Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Patrick Avrane:V. Trierweiler - F. Hollande .

Jusqu'où peut on aller par vengeance après une rupture ?

Pour le psychanalyste Patrick Avrane:
«La vengeance amoureuse révèle avant tout l'incapacité à dépasser l'épreuve de la séparation.»

« Celui qui recherche la vengeance devrait creuser deux tombes », disait Confucius. Après une rupture amoureuse, chacun arpente un chemin de croix en plusieurs étapes avant de refaire surface, sillonnant entre tristesse, colère et acceptation. Sur la route des cœurs brisés, qui n'a pas rêvé une fois de torturer l'être aimé pour lui rendre la monnaie de sa pièce ? Pour alléger sa souffrance, on envisage de crever des pneus, saboter les affaires de l'autre... ou écrire un livre assassin. Cela peut arriver lors d'une rupture médiatisée, mettant en scène notre propre échec sur la place publique. S'il surgit comme un réflexe d'autodéfense, le désir de vengeance ne sert pourtant à rien, si ce n'est à faire aveu de faiblesse. Le psychanalyste Patrick Avrane, auteur du livre Les Chagrins d'amour, (Éd. du Seuil), nous éclaire.
LeFigaro.fr/madame.– La vengeance est-elle un réflexe d'auto-défense naturel après une rupture ? Patrick Avrane.– Certes, c'est une réponse habituelle. Le problème, c'est que la vengeance empêche la rupture de se faire. L'autre est toujours là. Le chagrin d'amour est quelque chose à traverser pour se retrouver soi-même, c'est-à-dire sans la nécessité de la présence de l'autre. En se vengeant, la personne aimée existe toujours.
Quels sont les exemples de vengeance les plus fréquents ? 
Ce sont souvent des attaques commises sur ce qui pourrait remplacer la personne, faire figure de substitut. Par exemple, on crève les pneus d'une voiture à défaut de pouvoir lui crever les yeux. La vengeance s'exerce aussi en dénonçant l'autre auprès de l'entourage, pour le desservir et casser son image.
Y a-t-il un facteur dans la rupture qui va encore plus nourrir le désir de vengeance ?
Quand on est quitté, on fait face à une déception insurmontable. Et qu'est-ce que cette déception sinon le fait d'avoir trop idéalisé la personne que l'on aime ? Plus on est déçu, plus on veut se venger car on se rend compte qu'elle n'est pas aussi idéale que ce qu'on voulait croire. On veut lui faire payer de ne pas être cette personne. 

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ηλιακό ρολόϊ στο Δίον

Μεγάλη προσπάθεια καταβλήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες για τη σωστή μέτρηση του χρόνου.
Αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν δυο κατηγορίες οργάνων/μηχανισμών: τα υδραυλικά ρολόγια που είχαν κοινό πρόγονό τους την κλεψύδρα («κλέπτειν ύδωρ») και τα ηλιακά ρολόγια, που πρόγονό τους είχαν τον γνώμονα και τα σκιοθηρικά όργανα. Τον γνώμονα πρωτοκατασκεύασε ο Αναξίμανδρος, ενώ του πρώτου ηλιακού ρολογιού εφευρέτης και κατασκευαστής ήταν ο Απολλώνιος ο Περγαίος (από την Πέργη της Παμφυλίας), ο τρίτος σε αξία μαθηματικός της εποχής μετά τον Αρχιμήδη και τον Ευκλείδη.
Εκτός από τα ηλιακά ρολόγια ασχολήθηκε και με την κατασκευή υδραύλων, δηλαδή υδραυλικών μουσικών οργάνων που λειτουργούσαν με νερό. Διασώθηκαν 4 έργα του και χάθηκαν 17 (!)
Τα ηλιακά ρολόγια είναι η πιο διαδεδομένη ομάδα μηχανισμών και οργάνων της Ελληνιστικής περιόδου, αρχιτεκτονικά ευρήματα μοναδικά στο είδος τους παρά τη στατική μορφή τους. Αποτελούνταν από ένα γνώμονα που έριχνε τη σκιά του πάνω σ’ ένα σύστημα εγχάρακτων ενδείξεων που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάλημμα».Το ανάλημμα περιλάμβανε δυο καμπύλες : η πλησιέστερη προς το γνώμονα αντιπροσώπευε την άκρη της σκιάς την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου και είχε μικρότερο μήκος.
Η δεύτερη και πιο μακριά καμπύλη αντιπροσώπευε την πορεία της σκιάς την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου. Μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις δύο καμπύλες αντιπροσώπευε την διαδρομή της σκιάς στις ημέρες της ισημερίας και όριζε την κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Οι δυο καμπύλες συνδέονταν με γραμμές που σχημάτιζαν έντεκα ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία επέτρεπαν την ανάγνωση της ώρας.

Το κεντρικό τμήμα, στο οποίο έπεφτε η σκιά το μεσημέρι, προσδιόριζε τη διεύθυνση Βορρά-Νότου. Τα ηλιακά ρολόγια ήσαν τοπικής χρήσεως σ’ αντίθεση με τα μεταφερόμενα ηλιακά ρολόγια, που αποτέλεσαν εξέλιξή τους και χρησίμευσαν επί πλέον είτε ως αστρονομικά όργανα είτε ως ναυτικά.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Blandine Rinkel - Figaro Vox

En été, les réseaux sociaux rassemblent tous les cultes du moi. Qui d'y poster son selfie sur la plage de Paloma, qui sa géo-localisation à Oxford Circus et qui son panorama familial devant la Grande Muraille. La critique, en face, déplore la stérilité de ces échanges égocentrés. Elle soupire devant ces parades exhibitionnistes. Que l'égocentrisme soit synonyme de stérilité n'est pourtant pas donné: de Montaigne à Proust, c'est bien par des omnubilés du moi qu'ont été produites les oeuvres les plus universelles. Ce n'est donc pas de la montée des exhibitions qu'il faut s'alarmer, mais bien plutôt de la monotonie de ces exhibitions. Le moi, à l'ère de sa reproductibilité technique, est-il condamné au mimétisme?
Contre l'opinion courante qui condamne le réseau social pour incitation au narcissisme, rappelons qu'un outil n'est jamais ni dangereux ni stérile en lui-même: seul compte l'usage qu'on en fait. En dépit de tout les tort qu'on leur impute, les réseaux sociaux demeurent des réservoirs d'idées insoupçonnés, d'incomparables outils à

même de servir cette nouvelle intelligence qui est celle de l'hypertexte. Plutôt que de condamner Facebook, Twitter et autres Instagram dans un énième bâillement réactionnaire, intéressons-nous donc plutôt à leur usage ; le sentiment de stérilité inspiré par la toile sociale ne proviendrait-il pas moins des réseaux en eux-même que de l'utilisation homologue que certains de ses utilisateurs en font? Et si, pour le dire autrement, la limite de nos boites à avatars résidait moins dans cette «culture du narcissisme» (voire Christopher Lasch) qu'à la tendance de cette culture à, paradoxalement, dé-singulariser le moi, à parler de soi comme d'un autre?
Dans l'usage courant des réseaux, «je» parle souvent moins de moi que d'un certain soi, conforme et borné. Narcisse n'a plus de visage mais s'obstine pourtant, aux côtés de millions d'autres Narcisses défigurés, à adresser des oeillades à son reflet. Pulvérisant sur la toiles des selfies muets accompagnés de géo-localisations minimales, le moi devient celui de n'importe qui. Il se change en un soi générique: en un soi vidé. Dans le monde globalisé du tourisme likable, il ne s'agit plus tant de communiquer pour (se) découvrir que pour se couvrir. Des pelées de pixels identiques nous servent à boucher nos expériences singulières. Et le vacancier, homogénéisant sa représentation, d'unifier du même coup ses perceptions, ramenant l'exotique du voyage au familier des clichés touristiques.
Aucun moi n'est pourtant voué à devenir un un objet générique et reproductible. Les vacances ne sont pas condamnées à être celles d'un troupeau de siamois dans un paradis de cartes digitales. Pourquoi faudrait-il, à coups de clichés balnéaires baignant dans la fatigue des choses comprises, toujours ramener l'inconnu au connu?


«Je crois que tout homme doit avoir sur toute chose sur laquelle il est possible de se faire une opinion, écrivait Nietzsche dans Humain trop humain, une opinion propre, parce que lui-même est une chose spéciale, n'existant qu'une fois et qui occupe par rapport à toutes les autres choses une situation nouvelle, laquelle n'a jamais existé»: n'importe quelle vacance, traversée par cette «chose spéciale» qu'est l'homme, s'avère en ce sens être une «situation nouvelle», une expérience singulière digne d'être racontée et partagée. Dans ce monde des combinaisons illimités qu'est le monde virtuel, quittons donc la facilité des images identiques, ces simulacres de souvenirs produits à la chaîne. Au moi de copie, préférons l'original.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ο Sig Freud είπε...

Σε κάποια πελάτισσά του, μητέρα, όταν τον ρώτησε:" Μήπως γιατρέ μου δεν ήταν σωστό αυτό που είπα στον γιό μου...;"  -" Μην ανησυχείτε! Ό,τι και να πείτε, ό,τι και να κάνετε, είναι λάθος".

Αυτό δεν είναι μόνο ένα χαριτωμένο ευφυολόγημα. Κρύβει μεγάλο κομμάτι της αλήθειας για την σχέση ανάμεσα σε πολλούς γονείς με τα παιδιά τους.

Μια πολύ μεγάλη μερίδα γονιών δεν έχουν ασχοληθεί αυτογνωστικά, επομένως, ούτε έχουν αντιμετωπίσει αποτελεσματικά πολλά ψυχολογικά τους προβλήματα. Αυτά είναι φυσικό να παρεμβαίνουν στην ψυχική τους ζωή επηρεάζοντας την ποιότητα των σκέψεων, των επιθυμιών, των αποφάσεων και των επιλογών που κάνουν σε όλες τους τις σχέσεις, και στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους.

Πάρα πολλοί άνθρωποι γίνονται γονείς, για να μεταθέσουν, ασυνείδητα, το ασήκωτο για τους ίδιους υπαρξιακό βάρος -που έχει προκαλέσει η αδυναμία τους, ή η απροθυμία τους να αναλάβουν την προσωπική τους ευθύνη για την κατάσταση της ψυχικής, συντροφικής, σχεσιακής κι επαγγελματικής τους ζωής- στους απογόνους τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, βιώνουν ως "φυσιολογική" γονεϊκή φροντίδα την επικίνδυνα εξαρτητική σχέση με τα παιδιά τους, "ανασαίνοντας" υπαρξιακά την ψυχή και την ζωή των παιδιών τους, και αφαιρώντας τους το δικαίωμα της αυτόνομής τοποθέτησης στην δική τους σκέψη, επιθυμία και προσωπική ζωή.

Αναπόφευκτα, οι συγκεκριμένοι γονείς αυτογνωστικά «νυχτωμένοι», βιώνουν τον κυρίαρχο και ασφυκτικά απαιτητικό γονεϊκό τους ρόλο ως «φυσιολογικό». Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να επενεργούν με κάθε λόγο και πράξη τους στα "βλαστάρια" τους ως πηγή άγχους, δυσφορίας, και ψυχικής αποδιοργάνωσης.

Η παραπάνω αδιέξοδη σχέση μπορεί να σταματήσει μόνο εφόσον ο γονιός αποφασίσει να αναλάβει το μερίδιο της δικής του ευθύνης που αναλογεί στην ποιότητα της ζωής του, και δεσμευόμενος στην διαλεύκανση κι αντιμετώπιση των τραυμάτων του και των επιλογών, μέσω της προσωπικής του ψυχοθεραπείας, αποφορτίσει τα παιδιά του, επιτρέποντάς τα να αναζητήσουν και να βρουν το νόημα της δικής τους ζωής, δημιουργώντας τον εαυτό τους.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Σε μια περαστική - Μπωντλαίρ

Κάρολος Μπωντλαίρ, XCIII, Σε μια περαστική (1860)

O δρόμος γύρω μου εκκωφαντικός είχε βαλθεί να ουρλιάζει...
Ξάφνου, ψηλή, λεπτή, σε βαθύ πένθος, μ’ έκφραση πόνου μεγαλοπρεπή,
Πέρασε μια γυναίκα, που με χειρονομία λαμπρή
Αρμονικά ανασήκωνε τον κεντητό ποδόγυρό της `

Ευκίνητη κι ευγενική, με κνήμη πλαστική.
Κι εγώ, να πίνω, από ‘κείνη γαντζωμένος μανικά,
Μέσα στο μάτι της, γαλάζιο απαλό ή σπέρμα καταιγίδας,
Τη γλύκα που θαμπώνει και τη φονική ηδονή .

Μια λάμψη ...κι έπειτα η νύχτα ! - Φευγάτη ομορφιά
Όπου το βλέμμα σου μ’έκαμε αιφνίδια να γεννηθώ ξανά,
Δεν θα σε ξαναδώ παρά μονάχα στον αιώνα ;

Αλλού, πολύ μακριά από δω ! Πολύ αργά ! Ποτέ ίσως !
Αφού αγνοώ που έφυγες, δεν ξέρεις καν που πάω ,
Ω, πως θα σ’είχα αγαπήσει, ω , που τό γνώριζες εσύ!

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Άνθη του κακού. Στον αναγνώστη (1855)

Κάρολος Μπωντλαίρ
 
Βλακεία , σφάλμα , γλίστρημα κι απάτη
Φουντώνουν το φτωχό μυαλό και το κορμί παιδεύουν
Τις προσφιλείς μας ενοχές ως καλοτρέφουν
Καθώς ο ζήτουλας την ψώρα του τιμά..

Τα πάθη μας πεισμάτωσαν, μουδιάσαν οι μετάνοιες...
Για κάθε εξομολόγηση ζητάμε κι αμοιβή
Κι ευθύς αλαφρωμένοι μες τη λάσπη μας γυρνάμε
Με δάκρυα κούφια να ξεπλύνουμε την κάθε μας ντροπή.

Στο προσκεφάλι του κακού ο Σατανάς Τρισμέγιστος
Το μαργωμένο μας μυαλό γλυκοκοιμίζει
Τη θέλησή μας, μέταλλο του νου ακριβό, σαν άθλιο καπνό την εξατμίζει
Τι είν’ άπιαστος στις τέχνες του ο σπετσιέρης ο σοφός .

Σαν τον ακόλαστο αχόρταγa φιλιά τρυγώντας
σ’ αρχαίας πόρνης κρεμασμένοι το μαρτυρικό μαστό
Τις άνομές μας ηδονές ξεκλέβουμε περνώντας
Το ξεραμένο πορτοκάλι άγρια στίβοντας να βγάλει και χυμό.
 

Ο Διάολος κρατάει τα σχοινιά που μας ορίζουν!
Τα πιο αποκρουστικά μάς είναι άκρως ποθητά
Και κατεβαίνουμε στην Κόλαση βήμα το βήμα,
Ατάραχοι, κυλώντας μες στα σκότη που σαπίζουν.

Κι όμοια εκατομμύριο, μυρμηγκιά λεβίθες στριμωγμένοι,
Στο κουφιοκέφαλό μας στήνουν κολληγιά λαός ολάκερος Δαιμόνια
Κι ο θάνατος στην κάθε ανασαμιά μας στα πνευμόνια
Κλάματα σέρνοντας βουβά, αόρατο ποτάμι κατεβαίνει

Κι αν βιασμοί, φαρμάκια, μαχαιριές, φλόγες του εμπρησμού
Δεν χάραξαν ακόμη το εράσμιο σχέδιό τους
Στο άθλιο τσιτάκι του φτηνού μας ριζικού, είναι που,
Δυστυχώς! απ’ την ψυχή μας απολείπει το πλέριο θράσος του κακού.

Κι ωστόσο, ανάμεσα σ’ αυτές τις σκύλες, τα τσακάλια,
Μαϊμούδες, όρνια, φίδια, πάνθηρες αγριωμένους και σκορπιούς,
Τέρατα που ουρλιάζουν και βρυχώνται και συστρέφουν
Θρηνωδώντας, μες των παθών μας τους κλωβούς,

Ειν’ κι ένα, το χειρότερο, πιο μοχθηρό, το όντως αποτρόπαιο!
Κι αν δε χειρονομεί ούτε θεατρικά κομπάζει
Με μια του μόνο κίνηση μπορεί όλο τον κόσμο να ρημάξει
Τη γη να κάνει μια χαψιά σ’ ένα βαριεστημένο του χασμουρητό.

Ειν’ η βαρυθυμιά *μας! Το μάτι της ακούσια βουρκωμένο
Κρεμάλες νείρεται καπνίζοντας την πίπα του αφιονιού
Την ξέρεις αναγνώστη μου καλά τη λεπτεπίλεπτη εικόνα του θεριού
Συ αναγνώστη υποκριτή – όμοιέ μου – εικόνα του αδερφού !

«Τόσο το χειρότερο για τον αναγνώστη, αν του λείπει η φιλοσοφική και θρησκευτική σκευή που του είναι απαραίτητη για να κατανοήσει τα ποιήματά μου.» Σ. Μπωντλαίρ .*Ennui, στον Σ.Μπ. με τη θεολογική έννοια ήγουν αμαρτία και τύψεις

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

O σκοπός της ψυχοθεραπείας

ΕΝΔΟΧΩΡΑ και ΟΜΑΔΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
Πολλοί νομίζουν πως σκοπός της ψυχοθεραπείας είναι η ίαση. Αυταπατώνται.

Σκοπός της ψυχοθεραπείας είναι η αλλαγή, η ωρίμανση, η προσωπική μας ανάπτυξη....

Οι άνθρωποι έχουμε μια εγγενής τάση προς την ωρίμανση και την αυτοεκπλήρωση.
Όλοι μας έχουμε ανάγκη να αισθανόμαστε απαραίτητοι και χρήσιμοι.
Να αισθανόμαστε πως έχουμε αξία και αυτό το βλέπουν οι άλλοι.

Ο άνθρωπος δεν είναι ο εαυτός του.
Είναι ο εαυτός του μέσα στις σχέσεις του.
Δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας έξω από τις σχέσεις μας.

Πολλοί προσπαθούμε να διαχειριστούμε τις σχέσεις μας, αντί να συνδεθούμε μαζί τους.
Όμως, αν δεν συνδεθώ με τον άλλον, δεν μπορώ να συνδεθώ ούτε με τον εαυτό μου.
Συνδέομαι σημαίνει βιώνω. Όχι φυλακίζομαι.
Αυτό που η ομάδα επιτυγχάνει είναι ότι δίνει τη δυνατότητα να βιωθούν συναισθήματα που ήταν απωθημένα ή παραμερισμένα.
Η ομαδική ψυχοθεραπεία βοηθά να εκφραστούν όλα όσα μας δυσκολεύουν στη σχέση μας με τους άλλους δίνοντάς μας την δυνατότητα μιας επανορθωτικής εμπειρίας.
Όλη μας η ζωή είναι αλληλεπίδραση. Έτσι και η ομάδα. Είναι ένας μικρόκοσμος στον οποίο αλληλεπιδρούμε.
Τα μέλη μιας ομάδας ζουν καθοριστικές εμπειρίες ζωής.
Αποβάλλουμε τα προσωπεία που μας δυσκολεύουν να υπάρχουμε με τους άλλους.
Γνωριζόμαστε βαθιά και ουσιαστικά παρόλο που περνάμε μόνο λίγο χρόνο μαζί.
Μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε την προσωπική μας αξία.
Εκφράζουμε τον εαυτό μας.
Μας συναντάμε.
Όταν ένας άνθρωπος σταματά να φοβάται τον εαυτό του, τότε ξέρει και πως να τον φροντίζει.
Με έναν εαυτό φίλο και συνοδοιπόρο μπορώ να πάω οπουδήποτε θελήσω.