Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Λουίζε φον Σαλομέ

Γεννημένη στη Ρωσία το 1861, από μητέρα γερμανικής καταγωγής και πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του Τσάρου,η Λουίζε είχε δική της μοίρα. Ζώντας σε αυστηρή οικογένεια κατά τα ήθη της εποχής, έσπασε τον κλοιό της και στράφηκε σε σπουδές Θεολογίας, Ιστορίας της Τέχνης και Φιλοσοφίας. Παντρεύτηκε τον καθηγητή Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών Φρίντριχ Καρλ Αντρέας στη Γοτίγγη, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της. Εντούτοις, η φιλολογία περί του προσώπου της οφείλεται κατά μέγα μέρος στην ισχυρή της θηλυκή παρουσία, και κυρίως στη συναναστροφή της με πρόσωπα που άλλαξαν τον τρόπο του σκέπτεσθαι στην Ευρώπη: Νίτσε, Φρόυντ, Ρίλκε, Μπούμπερ κ.λπ. Ο Νίτσε έγραψε για τη Λου: «Δεν έχω γνωρίσει ακόμη κανέναν ο οποίος θα ήξερε να αντλεί από τις εμπειρίες του ένα τέτοιο πλήθος αντικειμενικών απόψεων, κανέναν ο οποίος θα είχε την ικανότητα να εξάγει τόσο πολλά από όλα τα μεμαθημένα (...) Η Λου είναι ο πέραν του μέτρου ευφυέστερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει (...) Για μένα προσωπικά η Λου είναι ένα αληθινό εύρημα της τύχης, εκπληρώνει όλες τις προσδοκίες μου. Δεν είναι εύκολα δυνατό να είναι δύο άνθρωποι περισσότερο συγγενείς απ’ ό,τι εμείς οι δύο (...) Αυτή είναι κατά εκπληκτικό τρόπο προετοιμασμένη ακριβώς για τον δικό μου τρόπο σκέπτεσθαι και των ιδεών μου». Στο βιβλίο του Μάριο Λέις που πρόσφατα κυκλοφόρησε (Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του, Μελάνι) προφανώς η στάση του Νίτσε –που ήταν συφιλιδικός και πάντα αποτύγχανε με τις γυναίκες- απέναντι στη Λου είχε δραματικό χαρακτήρα. Έφτασε, μάλιστα, να γράψει γι’ αυτήν: «Αυτή η κοκαλιάρα, βρομερή, ελεεινή μαϊμού με τα στραβά στήθη!». Αντίθετα, οι σχέσεις της Λου με τον Φρόυντ και τον Ρίλκε ήταν πιο ομαλές, μάλιστα ο δημιουργός της ψυχανάλυσης τη βοήθησε να στραφεί προς τον δικό του προσανατολισμό και ν’ αφήσει σημαντικά κείμενα.   Είχε, λοιπόν, η Λου πραγματική δημιουργική φλέβα ή επαινέθηκε πάντα για αρετές που δεν ταυτίζονταν με τη συγγραφική της παραγωγή; Το βασικό στοιχείο που την τύλιγε μυθιστορηματικά και τη σφράγιζε ως μοιραία γυναίκα δεν ήταν άλλο από τον έρωτα. Αν λάβουμε υπόψη μας τα ήθη του 19ου αιώνα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αυτή η Ρωσίδα (περίπου σαν ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι) συνάρπαζε τους άνδρες τόσο με την εμφάνισή της όσο και την ευφυΐα της. Στο δοκίμιο που τιτλοφορείται Σκέψεις για το πρόβλημα του έρωτα, η Λου καταγίνεται ευθέως με την ανάλυση του ερωτικού ζεύγους, με ένα πρόβλημα δηλαδή που την αφορούσε απολύτως - τόσο την ίδια όσο και τους υποψήφιους εραστές της. «Στην αγάπη», γράφει, «μας καταλαμβάνει μια ορμή του ενός προς τον άλλον που δεν μοιάζει με τίποτε ακριβώς, καθότι κάτι νέο, ξένο, κάτι που προαισθανθήκαμε και ποθήσαμε, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, δίνει γι’ αυτό την πρώτη ώθηση - τίποτε από το γνωστό μας, οικείο περιβάλλον με το οποίο έχουμε από καιρό αναμειχθεί, το οποίο απλώς επαναλαμβάνει εμάς τους ίδιους. Γι’ αυτό φοβάται κανείς πάντα το τέλος μιας ερωτικής μέθης, ευθύς ως δύο άνθρωποι γνωριστούν πολύ καλά και χαθεί η τελευταία γοητεία του νέου. Και γι’ αυτό οι απαρχές μιας ερωτικής μέθης, με τον αβέβαιο και τρεμουλιαστό φωτισμό με τον οποίο αρχίζει, έχουν όχι μόνο μιαν ανείπωτη γοητεία ως ίδιο χαρακτηριστικό αλλά και μια δύναμη που διεγείρει ιδιαιτέρως γόνιμα, που συγκλονίζει βαθιά ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου, που θέτει ολόκληρη την ψυχή σε κραδασμό, έτσι που με δυσκολία πια εξαλείφεται αργότερα. Βέβαιον είναι ότι από τη στιγμή που το αγαπημένο αντικείμενο επιδρά επάνω μας ως απείρως γνωστό και συγγενές και οικείο και ουδόλως -σε κανένα σημείο πλέον- ως ένα σύμβολο ξένων δυνατοτήτων και δυνάμεων ζωής, η αληθινή ερωτική μέθη φτάνει στο τέλος της».       Η Λου «κατακτούσε» τους άνδρες χωρίς να αφήνεται να κατακτηθεί. Αυτή ήταν η δύναμή της, η πηγή της γοητείας της και πιθανώς το κρυφό της τραύμα. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι αρχίζοντας τις αναλύσεις του ερωτικού ζεύγους πηγαίνει κατευθείαν στη σαρκική πράξη παρά στην ψυχική έλξη που χαρίζει ευτυχία και ενίοτε τρελαίνει. Αποδέχεται βέβαια ότι οι ερωμένοι έχουν ανακαλύψει τον εαυτό τους με επικίνδυνο τρόπο, οπότε ακολουθεί μια περίοδος βαθιάς συμπάθειας, με τη διαφορά φυσικά ότι αυτή η διάθεση διαφέρει ριζικά από την προηγούμενη κατάσταση. Εξαιρετική είναι η παρατήρησή της ότι όταν η ερωτική «μέθη» καταλήγει σε φιλία, οι εραστές συνειδητοποιούν ότι η ερωτική διέγερση δεν ήταν κάτι το ομοιογενές μ’ εμάς, απεναντίας τα νεύρα μας συγκλονίζονταν απέναντι σε έναν ξένο κόσμο ο οποίος αποκλείει την οικειότητα. Έχουμε, δηλαδή, τον «πόλεμο των φύλων», που θα γεννήσει πελώρια φιλολογία και θα ερμηνεύσει το ερωτικό ζεύγος τόσο ως ρομαντική απολυτότητα όσο και ως υποχρεωτικό καθήκον του γάμου που φέρνει στον κόσμο τους απογόνους. Τυχαία μήπως η Λου θυμάται τη φοβερή –για την εποχή- φράση του Σαμφόρ: «Ο έρως δεν είναι τίποτε άλλο από συγχρωτισμός δύο επιδερμίδων». Η Λου απαριθμεί και αναλύει όλες τις μορφές ερωτικής συνάντησης που βίωσε: έρως άνευ ανταποκρίσεως, έρως παράφορος που καταλήγει σε άγρια μοναξιά, έρως με απογόνους ή χωρίς απογόνους, ευτυχία μέσω διπλασιασμού, ερωτική μέθη και ερωτική δυστυχία. Ειδική δύναμη έχουν κάποιες αιφνίδιες περιγραφές της ερωτικής πληρότητας που αποσπούν λυρικές ομολογίες από τη Ρωσίδα πρωθιέρεια του έρωτα. «Κάθε έρωτας φέρνει ευτυχία, ακόμη και ο πλέον άτυχος. Η σοβαρότητα αυτής της ρήσης πρέπει να γίνει κατανοητή εξ ολοκλήρου χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο αγαπημένος άλλος, απλώς ως ευτυχία του καθαυτό έρωτα, ο οποίος στην εορταστική του αναστάτωση ανάβει έως την πιο κρυφή γωνιά του Είναι μας εκατοντάδες φωτεινά κεριά, των οποίων η λάμψη καταυγάζει όλα τα πραγματικά αντικείμενα». Η Λου συγκρίνει αυτή την κατάσταση με το παιδί που βυθίζεται στην αρχέγονη ταύτιση σώματος και πνεύματος κυριαρχούμενο από την προίκα μιας ιδιοφυΐας που, ενώπιον του απίθανου κόσμου, εκφράζεται με μιαν αφελή κωλοτούμπα. Έρως, γράφει, σημαίνει το εξής: «Να ξέρουμε κάποιον του οποίου το χρώμα πρέπει να παίρνουν τα πράγματα, αν θέλουν να φτάσουν πλήρως ως εμάς, ούτως ώστε να παύουν να είναι αδιάφορα ή φοβερά, ψυχρά ή κενά, και ακόμη και τα πλέον απειλητικά ανάμεσά τους, όπως τα κακά ζώα, με την είσοδό τους στον κήπο της Εδέμ, να πέφτουν εξημερωμένα στα πόδια μας». Ο εαυτός του ερωτευμένου είναι, άραγε, κάτι που ποδοπατείται ανεξέλεγκτα ή, αντίθετα, αποτελεί τη βαθιά οικονομία της ψυχής, η οποία μπορεί να γεννά την απελπισία του προδομένου ή την εσωτερική καρποφορία και ομορφιά; Η Λου συμπεραίνει με αίσθημα μεγαλείου: «Μόνον όποιος μένει πλήρως ο εαυτός του είναι κατάλληλος να αγαπιέται διαρκώς, επειδή μόνον αυτός μπορεί στη ζωντανή πληρότητα να συμβολίζει για τον άλλον τη ζωή, μόνον αυτός μπορεί να γίνει αισθητός ως μια δύναμή της». Και συνεχίζει απαριθμώντας τα σφάλματα του έρωτα: φοβισμένη προσαρμογή, αμοιβαία τριβή, ατέλειωτες αμοιβαίες υποχωρήσεις, συνύπαρξη για πρακτικούς λόγους. Ως εκ τούτου, μετά από μια μακρά ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη, όταν ο θάνατος χωρίζει ένα ερωτικό ζεύγος, ο επιζών αρχίζει αίφνης να ξανανιώνει κατά έναν τελείως καινοφανή τρόπο. Με απλά λόγια, γίνεται άλλος άνθρωπος, διότι απελευθερώνει την εσωτερικότητά του. Ειδικά η γυναίκα, μετά τον θάνατο του συζύγου, ανακαλύπτει ότι είχε υποβιβαστεί σε απλό «ήμισυ». Οι θλιμμένες χήρες βιώνουν μιαν όψιμη άνθιση της καταπιεσμένης τους οντότητας. Εκεί που το ζεύγος έλεγε «εμείς» αντί για «εγώ», τώρα το εγώ της επιβιωσάσης γνωρίζει μια φοβερή περίοδο εγωμανίας.   Ασφαλώς η Λου δεν αναδείχτηκε μόνο σε θεωρητικό του έρωτα. Οι σπουδές της, οι συναναστροφές της με ιδιοφυείς συγγραφείς, την έστρεψαν σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Έχουμε και λέμε: Οι γυναικείες μορφές του Χένρικ Ίψεν (1892), Ο Φρίντριχ Νίτσε μέσα από τα έργα του (1894), Δημιουργία του Θεού (1892), Το πρόβλημα του Ισλαμισμού (1994), Ιησούς ο Ιουδαίος (1895), Περί του θρησκευτικού συναισθήματος (1898), Θρησκεία και Πολιτισμός (1898), Ο εγωισμός στη θρησκεία (1899), Βασικές μορφές της τέχνης (1899), Περί του πάθους στην τέχνη (1899), Η ψυχοσεξουαλικότητα (1917), Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1928), Το ευχαριστώ στον Φρόυντ (1931). Η στροφή της προς την ψυχανάλυση και η γνωριμία της με τον Φρόυντ αποτέλεσε, όπως τονίζουν οι βιογράφοι της, ένα νέο στάδιο έρευνας και δημιουργικότητας, που απέσπασε τα εγκώμια του Φρόυντ. Το 1931 γράφει ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης: «Αγαπητή Λου, βέβαια δεν έχει συμβεί συχνά να έχω εκφράσει τον θαυμασμό για μια ψυχαναλυτική εργασία αντί να την επικρίνω. Αυτό πρέπει να το κάνω αυτήν τη φορά. Είναι το πιο ωραίο που έχω διαβάσει από σας, μια αθέλητη απόδειξη της υπεροχής σας υπεράνω όλων μας, αντίστοιχη του ύψους, από το οποίο έχετε κατέλθει σ’ εμάς. Είναι μια γνήσια σύνθεση, όχι η ανόητη, θεραπευτική των αντιπάλων μας, αλλά η γνήσια, επιστημονική, στην οποία θα μπορούσε κανείς να έχει εμπιστοσύνη...».   Εγκαρδιότατα ο δικός σας Φρόυντ Πηγή: www.lifo.gr

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Χ. Μπροχ - Οι υπνοβάτες


Οι υπνοβάτες συνέρχονται μόνο όταν συγκρουστούν σε τοίχο. 

Οι κοινωνικές υπνώσεις θεραπεύονται όταν εκτεθούν σ έναν θανάσιμο κίνδυνο που θα επαναφέρει τη λογική. Ιστορικά, οι κοινωνίες που είχαν εκτεθεί, επανήλθαν μετά από πόλεμο ή κάποια άλλη καταστροφή...

Αλήθεια, τι είχε στο μυαλό του ο Χέρμαν Μπροχ όταν συνέθετε την εμβληματική τριλογία του; Η αφηγηματική πορεία του μνημειώδους έργου του οδηγεί με στοχευμένα βήματα από την πεζογραφία στην ποίηση και στο πυκνό δοκιμιακό λόγο

Η λογοτεχνία στοχάζεται κι εδώ όπως και σε όλες τις μεγάλες στιγμές της. Αν προσπαθήσει κανείς να ερμηνεύσει τον γενικό τίτλο, θα πρέπει να αποφλοιώσει το κέλυφος της ειρωνείας μέσα στο οποίο είναι τυλιγμένος. 

Ο Αυστριακός συγγραφέας οραματίζεται το δυσοίωνο μέλλον των μακάριων αστών του μεσοπολέμου. Σ’ έναν αιώνα υποτιθέμενου παραδείσου προβάλλει ο βιβλικός Αρμαγεδδών, τα σημάδια είναι πρόδηλα, απλώς οι άνθρωποι υπνοβατούν μες στην καθημερινότητά τους.


Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ρ. Μούζιλ - Τρεις γυναίκες


http://s.kathimerini.gr/resources/2018-01/edvard_munc1-thumb-large.jpg«Αποχωρισμός», έργο του Εντβαρντ Μουνκ.
μτφρ. : Γιώργος Κεντρωτής - Το «Μεταίχμιο» επανακυκλοφορεί τις τρεις νουβέλες του μεγάλου Αυστριακού μυθιστοριογράφου. Σε ώριμη ηλικία, 44 ετών ο Μούζιλ συνέγραψε τις τρεις νουβέλες που τιτλοφόρησε «Γκρίτζα, Πορτογαλίδα και Τόνκα».


Eγραψε τις «Τρεις γυναίκες» έξι χρόνια μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεκατρία από την προηγούμενη δημοσίευση δικού του πεζού κειμένου. Ο πόλεμος, ο άνδρας που έχει ζήσει για πολλά χρόνια εκτός σπιτιού, η αναζήτηση της ανδρικής ταυτότητας μέσα από την πολεμική ρουτίνα είναι στοιχεία που καταγράφονται στις νουβέλες.
Και στις τρεις ιστορίες οι ήρωες είναι άνδρες, στο πρόσωπο των οποίων μάλλον καθρεφτίζεται ο συγγραφέας. Αυτό που φαίνεται να τον απασχολεί και στη ζωή του είναι η συνεχής διαπραγμάτευση του αρσενικού με το θηλυκό. Ο Μούζιλ, που αναζήτησε τροφή στην ανάγνωση ψυχολογίας και ψυχανάλυσης –ήταν εξοικειωμένος με τα έργα του Φρόιντ και άλλων ψυχαναλυτών–, αναγορεύθηκε το 1908 διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, της Φυσικής και των Μαθηματικών. Στο έργο του αναδεικνύονται τα ενδιαφέροντά του, διότι οι ιστορίες δεν είναι μόνον ερωτικές, είναι καταδικασμένες ιστορίες, ιστορίες αμαρτωλές, κρυφές, απονενοημένες, με ένα σωματικό πάθος κυρίαρχο, καθώς το μοτίβο από την αρχή έως το τέλος παραπέμπει σε ονειρική διαδικασία που οδηγεί στον θάνατο.
Ο Μούζιλ ενδιαφέρεται για την αντρική ψυχή. Ο άνδρας είναι ο ήρωάς του, το επίκεντρο των ιστοριών του. Ο Χόμο, ο Φον Κέτεν και ο εφευρέτης, γιος αξιωματικού, είναι άνδρες που αναζητούν το πάτημα στον κόσμο μέσα από την εξερεύνηση, τη διαφυγή, τον κόσμο των ανδρών. Το αίμα τους βράζει και οι γυναίκες φαίνεται να διαδραματίζουν δεύτερο ρόλο, υποδεέστερο στην άσκηση επιρροής τους. Είτε είναι παντρεμένοι είτε όχι, αναζητούν σαν μικρά παιδιά μια γη να κατακτήσουν.
Οι γυναίκες έχουν τον ρόλο είτε της αναγκαστικής συμβίωσης είτε περισσότερο της σαρκικής απόλαυσης. Εκτός από την Πορτογαλίδα, οι γυναίκες είναι υποτιμημένες εκ πρώτης. Τελικά όμως όλες οι κεντρικές ηρωίδες έχουν το εξής κοινό: αλλάζουν τον ρουν της ιστορίας, τον ανδρικό κόσμο, ανατρέπουν τη ζωή αλλά και τον θάνατο με την παρουσία τους, σιγά σιγά, υπόγεια, χωρίς επιβολή αλλά μοιραία.
Οι γυναίκες στις ιστορίες του Μούζιλ δίνουν το σώμα τους, προκαλούν τη φύση, είναι απλές, καταδεκτικές, ταπεινές, λιγομίλητες αλλά καθοριστικές. Οι άνδρες καταρρέουν ή ξαναγεννιούνται χάρη στην ύπαρξη αυτών των γυναικών. Το αντίθετο δεν συμβαίνει. Επηρεασμένος από την αναζήτηση ενός θηλυκού κόσμου, ίσως στο τέλος ενός καταστροφικού πολέμου, ο Μούζιλ εμπιστεύεται τις μυστικιστικές δυνάμεις της θηλυκότητας. Δείχνει ότι ένας άνδρας δεν μπορεί να βρει τον δρόμο του, αν δεν υπάρξει μια κομβική ένωση με μια γυναίκα που νιώθει και καταλαβαίνει –ασυνείδητα ίσως– περισσότερα από αυτόν για αυτόν.

Και στις τρεις ιστορίες οι γυναίκες εμφανίζονται ως πλάσματα ανοίκεια, εξωτικά, προερχόμενα από τη γη και το δάσος. Η γυναικεία δύναμη κρύβεται στον ερωτισμό της, στη σεξουαλικότητά της, μιας γυναικείας σεξουαλικότητας όχι με την έννοια που η δυτική κοινωνία αποτυπώνει αισθητικά. Η σεξουαλικότητα στις «Τρεις γυναίκες» έχει να κάνει με την αποστολή. Και σύμφωνα με τον Μούζιλ, μόνο μια γυναίκα μπορεί να ξέρει ποια είναι η αποστολή του άνδρα που αγάπησε.