Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Το κλεμμένο γράμμα και η γένεση του λακανισμού

Από τον Δημήτρη Βεργέτι

Ο στρουκτουραλισμός θα διαρκέσει όσο διαρκούν τα ρόδα, οι συμβολισμοί και οι παρνασσισμοί: μία λογοτεχνική σεζόν!
Ζ. Λακάν

«Κάνετε λάθος. Τον γνωρίζω πολύ καλά. Είναι και ποιητής και μαθηματικός. Ως ποιητής και μαθηματικός σίγουρα έκανε σωστούς συλλογισμούς». Η φράση αυτή του Ντιπέν από το θρυλικό Κλεμμένο γράμμα του Πόε εφαρμόζει ιδανικά στο προφίλ του Λακάν, όπως αποτυπώνεται στο ομότιτλο Σεμινάριό 1 του (εν συντομία Σ.Κ.Γ.). Πρόκειται για το ιδρυτικό κείμενο του λεγόμενου κλασικού λακανισμού, αυτού που εκτείνεται από το 1953 ώς τις αρχές του '60, συμπίπτοντας εν πολλοίς με την περίφημη Επιστροφή στον Φρόιντ.

Στο πρώτο του ήμισυ δεσπόζει ο «ποιητής» Λακάν που συνομιλεί με τον Πόε και τον Μποντλέρ, μεταφραστή του διηγήματος, κινητοποιώντας με σφύζουσα υφολογική δεινότητα τις πιο λεπτές και απολαυστικές αποχρώσεις της γαλλικής γλώσσας. Στο δεύτερο ήμισυ θεμελιώνει με απέριττη μαθηματική ορθοέπεια ένα πρωτόγνωρο αξιωματικό πλαίσιο πρόσληψης και ανασύστασης του φροϊδικού ασυνειδήτου. Συνολικά, εισάγει και επαναπροσδιορίζει έννοιες που σφράγισαν τη σύγχρονη σκέψη.

Το πρώτο ήμισυ κυοφορεί επίσης μια σαρωτική ανατροπή της κλασικής ψυχαναλυτικής αισθητικής, που οδηγεί στην κατεδάφιση της «εφηρμοσμένης ψυχανάλυσης». «Εφηρμοσμένη» στο έργο τέχνης, η ψυχανάλυση το συνέθλιβε στη μέγγενη του λογοκεντρισμού και της ερμηνευτικής για να του αποσπάσει ως νοηματικό απόσταγμα και ύστατο μυστικό ένα απόκρυφο υπερβατολογικό σημαινόμενο, που θα αντιπροσώπευε τη ρίζα της σημαίνουσας οικονομίας του. Ενας άδηλος πυρήνας, σημασιακά αυθύπαρκτος, θα ύφαινε τον μυθοπλαστικό ιστό του ως «δευτερογενή επεξεργασία». Κοντολογίς, το λογοτεχνικό κείμενο θα ήταν δομημένο σαν ένας σχηματισμός του ασυνειδήτου. Η λακανική ανατροπή το απελευθερώνει από τη λογοκεντρική και φαλλοκεντρική κηδεμονία του παρασκηνιακού σημαινόμενου. Το έργο τέχνης δεν είναι δομημένο σαν ένας σχηματισμός του ασυνειδήτου. Δεν υπάρχει δομικός ισομορφισμός ανάμεσα στη λογοτεχνική μυθοπλασία και στα έργα της Αλλης σκηνής. Συνάγεται ότι η ψυχανάλυση δεν είναι η ιδανική απόχη για την αλίευση απωθημένων κειμενικών σημασιών: το λογοτεχνικό κείμενο δεν απωθεί! Αυτή η «αισθητική» επανάσταση εκτυλίσσεται στο πρώτο ήμισυ του Σ.Κ.Γ. με μια αντι-ερμηνευτική αποκρυπτογράφηση του θρυλικού διηγήματος.

Στο δεύτερο ήμισυ διακυβεύεται η πολιτική και η κλινική ηθική της ψυχανάλυσης.

Απεντοπισμένη από το γενέθλιο λίκνο της μετά την άνοδο του ναζισμού και τη μαζική μετανάστευση των αναλυτών στις ΗΠΑ, η μεταφροϊδική ψυχανάλυση είχε αναζητήσει το Ελντοράντο της στις κατεστημένες αξίες της αμερικανικής κοινωνίας. Η ηγεμονική διάχυση στους κόλπους της των κομφορμιστικών ιδεωδών της και του ευημερούντος ταρτουφισμού τους είχε επιφέρει τον δυσοίωνο εκφυλισμό της σε ψυχολογία του Εγώ, με την καθοσίωση του «αυτόνομου», «ισχυρού» Εγώ σε εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και προσαρμογής. Στηλιτεύοντας αυτή την εκτροπή, ο Λακάν θα αποφανθεί με σαρκαστική παρρησία ότι «το Εγώ είναι η θεολογία της ελεύθερης επιχείρησης»! Παράλληλα, θα αποδείξει ότι το εγώ είναι το ναρκισσιστικό συμπίλημα ετερόκλιτων και τυχάρπαστων φαντασιακών ταυτίσεων, τη γενετική στιγμή των οποίων εγκαινιάζει η αλλοτριωτική σαγήνη του κατοπτρικού ομοιώματος και η τυφλή ταύτιση με τη χιμαιρική του υπόσταση. Αυτές οι φαντασιακές ταυτίσεις περιπλέκονται μέσα σ' έναν συμβολικό ιστό που αναδιπλασιάζει την εξάρτηση του Εγώ και διευθετεί τον ναρκισσισμό του. Ο Λακάν αποδεικνύει επίσης ότι το Εγώ διαμορφώνεται ταυτόχρονα με το σύμπτωμα, καθώς αυτό το τροποποιεί με τη (δυσ)λειτουργία του. Συνεπάγεται λοιπόν ότι το Εγώ δεν είναι μια ψυχική βαθμίδα πρωτόθετη και αυτόνομη, αλλά παράγωγη και εξαρτημένη. Συνάγεται επίσης ότι δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της πραγματικότητας αλλά την αρχή της παραγνώρισης. Φενακισμένο από τις ναρκισσιστικές του χίμαιρες, το Εγώ είναι μαριονέτα του φαντασιακού και αχθοφόρος συμπτωμάτων.

Η βαθμίδα του γράμματος

Είναι σαφές ότι η αποκαθήλωση του Εγώ απαιτεί το πλαίσιο μιας θεωρίας του υποκειμένου πέραν της φαντασιακής θέσμισης που προάγουν οι ταυτίσεις. Το Σ.Κ.Γ. είναι το μνημειώδες αρχείο της. Διόλου τυχαία λοιπόν ανοίγει τη σκηνή των περίφημων Γραπτών. Εκεί ο Λακάν επεξεργάζεται το πρωτόκολλο μιας πρωτόγνωρης αξιωματικής που αποσπά την έννοια του Συμβολικού από τον συμβολισμό και τις θεωρίες του συμβόλου, θεμελιώνοντάς την όχι στη δομική μήτρα του σοσιρικού σημαίνοντος, όπως αφελώς γράφεται, αλλά στη βαθμίδα του γράμματος και στη μαρκοβιανή στοιχείωση της συνδυαστικής του. Η συνδυαστική του σημαίνοντος στον κλασικό Λακάν δεν κατάγεται από τον Σοσίρ, αλλά από μία πρωτότυπη πρόσληψη του Μαρκόφ. Πλήρως παραγνωρισμένη, ειδικά στην Ελλάδα, αυτή η νεοπαγής γενεαλογία εκτίθεται αποκαλυπτικά, με «αλγεβρική» παρρησία, στο δεύτερο, σημαντικότατο, μέρος του Σ.Κ.Γ.

Κορυφαίος μαθηματικός, ο Μαρκόφ μελέτησε με ποιον τρόπο μέσα από την αταξία του τυχαίου αναδύεται μία συγκροτημένη και τυποποιήσιμη τάξη, από τη στιγμή που η βαθμίδα του γράμματος θέτει υπό τη σκέπη της την ενδεχομενικότητα. Οι μαρκοβιανές αλυσίδες απεικονίζουν τη μετάβαση από τις σειρές τυχαίας συστάσεως, χωρίς νόμο, (lawless sequences κατά τον Γκέντελ) σε σειρές προικισμένες με συνδυαστικούς νόμους και υποτροπιάζουσες κανονικότητες. Η χρήση τους επιτρέπει τη μεταγραφή της αμιγώς αλεατορικής ενδεχομενικότητας του πραγματικού στο δίκτυο του συμβολικού. Σχηματοποιώντας στο έπακρο, οι ενδεχομενικότητες της ύπαρξης, συμβολικά σηματοδοτημένες, καταλήγουν να μορφοποιούν την τοπική του ασυνειδήτου και το υποκείμενό της. Η σύστασή της έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μνήμης γιατί είναι δομημένη σαν μια μαρκοβιανή αλυσίδα. «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα», αποφαινόταν ο Λακάν. Στην αθέατη όψη της η θέση αυτή εκθέτει το ασυνείδητο δομημένο σαν μια μνήμη. Μνήμη όμως χωρίς οργανικούς και γενετικούς δεσμούς με τα νευρωνικά κυκλώματα της ζώσης ύλης είναι άραγε εφικτή; Η απάντηση είναι προφανής την εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης.

Η μεταβιολογική στοιχείωση της μνήμης του ασυνειδήτου θα επιτρέψει στον Λακάν να επιλύσει τον πιο κομβικό και ερεβώδη γρίφο της φροϊδικής θεωρίας: την ενόρμηση θανάτου. Επιγραμματικά, η ενόρμηση θανάτου αποκρυπτογραφείται ως σημαίνουσα επανάληψη, ανεξέλεγκτη από τους αμυντικούς μηχανισμούς τού Εγώ και το ομοιοστατικό πρόγραμμα που διέπει τη λειτουργία του. Η εμμονή (insistance) του απωθημένου σημαίνοντος στο αρχείο της Αλλης σκηνής προγραμματίζει την επανάληψη πέραν της αρχής της ευχαρίστησης. Αυτήν ακριβώς τη συναρπαστική σύλληψη αποθησαυρίζει το Σ.Κ.Γ. Παράλληλα, ο Λακάν συνάπτει την επανάληψη με τη θεματική τού χαμένου αντικειμένου, αρθρώνοντάς τη στη διατομή του συμβολικού με το πραγματικό.

Αποσαφηνίζεται ομοίως το αινιγματικό καθεστώς της επιθυμίας στο ασυνείδητο, που αγνοεί το νόμο και τα στίγματα της εντροπίας. Η επιθυμία είναι ακατάστρεπτη καθότι υπό τη φύλαξη μιας μεταβιολογικής μνήμης συμβολικά κωδικοποιημένης. Το σύμπτωμα, το όνειρο, κ.λπ. εκθέτουν τη θάλλουσα απόδειξη ότι, απωθημένη, καταπιεσμένη ή απαρνημένη, η επιθυμία επιστρέφει πάντα, αλώβητη και απαιτητική, και δη εν αγνοία του υποκειμένου, που έκτοτε κατανέμεται εντός και εκτός του εαυτού του: το υποκείμενο του ασυνειδήτου είναι ένα διχασμένο υποκείμενο! Η περίφημη μπάρα του σοσιρικού αλγόριθμου που διατρέχει το γλωσσικό σημείο διχάζοντάς το σε σημαίνον και σημαινόμενο, διατρέχει πλέον στον Λακάν το ίδιο το υποκείμενο του ασυνειδήτου, κονιορτοποιώντας τα θεμέλια του γλωσσολογικού στρουκτουραλισμού.

Ετερογένειες

Πράγματι, η πολύπτυχη έννοια του υποκειμένου, ανατρεπτική του φιλοσοφικού λόγου και της φορμαλιστικής ομοιοστασίας των δομών, αποτελεί τη στρατηγική αιχμή του λακανικού προγράμματος. Ωστόσο, «ένα υποκείμενο δεν θα το εκπληρώσει παρά μόνον προσκομίζοντας σ' αυτό την ιδιαιτερότητά του» (σ. 77). Ο Λακάν προσθέτει, λοιπόν, μια αναφομοίωτη ετερογένεια στο δίκτυο του συμβολικού. Συνοψίζω και σχηματοποιώ: ο Λακάν εισάγει στις μαρκοβιανές αλυσίδες και στο συμβολικό δίκτυο της δομής ένα στοιχείο ριζικά αντινομικό στη λογική τους και μη αναγώγιμο στις κανονικότητές τους. Δεν είναι εξομοιώσιμο μ' ένα μετωνυμικό θραύσμα μαρκοβιανής μνήμης ή με μια αλληλουχία σημαινόντων. Δεν εγγράφεται στη δομή σαν ένα απωθημένο σημαίνον, αλλά σαν ξένο σώμα. Δεν ενσωματώνεται στη συμβολική οικονομία της δομής, αντιθέτως την απορρυθμίζει. Γι' αυτό άλλωστε ο άνθρωπος δεν ισούται ποτέ με το λογιστικό υπόλοιπο της ιστορίας του ή τη συνισταμένη των συνειδητών και ασυνειδήτων τάσεων. Παράλληλα, αυτήν ακριβώς την ανατρεπτική έννοια του υποκειμένου ενεργοποιεί ο Λακάν για να διασώσει τη φροϊδική αλήθεια από τους χρυσοθήρες του Εγωτικού Ελντοράντο. Αποδεικνύει ότι η ενότητα και η αυτονομία του Εγώ δεν αντιπροσωπεύουν παρά τη φαντασιακή αναπλήρωση του συμβολικού διχασμού του υποκειμένου. Σφυρηλατώντας το αντινομικό ζεύγος Εγώ-υποκείμενο, ο Λακάν κληροδότησε στη σύγχρονη σκέψη μια δεσπόζουσα εννοιολογική μήτρα.

Ο Λακάν ενθεματίζει στη δομή και μια δεύτερη εστία ανομοιογένειας που λειτουργεί εξίσου απορρυθμιστικά. Προσφεύγοντας στην ποιητική μιας αλχημιστικής μεταφοράς την προσδιορίζει ως «το caput mortuum του σημαίνοντος» (σ. 92), επονομάζοντας μ' αυτόν τον τρόπο την ετερογενή υπόστασή της. Ο όρος δήλωνε το στερεό υπόλειμμα των αλχημιστικών μεταστοιχειώσεων. Εδώ εντοπίζει μια απαραμείωτη ετερογένεια στη σημαίνουσα στοιχείωση της δομής, η οποία, σε συνδυασμό με την αιτιώδη εμπλοκή της, ενεστοποιεί τη λειτουργία του αντικειμένου α. «Η δική μου ανακάλυψη είναι το αντικείμενο α», υπενθύμιζε ο Λακάν. Τουτέστιν, δεν είναι ούτε το σημαίνον ούτε το ασυνείδητο ούτε η δομή. Το αντικείμενο α δεν είναι ένα σημαίνον εγγράψιμο στη σημαίνουσα αλυσίδα ως συστατικός κρίκος της, επισημαίνει ο Ζ.-Α. Μιλέρ. Κατοπτρικά μη απεικονίσιμο, δεν μετέχει στο φαντασιακό της παράστασης. Δεν είναι κακέκτυπο του φροϊδο-κλαϊνικού «μερικού αντικειμένου». Το αντικείμενο α δεν παίζει ούτε μπροστά στον λακανικό καθρέφτη ούτε πάνω στη φροϊδική Αλλη σκηνή. Εμφανίζεται κατ' αποκλειστικότητα στη σκηνή της φαντασίωσης, όπου στηρίζει την επιθυμία και σπονδυλώνει τη μετωνυμική σχέση του υποκειμένου με την απόλαυση. Εντοπισμένη βαθμίδα του πραγματικού, εκτός φύλου, διατηρεί την αυτονομία του απέναντι στο σημαίνον και τις φαλλοκεντρικές ίντριγκες. Συμπράττοντας με την απορρυθμιστική ετερογένεια του υποκειμένου υπό την αιγίδα της φαντασίωσης, το αντικείμενο α είναι ο εφιάλτης της δομής2. Ενσαρκώνει την αντικειμενότροπη ετερογένεια που το συμβολικό δίκτυο της δομής αδυνατεί να «συμβολοποιήσει», όπως γράφεται συχνά, και αδέξια. Στον μεταγενέστερο Λακάν, η εμπλουτισμένη εκδοχή του δεν στοιχειοθετείται ως υπολειμματικότητα των μαρκοβιανών συνθέσεων αλλά ως εκβλάστηση της ζώσης εμμένειας του υποκειμένου: ως ενορμητικός συμπυκνωτής απόλαυσης. Τουτέστιν, στοιχειοθετείται σε μια τοπική ριζικά αντι-δομική. Δεν θα επεκταθώ. Επισημαίνω ότι η θεωρία του αντικειμένου α μετέχει ως προδρομική παρακαταθήκη στον ιστό της προβληματικής του Σ.Κ.Γ. Η πρώιμη παρουσία του δίπλα στο υποκείμενο του ασυνειδήτου δεν είναι ανεξιχνίαστη. Αρκεί να έχει αντιληφθεί κανείς ότι το επιστημολογικό έρεισμα του κλασικού Λακάν δεν είναι η δομή αλλά το τοπολογικό τρίπτυχο RSI. Παραπέμπω στο κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους 4-5 της αληthειας. Οσο για την υπέρβαση του κλασικού λακανισμού από τον ίδιο τον Λακάν, αυτό είναι ένα άλλο, περίπλοκο θέμα. *

1. Ζ. Λακάν, Το σεμινάριο για το «Κλεμμένο γράμμα», μετάφραση Δ. Βεργέτις, Ε. Μαρκίδη, εκδ. Πατάκη.

2. Και των επιδερμικών αναγνώσεων. Γύρω απ' αυτά τα θέματα υπάρχει αβυσσαλέα σύγχυση, αιτιολογήσιμη εν μέρει από την άγνοια θεμελιωδών κειμένων και εννοιών. Αποκαλυπτικό παράδειγμα είναι η επανάληψη χιλιοειπωμένων κοινοτοπιών για τον δομισμό του Λακάν σ' ένα άρθρο του αγαπητού φίλου Φ. Τερζάκη («Βιβλιοθήκη», «Ελευθεροτυπία», 19.06.09). Διαπιστώνουμε εδώ ότι πηγάζουν από καταφανή άγνοια κομβικών επεξεργασιών - όπως το αντικείμενο α, κ.τ.λ. Αγνοια επίσης για τη διαπόμπευση από τον Λακάν του γλωσσολογικού στρουκτουραλισμού με επώνυμη αιχμή την Κρίστεβα και τον Μαρτινέ, την κριτική στον Λέβι-Στρος, τον Μπαρτ κ.τ.λ. Επεσήμανα και αλλού ουσιώδη ολισθήματα παραγνώρισης (βλ. Δ.Β., «Η σεξουαλικότητα και το ασυνείδητο», αληthεια 4-5). Διεξοδικότερη συζήτηση είναι ανέφικτη εδώ.

Η υφαιρετικότητα της αλήθειας στον Α. Μπαντιού

Ο φιλόσοφος της αλήθειας και του συμβάντος
Η υφαιρετικότητα της αλήθειας στον Α. Μπαντιού

Από τους Δημήτρι Βεργέτι, Φώτη Σιατίτσα, Εφη Γιαννοπούλου Ο Α. Μπαντιού αναγορεύει την Αλήθεια σε κεντρική κατηγορία της φιλοσοφίας, κεντροθετεί τη φιλοσοφική πράξη στην εγχειρηματικότητά της και διακηρύσσει ότι υπάρχουν αλήθειες. Ο απόηχος κλασικών λακανικών θέσεων είναι αισθητός, δεδηλωμένα ενσωματωμένος σ' αυτή τη διακήρυξη.
Σε αντίθεση με τον Ντεριντά, ο Μπαντιού δεν αφουγκράζεται στη λακανική εκφορά της Αλήθειας τη φωνή της μεταφυσικής ως υποβολέα της, ούτε τον κατακλυσμιαίο απόηχο της χαϊντεγκεριανής διατύπωσής της - προφανώς γιατί δεν περιορίζεται στο corpus κειμένων όπου περιχαρακώνεται η αναλυτική του Ντεριντά.

Ως μαχητικός θεματοφύλακας του υπάρχειν των αληθειών, η φιλοσοφία του Μπαντιού βρίσκεται σε πόλεμο με τη σοφιστική συρρίκνωση της αλήθειας σε «συνθήκες, κανόνες, είδη του λόγου, γλωσσικά παίγνια». Αρνείται την αναγωγή της σε κρίση, σημάνσιμη ως αληθής ή ψευδής, καθυποταγμένη σε πρωτόκολλα επαληθευσιοκρατίας.

Η Αλήθεια δεν είναι επίσης ο δικαιοπάροχος της ερμηνείας της εμπειρίας. Η Αλήθεια είναι αλλεργική στην ερμηνευτική του νοήματος και στην υπερβατική οντο-θεολογική εγγυοδοσία του.

Αυτονόητα, ο Μπαντιού αντιτίθεται στον μυστικισμό της μυητικής πρόσβασης στην Αλήθεια και στην εν εκστάσει μέθεξη με τη μυσταγωγική έγκλησή της. Προτείνει την πλήρη εκκοσμίκευσή της.

Η φιλοσοφία είναι επίσης ο λογικός θεματοφύλακας της κατηγορίας της Αλήθειας. Και πρωτίστως της ιδιοτυπίας της. Αυτό που την εξειδικεύει είναι η κενότητά της. Η Αλήθεια δεν πληρούται με αντικειμενότροπα περιεχόμενα. Που σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με φράσεις αναφερόμενες σ' ένα αντικείμενο και συστατικές της γνώσης του. Η φιλοσοφία είναι απεξαντικειμενισμένη. Απεξαρτημένη από την έννοια του αντικειμένου και την αναφορική γνώση που αποσκοπεί να θηρεύσει τις ιδιότητές του. Δεν αποτελεί τον μαγνητικό βορρά μιας επιστημολογικής πυξίδας που υπαγορεύει τη γνωστική πρόσβαση στο αντικείμενο (objet) της γνώσης. Ο Μπαντιού υιοθετεί και προσεπικυρώνει τη λακανική διάζευξη ανάμεσα σε Αλήθεια και Γνώση, verite και savoir. Είναι αλήθεια ότι ελλείψει αυτής της οριοθεσίας πολλοί μαρξιστές στοχαστές αναλώθηκαν στη σύσταση μιας επιστημολογίας της γνώσης που θα λειτουργούσε ως ο Αλλος της εγγύησης, εκκοσμικευμένος καρτεσιανός Θεός των αληθειών. Οι αγγλοσάξονες με τον αμείλικτο λογικό θετικισμό τους, την επαληθευσιοκρατία τους και τις πολλαπλές παραφυάδες της, τα καταφέρνουν σαφώς καλύτερα.

Αυτό που προσέρχεται στο φιλόξενο κενό της Αλήθειας δεν είναι το νόημα της εμπειρίας, το υποκειμενικό αποτύπωμα της μυσταγωγικής επιφοίτησης ή κάτι που έχει υπόσταση αντικειμένου, αλλά η πολλαπλότητα των αληθειών. Για την ακρίβεια, εκεί διακηρύσσεται ότι «υπάρχουν αλήθειες» κι εκεί διατυπώνεται η ομότοπη συνδυνατότητά τους. Από τι υπαγορεύεται το αίτημα αποσαφήνισης της συνδυνατότητάς τους; Από την ετερογένεια των τόπων όπου κατανέμεται η πολλαπλότητά τους. Αυτοί οι τόποι στοιχειοθετούνται από τις λεγόμενες «γενολογικές διαδικασίες».

Ως γνωστόν, ο Μπαντιού διακρίνει τέσσερα είδη διαδικασιών που λειτουργούν ως μήτρες παραγωγής αληθειών. Αλήθειες παράγει η επιστήμη, η πολιτική, η τέχνη και ο έρωτας - ως διυποκειμενική επαλήθευση της διαφοράς των φύλων. Αποτελούν τους όρους, ή συνθήκες, της φιλοσοφίας, η πράξη της οποίας συνίσταται στη συν-λήψη τους.

Η επιτελεστική συναρμογή της Αλήθειας

Ως εγχείρημα η Αλήθεια προσφεύγει στη διπλή μήτιδα του επιχειρήματος και της οριοθεσίας. Κατά συνέπεια, η οικονομία του λόγου της δεν είναι μονοδιάστατη. Η επιχειρηματολογική συνιστώσα της δισκελούς στοιχείωσής της ευθυγραμμίζεται με το υπόδειγμα της σημαίνουσας αλυσίδας. Συναρμολογεί ορισμούς, συναγωγές, διαλεκτικές υπερβάσεις, αποδεικτικά τεχνάσματα και καθοδηγεί αυτή την παραγωγή επιχειρημάτων προς ένα είδος συμπερασματικής κεφαλοποίησης. Ο Μπαντιού παρατηρεί με ευθύτητα ότι η ρητορική της απόδειξης στο εσωτερικό της φιλοσοφίας ουδέποτε παρήγαγε ένα φιλοσοφικό θεώρημα. Το κεφάλαιο των συμπερασμάτων της παραμένει λευκό. Ο φιλοσοφικός λόγος και ο αποδεικτικός ζήλος της ρητορικής του δεν συναντούν τη γνώση παρά στον καθρέφτη της Μίμησης. Θα έλεγα ότι το φιλοσοφικό επιχείρημα είναι ένα «μίμημα», για να χρησιμοποιήσω τον στρατηγικό όρο του Λακού - Λαμπάρτ. Αυτή η μιμητική αφομοίωση του γνωστικού υποδείγματος προσδίδει στην επιχειρηματολογία του τη στίλβη μιας αξιοπιστίας που παραπλανά και συγκαλύπτει. Παράλληλα όμως συνιστά έμμεση ομολογία ότι δεν είναι παρά μια «μυθοπλασία γνώσης (fiction)». Επιστρατεύοντας μια υποβλητική και εύπλαστη λακανική κατηγορία, ο Μπαντιού δηλώνει συχνά ότι «η Αλήθεια είναι το μη εγνωσμένο αυτής της μυθοπλασίας». Εύκολα αφουγκράζεται κανείς στα παρασκήνια αυτής της φράσης ένα θεμελιώδες λακανικό αξίωμα σε ρόλο υποβολέα. «Η Αλήθεια έχει δομή μυθοπλασίας», συνήθιζε να επαναλαμβάνει ο Λακάν, και ο Μπαντιού, εμβριθής αναγνώστης του, κατασκευάζει τη φιλοσοφική κατηγορία της Αλήθειας ενσωματώνοντας στο λακανικό αξίωμα μία επιπλέον λακανική έννοια, το μη εγνωσμένο (l'in-su), που θεωρώ ότι συμπυκνώνει την ερμηνεία του αξιώματος. Η Αλήθεια έχει μεν δομή μυθοπλασίας, δεν συμπίπτει ωστόσο με τον μυθοπλαστικό ιστό. Για την ακρίβεια δεν ανήκει καν σ' αυτόν. Η Αλήθεια συμπίπτει με ό,τι εξαιρείται απ' αυτόν. Συμπίπτει με τα διάκενά του. Δεν είναι ένα σημαίνον ή ένας συνδυασμός σημαινόντων που ανήκει σ' αυτόν, αλλά το ίχνος μιας έκλειψης. Είναι το «μισό-λογο» (mi-dire) που η μυθοπλασία του σημαίνοντος αποτυγχάνει να αρθρώσει. Η Αλήθεια βέβαια δεν είναι άναρθρη, δεν είναι αφασική, γιατί μετέχει στη μυθοπλασία του σημαίνοντος, που η βαθμίδα του αποτελεί προϋπόθεσή της. Δεν είναι όμως δηλωτική ή εκ-δηλωτική. Δεν είναι εξισώσιμη με μια διαπίστωση, μια περιγραφή. Συμπίπτει με το μη εγνωσμένο μιας γνώσης που μορφοποιείται στην προστασιακή τοπική τού σημαίνοντος.

Με το άλλο σκέλος της εγχειρηματικότητάς της η Αλήθεια ισορροπεί, ακροβατώντας στο χείλος της μεταφοράς.

Επιστρατεύει την ποιητική των πειστικών εικόνων, τη συμβολική φαντασμαγορία, την υποβλητικότητα και την υπνωτιστική σαγήνη των μύθων για να διακόψει την αποδεικτική συνάρθρωση και την πειστική εμβέλεια των επιχειρημάτων, υπαινισσόμενη την Αλήθεια όχι ως το μη εγνωσμένο μιας συμπερασματικής αλληλουχίας αλλά ως το οριακό σημείο της. Με αυτή την ποιητική μήτιδα, «η Αλήθεια διακόπτει τη διαδοχή και ανακεφαλαιώνεται πέραν του εαυτού της», παρατηρεί ο Μπαντιού.

Ανασυνθέτοντας έναν θαύμασιο τίτλο κειμένου του Ντεριντά, η λευκή μυθολογία της μεταφοράς, θα έλεγα ότι η Αλήθεια δηλώνεται εδώ ως το εξοστρακισμένο ίχνος της στο λευκό περιθώριο της καλειδοσκοπικής σημαίνουσας μεταφοράς (ένας διάλογος Μπαντιού - Ντεριντά, μέσω κειμένων, θα ήταν άκρως ενδιαφέρων σ' αυτό το σημείο, ειδικά αν έμπαινε σφήνα το λακανικό ζεύγμα μετωνυμία - μεταφορά, όπου συνδιατάσσονται το συνεχές της διαδοχής και η διακόπτουσα υποκατάσταση, δηλαδή οι δύο αρχές σύνθεσης της σημαίνουσας αλυσίδας).

Αυτό το εγχειρηματικό σκέλος οδηγεί την Αλήθεια στο κατώφλι της τέχνης, όπου όμως προσέρχεται ως «καλλιτεχνική μυθοπλασία». Εδώ, η Αλήθεια δηλώνεται ως «το άρρητο αυτής της μυθοπλασίας».

Ως παράπλευρη επιβεβαίωση της θέσης του Μπαντιού ότι η σαγηνευτική παραγωγικότητα της φιλοσοφίας δεν μορφοποιεί έργα -αφού αυτό που προκύπτει είναι επίφαση έργου τέχνης- θα επικαλεστώ τον μακρινό πια απόηχο της επιθανάτιας εκμυστήρευσης του Φουκώ, ότι τα έργα του φάνταζαν στα μάτια του ως, καλλιτεχνικά θα έλεγα, «έργα επιστημονικής μυθοπλασίας», science fiction - αυτό δηλαδή που είθισται να αποκαλούμε επιστημονική φαντασία.

Η φιλοσοφία συνδυάζει λοιπόν το διπλό εφαλτήριο μιας γνωστικής και μιας καλλιτεχνικής μυθοπλασίας. Με τη μιμητική δυναμική της γνωστικής μυθοπλασίας συν-θέτει. Για την ακρίβεια, συν-θέτει στην κοίτη της μετωνυμίας, οδηγώντας το σημαίνον στις εκβολές του συμπεράσματος. Αξιοποιώντας τις επιφάσεις της καλλιτεχνικής μυθοπλασίας, μετα-θέτει στο υποβλητικό χείλος του μεταφορικού ρήγματος.

Μιμούμενη τα τεχνάσματα της Σοφιστικής και την ποιητική έμπνευση, ή το υπόδειγμα των Μαθηματικών και την έγκληση του έργου τέχνης, η Φιλοσοφία κατασκευάζει έναν δισκελή μηχανισμό, ένα είδος λαβίδας με την οποία συν-λαμβάνει και ομοθετεί τις ετερότοπα παραγόμενες αλήθειες, δηλαδή την ετερότοπη πολλαπλότητα των αληθειών που κυτταρώνονται στην τέχνη, στην πολιτική, στην επιστήμη, στον έρωτα.

Η έκφραση συνδυνατότητα επαναλαμβάνεται εμφατικά στα κείμενα του Μπαντιού μ' ένα στρατηγικό όσο και αινιγματικό εκτόπισμα. Η Αλήθεια είναι ο τόπος συνδυνατότητας των αληθειών, η μετα-τοπισμένη συστέγασή τους. Οι υπό σύν-λήψη αλήθειες πολιτογραφούνται σ' ένα απροκατάληπτο κατάστιχο, φιλόξενο στην εκτοπισμένη συνύπαρξή τους. Αυτό σημαίνει ότι εντάσσονται σ' ένα ιδιότυπο πεδίο που οριοθετείται ως πεδίο συγχρονικής ομοθεσίας, εκτός της ρευστότητας του χρόνου. Σημαίνει επίσης ότι αυτό που διακυβεύεται στο εγχείρημα της συνδυνατότητάς τους είναι η ενότητα της σκέψης - όχι της γνώσης.

Επιγραμματικά, το φιλοσοφικό εγχείρημα συνυφαίνει μια μυθοποπλασία γνώσης και μια καλλιτεχνική μυθοπλασία.

Η συγχρονική ομοθεσία των αληθειών αποτελεί ρήξη με τον ιστορικισμό. Η οξεία πολιτική αίσθηση της ιστορίας και της ιστορικότητας των επί μέρους γίγνεσθαι επέτρεψε στον Μπαντιού να χαράξει με ακριβοδίκαιη αδιαλλαξία τη γραμμή ενός ανοιχτού μετώπου απέναντι στον ιστορικισμό, και ειδικότερα απέναντι στην πιο επιφανή έκφρασή του, στο μνημειώδες έργο του Χέγκελ στο οποίο δεν έπαψε να απευθύνει διαφωτιστικές ενστάσεις. Γενικότερα, είναι δύσκολο να μην εγκωμιάσουμε τις λαμπρές αναλύσεις του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε ο γερμανικός ρομαντισμός στον καθορισμό της τροχιάς πτώσης της σύγχρονης σκέψης στη δίνη του ιστορικισμού. Χάρη σ' ένα δευτερογενές πλεονέκτημα της ρήξης του με την αξιωματική του ιστορικισμού, η φιλοσοφική προβληματική του Μπαντιού αποδεικνύεται η πλέον κατάλληλα εξοπλισμένη για να αντιπαρατεθεί στον πρωτεϊκό και χαοτικό σχετικισμό του μεταμοντέρνου. Η γραμμή του μετώπου απέναντι στον ιστορικισμό τέμνεται σε πολλά σημεία με το μέτωπο εισβολής της μετανεωτερικότητας. Το μεταμοντέρνο πάντως δεν είναι τέκνο του ιστορικισμού, αλλά μια εκφυλισμένη εκδοχή του ιστορικιστικού σχετικισμού. Ο Μπαντιού δεν παύει να τονίζει μ' εγκωμιαστική παρρησία την καταλυτική συμβολή του Λακάν σ' αυτή την αντιπαράθεση, υπενθυμίζοντας τη μαχητική και πολυμέτωπη αντίστασή του τόσο στον σχετικισμό της Αλήθειας και στη συρρίκνωσή της σε μεταβλητή της δομής από τον στρουκτουραλισμό όσο και στη νιτσεϊκή υποβάθμισή της σε διακύβευμα ή παράμετρο των παιγνιδιών εξουσίας.

Η υφαιρετική ρήξη με την παρουσία

Σημειώσαμε ότι η Αλήθεια εγγράφεται στην προβληματική του Μπαντιού υπό καθεστώς εγχειρήματος. Τι συνεπάγεται αυτός ο τρόπος εγγραφής; Η απάντηση δεν είναι προφανής. Συνεπάγεται ότι η Αλήθεια δεν είναι εκκαλυπτική. Η Αλήθεια δεν είναι η θεατρική σκηνή της παρουσίας. Είναι ένας πραξιακός φορέας. Διόλου συμπτωματικά, η Αλήθεια διατηρεί εκλεκτικές συγγένειες με το κενό, όπως ήδη σημειώσαμε. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Μπαντιού η Αλήθεια είναι μια κενή κατηγορίας. Η Αλήθεια δεν παρουσιάζει. Ο βαθμός μηδέν της παρουσίασης είναι το κενό, τυπολογίσιμο ως κενό σύνολο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η σύλληψη της Αλήθειας εγγράφεται στο επίκεντρο των φιλοσοφικών συζητήσεων που σημάδεψαν τη σκέψη του 20ού αιώνα, και ειδικότερα τέμνει συστηματικά τον κύκλο των ερωτημάτων που άνοιξε ο Χάιντεγκερ με το Είναι και Χρόνος και αναψηλάφησε ο Ντεριντά με λεπταίσθητη δεινότητα. Το χαϊντεγκεριανό σημαίνον Unverborgenheit συμπυκνώνει όλο τον διφορούμενο απόηχο της μεταφυσικής θέσμισης της Αλήθειας ως εν εκλείψει εκκολαπτόμενης παρουσίας, ως άρση του πέπλου της λήθης και ως επιφάνιση υπό προθεσμία. Στην υφαιρετική επαναθεμελίωσή της στον Μπαντιού, η Αλήθεια, καθότι κενή, δεν παρουσιάζει τίποτα. Δεν είναι προικισμένη με βάθος, άδηλο, συγκαλυμμένο, εκκαλυπτόμενο. Δεν είναι εκκάλυψη, κάλυκας που ανοίγει στο σημείο μιας οντοδοσίας. Το ίχνος της Αλήθειας δεν συλλέγεται στο πεδίο της οντολογικής επώασης, αλλά της συμβαντικής έκλειψης. Η Αλήθεια δεν είναι Αποκαλυψιακή. Εκθέτει στο κενό της εγχειρηματικότητάς της την ετυμηγορία ότι υπάρχουν αλήθειες και συστεγάζει την ετερότοπη συνδυνατότητά τους. Δεν είναι διόλου ανακριβές να πούμε ότι ο Μπαντιού, μετά τον Λακάν, διασώζει την Αλήθεια, που η ντερινταϊκή ετυμηγορία είχε στείλει στο ικρίωμα της μεταφυσικής υποψίας. Γενικότερα ο Μπαντιού περισώζει την Αλήθεια από τη χλεύη του αντιπλατωνικού Γολγοθά, στην οποία την καταδίκασε η νιτσεϊκή φιλοσοφική νεωτερικότητα. Πώς; Ανιχνεύουμε εδώ την πιο νευραλγική και ιδιοσύστατη εστία της προβληματικής του. Την περισώζει προσφέροντάς της φιλοξενία στην υφαιρετικότητα. Η υφαιρετικότητα είναι το σχήμα αποδόμησης της Αλήθειας ως μεταφυσικής της παρουσίας, το σχήμα απόσβεσης του μεταφυσικά ανατοκιζόμενου χρέους της Αλήθειας απέναντι στην υπό προθεσμία εκκάλυψη.
Η «διαδικαστική» άρση, όχι του πέπλου, αλλά της Unverborgenheit.
Δημήτρις Βεργέτις , ψυχαναλυτής,
Διευθυντής του περιοδικού αληthεια

Η εκλειπτική του σημαίνοντος

Jacques Lacan

Το σεμινάριο για το «Κλεμμένο γράμμα»

μετάφραση: Δημήτρις Βεργέτης

εκδόσεις Πατάκης,

σ. 128, ευρώ 11,96

Τον Μάρτιο του 1955 ο Jacques Lacan κάνει ένα σεμινάριο πάνω στην υπεροχή του Συμβολικού. Το σεμινάριο θα βασιστεί πάνω στο «Κλεμμένο γράμμα» του Edgar Allan Poe. Το λογοτεχνικό κείμενο θα θεωρηθεί ως το κειμενικό αποτύπωμα κάποιων εκδηλώσεων του ασυνείδητου λόγου. Από το σεμινάριο θα προκύψει ένα μνημειακό κείμενο, που θα μπει κορωνίδα στα «Γραπτά» του Lacan και που θα σημάνει και αυτή την περίφημη επιστροφή του στον Φρόυντ. Η υπόθεση του διηγήματος αναφέρεται στην κλοπή ενός προσωπικού γράμματος που απευθυνόταν στη Βασίλισσα από τον υπουργό της. Οταν ο Βασιλιάς θα εισέλθει στην κάμαρα της Βασίλισσας ο υπουργός θα υφαρπάξει το γράμμα, για να προστατέψει δήθεν τη Βασίλισσα· στην πραγματικότητα όμως για να μπορεί να την εκβιάζει μ' αυτό. Η Βασίλισσα θα ζητήσει τη βοήθεια της αστυνομίας και ο επιθεωρητής Ντυπέν θα κλέψει, με τη σειρά του, το γράμμα από τον υπουργό. Το γράμμα έτσι συνεχώς θα διαφεύγει απ' την αρχική του θέση, πάντα αυτή μια θέση μηδενική και θα αντικαθίσταται πάντα κάπου αλλού, θολώνοντας έτσι τα νερά του. Αλλά ποιο είναι το πραγματικό ίχνος αυτού του γράμματος; Τι εν τέλει «φθάνει στον προορισμό του»;

Η ιστορία του γράμματος σ' αυτή την ανάλυση του Lacan δεν είναι παρά αυτή η ιστορία του σημαίνοντος, το μηδενικό του ίχνος, η αδύνατη θέση του. Μια θέση που αδυνατεί την υλικότητά του, καθιστώντας δυνατή μόνο τη διάρκεια της απουσίας του, αυτή την καταγωγική του δι-αφάνεια. Καθώς εγκαταλείπει τη μοναδική του θέση χάριν της περιπλάνησής του, αναλαμβάνει και αυτή την πραγματικότητά του, την εξ-αιρετική του θέση. Μια έκλειψη που θα «καθορίσει θεμελιωδώς» και αυτή τη συγκρότηση του υποκειμένου, την καθήλωσή του στη σαγήνη της απορίας. Η θέση αυτής της έλλειψης θα είναι και αυτή η θέση που θα εκθέτει πάντα το υποκείμενο στον τόπο του Αλλου, στον τόπο μιας ανοικτής οπής.

Αυτό το καθεστώς της απώλειας που φέρει εντός του το γράμμα συσκοτίζει και όλες τις αντικειμενικές του διαστάσεις. Δεν δίνονται πουθενά πληροφορίες για τα στοιχεία του αποστολέα ή του παραλήπτη, δεν γνωρίζουμε τίποτε και γι' αυτό ακόμη το περιεχόμενό του. Μας διαφεύγει και αυτή η «νομιμότητα» της κατοχής του, μια νομιμότητα που δεν αποδίδεται σε κανέναν, ούτε καν σ' αυτή την αρχική του παραλήπτρια. Επίσης και αυτή η χρήση του γράμματος από τον υπουργό. Θα μπορούσε να ήταν μια χρήση άσκησης εξουσίας, πιέσεων και προσβολών προς τη Βασίλισσα. Δεν εκδηλώνεται τίποτε. Το αφήνει στη λήθη, μια λήθη όμως, αυτή η φροϋδική απώθηση, που θα γίνει και αυτή η κυκλοφορία του γράμματος, η μυστική του διασπορά. Σε μια σφαίρα που εκτρέπει και τους κατόχους του μ' αυτή την υπόσχεση της προοπτικής του. Βρισκόμαστε όμως ήδη μέσα σ' αυτές τις καταστατικές χειρονομίες του σημαίνοντος, στις χειρονομίες που το εκτρέπουν διαρκώς, που προεκτείνουν, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Lacan, τη διαδρομή του. Μια προσαύξηση που εγγράφεται μέσα στη συνθήκη αυτού του εκλείποντος σημαίνοντος, σ' αυτή τη μαύρη τρύπα του κόσμου. Και θα 'ναι ακριβώς αυτή η εκτροπή του σημαίνοντος και το πρώτο σινιάλο της λακανικής επιστροφής στις καταγωγικές αρχές της ψυχανάλυσης. Ολες αυτές οι μεταθέσεις του γράμματος, οι παρουσίες και οι απουσίες του, που θα υπαγορεύουν όχι τη θέση τη δική του αλλά πάντα αυτή τη θέση του Αλλου. Η απουσία του έτσι θα είναι και η διαρκής του παρουσία, το ανεντόπιστο ίχνος του στον χώρο του Πραγματικού. Το γράμμα-σημαίνον έτσι μένει πάντα σ' αυτή την εκλειπτική του θέση, στη μυστική του διάσταση, στο πεπρωμένο της δι-αφάνειάς του. Μόνο η Βασίλισσα μπορεί να το ανακαλεί απ' το σκοτάδι του, πρώτη αυτή άλλωστε ανέδειξε και την άλλη πλευρά του, αυτή την «αντεστραμμένη του μορφή».
Βιβλιοθήκη, Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Mαρία Μαργαρίτη - Ποίηση

Οι σταγονες χορεύουν

ακυρη βαρυτητα πριν ακουμπησουν το χερι το ποδι το τραπεζι
ετσι ειναι η χαρα
ζει against all odds
αρκει να γυρισεις τα ματια να την κοιταξεις

Οι σταγονες χορεύουν

μερικες ξερω χαραξαν τη πορεια τους κι επεσαν μεσα στο ποτηρι σου με το ουισκι ετσι ηπες λιγο φως και ουρανο, λιγη απ'τη νυχτα που χαθηκε ενα ντο ματζορε και μια παυση κοντραμπασου

Οι σταγονες χορεύουν

μεταβολιστκαν μεσα σου εγιναν κομματι των ιστων σου.
τωρα ποτε πια δεν θα εισαι ο ιδιος ακομη κι αν ξεχασεις.
Ακομη κι αν αρνηθεις

................................................................
γδύνεσαι αργά
τρεφομαι απο το λωρο των ματιών μου
στο τελος βγάζεις και τη μασκα
βλέπω το γαλα που αχνιζει
δίπλα στο πλαστο μου ονειρο
------------------------------------------------

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Koρνήλιος Καστοριάδης

Τώρα διάβασα πάλι ένα σχόλιο για τη "συναισθηματική" χώρα που ζούμε, που δεν ενδιαφέρεται για λογική. Ποια είναι αυτή η χώρα ρε παιδιά;
Η Ελλάδα.
Με τους περισσότερους ενήλικους και ανήλικους τίγκα στα ψυχότροπα που καπακώνουν το συναίσθημα.
Με τους χιλιάδες καταθλιπτικούς που είτε είναι σε… κώμα, είτε χασκογελάνε, είτε κλαίνε επαναλαμβανόμενα σαν να παίζει κασέτα.
Oι δύο όψεις δηλαδή του νομίσματος που ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ το πρωτογενές συναίσθημα που τις προκαλεί.
Mε την υποκρισία, τα άπειρα απωθημένα, το δήθεν και το ύφος που θάβουν την όποια επίγνωσή του.
ΠΟΙΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ; Eννοείται συναίσθημα το χτύπημα στις "πίστες" της όποιας εκτόνωσης, που μόνο για να το.. ξεχάσει κανείς τις χρησιμοποιεί, ή να το κινητοποιήσει επειδή αργοσβήνει... τι να πούμε!
Κι αν μιλάμε για ένα τυφλό συναίσθημα, αυτό του θυμού ή της λύπης, που και τα δύο είναι ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ και καλύπτουν από κάτω όλα εκείνα τα συναισθήματα που κάνουν τζιζ, που δεν τολμάνε να τα αγγίξουν, πάλι, δε βλέπω κανένα πραγματικό, συναίσθημα να εκφράζεται!
Ο ελληνικός λαός, ξέχασε μάλλον τι είναι συναίσθημα. Το καταπίεσε, το απώθησε, ή το άφησε να αποφασίζει εκείνο γι αυτόν, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος ποιο πραγματικά ειναι... χωρίς να μπορεί να το χειριστεί, χωρίς να ξέρει τι να το κάνει! Γιατί κανείς γύρω του δεν εκφράζει συναισθήματα αυθεντικά, πηγαία, ειλικρινά. Εκφράζει μόνο, αυτό που θέλει οι άλλοι να δουν, αυτό που είναι αποδεκτό, αυτό που δεν εμποδίζει καθέναν να πετύχει αυτό που θέλει!
Οι έλληνες, όντως, μπορεί να μην έχουν λογική, επειδή όμως, δεν έχουν και συναίσθημα. ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΠΑΝΕ ΜΑΖΙ! Γιατί κανείς λογικός άνθρωπος δεν έχει έλλειψη συναισθημάτων. Το αντίθετο. Έχει, και ξέρει να τα χειρίζεται, γι αυτό και να τα εκφράζει και να τα ζει, γιατί τα σέβεται και τα εκτιμά ανάλογα, γιατί γνωρίζει την πραγματική τους αξία!
 
Όμως, το μόνο που κάνουν οι περισσότεροι έλληνες είναι να παγώνουν τα συναισθήματά τους, να διαστρεβλώνουν τη λογική τους, να χάνονται μέσα στην προσποιητή εικόνα τους για τους άλλους και κυρίως για τον εαυτό τους! Κι όταν αυτή η υποκρισία τούς γίνεται αφόρητη, την αφήνουν να βγει σα... σκυλάδικη κραυγή που παρέα με μερικά γαρύφαλλα πέφτει κάτω και πατιέται σαν αποτσίγαρο.

Το συναίσθημα και η λογική θέλουν ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ και δύναμη και μεγαλοψυχία και πάνε μαζί!!!
Αρκετά ME TH ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ, ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΠΑΓΩΜΕΝΑ Ή ΚΑΤΑΚΑΜΜΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ. ΑΡΚΕΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΑΣΑΝ ΚΑΘΕ ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΚΑΘΕ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ!!!!! που έχασαν τη μόνη ελπίδα για ελευθερία..... ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ…. ΕΙΠΑ; 

ΥΓ1.
Για να μιλάμε λογικά πρέπει να ξέρουμε τι νιώθουμε.... Μερικά συναισθήματα, λοιπόν, πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα, που αναζητούν τον ΛΟΓΙΚΟ... ΧΕΙΡΙΣΜΟ ΜΑΣ: Ματαίωση, απώλεια, Χαρά, λύπη, θυμός, φόβος, έλξη, έκπληξη, μοναξιά, σύγχυση, αηδία, πλεονεξία, ντροπή, πλήξη, θλίψη, ζήλια, αγάπη, αναταση, ενδιαφερον, ευγνωμοσύνη, προδοσία, έρωτας, περηφάνεια, σύγχυση, τρόμος, αδιαφορία, πένθος, αποδοχή, ευτυχία, οργή και τόσα άλλα...... ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙ  

ΥΓ2.
Έχω παρατηρήσει επίσης, ότι δεχόμαστε πολύ εύκολα κάποιον καλό.. ψυχογράφο όπως ήταν ο Ντοστογιέφσκι για παράδειγμα, που μπορεί να παρατηρεί, να εκφράζει, να αναλύει, να κριτικάρει, τα συναισθήματα των άλλων!
Όταν όμως κάποιος εκφράζει τα δικά του συναισθήματα δεν τον δεχόμαστε καθόλου εύκολα! Μήπως γι αυτό, ούτε ο Ντοστογιέφσκι, ούτε σχεδόν κανένας ( εκτός από τον Κάφκα ), όπως γράφει η Άλις Μίλλερ, sto http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&%3Bpersonsid=47190, στα βιβλία της, δεν άγγιξε προσωπικά συναισθήματα και δεν τα εξέφρασε, κυρίως εκείνα που αφορούσαν στην παιδική ηλικία;
Μήπως το ίδιο κάνουμε και όλοι με τον εαυτό μας;
Μήπως δεν εστιάζουμε σε μάς;