Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Évariste Galois


Ο Évariste Galois (Εβαρίστ Γκαλουά) γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1811, στο BourglaReine. Ο πατέρας του ήταν δημοκρατικός, στέλεχος του Φιλελεύθερου Κόμματος, και από το 1814 δήμαρχος του χωριού. Η μητέρα του ήξερε λατινικά και διάβαζε τους κλασικούς στο πρωτότυπο. Αυτή ήταν η πρώτη του δασκάλα.
Το 1823, ο μικρός Évariste έγινε δεκτός με υποτροφία στο Lycée LouisleGrand, δημόσιο σχολείο της δεύτερης βαθμίδας στο Παρίσι. Στα πρώτα δύο χρόνια τα πήγαινε τόσο καλά που τον προώθησαν στην τάξη της ρητορικής, την οποία παρακολουθούσαν οι καλύτεροι μαθητές. Και τότε διάβασε τα Στοιχεία Γεωμετρίας του AdrienMarie Legendre (Γάλλου μαθηματικού) και ερωτεύτηκε τα μαθηματικά. Πάει η ρητορική.
Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα, ρούφηξε τα βιβλία του JosephLouis Lagrange και, φύσει παρορμητικός, αποφάσισε να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στην École polytechnique. Έφαγε τα μούτρα του γιατί δεν είχε προετοιμαστεί για τέτοιες εξετάσεις. Οι εξεταστές δεν τον κατάλαβαν. Επέστρεψε με βαριά καρδιά στο LouisleGrand, αλλά δεν είχε μυαλό παρά μόνο για μαθηματικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή του των μαθηματικών Vernier, «Τον έχει καταλάβει ένα απέραντο πάθος για τα μαθηματικά. Νομίζω θα ήταν καλύτερο, αν συμφωνούν οι γονείς του, να σπουδάσει μόνο αυτή την επιστήμη: ως σπουδαστής στην τάξη της ρητορικής σπαταλά τον χρόνο του, ενοχλεί τους καθηγητές και επισύρει την οργή και τιμωρίες.» Είχε αρχίσει να σπάει νεύρα στο σχολείο. Εντωμεταξύ, συνεχίζοντας την οικογενειακή δημοκρατική παράδοση, αναμείχθηκε και στην πολιτική με πάθος. Για να γλιτώσουν απ’ αυτόν, η διοίκηση του επέτρεψε να κάνει μόνο μαθηματικά, με τον LouisPaul Richard, σύμφωνα με τον οποίο, «Ο Galois ασχολείται μονάχα με θέματα ανώτερων μαθηματικών». Στην εφηβεία του αυτά. Κάπου εκεί διάβασε ό,τι βρήκε από τα άρθρα του Abel και εντυπωσιάστηκε. 
 Tο 1829, στα 18 του, δημοσίευσε την πρώτη του εργασία (περί των συνεχών κλασμάτων) και την υπέβαλε, μαζί με κάποιες άλλες, στην Académie des sciences για κρίση. Ο μέγας (αλλά ιδιόρρυθμος) AugustinLouis Cauchy υποσχέθηκε να τις παρουσιάσει, αλλά το ξέχασε. Κι από πάνω, έχασε και τα χειρόγραφα! (Ήταν ο ίδιος αυτός Cauchy που είχε χάσει και το χειρόγραφο του Abel με το θεώρημα για μια γενική ιδιότητα των υπερβατικών συναρτήσεων) Ο Évariste, όχι ο ευκολότερος χαρακτήρας στον κόσμο, είχε ήδη αρχίσει να τα παίρνει χοντρά.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, καθώς προετοιμάζεται για να ξαναδώσει στην École polytechnique, ο πατέρας του, μην αντέχοντας τις πιέσεις του τοπικού κλήρου και το κυνήγι των Ιησουιτών, αυτοκτόνησε. Μεγάλο το πλήγμα για τον νεαρό. Λίγες βδομάδες αργότερα, πήγε να δώσει τις ίδιες εισαγωγικές εξετάσεις για δεύτερη φορά. Απέτυχε και πάλι. Αυτή τη φορά όχι επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος, αλλά επειδή οι εξεταστές του δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε· εκείνοι περίμεναν έναν τυπικό επίδοξο προπτυχιακό φοιτητή, κι εκείνος τους έδειχνε μαθηματικά που τους ξεπερνούσαν. (Αθλητική αναλογία: εκείνοι τον ρωτούσαν να τους πει πόσο διαρκεί μία επίθεση στο μπάσκετ, κι εκείνος τους απαντούσε πώς αντιμετωπίζεται η τριγωνική επίθεση. Μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες.) Ο μικρός τούς είχε βάλει δύσκολα κι εκείνοι προσπάθησαν να ξεφύγουν από τη διάνοιά του προτάσσοντας τον σχολαστικισμό τους (αγαπημένη τακτική του ακαδημαϊκού ιερατείου – διαχρονικά). Ο Galois απασφάλισε κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης. Αργότερα είπε ότι του την έδωσε που οι εξεταστές διέκοπταν τις απαντήσεις του γελώντας σαν τρελοί. Κάποια στιγμή δεν άντεξε, πέταξε το σφουγγάρι στα μούτρα ενός εξεταστή και σηκώθηκε κι έφυγε.
Οι ακαδημαϊκοί τον είχαν απογοητεύσει, αλλά εκείνος συνέχισε να παράγει ανώτερα μαθηματικά. Στο μυαλό του, όσοι είχαν εξουσία (είτε μαθηματικοί είτε πολιτικοί) ήθελαν κρέμασμα. Παράλληλα, μπήκε ακόμα πιο βαθιά στην πολιτική, φανατικά στο πλευρό των αντιβασιλικών. (Μοιραία επιλογή: λάθος εποχή να είσαι αντιβασιλικός στη Γαλλία της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα.)

Στις αρχές 1830 ολοκλήρωσε άλλες τρεις εργασίες και τις υπέβαλε πάλι για κρίση στην Académie des sciences, στο πλαίσιο του διαγωνισμού για το Μεγάλο Βραβείο των Μαθηματικών. (Το δις εξαμαρτείν ουκ Évariste σοφού.) Αυτή τη φορά, ήταν ο σπουδαίος μαθηματικός Joseph Fourier, τότε γραμματέας της Ακαδημίας Επιστημών, που υποσχέθηκε να τις διαβάσει. Αλλά δεν πρόλαβε: πέθανε τον Μάιο. Και το κερασάκι: τα χειρόγραφα του Galois δεν βρέθηκαν στο γραφείο του Fourier. Είχαν εξαφανιστεί. Πάλι!
Πόσα να αντέξει ο άνθρωπος; Και όμως, ξαναπροσπάθησε. Έκατσε και ξανάγραψε την εργασία που δεν πρόλαβε να δει ο Fourier και την υπέβαλε ξανά για κρίση στην Ακαδημία. Κριτές αυτή τη φορά οι Lacroix και Poisson. Μετά από αφύσικα μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Galois έμαθε ότι το χειρόγραφό του είχε απορριφθεί. (Πάλι καλά που δεν χάθηκε ξανά. Ήταν κι αυτή μια πρόοδος.) Στο σκεπτικό της απόρριψης, ο Lacroix σημείωνε: «Η απόδειξη δεν ήταν ούτε αρκετά καθαρή ούτε αρκετά αναπτυγμένη ώστε να μας επιτρέψει να κρίνουμε την ακρίβειά της». Ο Galois είχε το ελάττωμα (ή το προτέρημα, κατά Gauss) να μην αναπτύσσει λεπτομερώς κάποια ενδιάμεσα βήματα, κατά την κρίση του βαρετά ή/και αυτονόητα. (Επειδή οι ιδιοφυείς άνθρωποι βρίσκονται κατά κανόνα στον κόσμο τους, απαιτείται μία ιδιαίτερη δεξιότητα από μέρους του περίγυρου προκειμένου οι χαρισματικοί να παραμείνουν στον κόσμο τους και να δημιουργούν απερίσπαστοι. Αυτή η δεξιότητα γενικά δεν ευδοκιμεί στην ακαδημαϊκή κοινότητα.) Τέλος πάντων, ο Galois κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να βγάλει άκρη με την ακαδημαϊκή μούχλα και τα παράτησε. Όχι τα μαθηματικά – τις προσπάθειες να αναγνωριστεί το έργο του. Τα μαθηματικά τα συνέχισε, περισσότερο στο μυαλό του παρά στο χαρτί, γιατί εντωμεταξύ του συνέβησαν διάφορα. Το 1831 τον συνέλαβαν δύο φορές. Την πρώτη τον Μάιο, για συνωμοσία δολοφονίας του βασιλιά LouisPhilippe I. Τι είχε συμβεί; Ο Galois ανήκε σε μια μονάδα πυροβολικού της Εθνοφρουράς που ήταν γνωστή, ως σύνολο, για τα αντιβασιλικά της φρονήματα. Ο βασιλιάς καλού-κακού διέλυσε τη μονάδα και πέρασε από δίκη 19 αξιωματικούς της. Οι ανυπόστατες κατηγορίες κατέπεσαν στο δικαστήριο. Η συγκέντρωση που οργανώθηκε για να εορταστεί το γεγονός εξελίχθηκε σε οιονεί εξέγερση. Την επομένη, συνέλαβαν τον Galois επειδή στη συγκέντρωση, λέει, έκανε πρόποση στο όνομα του βασιλιά, έχοντας τοποθετήσει ένα μαχαίρι πάνω στην κούπα του. Άρα; Σχεδίαζε να τον σκοτώσει! Το δικαστήριο τον αθώωσε από την αστεία κατηγορία.
Όμως, τη δεύτερη φορά δεν τη γλίτωσε τη φυλακή. Τον Ιούλιο ο Galois πήρε μέρος σε μια αντιβασιλική διαδήλωση, πρώτος-πρώτος, φορώντας τη στολή του γνωστού (και διαλυμένου) τάγματος πυροβολικού, πράγμα το οποίο απαγορευόταν. Εκτός αυτού, ήταν οπλισμένος σαν αστακός, με διάφορα πιστόλια, τουφέκι και μαχαίρι. Ευκαιρία ζητούσαν οι βασιλικοί, που έτσι κι αλλιώς συλλάμβαναν τους αντιφρονούντες προληπτικά για να αποτρέψουν μία ενδεχόμενη εξέγερσή τους: νέα σύλληψη του Galois. Και ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Στη φυλακή δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια: έκανε μαθηματικά. Ίσως και τα περισσότερα της (σύντομης) ζωής του γιατί δεν είχε και τι άλλο να κάνει.
Παραθέτω έναν αδημοσίευτο πρόλογο γραμμένο από τον ίδιο τον Galois το 1832 (στη φυλακή ή αμέσως μετά την αποφυλάκισή του) γιατί, εκτός της ιστορικής του αξίας (και μιας ανεκτίμητης συναδελφικής αναφοράς στον Abel), παρουσιάζει ανάγλυφα το πώς αισθανόταν ο εικοσάχρονος μαθηματικός για όλα όσα είχαν προηγηθεί:
Πρώτα απ’ όλα, η προμετωπίδα αυτού του πονήματος δεν βαρύνεται με ονόματα, ιδιότητες, τίτλους και ελεγείες, με σκοπό να ευαρεστηθεί κάποιος άθλιος πρίγκιπας να ανοίξει το πορτοφόλι του – με τη συνεχή απειλή να το ξανακλείσει μόλις σταματήσει ο λιβανωτός. Δεν θα δείτε γραμμένη με χαρακτήρες τρεις φορές μεγαλύτερους απ’ το κείμενο την ταπεινή εκδήλωση σεβασμού προς κάποιο πρόσωπο υψηλά ιστάμενο στην επιστημονική ιεραρχία, κάποιο σοφό προστάτη – κάτι απαραίτητο (αναπόφευκτο θα έλεγα) για έναν εικοσάχρονο νεαρό που επιθυμεί να γράφει. Δεν λέω σε κανέναν ότι οφείλω στις συμβουλές και στις παροτρύνσεις του όλα τα καλά που περιέχει η εργασία μου. Δεν το λέω, γιατί θα ήταν ψέμα. Αν θα ήθελα να απευθύνω τον λόγο στους μεγάλους του κόσμου, ή τους μεγάλους της επιστήμης (στην εποχή μας η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο τάξεων ανθρώπων είναι μάλλον ανεπαίσθητη), ασφαλώς δεν θα ήταν για να τους ευχαριστήσω. Στους μεν οφείλεται το ότι δημοσίευσα την πρώτη από αυτές τις εργασίες τόσο καθυστερημένα, στους δε ότι την έγραψα στη φυλακή, ένα μέρος εντελώς ακατάλληλο για διανοητική εργασία, και θαυμάζω τον εαυτό μου για την αυτοσυγκράτηση που έδειξε κρατώντας το στόμα του κλειστό μπροστά στην κακεντρέχεια των ηλιθίων και αδαών· ελπίζω η λέξη “αδαείς” να μην θεωρηθεί ιδιαίτερα απρεπής, δεδομένου ότι οι αντίπαλοί μου είναι κατ’ εμέ αναξιοπρεπείς. Δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ στους λόγους, για τους οποίους βρέθηκα στη φυλακή, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να πω ότι τα χειρόγραφά μου χάθηκαν επανειλημμένως απ’ τα συρτάρια των αξιότιμων μελών του Ινστιτούτου, αν και ειλικρινά δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό μου μια τέτοια επίδειξη απερισκεψίας εκ μέρους εκείνων που έχουν στη συνείδησή τους τον θάνατο του Άμπελ. Όσο για μένα, που είμαι εντελώς ασήμαντος σε σύγκριση μ’ εκείνον τον έξοχο μαθηματικό, αρκεί να πω ότι η θεωρία μου για τις εξισώσεις κατατέθηκε σε χειρόγραφο στην Ακαδημία Επιστημών τον Φεβρουάριο του 1830, ότι αποσπάσματά της είχαν ήδη σταλεί το 1829, ότι δεν έγινε καμία αναφορά σε αυτήν και ότι κατέστη αδύνατον να βρεθεί το χειρόγραφο.i
Εντούτοις, όταν αποφυλακίστηκε, ήταν ψυχικά καταρρακωμένος. Ούτε στα μαθηματικά ούτε στην πολιτική πήγαιναν τα πράγματα όπως επιθυμούσε. Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, πήγε κι ερωτεύτηκε από πάνω! Μα ούτε και στον έρωτα βρήκε γιατρειά. Δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες των θλιβερών περιστατικών που οδήγησαν στον πρόωρο θάνατό του, συνεπώς θα αρκεστούμε σε ενδείξεις, εικασίες και αντικρουόμενες μαρτυρίες.
Φαίνεται πώς ο Galois ερωτεύτηκε μία δεσποσύνη ονόματι StéphanieFélicie Poterin du Motel. Ήταν κόρη ενός γιατρού, η οικογένεια του οποίου έμενε στην ίδια πανσιόν όπου πέρασε και ο Galois τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Στην αλληλογραφία του προς φίλους δεν αναφέρει το όνομα της νεαρής (από τακτ, τρομάρα του) κι έτσι δεν είναι σίγουρο ότι πρόκειται για την Stéphanie. Όποια κι αν ήταν η αξιέραστος κόρη, το βέβαιο είναι ότι ο νεαρός είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα μαζί με το ελενίτ. Από κάτι υπαινιγμούς στην αλληλογραφία του, προκύπτει ότι η περί ης ο λόγος τού είχε εκμυστηρευτεί κάποια μυστικά της, γεγονός που κάποιος άλλος έκρινε ως λόγο ικανό να καλέσει στις 29 Μαΐου του 1832 τον Galois σε μονομαχία την επόμενη μέρα. Ποιος ήταν αυτός ο άλλος; Κατά μία εκδοχή (οφειλόμενη στον Alexandre Dumas) ήταν κάποιος Pescheux dHerbinville, μνηστήρας της Stéphanie. Κατά μία άλλη εκδοχή, ήταν κάποιος πολιτικός του συνοδοιπόρος, ίσως ο Ernest Duchatelet, με τον οποίο έκανε μαζί στη φυλακή, εκτίοντας την ίδια ποινή και για τις ίδιες κατηγορίες.
Όποιος κι αν ήταν ο εγκαλών, ο λόγος της μονομαχίας ήταν γυναικοδουλειά (cherche la femme, που λένε και οι Γάλλοι, κάτοχοι των πνευματικών δικαιωμάτων περί τα τοιαύτα): ο Galois έγραψε σε ένα από τα γράμματα της προτελευταίας του νύχτας: «Πεθαίνω και γι’ αυτό φταίει μια άθλια πόρνη. Η ζωή μου θα τελειώσει σε μία απαίσια μονομαχία». Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου ενίοτε αποδεικνύεται σκοτεινό υποκείμενο. (Και τότε δεν σε σώζουν ούτε όλα τα μαθηματικά τού κόσμου).
Στις 30 Μαΐου του 1832, λίγο μετά τα χαράματα, οι δύο μονομάχοι συναντήθηκαν στο προκαθορισμένο μέρος. Διάλεξαν πιστόλια και στάθηκαν αντιμέτωποι σε απόσταση 25 βημάτων. Ο Galois χτυπήθηκε στην κοιλιά. Πέθανε στο νοσοκομείο το μεσημέρι της επόμενης μέρας, 31 Μαΐου, από οξεία περιτονίτιδα. Ήταν 20 χρονών. Τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον Alfred, τον νεαρότερο αδερφό του: “Ne pleure pas, Alfred! J’ai besoin de tout mon courage pour mourir à vingt ans”. («Μην κλαις, Alfred! Χρειάζομαι όλο μου το κουράγιο για να πεθάνω είκοσι χρονών».)
Τη νύχτα πριν τη μοιραία μονομαχία, ο Galois δεν κοιμήθηκε· την πέρασε γράφοντας γράμματα στους φίλους του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γράμμα προς τον καλύτερό του φίλο, τον Auguste Chevalier, κι αυτό γιατί περιέχει το διασημότερο έργο του Galois στα μαθηματικά: τις βασικές κατευθύνσεις της θεωρίας που σήμερα είναι γνωστή ως Θεωρία Γκαλουά. Επειδή ήθελε να προλάβει να τελειώσει πριν ξημερώσει, παρέλειπε πολλά βήματα της ανάλυσής του, τα οποία συμπλήρωσαν με τα χρόνια άλλοι μαθηματικοί. Άφηνε επίσης οδηγίες στον Chevalier να δώσει το χειρόγραφο είτε στον Jacobi είτε στον Gauss. Στα περιθώρια του χειρόγραφου είχε γράψει πολλές φορές: «δεν έχω χρόνο· δεν έχω χρόνο». Η συγκλονιστικότερη πνευματική διαθήκη στην ιστορία των μαθηματικών.
Άτυχος ο Évariste Galois. Ενδεχομένως και παλιοχαρακτήρας, αλλά αυτό δεν μειώνει ούτε τη διάνοια ούτε τη συνεισφορά του. 
Ο Abel είχε αποδείξει ότι οποιοδήποτε πολυώνυμο με βαθμό μεγαλύτερο του τετάρτου δεν μπορεί να επιλυθεί με ριζικά οποιασδήποτε τάξης. Γενικά μιλώντας, έτσι είναι τα πράγματα. Ωστόσο κάποιες συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις μπορούν να επιλυθούν. Η μέθοδος της επίλυσης (δηλαδή, οι ορισμένες προϋποθέσεις) βρέθηκε από τον Galois. Μια γενική μέθοδος που έκλεινε το θέμα. Η εύρεσή της, βέβαια, δεν έγινε εν κενώ: είχε προηγηθεί η δουλειά των Lagrange και Cauchy, και ασφαλώς του Abel. Αλλά ήταν ο Galois αυτός που έβαλε τελεία και παύλα στο ζήτημα. Ο Joseph Liouville, όταν δημοσίευσε μεγάλος μέρος της δουλειάς του Galois στο Journal de Mathématiques Pures et Appliquées (Περιοδικό για τα Καθαρά και τα Εφαρμοσμένα Μαθηματικά) το 1846, σημείωσε ότι ο Galois είχε αποδείξει «το υπέροχο θεώρημα ότι για να είναι επιλύσιμη με ριζικά μια ανάγωγη εξίσωση που ο βαθμός της είναι πρώτος αριθμός, αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι όλες οι ρίζες να είναι ρητές συναρτήσεις οποιωνδήποτε δύο από αυτά». Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον για την πεμπτοβάθμια εξίσωση, συνεπώς αυτή δεν επιλύεται με ριζικά.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας


Λουί Φερντινάν Σελίν
Photo:  Paris, 1960
«….Τον καιρό του πολέμου, αντί να χορεύουμε στον ημιώροφο, χορεύαμε στο κελάρι. Οι μάχιμοι τ’ ανέχονταν, το γούσταραν κιόλας. Αυτό ζήταγαν με το που φτάνανε, και κανείς δεν έβρισκε ύποπτους τους τρόπους τους. Μόνο η παλικαριά είναι ύποπτη. Να’σαι παλικάρι με το κορμί που έχεις; Πες λοιπόν και στο σκουλήκι να’ ναι παλικάρι, που’ ναι ροδαλό και χλομό και μαλακό, σαν κι εμάς….» (σελ. 124)
Το μόνο που ξέρει ο κόσμος είναι να σε σκοτώνει, σαν τον κοιμισμένο είναι ο κόσμος που σε πλακώνει στον ύπνο του , όπως σκοτώνει ο κοιμισμένος τους ψύλλους του. Να ένας ηλίθιος τρόπος να πεθάνεις, έλεγα μέσα μου, όπως όλος ο κόσμος , δηλαδή. Η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους είναι ήδη λιγάκι θάνατος. (σελ. 215)
Παραδίνεσαι στον θόρυβο όπως παραδίνεσαι στον πόλεμο. Αφήνεσαι στις μηχανές με τις τρείς ψωροϊδέες που παραδέρνουν ακόμη πάνω ψηλά, πίσω από το κούτελο. Πάει τελείωσε. Ό,τι κοιτάς οπουδήποτε, ό,τι αγγίζει το χέρι, είναι τώρα σκληρό. Κι ό,τι καταφέρνεις ακόμη να θυμηθείς είναι άκαμπτο σαν σίδερο κι άνοστο πιά μες στην σκέψη. Γεράσαμε φριχτά μονομιάς. Πρέπει να καταργηθεί η έξω ζωή, να γίνει ατσάλι, κάτι χρήσιμο. Δεν την αγαπούσαμε αρκετά όπως ήταν, γι' αυτό. Πρέπει να γίνει αντικείμενο λοιπόν, στερεό, έτσι έχει ο Κανόνας. (σελ.271)
Με λίγα λόγια όσο είσαι στον πόλεμο, λές πως θα 'ναι καλύτερη η ειρήνη, κι έπειτα πιπιλάς αυτήν την ελπίδα σαν καραμέλα, κι έπειτα είναι σκατά και απόσκατα. Δεν τολμάς να το πείς στην αρχή, μην τυχόν και αναγουλιάσει κανένας. Το παίζεις καλό παιδί, κοντολογίς. Κι έπειτα, μιάν ωραία πρωία, καταλήγεις παρ' όλα αυτά να το ξεράσεις μπροστά σε όλον τον κόσμο. Έχεις βαρεθεί να τσαλαβουτάς στον βόθρο . Μα τότε ο κόσμος σε βρίσκει υπερβολικό. Και τέρμα. (σελ.281) 
Τί τρελοκομείο η στερημένη ζωή! Μια τάξη είναι η ζωή, κι η πλήξη είναι ο παιδονόμος της, που διαρκώς σε κατασκοπεύει. πρέπει πάση θυσία να μοιάζεις απασχολημένος με κάτι πολύ συναρπαστικό, ειδάλλως πλακώνει και σου ροκανίζει το μυαλό. ΄Οταν η μέρα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκέτο εικοσιτετράωρο, δεν υποφέρεται. Μια μακριά, σχεδόν αβάσταχτη ηδονή πρέπει να είναι η μέρα, μία μακριά συνουσία, θες δε θες. Σου κατεβαίνουν λοιπόν σιχαμερές σκέψεις, όσο σ' αποβλακώνει η ανάγκη, όσο μέσα στο κάθε σου δευτερόλεπτο στριμώχνεται ένας πόθος για χίλια άλλα πράγματα, ένας πόθος για αλλού. (σελ.415) [...] 
Βυθίζεσαι , τρομάζεις στην αρχή μες στην νύχτα, μα θες παρ' όλα αυτά να καταλάβεις, και τότε δεν εγκαταλείπεις πια τα βάθη. Είναι, όμως, πολλά τα πράγματα που πρέπει να καταλάβεις ταυτόχρονα. Κι είναι πολύ σύντομη η ζωή. Δεν θες να αδικήσεις κανέναν. Έχεις ενδοιασμούς, διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις, γιατί τότε θα 'χεις έρθει τζάμπα στην ζωή. Ό,τι χειρότερο. (σελ.446)

Όποια ανάγνωση και αν επιφυλάξει κανείς στο έργο του Σελίν, θα διακρίνει πάντα τον βασικό του στόχο: να ανασυνθέσει πιστά το συγκινησιακό φορτίο που απέθεσε πάνω του η ζωή. «Γράφω με ελλείψεις και ασύνδετες προτάσεις για να ενσωματώσω το ανθρώπινο συναίσθημα στη γραπτή γλώσσα», έλεγε.
Η μεταφράστρια του βιβλίου Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου αναφέρει στο Επίμετρο του βιβλίου τα εξής:
«Να ποια ήταν η τεράστια καινοτομία του Σελίν. Η συμμέτοχη γλώσσα, μια γλώσσα απολύτως προσωπική και γι’ αυτό συλλογική, τερατώδης και γι ΄αυτό αληθινή, λασπερή και γι’ αυτό δροσερή, τραγική και γι’ αυτό εκρηκτικά κωμική. Κράμα καθαρεύουσας και καθομιλουμένης, επιστημονικής διαλέκτου και αισχρολογίας, νεολογισμών και αρχαϊσμών αντλημένων από όλο το βάθος της γαλλικής λαλιάς Έμελλε, εν ολίγοις, να ειπωθεί με λέξεις της αληθινής λογοτεχνίας- δηλαδή με τις λέξεις της σακατεμένης, οργισμένης και καταγέλαστης σάρκας- η «δυστυχία του πολιτισμού», αποτυπωμένη ήδη το 1929 από τον Φρόυντ με τις λέξεις της ψυχανάλυσης.
…Διαβάζουμε το Σελίν, γιατί μαθαίνουμε τα δράματα, τις φάρσες, τις οιμωγές και τις σιωπές του 20ου αιώνα, που είναι και ο 21ος. Τον διαβάζουμε γιατί αναγνωρίζουμε στην εκθαμβωτική πρόζα του την τραγική ανθρώπινη συνθήκη μας και γιατί μας καταδικάζει να της γελάμε κατάμουτρα….»

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Το παιδί εγκληματίας, Jean Genet


ζαν ζενέ
Σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκό, σε διάλεξή του τη δεκαετία του ’80, ετεροτοπία σημαίνει το αμφίσημο, το μεταιχμιακό  διάστημα μεταξύ τόπου και ουτοπίας. Ήτοι, η ετεροτοπία είναι παρούσα και ταυτόχρονα απούσα. Με άλλα λόγια, είναι εδώ, καθώς καταλαμβάνει έναν φυσικό χώρο και εμφορείται από κάποιες ιδιότητες, αλλά και δεν είναι εδώ, γιατί αντιπροσωπεύει την αναστολή και την αντιστροφή της κανονικότητας. Η ετεροτοπία είναι χώρος δισήμαντος  και ταυτόχρονα «πειραματικός», εφόσον περικλείει εναλλακτικά μοντέλα δόμησης της κοινωνίας, τα οποία, ενώ προέρχονται από την άρχουσα τάξη, ταυτόχρονα την αμφισβητούν ή την υπονομεύουν. Ένα τέτοιο παράδειγμα ετεροτοπίας είναι και η φυλακή, όπου συμβαίνει σωφρονισμός και  απομόνωση περιθωριακών σωμάτων.
Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο Ζαν Ζενέ, πριν μεταμορφωθεί σε συγγραφέα αλλά και στα πρώτα χρόνια της λογοτεχνικής του πορείας πριν αρχίσει να καθιερώνεται. «Το παιδί εγκληματίας» είναι μια ελεγεία για τους νεαρούς εγκληματίες, όπως τους ονομάζει η καλή κοινωνία. Κείμενο γραμμένο για μια εκπομπή της κρατικής γαλλικής ραδιοφωνίας, το 1947, που ποτέ δεν έγινε. Κόπηκε πριν καν οι υπεύθυνοι λάβουν γνώση των γραπτών του Ζενέ. Και αυτό, λόγω της «κακής» φήμης που συνόδευε τον συγγραφέα και φυσικά για τα μπλεξίματα που είχε τότε με την αστική δικαιοσύνη. Δυο χρόνια μετά, τυπώθηκε από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και έκανε αίσθηση με τον οξύ κοινωνικό του λόγο. Σε αυτό το κείμενο ο Ζενέ προκαλεί με την πένα του και απορρίπτει την ηθική που ασπάζεται το πλήθος. Ανατρέπει κάθε αίσθηση που καταλήγει σε στερεότυπο για τον κόσμο της ετεροτοπίας-φυλακής. Κάθε δαιμονοποίηση των μικρών παραβατών και την ανακούφιση μιας κοινωνίας που κοιμάται ήσυχη, γιατί οι εκκολαπτόμενοι «κακοί» βρίσκονται όλοι πίσω από τα σίδερα.
Γράφει: «Εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας. Και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να ομορφύνουμε ακόμη περισσότερο την περιπέτειά μας, γιατί γνωρίζουμε ότι η ομορφιά της εξαρτάται από την απόσταση που μας χωρίζει από σας… Αν οι μοχθηροί, οι βάναυσοι εκπροσωπούν την δύναμη που εσείς αντιμάχεστε, εμείς θέλουμε να ενσαρκώνουμε αυτή ακριβώς τη δύναμη του κακού». Αναστρέφει πλήρως την σωφρονιστική  άποψη για τον εγκλεισμό και το μετριασμό της βίας των φυλάκων απέναντι στους νεαρούς εγκληματίες, σε μια «δημοκρατική» προοπτική, ώστε σε εύθετο χρόνο οι παρεκκλίνοντες να επιστρέψουν «ψυχικά υγιείς» στις αγκάλες της κοινωνίας. Απορρίπτοντας πλήρως το παραπάνω σκεπτικό απαιτεί  τη μεγίστη βαναυσότητα: «Ο νεαρός, όμως, εγκληματίας αρνείται ήδη την επιεική μεταχείριση και την ειδική μέριμνα μιας κοινωνίας ενάντια στην οποία είχε μόλις ξεσηκωθεί διαπράττοντας την πρώτη αξιόποινη πράξη. Έχοντας, στα δεκαπέντε ή δεκαέξι του χρόνια, ίσως και νωρίτερα, ενηλικιωθεί με τρόπο που οι έντιμοι άνθρωποι δεν θα έχουν γνωρίσει ούτε στα εξήντα τους, περιφρονεί την καλοσύνη τους. Απαιτεί η τιμωρία του να είναι ανάλγητη. Πρώτη του απαίτηση είναι οι όροι που την ορίζουν να εκφράζουν τη μεγίστη βαναυσότητα… Απαιτεί η δοκιμασία να είναι τρομερή. Προκειμένου να εξαντλήσει ίσως,  μια διαβολέμενη ανάγκη για ηρωισμό». Ο Ζενέ αισθάνεται και αυτός εχθρικά απέναντι στην γαλλική κοινωνία, τόσο που δε διστάζει να δηλώσει την έμμεση ικανοποίησή του για τα όσα υπέστησαν οι συμπατριώτες του στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιπλέον, μιλάει για το πώς οι καλλιτέχνες εξυμνούν το  έγκλημα στις δημιουργίες τους -«Η δική σας λογοτεχνία, οι δικές σας καλές τέχνες, η ψυχαγωγία σας εκθειάζουν το έγκλημα. Το ταλέντο των ποιητών εκθειάζει τον εγκληματία τον οποίο στην καθημερινότητά σας απεχθάνεστε. Ανεχθείτε, λοιπόν, το ότι εμείς με τη σειρά μας περιφρονούμε τους ποιητές και τους καλλιτέχνες σας.»
Για τον Ζενέ η έννοια της παρανομίας συνάδει με αυτήν της παραβατικότητας. Ενάντια σε ένα καθεστώς, εγκαθιδρυμένο από την άρχουσα ελίτ, κομμένο και ραμμένο στα μετρά των ευυπόληπτων μεσοαστών, δεν υπάρχει κανένα έλεος, καμιά παραχώρηση. Οι μικροί εγκληματίες είναι άτομα εξεγερμένα και, αν θέλετε, σύμμαχοι των εν γένει εξεγερμένων. Επαναστατούν απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνία με βίαιους τρόπους και η όποια επιβολή σωφρονισμού τους κόβει την κάθε διάθεση αμφισβήτησή της: «Αν η δουλειά τους (σημ. των ψυχίατρων) είναι η μεταβολή της ηθικής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό γίνεται για να οικειοποιηθούν ποια διαφορετική ηθική; Ξέρω πως ουσιαστικά πρόκειται για την τρέχουσα ηθική και ότι ο ψυχίατρος ξεμπερδεύει αποδίδοντας στα παιδιά το όμορφο όνομα του απροσάρμοστου».
Πέραν της άγριας σαγήνης του κειμένου, ενδιαφέρον έχουν και οι δυο φωτογραφίες που υπάρχουν στην πρώτη έκδοση, καθώς η Άγρα στάθηκε πιστή σε αυτήν. Στο εξώφυλλο η σχισμένη στις άκρες του και ρετουσαρισμένη εικόνα ενός νεαρού τρόφιμου με τη στολή εργασίας της φυλακής και στην αρχή της αφήγησης το πορτρέτο του Ζενέ στα δεκάξι του χρόνια.  Αν η πρώτη εμφανίζει πάλι τον ίδιο αυτό δεν είναι σίγουρο. Το εντυπωσιακό είναι πώς αυτή η φωτογραφία βρέθηκε στα χέρια του Ζενέ και πως κατάφερε να την βγάλει έξω από τη φυλακή. «Το παιδί εγκληματίας» ατύχησε στο επίσημο κρατικό ραδιόφωνο, και πως αλλιώς, ευτύχησε, όμως, στο να δώσει φωνή σε ένα πρόσωπο, τον Ζενέ,  που θα μεσουρανούσε για πολύ καιρό στα γαλλικά γράμματα πιστός στο δόγμα του πως «την τραγωδία πρέπει να τη ζεις και όχι να την παίζεις»

Στα θετικά του βιβλίου και η δυναμική μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η μαθητεία του Ταίρλες


Το 1906, ο τότε πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ δημοσίευσε στον εκδοτικό οίκο «Wiener Verlag» το μυθιστόρημα «Die Verwirrungen des jungen Törleß». Η επικρατέστερη απόδοση στα ελληνικά είναι «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες»  Του  Ν. Σκοπλάκη
          
Ωστόσο, η γερμανική λέξη «Zögling» αποκαθιστά ένα έμψυχο υπόλοιπο, αφού δηλώνει όχι μόνο τον οικότροφο και τον τρόφιμο, αλλά και τον μαθητή. Ο Ταίρλες συγκροτείται σαν μια προσωποπαγιωμένη μαθητεία, οι διαστάσεις και οι άλλες εκδοχές της οποίας διαποτίζουν όλο το αφηγηματικό υλικό: χαρακτήρες, πράγματα και καταστάσεις. Αυτές είναι οι αναστατώσεις που μορφοποιούνται ως κράμα παροξυσμού και νηφαλιότητας σε μια συσχετιστική λειτουργία, καθιστώντας το μυθιστόρημα ίσως το προορατικότερο για τον ευρωπαϊκό 20ο αιώνα. Η λογοτεχνική αποτύπωση της αμφιθυμικής σχέσης ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχικό στη στρατηγική καθυπόταξης των υποκειμένων από την εξουσία το έχει ήδη καταστήσει επίκαιρο και στον 21ο αιώνα.

Ι. Ο χρονότοπος του Ταίρλες:
 Σημαίνοντες στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι τόσο οι προσδιορισμοί του περιεχομένου όσο οι διαδικασίες του προσδιορισμού τους. Το λογοτεχνικά αισθητό τοπίο (αστικό, της υπαίθρου ή μίξεις και υποδιαιρέσεις τους) διαβάζεται ως διανοητικό τοπίο της συνείδησης ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, ο οποίος μορφοποιείται και σε μια συνάρτηση που αναδεικνύει η λογοτεχνική θεωρία: χαρακτήρας = «cityscape» = «inscape». Συνάρτηση του «σημασιοδοτημένου χώρου» στη λογοτεχνία. Η λειτουργία αυτής της διαδικασίας προσδιορισμού βασίζεται στη μεταβίβαση της γνωσιακής χαρτογράφησης (cognitive mapping) από τον κόσμο που μας περιβάλλει στον μυθοπλαστικό κόσμο, στον χώρο και τον χρόνο του. Ειδικά για τον χώρο, η προοπτική του συνάγεται ως εξελισσόμενη ολοκλήρωση ευρετηριακών και εικονιστικών σημείων στην αφηγηματική του σύλληψη. Οι ασυμμετρικοί, αλλά αδιαχώριστοι προσδιορισμοί χώρου και χρόνου αποτυπώνονται ανάγλυφα στον «χρονότοπο» του Μπαχτίν: «Στον καλλιτεχνικό-λογοτεχνικό χρονότοπο συντήκονται διακριτικά του χώρου και του χρόνου σε ένα πολυσήμαντο και συγκεκριμένο όλο. Ο χρόνος εκεί πυκνώνει, συστέλλεται και γίνεται ορατός με τους τρόπους της τέχνης. Ο χώρος κερδίζει σε ένταση, εμπλέκεται στην κίνηση του χρόνου, του υποκειμένου, της ιστορίας». Ο χώρος, ο χρόνος και οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας γίνονται κατάφορτοι με σημασία, όπως και τα σώματα, τα οποία ως επενέργεια και αλληλουχία εκτείνονται σκοπίμως, μέσω της γνωσιακής χαρτογράφησης του πραγματικού, στην αφηγηματική επιφάνεια.


Ο χρονότοπος του δεκαεξάχρονου Ταίρλες αναφέρεται σε συγκεκριμένα ευρετηριακά και εικονιστικά σημεία της Αυστρο-Ουγγαρίας, αλλά και ευρύτερα της Ευρώπης, από το 1870 μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα: όταν οι κυρίαρχες τάξεις απομόνωναν τους γόνους τους σε εκπαιδευτικά κάτεργα, πειθαρχικά ιδρύματα, ώστε να τους απομακρύνουν από την κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της εποχής τους, από τις ζωντανές αντιθέσεις και τις ανατρεπτικές πρωτοπορίες, οι οποίες ως (σύμφωνα με τον Μούζιλ) «δελεαστικά πρότυπα» μπορούσαν να περιπλέξουν τις ψυχο-κοινωνικές προϋποθέσεις στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου. Κυρίαρχες τάξεις είναι το παραπληρωματικό σύνθεμα από κατάλοιπα της αριστοκρατίας, μεγαλοαστικά και ανερχόμενα μεσαία στρώματα, όπως τα περιγράφει στην κλασική του μονογραφία ο ιστορικός Άρνο Μάγιερ [1]: Ιεροποιώντας τον χωρίς κανόνες ανταγωνισμό στην οικονομία της αγοράς, αναγνωρίζονται σε έναν πεσιμιστικό και άκαμπτο συντηρητισμό, στην αντιδιαφωτιστική αντίδραση. Η ανασυγκρότηση των συντηρητικών δυνάμεων μέσα στον κοινωνικό δαρβινισμό και τις ιδεολογικές επιρροές από το ancien régime αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση περισσότερων δημοκρατικών και κοινωνικών αλλαγών, όπως και στην αποδόμηση ορισμένων από όσες είχαν συντελεστεί στο πρόσφατο παρελθόν. Η έννοια του πολέμου, σε όλες τις διαστάσεις της, γινόταν μυστικιστικό αντικείμενο λατρείας των ελίτ εναντίον των κυριαρχούμενων τάξεων και διευκόλυνε την κοινωνική κυριαρχία μετατρέποντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό σε εθνικό. Μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα κοινωνικού δαρβινισμού και αντιδιαφωτιστικών επιρροών, ο πόλεμος επικρατούσε ως πανάκεια και ένα από τα ορατά σύμβολά του ήταν οι σχολές αξιωματικών για τις ελίτ: τις καθιερωμένες και τις επίδοξες [2].

Ο γόνος της εύπορης μεσαίας τάξης Ταίρλες συναντά με διπλό βλέμμα («με τα μάτια της νόησης και με τα μάτια του συναισθήματος»), σε μια στρατιωτική σχολή με οικοτροφείο για τις ελίτ, τον Ράϊτινγκ, τον Μπάϊνεμπεργκ και το θύμα τους, Μπαζίνι. «Ένας μικρός σταθμός στη σιδηροδρομική γραμμή που οδηγεί στη Ρωσία». Ένα αποπραγματοποιημένο (όπως στον Κάφκα) τοπίο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται κάπου στα ανατολικά σύνορα της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. «Αντικείμενα και άνθρωποι είχαν κάτι αδιάφορο, άψυχο, μηχανικό, σαν να είχαν βγει από τη σκηνή ενός κουκλοθεάτρου». Στο διανοητικό τοπίο της συνείδησής του, ο Ταίρλες μετεωρίζεται ανάμεσα στη μηχανική αδιαφορία και τα συναισθήματα που προκαλούν οι εμπειρίες στις οποίες παρασύρεται: εμπειρίες από το οπλοστάσιο της βαρβαρότητας και εμπειρίες αναστοχασμού με αφετηρία την καθυπόταξη. Στον χρονότοπο του Ταίρλες αναδεικνύονται οι αιτιώδεις συνάφειες των αναστατώσεών του με την κοινωνία και τους θεσμούς της, όπως έχει εύστοχα τονίσει ο κριτικός Ούβε Μπάουερ.


ΙΙ. Οι αναστατώσεις της ταυτότητας: Εξίσου εύστοχα, η Ρενάτε Σρέντερ-Βέρλε υπενθυμίζει ότι η ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του δεκαεξάχρονου Ταίρλες ως επίκεντρο του μυθιστορήματος είναι μια πανουργία της αφήγησης. Το μυθιστόρημα του Μούζιλ διατηρεί επιφανειακή μόνο σχέση με τα σύγχρονα (ή περίπου σύγχρονά του) μυθιστορήματα εφηβείας, ενώ υποσκάπτει όλα τα στοιχεία του «Bildungsroman» («μυθιστορήματος μαθητείας») που χρησιμοποιεί: Εδώ, δεν αναδύεται στο τέλος κάποια πλήρωση, κάποια λύση ή μια καινούργια μορφή ύπαρξης για τον χαρακτήρα, αλλά μια φυγή. Στο τέλος, με προοπτική που ανήκει στον Ταίρλες και όχι στον συγγραφικό αφηγητή, διαβάζουμε: «Ξέρω: τα πράγματα είναι τα πράγματα και μάλλον θα μείνουν για πάντα έτσι. Και εγώ θα τα ατενίζω πότε έτσι και πότε αλλιώς». Σύμφωνα με τον Ντίτμαρ Γκόλντσνιγκ, η επικίνδυνη διανοητική απάθεια του Ταίρλες απέναντι στην πρακτική των εμπειριών καθυπόταξης καταδεικνύει την αντιπολιτική στάση μιας κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται. Μέσα στο διανοητικό τοπίο της συνείδησης του Ταίρλες, αναγνωρίζουμε το στρατιωτικό οικοτροφείο και τον περίγυρό του ως απείκασμα μιας ιστορικά προσδιορισμένης κοινωνίας, μαζί με την αντινομία του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού» κόσμου που αποπραγματοποιεί το κοινωνικό τοπίο. Η διάσταση ανάμεσα στο λεκτό και το μη-λεκτό είτε κάνει τις λέξεις να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες είτε αποδίδει σ’ αυτές μαγικές ιδιότητες. Έτσι, για τον Ταίρλες οι λέξεις είναι «τυχαίες διαφυγές για το αισθητό», ενώ η γλώσσα αποδίδεται ως μία διαδοχή από αστοχίες, όπως παρατηρεί ο Κλαούντιο Μάγκρις.

Η μαθητεία απαιτεί από τους μαθητές αποκλειστικά πράξεις αναπαραγωγής και προσαρμογής σε μια κυρίαρχη κανονικότητα, παρά τις εξωτερικές διακηρύξεις των αξιών της παιδείας. Η ισοπέδωση και η καταπίεση της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας συγκροτούν τη μαθητεία ως εθισμό στην ετερονομία. Η μακιαβελική εξουσιολαγνία του Ράϊτινγκ και ο σαδιστικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ μορφοποιούνται και εμπλέκονται με τις σχέσεις εξουσίας που ρυθμίζει και αναπαράγει η συγκεκριμένη μαθητεία: από την καταστροφή του αυτοκαθορισμού αναδύεται ο ατομικισμός του πολέμου ως πανάκεια. Φαινομενικά, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αντιτίθενται στην ιεραρχική διαστρωμάτωση της μαθητείας με το να στιγματίζουν, να εκμεταλλεύονται και να βασανίζουν τον Μπαζίνι. Στην πραγματικότητα, έρχονται στη θέση του ισχυρότερου και εφαρμόζουν το αξίωμα της εκπαίδευσής τους: μετατρέπουν τον Μπαζίνι σε αντικείμενο, καταστέλλουν τον αυτοκαθορισμό του, τη δυνατότητα αυτοτελούς ύπαρξής του. Η άσκηση στη βαρβαρότητα ενοποιεί, περιχαρακώνει, θεμελιώνει την αυταρχική περίκλειστη ταυτότητα και εγγυάται την αναπαραγωγή των ιεραρχικών της διαστρωματώσεων. Ο συγκλονισμός των δασκάλων με την αποκάλυψη αυτής της παραβατικότητας είναι η αναγκαία ρύθμιση της υποκρισίας, μέχρι να αποκατασταθούν οι ισορροπίες του μη-λεκτού ως επιβράβευση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ.

Όπως έχει επισημάνει ο Ζαν-Πιέρ Κομετί, ο Μπαζίνι στιγματίζεται ως «τέρας», διότι η υπό συγκρότηση ταυτότητα των διωκτών του αισθάνεται απειλημένη από την «πλαστικότητά» του, την ενδεχομενικότητά του. Ο Μπαζίνι αντιπροσωπεύει μια εμβάθυνση, ένα ριζοσπαστικό τράνταγμα, σαν κομβικότητα στην οντολογία της λίμπιντο. Είναι ικανός να προσανατολίζει την επιθυμία του στον Ράϊτινγκ και στον Ταίρλες και να αποστρέφεται τον Μπάϊνεμπεργκ. Αντιθέτως, ο Ράϊτινγκ όσο διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον Μπαζίνι «δεν είναι ερωτευμένος», αλλά «τον διασκεδάζει, το πολύ να τον δελεάζει αισθητηριακά» (βλ. 5ο κεφάλαιο). Άλλωστε, τόσο το πεδίο της ετεροφυλόφιλης όσο και της ομοφυλόφιλης επιθυμίας δεν διαχωρίζονται, αλλά αποικίζονται από την ίδια εξουσία, η οποία στον δημόσιο χώρο καταδίδει και ιατρικοποιεί το πεδίο της ομοφυλόφιλης επιθυμίας. Τόσο η εκδιδόμενη Μποζένα όσο και ο Μπαζίνι γίνονται επανεδαφοποιήσεις μιας ενέργειας διαχειρίσιμης από την κυρίαρχη τάξη σαν ανάχωμα που την στηρίζει, αντί να ανοίγει νέες διεξόδους [3].     

Στο επόμενο στάδιο, η ταυτότητα ανατάσσει τη δια-σκέδασή της με τον στιγματισμό και την τιμωρία του Μπαζίνι. Με τις μαγικές αστοχίες των λέξεων, ο Μπαζίνι γίνεται αρπακτικός, αναξιοπρεπής παλιάνθρωπος, ο οποίος αντέταξε στις πιο καλοπροαίρετες απόπειρες βελτίωσής του καινούργια ανοσιουργήματα. «Η ποινή του θα δράσει καθαρτήρια. Το να είσαι απλώς άνθρωπος δεν σημαίνει τίποτα», είναι η ετυμηγορία. Η κάθαρση της ταυτότητας από την απειλή του μη ανατάξιμου Άλλου πρέπει να διεξάγεται διαρκώς, συλλογικά και αδυσώπητα. Ο πολεμικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ επιμετρά στην «ανάξια ζωή» τις «εγκληματικές πράξεις» της με το μεροληπτικό φίλτρο της ερώτησης: «δεν ντρέπεσαι, λοιπόν, καθόλου;». Ο Γκύντερ Μπάϊν εντοπίζει στην «αξιακή κλίμακα που κατασκευάζεται [...] τις τροπές της “ανάξιας ζωής”, οι οποίες γίνονται συνήθεις μετά το 1933». Ο ίδιος ο Μούζιλ συνειδητοποιεί το 1937 «τη σχέση με την πολιτική», τη σχέση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ με τον φασισμό στο μυθιστόρημά του: «οι σημερινοί δικτάτορες εν σπέρματι. Επίσης, η αντίληψη της “μάζας” σαν πλάσμα προς εξαναγκασμό» [4].

ΙΙΙ. Οι μεταμορφώσεις του Ταίρλες-«now you see him, now you don’t!»: Αν, όμως, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ είναι δικτάτορες εν σπέρματι, τι είναι ο Ταίρλες; Ο Ταίρλες απορρίπτει τον ανορθολογισμό και τον πόλεμο ως πανάκεια, αλλά δρα συμπληρωματικά προς αυτά, με την ενέργεια μιας ορθολογικότητας κλεισμένης στον εαυτό της, η οποία διαφαίνεται στους τροπισμούς του άγχους και της αμφιθυμίας. Μετεωρίζεται ανάμεσα στον ερεθισμό και στην αδιαφορία, ξένη προς την ερμηνεία των αντιθέσεων: «δεν γνωρίζω πια αινίγματα: τα πράγματα συμβαίνουν, να η μοναδική σοφία». Αντιπαρατίθενται εντός του «τα δύο μισά της ζωής», αλλά η ψυχική κρίση επί του εαυτού συγκαλύπτεται με τον λεπτό φλοιό μιας ιστορικά προσδιορισμένης αστικής αυτεπίγνωσης, ώστε «να δώσει την προσοχή του, ελεύθερος από κάθε δυσφορία, στα βήματα που θα τον έκαναν να προοδεύσει». Το κοινό έδαφος με τους εν σπέρματι δικτάτορες είναι η συνείδηση σαν τεχνική και μέσο της αυτομέθεξης: όπως μέσα από ένα κενό, ξεπηδά η διαρκής επαναληπτικότητα της πράξης. Ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αναζητούν την επιβεβαίωσή της στον εξουσιαστικό καταναγκασμό. Στην περίπτωση του Ταίρλες, η συμπληρωματικότητα στη φρίκη για τη γνωσιοθεωρητική και κοινωνική του προαγωγή γίνεται ο δικός του εθισμός στην ετερονομία της μαθητείας του.

Είναι ρητή η έλξη του για τον Μπαζίνι («δεν μπορούσε να αποφύγει τη δύναμη αυτής της ομορφιάς»), αλλά ταυτοχρόνως η εσωτερική κραυγή «δεν είμαι εγώ! δεν είμαι εγώ! Αύριο θα ξαναγίνω ο εαυτός μου, αύριο!», εκφράζει τα ερείσματα νομιμοποίησης των εν σπέρματι δικτατόρων, αλλά και τις αξιώσεις του για την κυρίαρχη κανονικότητα. Με τον έλεγχο του γυναικείου σώματος (της Μποζένα), τον ερεθισμό διαδέχεται η αδιαφορία. Οι παλινωδίες του απέναντι στον Μπαζίνι και ο φόβος απέναντι στους Ράϊτινγκ και Μπάϊνεμπεργκ αίρονται στην καθαρτήρια κανονικότητα με την παρατηρητικότητα του αισθητή και τη συμμετοχή του στην «τιμωρία». Όταν οι παραχωρήσεις του απέναντι στη βαρβαρότητα σταματούν από τη λύση της υπόθεσης, ο κόσμος στον οποίο προπαρασκευάζεται να εισέλθει είναι το αισθητικό αντισχέδιο στην πραγματικότητα, το ρηγματωμένο διανοητικό πεδίο της συνείδησής του. Αυτό δεν τον κατατάσσει λιγότερο στους φιλοσοφούντες δήμιους: «ήθελε να ξεφορτωθεί έτσι τις παλιές του αποσκευές [...] αυτή η αδυναμία να βρίσκουμε τις λέξεις είχε γούστο». Ο «φανταστικός αριθμός i» της εξουσίας, η βιοπολιτική της, συστηματοποιεί τις μεταμορφώσεις του, σαν άλλη χροιά των λόγων του Ντ’ Αλαμπαίρ υπό τις μεταπτώσεις της αστικής συνείδησης: «Προχωρείστε μπροστά και η πίστη θα σας έρθει». Ο Ζαν Αμερύ, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Πέτερ Χαίρτλινγκ το 1971 [5], είδε τον Ταίρλες να γράφει άρθρα για τον Γκαίμπελς κι έπειτα να εισέρχεται αθόρυβα στην μεταπολεμική αυστριακή κοινωνία. Ποιός ξέρει;

_____________

Σημειώσεις

[1]  Αrno Mayer, The Persistence of the Old Regime. Europe to the Great War, εκδ. Verso, Λονδίνο, 1981. 
[2] Βλ. αναλυτικά για τις παραμέτρους που τέθηκαν, Αrno Mayer, ο.π., σελ. 284, 290, 306-307.
[3] Βλ. αναλυτικά γι’ αυτή τη διεργασία στο: Klaus Theweleit,Männerphantasien, τόμος 2, Μόναχο-Ζυρίχη, 2000, σελ. 317-319.
[4] Βλ. Robert Musil, Tagebücher, τόμος α’, εκδ. Rowohlt, σελ. 914.
[5] Βλ. στο Peter Härtling (επιμ.), Leporello fällt aus der Rolle, εκδ. Fischer, Φρανκφούρτη, 1971, σελ. 185-197.