναι σαν ένα κλίναμεν της απόλαυσης – κλίναμεν είναι ένας όρος της φιλοσοφίας των στωικών.
Για τον Φρόιντ, που είχε ως αφετηρία το νόημα, αυτό εμφανιζόταν σαν ένα υπόλειμμα [συμπτώματος], ουσιαστικά όμως τούτο το υπόλειμμα είναι κάτι που ανάγεται στις απαρχές του υποκειμένου, είναι κατά κάποιον τρόπο το συμβάν το πρωταρχικό και ταυτόχρονα το μόνιμο, δηλαδή επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα.
Είναι κάτι που ανακαλύπτουμε, είναι κάτι που αποκαλύπτεται στον εθισμό, στο «ένα ποτήρι ακόμα» για το οποίο ακούσαμε να γίνεται λόγος πριν από λίγο.  Ο εθισμός είναι η ρίζα του συμπτώματος που δημιουργείται από  την ακατάσχετη επανάληψη του ίδιου Ενός. Είναι το ίδιο, δηλαδή για την ακρίβεια δεν επιπροστίθεται. Δεν έχουμε ποτέ το «ήπια τρία ποτήρια, άρα φτάνει», πίνει κανείς πάντα το ίδιο ποτήρι ακόμα μία φορά. Εδώ έγκειται η ρίζα του συμπτώματος. Με αυτή την έννοια είναι που ο Λακάν έφτασε να πει ότι ένα σύμπτωμα είναι ένα «και τα λοιπά». Δηλαδή η επιστροφή του ίδιου συμβάντος. Μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα με την επανάληψη του ίδιου. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι το σύμπτωμα είναι κατ’ αυτήν την έννοια σαν ένα μορφοκλασματικό [ή φράκταλ] αντικείμενο, επειδή το μορφοκλασματικό αντικείμενο δείχνει ότι η επανάληψη του ίδιου μέσω διαδοχικών εφαρμογών σας δίνει τους πιο αλλόκοτους και τους πιο πολύπλοκους τύπους που μπορεί να δώσει ο μαθηματικός λόγος.
Η ερμηνεία ως «ξέρω να διαβάζω» στοχεύει στο να αναχθεί το σύμπτωμα στην αρχική του διατύπωση, δηλαδή στην υλική συνάντηση ενός σημαίνοντος και του σώματος, δηλαδή στην αμιγή σύγκρουση της γλώσσας στο σώμα. Λοιπόν, για να θεραπεύσετε το σύμπτωμα πρέπει να περάσετε οπωσδήποτε από την ασταθή διαλεκτική της επιθυμίας, πρέπει όμως επίσης να αποποιηθείτε τις πλάνες της αλήθειας που αυτή η αποκρυπτογράφηση σας φέρνει, και να στοχεύσετε, πέρα από την καθηλωμένη θέση της απόλαυσης, την αδιαφάνεια του πραγματικού. Αν ήθελα να το κάνω να μιλήσει αυτό το πραγματικό, θα του απέδιδα εκείνο που λέει ο Θεός του Ισραήλ μέσα στη φλεγομένη βάτο, προτού διατυπώσει τις εντολές που είναι το περίβλημα του δικού του πραγματικού: «Είμαι αυτό που είμαι». 

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Martin Heidegger - Αποσπάσματα

Είναι και Χρόνος     (μετάφραση Γιάννη Τζαβάρα)

Αυτό μπρος στο οποίο αγωνιούμε είναι αυτό τούτο το μες-στον-κόσμον-Είναι. Αυτό, για το οποίο αγωνιούμε, διανοίγει το ωδε-Είναι ως δυνατότητα. Η αγωνία φανερώνει στο ωδε-Είναι, το Είναι προς τη δυνατότητα για το πιο δικό του Είναι, δηλαδή ότι είναι ελεύθερο για την ελευθερία να εκλέξει και να αδράξει τον εαυτό του.

Ο μεγάλος υπαρξιστής φιλόσοφος Martin Heidegger έκανε μια από τις σοβαρότερες έρευνες περί της ουσίας του είναι:

Το Είναι δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε γενικό ούτε αόριστο. Είναι ακατανόητο. Εν τούτοις ο Heidegger έδωσε ορισμούς & βασικά χαρακτηριστικά του. Αυτή είναι μια επαναστατική θεώρηση στη μέχρι τότε παραδεδομένη φιλοσοφία του  Είναι:

1) Είναι αυτό και το ίδιον και τίποτε παραπάνω. Εδώ είναι φανερός ο αποκλεισμός οποιασδήποτε άλλης θεώρησης ή ταύτισης του είναι με κάτι άλλο έξω από αυτό.

2) Είναι το εγγύτατον και ταυτοχρόνως το πιο απομακρυσμένο. Αυτό δηλαδή που με ευκολία θεωρούμε κατανοητό και εύληπτο και που νομίζουμε ότι καθημερινά είμαστε μέσα του, ενώ στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε ούτε την ουσία του

3) Είναι η πηγή του πεπερασμένου όντος. Τα πεπερασμένα όντα κατάγονται από το αιώνιο Είναι. Τα όντα είναι η απόδειξη της μέριμνας του Είναι για τον εφήμερο κόσμο. Έτσι το Είναι για να γίνει ον μεταπίπτει στο ωδε-Είναι, στην προβολή του δηλαδή στον κόσμο.

4) Είναι το "ξέφωτο". Η ύψιστη πραγματικότητα είναι η αποκάλυψη του Είναι. Είναι το σημείο εκείνο μέσα στο αχανές δάσος της υπάρξης που προσπαθούμε να οδηγηθούμε.
  • Μπρος στην αυθεντικότητα του Είναι ως δυνατότητα. Η αγωνία εξατομικεύει κι έτσι διανοίγει το ωδε-Είναι ως solus ipse.
  • Όταν αγωνιώ, είμαι ανέστιος. Με την αγωνία το Ενείναι εισδύει στον υπαρκτικό «τρόπο» της ανοικειότητας.
  • Αγωνιούμε για τη δυνατότητα για μες-στον-κόσμον-Είναι.Το ωδε-Είναι προηγείται του εαυτού του, ήδη πέρα κι έξω απ’ τον εαυτό του
  • Το υπάρχειν είναι πάντα γεγονικό.Αρχέγονη και γνήσια αλήθεια έγκειται στην καθαρή εποπτεία.
  • Η διανοικτότητα του μες-στον-κόσμον-Είναι, δηλαδή το «ωδε», συγκροτείται απ’ τους τρόπους της καθημερινότητας: αερολογία, περιέργεια, αμφισημαντότητα, κατάπτωση.
  • Η κατάπτωση μέσα στην κοινή γνώμη των πολλών.Αναυθεντικότητα: μες-στον-κόσμον-Είναι που έχει θελχτεί ολοκληρωτικά απ’ τον κόσμο και από το εδωνά-Συνείναι Άλλων.
  • Ενείναι: βιομέριμνα/ανθρωπομέριμνα.Το καταπτωτικό καθησυχάζει τον εαυτό του.
  • Το ωδε-Είναι υπάρχει γεγονικά.Εύρεση και γεγονότητα- αναυθεντικότητα. Κατανόηση και υπαρκτικότητα-αυθεντικότητα/ συνυπάρχουν.
  • Η αγωνία, ρίζα της κατάπτωσης.Αγωνιούμε μπρος στο ακαθόριστο.
  • Αγωνιούμε μπρος στον ίδιο τον κόσμο και τη δυνατότητα πρόχειρων όντων.
  • Η ομιλία οντολογικά ισαρχέγονη με την εύρεση και την κατανόηση.
  • Η ομιλία είναι ομιλία για κάτι. Το συνείναι κοινωνάται ρητά με την ομιλία.
  • Η διάνοιξη της ύπαρξης μπορεί να γίνει αυτούσιος σκοπός του ποιητικού λόγου.
  • Το ωδε-Είναι δεσποτεύεται απ’ τους πολλούς. Το ανεδαφικό διαστρέφει τη διάνοιξη σε εγκλεισμό.
  • Οι πολλοί προσχεδιάζουν την εύρεση. Η αερολογία αποκόβει το ωδε-Είναι απ’ το ίδιο το Ενείναι.
  • Η αποκοπή αυτή δεν εκμηδενίζει το ωδε-Είναι, είναι η πραγματικότητά του.
  • Βιομέριμνα: Παρείναι-στον-κόσμο. Ανθρωπομέριμνα: Συνείναι
  • Η μέριμνα για τον μέσον όρο αποκαλύπτει την τάση του ωδε-Είναι για ισοπέδωση όλων των δυνατοτήτων του Είναι.
  • Το αφίστασθαι, ο μέσος όρος, η ισοπέδωση συγκροτούν την κοινή γνώμη.
  • Καθένας είναι ο Άλλος και κανένας δεν είναι αυτός τούτος. Οι πολλοί (Das Man), το καθημερινό ωδε-Είναι, είναι ο κανένας (Das Niemand).
  • «Είμαι» οι Άλλοι.Το Αρχέγονο Είναι του ωδε-Είναι, η μέριμνα.
  • Ο Άλλος έχει αρχικά διανοιγή μες στην κατά τη βιομέριμνα ανθρωπομέριμνα.
  • Το κοινό περιβάλλον της βιομέριμνας όπου συναντώνται το εδωνά-Είναι και το εδωνά-Συνείναι.
  • Οι Άλλοι είναι αυτό που κάνουν. Η συναλληλία είναι όλο ανησυχία και μέριμνα για την υπόσταση.
  • Υποτέλεια των Άλλων. Οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη δικτατορία τους.
  • Η τάση για Συνείναι- αφίστασθαι. Οι πολλοί νοιάζονται μες στο Είναι τους για το μέσον όρο.
  • Η μέριμνα βρίσκεται απριορικά ήδη μέσα σε κάθε γεγονικό σχετισμό και κατάσταση του εδωνά-Είναι.Η μέριμνα είναι πάντα βιομέριμνα κι ανθρωπομέριμνα.
  • Δεν μπορεί το Είναι να εξηγηθεί με βάση τα όντα. Όσο το εδωνά-Είναι είναι, υπάρχει Είναι.
  • Η υπόσταση του ανθρώπου είναι η ύπαρξη. Η υπαρκτικότητα του εδωνά-Είναι είναι το σύνολο όσων συγκροτούν την ύπαρξη.
  • Οντικά εγγύτατο- οντολογικά έσχατα μακρινό- προοντολογικά οικείο.
  • Κάθε προοντολογική κατανόηση, περίπου κατανόηση εν προκειμένω, επιτυγχάνεται μέσω του χρόνου- χρονικότητα- το νόημα του Είναι του ωδε-Είναι/ ιστορικότητα.
  • Η αναζήτηση του Είναι χαρακτηρίζεται ως ιστορικότητα.Στην Αρχαία Οντολογία το Είναι των όντων ως παρουσία, ορισμένος τρόπος του χρόνου, το παρόν.
  • Μόνο ως φαινομενολογία είναι μπορετή η Οντολογία. Αυθεντικός- έχοντας ιδιοποιηθεί τον εαυτό του. Αναυθεντικός- μη έχοντας ιδιοποιηθεί τον εαυτό του (χωρίς ηθική ή ιεραρχική αξία)
  • Όσο περισσότερη επίφαση (Schein) τόσο περισσότερο «Είναι» (Sein).
  • Το ωδε-Είναι κατανοεί τον εαυτό του βάσει δυνατοτήτων.
  • Το είναι του εδωνά είναι ό, τι γίνεται ή δεν γίνεται. ΓΙΝΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ.
  • Η ουσία μου είναι η ύπαρξη.Είμαι οι δυνατότητές μου όχι επειδή τις πραγματοποιώ αλλά επειδή τις φορτώνομαι σαν τέτοιες/ ΚΑΤΑΝΟΩ
  • Δεν υπάρχει εύρεση χωρίς κατανόηση και κατανόηση χωρίς εύρεση.
  • Ο κόσμος έχει ως είναι το ωδε-Είναι.Κατανόηση: πρωταρχικά δύνασθαι.
  • Το «ωδε» εκφράζει την διανοικτότητα.Το είναι του ωδε: εύρεση και κατανόηση.
  • Εύρεση ως διάθεση.Με το «είμαι έτσι» η διάθεση οδηγεί το Είναι στο «ωδε» του.
  • Ρίξιμο: η γεγονότητα του ότι το ωδε-Είναι έχει παραδοθεί.
  • Η διάθεση αρχέγονο είδος του Είναι του ωδε-Είναι, πριν από γνωρίζειν και θέλειν.
  • Εύρεση: διάνοιξη ότι είμαστε ριγμένοι, κι εκάστοτε διάνοιξη του μες-στον-κόσμον-Είναι.
  • Η ουσία του ωδε-Είναι θεμελιώνεται στην ύπαρξή του. Ο εαυτός- μια δυνατότητα του ωδε-Είναι.
  • Η υπόσταση (ουσία) του ωδε -Είναι δεν είναι το πνεύμα, ως σύνθεση ψυχής και σώματος, παρά η ύπαρξη. Οι άλλοι είναι εκείνοι στους οποίους ανήκουμε κι εμείς.
  • Ο κόσμος του ωδε-Είναι είναι κοινός κόσμος.
  • Το Ενείναι είναι Συνείναι με Άλλους. Το ενδόκοσμο καθ’ εαυτό-Είναι των Άλλων είναι ωδε-συνείναι.
  • Το «εδώ», το «εκεί» και το «ωδε» δεν είναι προσδιορισμοί τόπου ενδόκοσμων παρευρισκομένων όντων, αλλά χαρακτήρες της αρχέγονης χωρικότητας του ωδε-Είναι.
  • Μες στα πρόχειρα συναντούμε τους Άλλους.Καθ’ εαυτό το ωδε-Είναι είναι ουσιαστικά Συνείναι.
  • Το Συνείναι καθορίζει υπαρκτικά το ωδε-Είναι ακόμα και όταν γεγονικά κανένας άλλος δεν είναι παρευρισκόμενος ή αντιληπτός.
  • Ακόμα κι όταν ένα ωδε-Είναι είναι μόνο του είναι Συνείναι μες στον κόσμο.
  • Η μοναχικότητα- ελλειπτικός τρόπος του Συνείναι.
  • Κάθε πιθανή σχέση με τον άλλον είναι τρόπος της ανθρωπομέριμνας.
  • Θετική- αρνητική ανθρωπομέριμνα.Περίσκεψη- βιομέριμνα.
  • Διακριτικότητα, ανοχή- ανθρωπομέριμνα.Κοσμικότητα- το σύνολο των παραπομπών της σημαντικότητας.
  • Ως συν-Είναι το ωδε-Είναι είναι Ένεκα των Άλλων.Οι Άλλοι φανερώνονται βάσει τω προχείρων όντων.
  • Το ωδε-Είναι υπάρχει ως γεγονός, γεγονότητα.
  • Το είναι του ωδε-Είναι είναι μέριμνα. Το είναι του ωδε-Είναι προς τον κόσμο είναι βιομέριμνα.
  • Το νοείν και ο λόγος τρόποι του μες-στον-κόσμον-Είναι. Γνωρίζειν- υπαρκτική τροπικότητα του Ενείναι. Ακόμα και η λησμοσύνη, η πλάνη, η ψευδαίσθηση είναι παραλλαγές του αρχέγονου Ενείναι.
  • Ο κόσμος είναι χαρακτηριστικό του ωδε-Είναι.Στη βιομέριμνα- όργανα, εργαλεία.
  • Το είναι των πρόχειρων όντων συγκροτείται από μη-παρεύρεση.
  • Το όργανο είναι ‘για να..’.Η θεωρητική ενατένιση μάς στερεί την κατανόηση της προχειρότητας.
  • Η εγγενής κοσμικότητα των πρόχειρων όντων.
  • Διανοικτότητα: άμεση αποκάλυψη, χωρίς μεσολάβηση λογικού συμπερασμού.
  • Ο κόσμος είναι κάτι «μες στο οποίο» το ωδε-Είναι πάντα ήταν.
  • Το μες-στον-κόσμο-Είναι—απορρόφηση στις παραπομπές των προχείρων όντων.
  • Τα πρόχειρα ενδόκοσμα όντα είναι καθ’ εαυτά και δεν κινούν την προσοχή.
  • Η παραπομπή συγκροτεί την προχειρότητα.
  • Το Ένεκα αφορά πάντα το Είναι του ωδε-Είναι. Το μόνο και αυθεντικό ου ένεκα.
  • ΑΠΡΙΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ του μες-στον-κόσμον-Είναι του ωδε-Είναι
  • Αλήθεια υπάρχει μόνο στο μέτρο που υπάρχει ωδε-Είναι, και όσο υπάρχει ωδε-Είναι.
  • Με το αποκαλύπτεσθαι των όντων, αυτά φανερώνονται ίσα-ίσα ως τα όντα που ήσαν ήδη από πριν.  Αιώνιες αλήθειες προϋποθέτουν αιώνια ύπαρξη του ωδε-Είναι.
  • Μόνο με βάση την αλήθεια καθίσταται μπορετή κάθε προϋπόθεση. Το ωδε-Είναι δι’ εαυτό δεν μπορεί να στυλωθεί με αποδείξεις. Είναι υπάρχει στο μέτρο που υπάρχει αλήθεια και η αλήθεια υπάρχει μόνο στο μέτρο που υπάρχει και όσο υπάρχει ωδε-Είναι.
  • Το Είναι και η Αλήθεια είναι ισαρχέγονα.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Eρωτικές επιστολές / Μάρτιν Χάιντεγγερ

Ο μικρός αραπάκος

Yπογράφοντας ως «μικρός αραπάκος» ή «το μακάρια διαταραγμένο αγοράκι σου» ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγγερ αλληλογραφεί με τη γυναίκα του Ελφρίντε Πέτρι, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων την περίπλοκη ψυχική συνενοχή τους.
Προϊόντος του χρόνου, η κλασική προσφώνηση «Αγαπημένη μου ψυχούλα» αρχίζει ενίοτε να γίνεται ακριβοθώρητη, οι επιστολές του Μάρτιν να κρατούν μιαν αμυντική βαθύτητα, παρά το γεγονός ότι γεννιούνται δυο παιδιά που θα τραυματιστούν στον πόλεμο. Τι ακριβώς συμβαίνει; O Μάρτιν δεν μένει πιστός στη συζυγική παστάδα κι αρχίζει ένας κύκλος ερωτικών «σεμιναρίων» με μαθήτριες, πριγκίπισσες και άλλες αξιοζήλευτες νεαρές, σαν τη Χάνα Άρεντ.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΥΚΝΗ, πυκνότατη αλληλογραφία μεταξύ συζύγων που άρχεται το 1917 και λήγει το 1970 το πρώτο που έχουμε να σκεφτούμε είναι ότι ο Μάρτιν και η Ελφρίντε έζησαν πολύ απ’ τον χρόνο τους χώρια· ο φιλόσοφος ήταν ταμένος στο στοχαστικό του έργο, εργαζόταν από τις επτά ως τις δώδεκα και από τις δύο ως τις έξι, όταν μάλιστα αναγορεύτηκε πρύτανης απ’ την εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση κι η φήμη του άρχισε να κατακτά το πανεπιστημιακό κατεστημένο, το «κοντά» και το «μακριά» του ζεύγους άρχισε ν’ αποκτά ιδιάζοντα και συχνά ζοφερό χαρακτήρα. Το βιβλίο που μετέφρασε με φροντίδα ο Ιάκωβος Κοπερτί προσφέρει υλικό για όλες τις περιέργειες· αναφέρεται στον ναζισμό, στη μεσοπολεμική κατάσταση της Γερμανίας, στην ακαδημαϊκή ζωή, στα ήθη της μεσαίας τάξης (ο Μάρτιν καταγόταν απο φτωχή οικογένεια) και, βέβαια, στην πορεία ενός ανθρώπου που θέλησε και πέτυχε να θέσει σε νέα βάση το μέγιστο φιλοσοφικό ζήτημα: το ερώτημα του Είναι. Αν εδώ θα περιοριστούμε μόνο στη συζυγική «πίστη» του φιλοσόφου, η αιτία είναι ότι υποκρύπτει μια λεπτομέρεια άγνωστη στο πλατύ κοινό και διόλου αμελητέα.

Η Ελφρίντε ήταν από ευαγγελική οικογένεια, ενώ ο Μάρτιν απο καθολική. Αυτό έκανε άνω κάτω τις δυο οικογένειες που ζήτησαν να γίνουν δύο τελετές. Στο εξής οι επιστολές του Μάρτιν (σημειωτέον ότι το βιβλίο δεν περιλαμβάνει τις επιστολές της Ελφρίντε) θ’ αρχίζουν με το «Αγαπημένη μου ψυχούλα» και θα τελειώνουν με το «ο μικρός σου, μαύρος υπηρέτης», ο «αραπάκος», ο «υπηρετάκος», το «μακάρια διαταραγμένο αγοράκι σου» κ.λπ. Η πρώτη περίοδος των επιστολών αναδεικνύει έναν Μάρτιν πραγματικά ερωτευμένο, ρομαντικό μέχρι εκεί που δεν παίρνει, διόλου ψυχρό ή τυπικά «φιλόσοφο» που πιθανώς θ’ ασχολούνταν μόνο με το «Νταζάιν». Μπορεί, βέβαια, να δηλώνει ότι «δίκην μαχαιροβγάλτη θα ήθελε να κηρύξει τον πόλεμο στον ορθολογισμό», να τονίζει ότι «ο φιλόσοφος πρέπει να φυτέψει το λάχανό του» (δηλαδή, να διατυπώσει την πρωτότυπη σκέψη του), να θλίβεται για την «τρομακτική εβραιοποίηση του πολιτισμού μας και των πανεπιστημίων μας, θεωρώντας ότι η γερμανική φυλή πρέπει να επιστρατεύσει τις εσωτερικές της δυνάμεις για να ανυψωθεί», ωστόσο το θερμό ρεύμα αγάπης που τον συνδέει με τη σύζυγό του δεν τον αποσπά ποτέ από την ύπαρξή της. «Ως γυναίκα βρίσκεις μέσα σου ένα όριο -εμένα-, αλλά μόνο επειδή κι εγώ έχω ένα όριο, το αξιοσέβαστο είναι σου». Γενικά, η αποστολή των γραμμάτων έχει ως βάση το Φράιμπουργκ, το Μάρμπουργκ ή το Μέσκιρχ, με κατεύθυνση άλλοτε την περίφημη καλύβα ή άλλους τόπους διαμονής της Ελφρίντε. Πράγματι, το ερωτικό δοξάρι κινείται ανάμεσα στα δυο πρόσωπα με μεγάλη χάρη και με αξιοζήλευτη πειστικότητα. Ο αναγνώστης μπορούμε να πούμε ότι υποκλίνεται μπροστά σε τόση συζυγική αφοσίωση.

Βέβαια, προϊόντος του χρόνου, η κλασική προσφώνηση «Αγαπημένη μου ψυχούλα» αρχίζει ενίοτε να γίνεται ακριβοθώρητη, οι επιστολές του Μάρτιν να κρατούν μιαν αμυντική βαθύτητα, παρά το γεγονός ότι γεννιούνται δυο παιδιά που θα τραυματιστούν στον πόλεμο. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το απλούστερο των πραγμάτων· ο Μάρτιν δεν μένει πιστός στη συζυγική παστάδα κι αρχίζει ένας κύκλος ερωτικών «σεμιναρίων» με μαθήτριες, πριγκίπισσες (σαν την πριγκίπισσα της Σαξονίας Μαίνινγκεν Μάργκοτ) και άλλες αξιοζήλευτες νεαρές, σαν τη Χάνα Άρεντ. Οι προληπτικοί θα θύμιζαν το γεγονός ότι στη διάρκεια μιας βαρκάδας η βέρα του Μάρτιν γλίστρησε απ’ το δάχτυλό του και χάθηκε στα νερά της λίμνης! Καλό θα ήταν επίσης να θυμίσουμε ότι ο φιλόσοφος δεν είχε ίχνος γερμανικής ομορφιάς πάνω του· ούτε ψηλός, ούτε ξανθός, ούτε γαλανομάτης. Αντίθετα, ήταν κοντός, σγουρομάλλης και διόλου ομορφόπαιδο.

Ωστόσο, το πνεύμα ομορφαίνει τους πάντες. Ακόμη και τους φιλοσόφους. Από την άλλη άκρη του νήματος, όμως, η σύζυγος -αινιγματική στην αφοσίωσή της- περνάει τα κακά στενά. Είναι διακριτική, υπομονετική, φαρμακωμένη απ’ τις απιστίες του «υπηρετάκου», αλλά δεν βγάζει κιχ. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1950 η Χάνα Άρεντ επισκέπτεται τον Μάρτιν στο Φράιμπουργκ. Λίγο νωρίτερα, ο «υπηρετάκος» ανακοινώνει στην ανυποψίαστη μέχρι τότε Ελφρίντε την ερωτική του σχέση με την Εβραία. Θ’ ακολουθήσει η σχέση με τη Σοφί Ντοροτέ κ.λπ. κ.λπ. Ένα είναι βέβαιο: ότι ο «υπηρετάκος» διάγει βίο καρδιοκατακτητή, ενώ ταυτόχρονα -φαινομενικά, τουλάχιστον- προσπαθεί να δικαιολογηθεί φιλοσοφιστί στην Ελφρίντε. Άραγε, η ακόλουθη επιστολή δεν ηχεί κίβδηλη; «Δύο πράγματα δεν μπόρεσα να σου πω ποτέ μέχρι σήμερα. Ότι, παρά τα πολλά αντίθετα φαινόμενα, δεν βλέπω την αγάπη και τον γάμο μας ως κάτι πρακτικό ή βολικό, αντιθέτως ξέρω ότι η παρουσία κι η δράση σου είναι καθοριστική - ανήκεις στην πορεία μου». Όσο για το δικαιολογητικό αναφορικά με τη Σοφί Ντοροτέ, θυμίζει μικροαστό σύζυγο που επινοεί τεχνάσματα: «Αυτό που προσπάθησα να χαρίσω στη Σοφί Ντοροτέ δεν στερεί από σένανε τίποτα, δεν ήθελα να θίξω τα δικά μας ή να τα εγκαταλείψω». (Αν συγκρίνει κανείς τον ερωτικό βίο του Μάρτιν μ’ εκείνον του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, μάλλον θα βρει τον Γάλλο πιο ειλικρινή και πιο καθαρό στις αποφάσεις του).

Πέρα από αυτό, όμως, κι ενώ πια δηλώνει ότι κατάργησαν το δυσάρεστο «κρυφτούλι» της απάτης και την ανελευθερία της κάλυψης, μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι η Ελφρίντε δεν έχει να επιδείξει τίποτε ανάλογο· τόσο ανεχτική; Τόσο πιστή στον Μάρτιν; Χάθηκαν οι άντρες για να πάρει κι αυτή την εκδίκησή της; Την αποκαλυπτική απάντηση μας τη δίνει ο τόμος στην τελευταία σελίδα, με τρόπο αποστομωτικό. Το σημείωμα ανήκει στον Χέρμαν Χάιντεγγερ, δεύτερο τέκνο της οικογένειας μετά τον Γερκ, και μολογάει τα ακόλουθα:

«Γεννήθηκα το 1920 ως νόμιμο τέκνο του Μάρτιν και της Ελφρίντε Χάιντεγγερ. Λίγο πριν κλείσω τα δεκατέσσερά μου χρόνια, η μητέρα μου με πληροφόρησε ότι φυσικός μου πατέρας ήταν ένας εφηβικός φίλος της, ο γιατρός και νονός Φρίντελ Τσέζαρ, που πέθανε το 1946. Η μητέρα μ’ εξόρκισε να μη μιλήσω σε κανέναν όσο εκείνη ζούσε, με μόνη εξαίρεση τη μέλλουσα σύζυγό μου. Κράτησα την υπόσχεσή μου».

Αυτό το δραματικό «τσάκισμα» του βιβλίου ειλικρινά ανατρέπει την προτέρα τάξη ή αταξία των συζύγων και καθιστά τον αναγνώστη μάρτυρα μιας περίπλοκης ψυχικής συνενοχής. Με απλά λόγια, ο Μάρτιν κράτησε μυστική ισοβίως την πατρότητα του δεύτερου παιδιού και σε ανταπόδοση η Ελφρίντε υπέφερε τον άντρα της, που ήταν φουστανάκιας πρώτης γραμμής. Στη σελ. 306 ο Μάρτιν μιλάει περί αυτού για πρώτη φορά: «Εμπιστοσύνη είναι η δύναμη να λέμε ναι στο κρυμμένο και σε ό,τι αφήνουμε ανείπωτο. Τέτοιο ήταν το δικό μου ναι όταν μου μίλησες για τον Χέρμαν». Και η απάντηση της Ελφρίντε τώρα: «Με πνίγει ακόμη η απελπισία για το γεγονός ότι αυτά όχι μόνο συνδέονται με το ψέμα αλλά και με την απάνθρωπη κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου. Το έχω ξαναπεί, αλλά το ξέχασες· φαντάσου, λοιπόν, τη Μ., που φαίνεται να συνδέεται μ’ εσένα με αυτήν τη μεγάλαγάπη και στα γράμματά σας συνομιλούν οι καρδιές σας, να σε απατούσε μ’ έναν άλλον και μόνο η καχυποψία σου ν’ αποκάλυπτε την απάτη της. Τι θα γινόταν η αγάπη σου για κείνη; Τι θα έκανες; Θα το άντεχες; Όμως, εγώ πρέπει να το αντέξω, και όχι μια φορά αλλά κάθε τόσο τις τέσσερις δεκαετίες; Μπορεί να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, αν δεν είναι επιφανειακός ή απολιθωμένος; Κάθε τόσο λες και γράφεις ότι νιώθεις δεμένος μαζί μου. Τι δεσμός είναι αυτός; Έχω μαζέψει εδώ πολλά αρχινισμένα γράμματα, αλλά δεν έστειλα κανένα. Συλλογίστηκες ποτέ τι είναι τα άδεια λόγια, τα κούφια λόγια; Τι λείπει από αυτά τα λόγια;».

Το οξύμωρο είναι ότι μόλις παύει η αλληλογραφία τους -όπερ σημαίνει ότι μόλις παύουν να είναι χωριστά- παύει και η ισόβια διαμάχη τους. Σε μια απ’ τις τελευταίες επιστολές του 1969, ο Μάρτιν ομολογεί: «Καθημερινά αλλά και τις νυχτερινές ώρες αγρύπνιας, ο εαυτός μου με θλίβει για ό,τι σου προξένησε». Επίσης: «Σ’ ευχαριστώ για την πάντα εκ νέου εμπιστοσύνη που μου χαρίζεις – κι ας μην την αξίζω». Λίγο πριν από την εγκεφαλική συμφόρηση, η Ελφρίντε σημειώνει στην τελευταία επιστολή του Μάρτιν: «Η κατάρρευση εκεί έφερε τα πάντα στο φως - από τότε δεν χωριστήκαμε πια ποτέ». Κωστής Παπαγιώργης στο Lifo
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ ΣΤΗ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ ΕΛΦΡΙΝΤΕ 1915-1970.
Επιλογή, σχόλια: Γκέρτρουντ Χάιντεγγερ, Μτφρ.: Ιάκωβος Κοπερτί.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Dylan Thomas

"'Η γοητεία της μελαγχολίας"

Την μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας,
στην σιωπή της νύχτας,
όταν μονάχο του φρενιάζει το φεγγάρι,
κι οι εραστές ξαπλώνουν
αγκαλιά με τη θλίψη τους,
παιδεύομαι το φώς να τραγουδήσω,
όχι από φιλοδοξία ή για τον επιούσιο,
ούτε για επίδειξη στο παζάρι των ταλέντων
σε φιλντισένια παλκοσένικα,
μα για την αμοιβή την ελάχιστη
απ’ τα μύχια της καρδιάς τους.

Κι έξω απ’ το φεγγάρι που φρενιάζει
δεν γράφω τούτες τις σελίδες που αφρίζουν
μήτε για τον άνδρα τον περήφανο
μήτε για τους νεκρούς που από ψηλά επιβλέπουν
με τ' αηδόνια και τις ψαλμωδίες τους
μα για τους εραστές,
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις,
που μ’ έχουνε γραμμένο,
κι ούτε τους νοιάζει η μαστοριά κι η τέχνη μου

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Οριακές διαταραχές και παθολογικός Ναρκισσισμός


Στο Ψυχιατρικό Ίδρυμα Menninger(Topeka, του Κάνσας), ο Δρ Knight και οι συνεργάτες του, συγκέντρωσαν τα ερευνητικά στοιχεία των οριακών καταστάσεων. Οι οριακές καταστάσεις, στην ιατρική ψυχιατρική βιβλιογραφία, αποτελούν μία ψυχική δομή, ανάμεσα στις άλλες δύο τυπικές κατηγορίες ψυχικών δομών, τις νευρώσεις και τις ψυχώσεις. Οι οριακές καταστάσεις μελετήθηκαν ψυχαναλυτικά, με επίμονες ερευνητικές και θεραπευτικές προσπάθειες ψυχαναλυτών, όπως:
  •  του Adolph Stern, με την περιγραφή της ναρκισσιστικής ευαλωτότητας, ασθενών που δεν μπορούν να αντέξουν την κλασσική ψυχανάλυση
  • της Helene Deutsch, με την περιγραφή της, «as if», ‘ως εάν’ προσωπικότητας και
  • του Robert Khight, με την περιγραφή ασθενών με ψευδονευρωτική σχιζοφρένεια.
Η ψυχαναλυτική κοινότητα, όρισε λοιπόν, το φαινόμενο του οριακού συνδρόμου. Εξετάζοντας, μια αρκετά μεγάλη ομάδα επιλεγμένων ασθενών, κάτω από αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες, ο Roy Grinker, επιβεβαίωσε την ύπαρξη του οριακού συνδρόμου, με μεθοδική μελέτη, την δεκαετία του ’60 στο Σικάγο. Ο Grinker ξεχώρισε τέσσερεις βαθμούς παθολογίας, μέσα σε έναν ιδεατό χώρο, οριοθετημένο από τις νευρώσεις αφενός και από τις ψυχώσεις αφετέρου.

Ο Διευθυντής του Ιδρύματος Menninger, Δρ Otto Kernberg, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ευρήματα οριακών καταστάσεων, παρουσιάζουν, από κοινού, μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής δομής, πααθολογικής μεν, αλλά σταθερής, με δική της ψυχική οργάνωση, χαρακτηριστικούς μηχανισμούς σκέψης, συμπτώματα και συμπεριφορές. Το 1976 καθιερώνει τον όρο «οριακή οργάνωση προσωπικότητας», σε διεθνές Συνέδριο του Menninger.

Σε οριακούς ασθενείς του αντρικού φύλου, έχουμε πιο συχνά μία επιθετική και παρορμητική συμπεριφορά, ενώ στις γυναίκες, μία αμετροεπή σεξουαλικότητα και απόπειρες αυτοκτονίας. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια υπερβολική, έμφυτη επιθετικότητα, όπως πιστεύει ο Kernberg, το πολιτισμικό στοιχείο είναι μάλλον εμφανές στις διαταραχές αυτές. Ο Κέρνμπεργκ εστιάζει  το πρόβλημα αυτό στη διάχυση ταυτότητας, που προκύπτει από τις διαφοροποιημένες, αλλά ασταθείς εικόνες εσωτερικών αντικειμένων και εαυτού. Οι αντιφατικές αυτές καταστάσεις του Εγώ, διακινούνται από πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας (σχάση/splitting - προβολική ταύτιση).

Μία οριακή διαταραχή, στην εκδίπλωση της παθολογίας της, αντιμετωπίζεται θεραπευτικά με ενεργητική ερμηνεία των πρωτόγονων αμυντικών μηχανισμών του 'εδώ-και-τώρα' της αρνητικής μεταβιβαστικής σχέσης, χωρίς αναφορές σε γενετικές ή παιδικές ψυχοσυγκρούσεις και τραύματα.

Ο παθολογικός Ναρκισσισμός, ως οριακή διαταραχή,  απαιτεί ιδιαίτερες τροποποιήσεις της ψυχαναλυτικής ή της ψυχοθεραπευτικής τεχνικής. Στη ναρκισσιστική παθολογία υφίσταται μια έκδηλη επιδείνωση των σχέσεων αντικειμένου, στην οποία η σχέση δεν είναι πια μια σχέση μεταξύ εαυτού και αντικειμένου αλλά μεταξύ ενός πρωτόγονου, παθολογικού, μεγαλειώδους εαυτού και της προσωρινής προβολής αυτού στα αντικείμενα. 'Ετσι λοιπόν, η σχέση δεν είναι πια μια σχέση του εαυτού με το αντικείμενο, ούτε του αντικειμένου με τον εαυτό, αλλά του εαυτού με τον εαυτό.

Η αναγνώριση ενός τέτοιου ατόμου, ως ασθενούς, είναι ακόμη πιο δύσκολη στη χώρα μας με τις επικρατούσες πολιτισμικές συνθήκες. Συνθήκες που συγκαλύπτουν, δικαιολογούν και γενικά κάνουν τα συμπτώματα και τη συμπεριφορά ενός τέτοιου ατόμου, εφόσον δεν περνάει μια ψυχωσική κρίση, που κατά κανόνα είναι σύντομη, να φαίνονται λίγο πολύ φυσιολογικά...

Θα γίνει μελέτη και θεωρητική επεξεργασία, κειμένων, οριακών διαταραχών και παθολογικού ναρκισσισμού σε:

4ΜΕΛΕΙΣ ΟΜΑΔΕΣ+1(ΕΝΑΣ)

Οργάνωση: Δημήτρης ΤΖΙΩΛΑΣ
dtziolas@otenet.gr - 6944378251
www.di-matzi.blogspot.com - 210.6456026

Λακανική Ψυχανάλυση και Σχολική αποτυχία

Το θέμα της σχολικής αποτυχίας είναι ένα είδος δυσμορφίας μέσα στον πολιτισμό. Εξετάζοντας τους διάφορους συντελεστές που ενοχοποιούνται για τη σχολική αποτυχία -κοινωνικά και πολιτισμικά αίτια, οικογενειακές συγκρούσεις, παιδαγωγικό σύστημα, διανοητική ανεπάρκεια- διαπιστώνουμε ότι κανείς από τους παράγοντες αυτούς δεν είναι ικανός μόνος του να εξηγήσει την αποτυχία. Θεωρείται σύμπτωμα και η σημασία του δεν είναι ενιαία.
Ακούγοντας με προσοχή τους(ις) νεαρούς(ες) αναλυόμενους(ες) όχι όμως ως γονέας ή δάσκαλος, αλλά ως αναλυτές(τριες) μπορούμε να ανακαλύψουμε πως λειτουργεί η απόρριψη, η οποία προκαλεί την αποτυχία και να ξεχωρίσουμε το νευρωτικό παιδί από το ψυχωτικό.
Ακούμε τα παιδιά κάνοντας την υπόθεση του ασυνειδήτου για καθένα από αυτά, δεδομένου ότι πρόκειται για υποκείμενα που εγγράφονται μέσα στο χώρο της γλώσσας. «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα» μας λέει ο Λακάν. Θέτουμε το ερώτημα της κλινικής δομής (νεύρωση ή ψύχωση), ερώτημα κομβικό για την καθοδήγηση της θεραπείας. Η σχολική αποτυχία είναι σύμπτωμα, δηλαδή σημαίνουσα μεταφορά, της οποίας η σημασία δεν είναι ενιαία. Στη σχολική αποτυχία ως σύμπτωμα, δηλαδή ως σημαίνουσα μεταφορά, η σημασία της δεν είναι ενιαία διότι ενέχεται η ενόρμηση, το αντικείμενο της ενόρμησης και η επιθυμία, σαν τελεστές, της συντελούμενης διανοητικής αναστολής.
Η ψυχανάλυση, αντλώντας από τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό τις πηγές έμπνευσής της, με το μεγάλο πάθος του Freud και την ιδιοφυία του Lacan αναζητά την εφαρμογή της στη σχολική γνώση και εκμάθηση.
Άραγε είναι απαραίτητο να ορίσουμε την σχολική αποτυχία; Στο άκουσμά της κανείς δεν είναι αδιάφορος, ο καθένας σκύβει στις αναμνήσεις του, ευχάριστες ή δυσάρεστες, όπου ανακατεύεται η λύπη, η νοσταλγία, και κάποτε η πικρία. Υπάρχουν κάποιοι που η σχολική αποτυχία δεν τους εμπόδισε να πετύχουν στη ζωή τους και που παινεύονται γι΄ αυτό, κάποιοι άλλοι που δεν το ξεπέρασαν ποτέ, και εκείνοι, οι περισσότεροι ευτυχώς, που δεν το γνώρισαν ποτέ.
Σε κατάσταση σχολικής αποτυχίας είναι το παιδί που δεν «ακολουθεί», γιατί, στο σχολείο, πρέπει να ακολουθούμε: να ακολουθούμε καταρχάς το πρόγραμμα που λέει τι πρέπει να μάθουμε, με ποια σειρά, σε ποιό χρόνο, να ακολουθούμε την τάξη μας, να μην απομακρυνόμαστε από το κοπάδι.
Η σχολική αποτυχία επηρεάζει το υποκείμενο στην ολότητά του. Υποφέρει από την αυτοϋποτίμησή γιατί δεν είναι στο ύψος των φιλοδοξιών του και συγχρόνως υποφέρει από την υποτίμηση, όταν δεν πρόκειται για περιφρόνηση, που διαβάζει στα μάτια των άλλων. Η αποτυχία επομένως, αγγίζει το εσωτερικό καθώς και το κοινωνικό είναι του προσώπου – ξέρουμε, άλλωστε, τι θέση κατέχει η κοινωνική επιτυχία στο μυαλό των σημερινών ανθρώπων.
Η σχολική αποτυχία είναι περίπλοκο ζήτημα με πολλές και διάφορες αιτίες. Μερικές έχουν σχέση με την ίδια τη δομή του υποκειμένου, άλλες έχουν σχέση με συγκεκριμένα γεγονότα, και το γεγονός ότι αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοεπιδρούν δεν διευκολύνει την κατανόηση αυτού του φαινομένου. Το αποτέλεσμα είναι πως ο καθένας προβάλλει τις δικές του φαντασιώσεις και εφευρίσκει αντίδοτα γι΄ αυτή την καινούργια κοινωνική μάστιγα: «Φταίει… η κυβέρνηση, η κοινωνία, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, φταίνε οι γονείς….», «αρκει να…. Διορθώσουμε το παιδαγωγικό σύστημα, να αυξηθούν οι πιστώσεις», κλπ.
Θα μελετήσουμε την σχολική αποτυχία στην ευρύτερη της έννοια. Χωρίς ανεπάρκειες που χρειάζονται ειδική προσέγγιση, λόγου χάρη τις οργανικές μειονεξίες, όπως η κώφωση, τα προβλήματα όρασης, η σοβαρή νοητική καθυστέρηση (βλάβες εγκεφαλίτιδας, νεογνικές), ή λόγους γενετικούς (τρισωμία, ευαισθησία του χρωμοσώματος Χ), ή στο μεταβολισμό.

4ΜΕΛΕΙΣ ΟΜΑΔΕΣ+1(ΕΝΑΣ)

Οργάνωση: Δημήτρης ΤΖΙΩΛΑΣ
dtziolas@otenet.gr   -  6944378251
http://www.di-matzi.blogspot.com/ - 210.6456026

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Το αντικείμενο α

Ο Φρόιντ επικαλείται για πρώτη φορά την έννοια του αντικειμένου στο έργο του «Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας» όπου εκθέτει τη λαϊκή μυθοπλασία σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ύπαρξη χωρίστηκε σε δύο μέρη: άνδρας και γυναίκα, που τείνουν έκτοτε να ενωθούν μέσω της αγάπης.

Απέχουμε πολύ από το αντικείμενο μικρό α του Λακάν και από το ήδη χαμένο αντικείμενο του Φρόιντ « (Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας σελ. 132). Αυτό το αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί ότι χάθηκε μεταγενέστερα» και το «να συναντήσεις το σεξουαλικό αντικείμενο δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά να το ξαναβρείς». Δε μπορούμε να επιχειρήσουμε να δούμε περί τίνος πρόκειται όταν αναφερόμαστε στο αντικείμενο α του Λακάν – τη μοναδική επινόηση του, όπως λέει – χωρίς εκ των προτέρων να μιλήσουμε για τα μερικά αντικείμενα στον Φρόιντ.
Στην επεξεργασία που θ’ ακολουθήσει χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο τα κείμενα της «Μεταψυχολογίας» [Ενορμήσεις και το πεπρωμένο των ενορμήσεων, Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, Η σεξουαλική ζωή]

Ο Φρόιντ και τα μερικά αντικείμενα / Σχέση και σύνδεσμος (ή σύνδεση ή δεσμός) αντικειμένου και ενόρμησης.
Όταν ο Φρόιντ γράφει «η ενόρμηση είναι ο ψυχικός αντιπρόσωπος μιας πηγής συνεχών ερεθισμάτων τα οποία προέρχονται από το εσωτερικό του οργανισμού» έχει σαν στόχο επίσης να τονίσει ότι το αντικείμενο της ενόρμησης είναι εκείνο με το οποίο και δια του οποίου μπορεί να επιτύχει το στόχο της. (Ενορμήσεις και πεπρωμένο των ενορμήσεων, 1915). Αφού ο Φρόιντ έκανε τη διάκριση ανάμεσα στις σεξουαλικές ενορμήσεις και τις ενορμήσεις του Εγώ, αντιλήφθηκε ότι το Εγώ μπορεί να εκληφθεί ως ένα σεξουαλικό αντικείμενο (διαστροφή) στη περίπτωση εκείνη όπου η ενόρμηση επιστρέφει στο ίδιο το πρόσωπο• κάνει λοιπόν τη διάκριση ανάμεσα σε ενορμήσεις του εγώ και σε ενορμήσεις του αντικειμένου ενώ πολύ σύντομα με τη θεωρία του ναρκισσισμού καταδεικνύει ότι το Εγώ συνιστά ένα είδος αληθινού αντικειμένου για το υποκείμενο. Κατά συνέπεια Εγώ και αντικείμενο πρέπει να τοποθετούνται στο ίδιο πλάνο όσον αφορά την ενόρμηση.
Η φύση του αντικειμένου
Στο νεογέννητο η πρώτη ενόρμηση η οποία πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιηθεί, είναι η στοματική ενόρμηση, της οποίας το αντίστοιχο μερικό αντικείμενο είναι το στήθος.Το μητρικό στήθος μπορεί να προκαλέσει ικανοποίηση σε μια στιγμή όπου το παιδί δεν έχει κάνει ακόμα τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο Εγώ του και τον εξωτερικό κόσμο δηλαδή «εγώ κι εσύ είμαστε ένα και το αυτό» (Δυσφορία στον πολιτισμό, σελ 80)
Το βρέφος βιώνει τη σχέση του με το στήθος σαν να είναι δικό του, είναι το δικό του αντικείμενο, ένα μέρος από το ίδιο, το οποίο θα πρέπει να μάθει να το χάνει σαν τέτοιο. (θα πρέπει να μάθει να ζει με την απώλεια του).Το στήθος δεν είναι πάντα διαθέσιμο, η παρουσία του εξαρτάται άμεσα από τις εκδηλώσεις του παιδιού• αυτό το αντικείμενο που αρχικά βιώθηκε ως τμήμα του ίδιου του παιδιού, αποδεικνύεται, σε αντίθεση με μερικές πηγές ερεθισμάτων που προσλαμβάνει ανά πάσα στιγμή από τα ίδια του τα όργανα που διεγείρουν τις αισθήσεις του, ότι εμφανίζεται με διαλείψεις, κατά τρόπο καπριτσιόζικο.
Αυτό το αντικείμενο εμφανίζεται φευγαλέα, εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται περιοδικά μέσα από σκιρτήματα συνοδευόμενα από κραυγές. Εμφανίζεται ιδιαίτερα μέσα από εξωτερικά γεγονότα συνυφασμένα αναπόφευκτα με πόνους και κακουχίες. Το Εγώ τοποθετείται έτσι για πρώτη φορά απέναντι σ’ ένα αντικείμενο μ’ άλλα λόγια απέναντι σε κάτι το εξωτερικό το οποίο βρίσκεται έξω από το ίδιο. Αυτό το χαμένο αντικείμενο γίνεται αργότερα το πρωτότυπο του αντικειμένου που αναζητείται και που είναι ήδη χαμένο. Στοματικό αντικείμενο (στήθος), πρωκτικό (οπίσθια), βλεπτικό (βλέμμα) και φωνή συνιστούν τις μερικές «εκλάμψεις» του σώματος. Στον Φρόιντ συρρικνώνονται σε τέσσερα τα αντικείμενα.
Η ενόρμηση μετακινείται από το ένα αντικείμενο στο άλλο σύμφωνα με το πεπρωμένο της. Το αντικείμενο της ενόρμησης διακρίνεται από το αντικείμενο της ανάγκης, πρόκειται για ένα γεγονός γλωσσικής τάξης όπως διαφωτίζεται από την περίπτωση ενός γερμανόφωνου υποκειμένου που μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία (το οποίο έχει ξεχάσει τη γλώσσα) και για το οποίο η κατά ανάγκη συνθήκη της σεξουαλικής του επιθυμίας ήταν η παρουσία ενός glanz (λαμπύρισμα) πάνω στη φετιχοποιημένη μύτη του προσώπου που επιθυμούσε. Glance στα αγγλικά σημαίνει βλέμμα και η ανάλυση αυτού του υποκειμένου θα καταδείξει ότι αυτή η fixation (εστίαση-προσκόλληση) εγγράφετο όχι με όρους εικόνας αλλά γραφής.
Φρόιντ, το αντικείμενο της αγάπης και το αντικείμενο ταύτισης
Μετά το αντικείμενο της ενόρμησης, αναφερόμαστε στο αντικείμενο της αγάπης.
Ο Φρόιντ γνωρίζει ότι η αγάπη δεν μπορεί να προσομοιωθεί με μια απλή μερική ενόρμηση (σαδισμός, ηδονοβλεψίας) αλλά δε θα αντιπροσώπευε ούτε όμως την έκφραση μιας «ολικής σεξουαλικής τάσης» η οποία επί πλέον δεν υφίσταται (Ενορμήσεις, πεπρωμένο των ενορμήσεων, 1915)
Ο Λακάν διευκρινίζει (σελ. 60 Σεμιναρίου ΧΙ) «Το άρθρο από την αρχή ως το τέλος είναι έτσι καμωμένο ώστε να καταδεικνύει ότι από την οπτική της βιολογικής σκοπιμότητας της σεξουαλικότητας δηλαδή την αναπαραγωγή του είδους, οι ενορμήσεις έτσι όπως παρουσιάζονται στη διαδικασία (διαμόρφωση) της ψυχικής πραγματικότητας είναι μερικές ενορμήσεις»
Κατά συνέπεια το πεπρωμένο της αγάπης είναι πιο σύνθετο από αυτό της ενόρμησης: μπορεί σίγουρα να στρέφεται προς το ίδιο πρόσωπο αλλά μπορεί επίσης να μεταμορφωθεί σε μίσος. (Ευχαρίστηση – δυσαρέσκεια): Είναι δηλαδή ένα πάθος του ολικού εγώ ενώ οι ενορμήσεις μπορούν να λειτουργήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, αυτοερωτικό πριν καν τη συγκρότηση του Εγώ. Το αντικείμενο της αγάπης είναι ένα μανδύας του αντικειμένου της ενόρμησης.
Για τον Φρόιντ, υπάρχει, αν όχι πρωτοκαθεδρία της γενετήσιας ορμής σίγουρα πρωτοκαθεδρία του φαλλού που εισέρχεται στο παιχνίδι της αγάπης δια μέσου του συμπλέγματος του ευνουχισμού ( -φ).
Το παιδί φαντάζεται ότι η μητέρα του διαθέτει ένα φαλλό και αρέσκεται να ταυτίζεται με αυτό το φαντασιακό όργανο αλλά μετά την ανακάλυψη της πραγματικής στέρησης της μητέρας, εγκαθίσταται σ’ αυτό η ιδέα της απειλής του ευνουχισμού που στη συνέχεια η συνέπεια είναι δομική για τη συγκρότησή του και συμβάλλει στην έξοδο από το οιδιπόδειο. Η συμβολοποίηση από το παιδί αυτής της έλλειψης και της πραγματικής ανεπάρκειας που πρέπει να καλυφθεί είναι καθοριστικά για να υποχρεωθεί το παιδί να εγκαταλείψει τις όποιες προθέσεις του προς τη μητέρα.
Παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε μια αιμομικτική προσκόλληση ανάμεσα στη μητέρα όπως και στη διάκριση ανάμεσα σε ένα κύμα τρυφερότητας προς το εξιδανικευμένο αντικείμενο και ένα κύμα αισθαντικότητας για το απαξιωμένο αντικείμενο. Γι’ αυτό συχνά οι άντρες «εκεί που αγαπούν δεν επιθυμούν και εκεί που επιθυμούν δεν αγαπούν». Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αγάπη και επιθυμία αναπαράγει τη διάκριση ανάμεσα σε ενορμήσεις της αυτοσυντήρησης (της ανάγκης) και της σεξουαλικής ενόρμησης (της ζωής).
Ό,τι διαταράσσει την ομοιοστατικότητα του Εγώ, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια γίνεται μισερό, ενώ κάθε αντικείμενο που δίνει ευχαρίστηση, ως ξένο (προς το εγώ) απειλεί επίσης τον εφησυχασμό του εγώ που καλώντας μια γερή δόση μίσους (αναφ. Melanie Klein η οποία διαχωρίζει τα αντικείμενα σε καλά και κακά). Ο Λακάν εντάσσει αυτό το διχασμό στο υποκείμενο το οποίο τελικά διχάζεται από το αντικείμενο. Το αντικείμενο μικρό α → αίτιο της επιθυμίας, που προκαλεί την επιθυμία.
Κλινική απεικόνιση: Η περίπτωση της νεαρής ομοφυλόφιλης, Νεύρωση, ψύχωση και διαστροφή.
Η σχέση αντικειμένου στη νεαρή ομοφυλόφιλη
Η κλίση προς τις γυναίκες είναι συνδεδεμένη με μια παρέκκλιση της σχέσης της με το αντικείμενο. Αυτή η νεαρά κοπέλα, λέει ο Φρόιντ, εισήλθε στο Οιδιπόδειο με το κλασσικό τρόπο αλλά στη συνέχεια υποκατέστησε τον πατέρα της με τον λίγο μεγαλύτερο από αυτή αδελφό της. Στο 16ο έτος όμως της ηλικίας της όταν σε μια στιγμή όπου ξαναζεί μια χρονική περίοδο της παιδικής της ηλικίας, η μητέρα της φέρνει στον κόσμο ένα δεύτερο μικρό αδελφό, εγκαταλείπει ξαφνικά την αγάπη προς τον πατέρα της τον οποίο αρχίζει πλέον να τον μισεί με βιαιότητα και μεταφέρει την παθιασμένη της τρυφερότητα προς τη μητέρα της – αυτή που έφερε στον κόσμο ένα τρίτο παιδί – και εκφράζει αυτό το πάθος «μεταφέροντας το σε μια γυναίκα υποκατάστατο της μητέρας της» (σελ. 255). Η εξήγηση που δίνει ο Φρόιντ είναι η ακόλουθη: η νεαρή κοπέλα επιθυμούσε ένα παιδί από τον πατέρα αλλά είναι η αντίζηλος, η μισητή ανταγωνίστρια στο επίπεδο του ασυνειδήτου που το επιτυγχάνει. «Απαξιωμένη και πικρόχολη» λέει ο Φρόιντ «ζώντας θα μπορούσε να πούμε προδομένη από τον πατέρα, τον αποστρέφεται όπως κατά συνέπεια και τον άνδρα γενικότερα• απορρίπτει τη θηλυκότητα της και ψάχνει και ψάχνει να εναποθέσει τη libido της σ’ ένα άλλο ερωτικό πλαίσιο (σελ. 257). Αγαπάει εξ άλλου με ανδρικό τρόπο και υιοθετεί μια ανδρική στάση απέναντι στην επιλογή της γυναίκας, φθάνοντας μέχρι το σημείο να σκέπτεται πως θα σώσει την Κυρία που ζει με έκλυτο τρόπο.
Ιδού λοιπόν πώς πραγματοποιείται η αναστροφή στην επιλογή του αντικειμένου• ο Φρόιντ εξηγεί επιπλέον λέγοντας ότι στην αντιπαλότητα με τη μητέρα της, η νέα κοπέλα αφήνει τη θέση της παραχωρώντας τους άνδρες σ’ εκείνη η οποία αρέσκεται ακόμα να περιβάλλεται από αυλικούς.
Η νεαρά απομακρύνει έτσι ένα εμπόδιο που της κόστισε μέχρι στιγμής την κακοήθεια της μητέρας της, η οποία όχι μόνο δεν ήταν στοργική μαζί της αλλά την περιφρονούσε κιόλας. Υποχώρηση μπρος στην αντιπαλότητα που μας παραπέμπει στην καταστροφική εχθρικότητα ανάμεσα σε μητέρα και κόρη και στη δειλία της νεαρής κοπέλας μπρος στην επιθυμία της. Επιλέγοντας λοιπόν την «Κυρία» καταφέρνει με την αλλαγή στην επιλογή αντικειμένων όπως και με την εγκατάλειψη της επιθυμίας να σηκώσει το ανάστημα της απέναντι στη μητέρα της.
Η επιλογή της κυρίας
Αυτή η αγαπημένη κυρία, η Κυρία δεν έχει παιδί αντίθετα με τις γυναίκες που μέχρι τότε ερωτεύονταν, οι οποίες ήταν όλες μάνες. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή η γυναίκα έμοιαζε πολύ φυσιογνωμικά με το μεγαλύτερο αδελφό της «φιγούρα εκθαμβωτική, αυστηρή ομορφιά και τρόποι τραχείς» που και η ίδια υιοθέτησε. (σελ. 253).
Ο Φρόιντ επιμένει στην πιθανή ταύτιση της Κυρίας με ορισμένα χαρακτηριστικά του πρωτότοκου αδελφού, κάτι που ενδυναμώνει την υποστήριξη της ομοφυλόφιλης θέσης δίνοντας πράγματι «ικανοποίηση» λέει ο Φρόιντ, στην ετεροφυλόφιλη πλευρά της libido, προσκείμενης ακόμα στον αδελφό της (σελ. 258).
Εκείνο που ελκύει περισσότερο δεν είναι το καθεστώς της μητέρας αλλά εκείνο της γυναίκας με την ανδροπρεπή εμφάνιση.
Το αντικείμενο α στο Λακάν
Η προσέγγιση μου προέρχεται από την ανάγνωση του Σεμιναρίου Χ «Η αγωνία», του Σεμιναρίου ΧΙ, του Σεμιναρίου RSI (πραγματικό – συμβολικό – φαντασιακό), της Ραδιοφωνίας και το σεμινάριο της Colette Soller 2005/6.
Καταγωγή του αντικειμένου μικρού α
Μόλις είδαμε πως ο Φρόιντ μιλάει για το αντικείμενο της ενόρμησης, το αντικείμενο της αγάπης, υπάρχει κάτι με το οποίο ταυτιζόμαστε, κάτι το οποίο μας προσδιόρισε (καθόρισε) εμφανώς ή μη. Το αντικείμενο δεν εμφανίζεται σαν τέτοιο στον αισθητό κόσμο. Από πού λοιπόν βγαίνει; Από πού λοιπόν προέρχεται αυτό το αντικείμενο μικρό α, αίτιο της επιθυμίας, μη αναπαριστώμενο, ανυπότακτο στη συμβολοποίηση, στην αναπαράσταση που δεν επαληθεύεται παρά μόνο στη θεραπεία (αγωγή), μόνο μετά την αγωγή; «Δεν παράγεται παρά μόνο μέσα στην ψυχανάλυση του καθενός» λέει ο Λακάν αλλά έχει θεωρητικούς που προηγήθηκαν, όπως η θεωρία της λίμπιντο, της ενόρμησης, της σχέσης του αντικειμένου, ενώ το μικρό α προέρχεται από την αναλυτική θεωρία του Λακάν. Δεν είναι απόρροια του πολιτισμικού γίγνεσθαι.
Συναγώγιμο, είπαμε δηλαδή το καθεστώς του (η υπόσταση του) συνάγεται από τη λογική της ανάλυσης. Η λογική «υπόσταση» λέει ο Λακάν αλλά όχι η οποιαδήποτε: εκείνη της έλλειψης. Το αντικείμενο είναι κατ’ αρχήν αυτό που λείπει. Ο Λακάν το λέει όταν δηλώνει ότι «παρήγαγε τη μοναδική ιδέα που μπορούμε να συλλάβουμε για το αντικείμενο, αιτίου της επιθυμίας, δηλαδή αυτό που λείπει» [Εισαγωγή στην αγγλική έκδοση του Σεμιναρίου ΧΙ – ιη στα Άλλα Γραπτά.]
Ας πάρουμε το σχήμα της συγκρότησης του υποκειμένου (Σεμινάριο «Η Αγωνία») :

( πρωταρχικός Αλλος Α Σ (υποκείμενο ακόμα ανυπόστατο του λόγου) χωρίς διχασμό, πρωτογενής
(διχασμένο από το λόγο υποκεί- απόλαυση, μυθική)μενο σημαδεμένο από το Σ Α (ασυνείδητο, ο Α ως ελλείπων, ενοποιό χαρακτηριστικό και αγωνία του υποκειμένου του σημαίνοντος στο μπρος την επιθυμία του Αλλου, πεδίο του Άλλου) το che vuoi ) (υπόλοιπο του διχασμού, α Επιθυμία μη σημαίνον )
Το αντικείμενο εκπίπτει, αποκομμένο από τη γλώσσα. Είναι χωρίς εικόνα, χωρίς όνομα, χωρίς ορισμό. Μπορούμε να δούμε τη διαφορά με το αντικείμενο που το παιδί προσφέρει στη μητέρα όπως λ.χ. τα κακά.
Εδώ όταν εκπίπτει το αντικείμενο πρόκειται για το αποχωρισμό ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ότι από το είναι δεν περνάει μέσα από το σημαίνον.Αυτός ο αποχωρισμός συσχετίζεται με την αναδιανομή του σώματος μέσα από την εκκένωση της απόλαυσης, και αντικειμένου.
Φύση του αντικειμένου μικρού α
Ας μιλήσουμε πάλι για το αντικείμενο στήθος. Το αντικείμενο μικρό α δεν εντοπίζεται στην προέλευση της στοματικής ενόρμησης. Ο Λακάν εκτιμά ότι καμιά τροφή δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα του στήθους, δηλαδή το αντικείμενο δημιουργείται με το αίτημα πέρα απ’ την ανάγκη που την κινητοποιεί• το αίτημα είναι γλωσσικής τάξης και το αντικείμενο είναι πιο πολύτιμο για το υποκείμενο απ’ ότι η ικανοποίηση που προσφέρει η τροφή, το γάλα.
Αυτό το επερχόμενο αντικείμενο είναι η απόλυτη συνθήκη της ύπαρξης του σαν επιθυμούν υποκείμενο, είναι η συνθήκη για την ανάδυση του υποκειμένου στο πεδίο του Άλλου της γλώσσας (Ραδιοφωνία) το status του δεν είναι εμπειρικό.
Αν αναφερθούμε στη σελ. 60 του Σεμιναρίου ΧΙ ο Λακάν μας δίνει την ευκαιρία να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Μας λέει με αφορμή το παιχνίδι του fort-da του εγγονού του Φρόιντ.
«Ο Φρόιντ όταν εντοπίζει την επανάληψη στο παιχνίδι του εγγονού του, επανάληψη του for-da μπορεί να υπογραμμίσει ότι το παιδί επωμίζεται τη συνέπεια της εξαφάνισης της μητέρας παίρνοντας το ίδιο ενεργή θέση. Αυτό το φαινόμενο είναι δευτερεύον. Ο Wallon υπογραμμίζει ότι το παιδί δεν εστιάζει την προσοχή του στο σημείο όπου η μητέρα του βγαίνει από την πόρτα περιμένοντας να την ξαναδεί αλλά πολύ πριν απ’ αυτό το σημείο όπου το άφησε εκεί που το εγκατέλειψε εστιάζει την επαγρύπνηση του. Η ρωγμή [.......] όπου αυτό εκπίπτει δεν είναι ο άλλος ως φιγούρα στην οποία προβάλλεται το υποκείμενο αλλά αυτή η μπομπίνα συνδεδεμένη μαζί του με την κλωστή που το κρατάει – όπου εκφράζεται ό,τι αποκολλάται από το ίδιο σ’ αυτή τη δοκιμασία του αυτοακρωτηριασμού [........]. Αυτή η μπομπίνα [........] είναι κάτι που αποκολλάται από το υποκείμενο όντας ακόμα κρατημένο από πάνω του. Είναι αυτό που λέμε, κατά μίμηση του Αριστοτέλη, «ο άνθρωπος σκέπτεται με το αντικείμενο του».
Μερικά λόγια με αφορμή τη νεαρή ομοφυλόφιλη την οποία ο Λακάν επανεπεξεργάζεται στο σεμινάριο ΧΙ αυτή η κοπέλα, απογοητευμένη που δεν απέκτησε η ίδια το παιδί που επιθυμούσε απ’ τον πατέρα, ταυτίζεται με το αντικείμενο, απόλυτη ταύτιση του υποκειμένου μ’ αυτό στο οποίο συρρικνώνεται.
Αυτό συμβαίνει στην κοπέλα τη στιγμή της «συνάντησης» μας λέει ο Λακάν. Αυτή η συνάντηση με τον πατέρα της λαμβάνει χώρα πάνω στη μικρή γέφυρα όπου βρίσκεται παρέα με την «Κυρία» και το βλέμμα απ’ τη μεριά του πατέρα και η αποχώρηση της την παρασύρει στο να δρασκελήσει το παραπέτο της γέφυρας.
Δύο λόγια για τα αντικείμενα της κατανάλωσης στον κόσμο, αντικείμενα που μας κατακλύζουν και συμπαρασύρουν το αντικείμενο της έλλειψης, έλλειψη στο να απολαμβάνει κανείς, λέει ο Λακάν. Εάν υφίσταται παραγωγή δεν πρόκειται για την παραγωγή της απόλαυσης αλλά της έλλειψης, της έλλειψης της απόλαυσης δηλαδή μια υπεραπόλαυση βγαλμένη από την έλλειψη του να απολαμβάνεις.
Ο καταναλωτικός πολιτισμός μας, αντικαθιστά το «σου ζητώ ν’ αρνηθείς αυτό που προσφέρω γιατί δεν είναι αυτό» που είναι το ίδιο της ανάγκης με το «σου ζητώ να δεχθείς να αγοράσεις αυτό που σου προσφέρω γιατί αυτό είναι (που θέλεις)»
Σε τί συνίσταται η προσφορά της ανάλυσης; Όχι στο να δώσει στον αναλυόμενο το επί πλέον αντικείμενο αλλά το ελάττον «πρέπει να το προσφέρει στον αναλυόμενο» λέει ο Λακάν. Τελικά πρόκειται για μια τεχνική της άρνησης την οποία χειρίζεται ο αναλυτής. Μ’ αυτή την έννοια η ανάλυση είναι μια τεχνική της χρήσης της απάντησης στο αίτημα η οποία επανεγκαθιστά τη διαχωριστική λειτουργία του αντικειμένου.
Μετά απ’ αυτές τις προσεγγίσεις οφείλουμε να πούμε ότι το αντικείμενο μικρό α συμπυκνώνει ταυτόχρονα το χαμένο αντικείμενο του Φρόιντ, αντικείμενο που υπολείπεται, «αντικείμενο έλλειψης» το οποίο όπως λέει ο Λακάν είναι πράγματι η παρουσία ενός κενού το οποίο μπορεί να καταλάβει οποιοδήποτε αντικείμενο (Σεμινάριο ΧΙ) και το αντικείμενο της επιθυμίας.

Το αντικείμενο μικρό α στους Βορόμβιους κόμβους (1974 – 75)
Ο Λακάν θέτει σε σειρά το Πραγματικό, το Συμβολικό και το Φαντασιακό αποκτώντας το καθένα την αξία του ως ένα και μοναδικό στη σειρά (σελ. 13). Η τάξη του Πραγματικού τοποθετείται στην πλευρά της ζωής, το Συμβολικό είναι κάτι το οποίο δε συρρικνώνεται και το οποίο δε νοηματοδοτείται μέχρι τέλους, είναι απ’ την πλευρά του θανάτου, ενώ το Φαντασιακό αντλεί την καταγωγή του από το σώμα.
Αυτοί οι τρεις όροι είναι εξατομικευμένοι στη γλωσσική τους έκφανση και η ύ-παρξη υποστηρίζεται από το τι στον καθένα απ’ αυτούς τους όρους είναι διάτρητο. Στο Συμβολικό είναι το απωθημένο, ενώ κάτι το διάτρητο υπάρχει επίσης στο Πραγματικό καθώς και στο Φαντασιακό. Αυτοί οι τρεις όροι δεν είναι υποστάσεις αλλά λειτουργούν σαν καθαρή συγκρότηση, δηλαδή στο βαθμό που κρατιούνται μεταξύ τους, συνιστώνται.
Ο Λακάν συνδέει αυτούς τους τρεις όρους και τους παρουσιάζει με τον Βορόμβιο κόμβο. Ο Βορόμβιος κόμβος είναι μια κατασκευή την οποία η αναλυτική εμπειρία επιτρέπει να αντιληφθούμε και « σ’αυτό συνίσταται η αξία της(σελ. 14).
Οι τρεις αυτοί όροι είναι δεμένοι μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο που εάν κόψουμε τον ένα οι άλλοι δύο καταλύονται. Ο Λακάν επικαλείται τους δύο κύκλους του Συμβολικού και του Φαντασιακού να διαπερνούνται κατά τέτοιο τρόπο από το Πραγματικό ώστε να παράγεται ένα μπλοκάρισμα. Στο κέντρο αυτού του μπλοκαρίσματος βρίσκεται το αντικείμενο μικρό α.
Εν είδει συμπεράσματος
Ο Λακάν ξαναμετάφρασε το Φροϋδικό ασυνείδητο με 3 όρους Σ1 , Σ, Σ2 αλλά προσθέτει θεωρητικά έναν τέταρτο – ο οποίος συνάγεται απ’ την ανάλυση – το αντικείμενο μικρό α, θεωρώντας ότι κάθε ψυχική πραγματικότητα έχει ρηματική δομή.
Το Φροϋδικό διάβημα είναι αυτό του ελεύθερου συνειρμού – καμιά σχέση με εξομολόγηση ή με μαρτυρία - σε αντίθεση με το λακανικό που λειτουργεί ο ψυχαναλυτής σαν αντικείμενο α ως παράγον αίτιο α  Σ .    Σ2    Σ1


Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Édouard Manet

Édouard Manet (né à Paris le 23 janvier 1832 - mort à Paris le 30 avril 1883) est un peintre français majeur de la fin du XIXe siècle. Initiateur de la peinture moderne qu'il libère de l'académisme[1], Édouard Manet est à tort considéré aujourd’hui comme l'un des pères de l'Impressionnisme[2] : il s'en distingue en effet par une facture soucieuse du réel qui n'utilise pas (ou peu) les nouvelles techniques de la couleur et le traitement particulier de la lumière. Il s'en rapproche cependant par certains thèmes récurrents comme les portraits, les paysages marins, la vie parisienne ou encore les natures mortes, tout en peignant de façon personnelle, dans une première période, des « scènes de genre » (sujets espagnols et odalisques par exemple).

Refusant de suivre des études de droit et échouant à devenir officier de marine, le jeune Édouard Manet entre en 1850 à l'atelier de Thomas Couture où il commence sa formation de peintre, et dès 1860, il présente ses premières toiles parmi lesquelles : Portrait de M. et Mme Auguste Manet.

Ses tableaux suivants, Lola de Valence, L'Homme mort, Combat de taureau, Le Déjeuner sur l'herbe ou Olympia, font scandale. Manet est rejeté des expositions officielles, il joue alors un rôle de premier plan dans la « bohème élégante ». Il y fréquente des artistes qui l'admirent comme Henri Fantin-Latour ou Edgar Degas et des hommes de lettres comme le poète Charles Baudelaire ou le romancier Émile Zola dont il peint un portrait resté célèbre[3]. C'est aussi à cette époque qu'il peint Le Joueur de fifre (1866), le sujet historique de L'Exécution de Maximilien (1867) inspiré de la gravure de Francisco de Goya. Son œuvre comprend aussi des marines comme Clair de lune sur le port de Boulogne (1869) ou des courses : Les Courses à Longchamp en 1864 qui valent au peintre un début de reconnaissance.

Après la guerre franco-prussienne de 1870 à laquelle il participe, Manet soutient les Impressionnistes parmi lesquels il a des amis proches comme Claude Monet, Auguste Renoir ou Berthe Morisot qui devient sa belle-sœur et dont il fera le célèbre portrait Berthe Morisot au bouquet de violettes (1872). A leur contact il délaisse en partie la peinture d'atelier pour la peinture en plein air à Argenteuil et Gennevilliers, où il possède une maison, et sa palette s'éclaircit comme en témoigne Argenteuil de 1874. Il conserve cependant son approche personnelle faite de composition soignée et de souci du réel, et continue à peindre de nombreux sujets, en particulier des lieux de loisir comme Au Café (1878), La Serveuse de Bocks (1879) et sa dernière grande toile Un bar aux Folies Bergère (1881-1882), mais aussi le monde des humbles (Paveurs de la Rue Mosnier, 1878) ou des autoportraits (Autoportrait à la palette, 1879).

Il peint aussi des natures mortes : souvent réalisées pour des raisons financières (Manet parvenait plus facilement à les écouler que ses portraits), elles n'en montrent pas moins le grand art du peintre, qui parvient à représenter fleurs, fruits et légumes dans une véritable mise en scène dramatique. Manet effectue aussi des portrait de femmes, (Nana, 1877, Femme blonde avec seins nus, 1878) ou de ses familiers comme le poète Stéphane Mallarmé en 1876 ou Georges Clemenceau en 1879-1880. Il est alors de plus en plus reconnu et reçoit la Légion d'honneur le 1er janvier 1882. Cependant, victime de syphilis et de rhumatismes, il souffre, à partir de 1876, de sa jambe gauche qu'il faudra amputer.

Édouard Manet meurt de la gangrène à 51 ans en 1883 et laisse plus de quatre cents toiles, des pastels, esquisses et aquarelles. Ses plus grandes œuvres sont aujourd'hui visibles dans tous les musées du monde, particulièrement au Musée d'Orsay à Paris.