Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud

 «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»  08.02.2018

    Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud: «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»Freud - Η Ευχή
    «Στην πραγματικότητα, δεν είμαι ούτε επιστήμονας ούτε ερευνητής ούτε ένας πειραματιστής ούτε καν στοχαστής. Από τη φύση μου είμαι μονάχα ένας κονκισταδόρος, ένας εξερευνητής, αν προτιμάς αυτό τον όρο, κι έχω όλη την περιέργεια, την τόλμη, την επιμονή που χαρακτηρίζει το είδος τούτο των ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, δεν αναγνωρίζεται η αξία τους παρά μονάχα όταν πετύχουν, όταν ανακαλύψουν κάτι το ουσιαστικό: διαφορετικά παραμερίζονται» -«Γράμμα στον Φλις» (1900)
    Πενήντα  οκτώ χρόνια ματά το θάνατό του, η «ενεργός απουσία» του ιδρυτή της ψυχανάλυσης εξακολουθεί να ταράζει, να προκαλεί, να απωθεί. Ο πόθος του πραγματοποιήθηκε. Κατάφερε να «πετύχει». Να μείνει στην Ιστορία ως κονκισταδόρος, μεγάλος εξερευνητής του πλανήτη της ψυχής, να χαράξει ανεξίτηλα τη φυσιογνωμία του 20ού αιώνα. Κι όμως η επιφύλαξη και η καχυποψία ούτε στιγμή δε σταμάτησαν να υπονομεύουν την αξία και τη σημασία του έργου του.
    Όταν το 1895 παρουσιάζει μαζί με τον Breuer τις «Μελέτες πάνω στην υστερία», οι συνάδελφοί του θα αποκαλέσουν τη θεωρία για την ψυχογένεση των νευρώσεων «αντιεπιστημονικό παραμύθι». Ένα «παραμύθι» συγκλονιστικό, αλλιώτικο, που στην εποχή εκείνη παρήγαγε ενεργά έως σήμερα ερωτήματα.
    -Είναι δυνατόν να έχουν κάποιο νόημα οι α-νόητες φαντασιώσεις των υστερικών γυναικών;
    -Είναι δυνατόν διάφορα συμπτώματα, όπως η ανορεξία, η αναισθησία του δέρματος, οι παράλογοι φόβοι, η παράλυση, η αφωνία, να οφείλονται σε σεξουαλικά τραύματα της πρώτης παιδικής ηλικίας;
    -Είναι δυνατόν το σώμα να θυμάται;
    -Είναι δυνατόν το «αθώο παιδί» να είναι ένα «πολύμορφα διεστραμμένο πλάσμα»;
    -Είναι δυνατόν αιμομεικτικές, επιθετικές τάσεις να συνδέουν το παιδί με τα γονεϊκά πρότυπα;
    -Είναι δυνατό το άναρχο και άχρονο ασυνείδητο να επιβάλλει τους όρους του σε ένα ταπεινό και περιχαρακωμένο Εγώ;
    -Είναι δυνατόν στενές συγγένειες να συνδέουν το φυσιολογικό με το παθολογικό;
    Είναι δυνατόν οι παντοδύναμες ορμές του Έρωτα και του Θανάτου να προδιαγράφουν την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης;
    Ο Freud θα αναλώσει όλη τη ζωή του προσπαθώντας να υπερασπιστεί αυτές τις τρεις λέξεις: «Ναι, είναι δυνατόν». Το γνωρίζον υποκείμενο, οχυρωμένο μέσα στον πύργο της συνείδησης, δέχεται ένα θανάσιμο ναρκισσιστικό πλήγμα. Η αξιοπιστία μια μακροχρόνιας παράδοσης ορθολογιστικής σκέψης κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
    Εδώ κι έναν αιώνα η σκέψη του Freud ακατάπαυστα υπενθυμίζει ότι το άτομο δεν είναι κυρίαρχο της γνώσης για το είναι του. Ότι το υποκείμενο δεν είναι υπο-κείμενο της συνείδησής του. Ότι μια ετερότητα, που ονομάζουμε ασυνείδητο και απαρτίζεται από στοιχεία αλλότρια και ξένα, στη συνείδησή μας κατοικεί.
    Κι όμως πίσω από την απομυθοποίηση και την κατάρρευση της παντοδυναμίας της συνείδησης το υποκείμενο επανέρχεται. Είναι οι φωτεινές διαρροές στην απαισιοδοξία του Freud.
    Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι. Υπάρχει ένα ζητούμενο, υπάρχει ένας στόχος ικανός να καταξιώσει τελικά την περιπέτεια της ριγμένης-εκεί-ύπαρξης: «Εκεί που είναι το Αυτό να γίνει Εγώ». Ίσως η πιο μεστή νοήματος φράση του Freud.
    Στην αυγή του 21ου αιώνα, μέσα από τα πισογυρίσματα της Ιστορίας, τη χρεοκοπία του ορθού λόγου, την αίσθηση μιας γενικευμένης απελπισίας και ανημποριάς που περιβάλλει το άτομο, η φράση αυτή αποβαίνει αλλιώς σημαντική. Μια προτείνει μια διαφορετική γνώση του εαυτού μας. Μια γνώση που αναγνωρίζει την ετερότητα που μας κατοικεί.
    Μια μαγική φράση που αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός, εστω, σχετικά αυτόνομου ατόμου, ικανού να στοχάζεται πάνω στις επιθυμίες και τις ενορμήσεις του. Να μην κατακλύζεται από αυτές, να μην τις λογοκρίνει, αλλά να μπορεί στοχαστικά να αποφασίσει αν θα τις πραγματοποιήσει.
    Είναι άραγε ουτοπία; Δεν ξέρω. Είναι σίγουρα μια ευχή που αφήνει πίσω του ο Freud. 
    Φωτεινή Τσαλίκογλου, «Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής», Freud, εκδόσεις Καστανιώτη -απόσπασμα

    Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία

    Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε.

    Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης.

    «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.

    Παρ'όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:

    «Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου».

    Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες.

    Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». [...]

    «Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη.

    Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

    Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα.

    Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:

    «Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». [...]

    Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;

    Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης.

    Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό.

    Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. [...] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία, Εκδόσεις «Αρμός»

    Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

    Αόρατη Κλωστή


    Από όλες τις θαυμαστές εκκεντρικότητες που έχει εξερευνήσει μέχρι στιγμής το σταθερά συναρπαστικό έργο του Πολ Τόμας Άντερσον, η αγάπη ίσως να παραμένει η πιο αχαρτογράφητη. Γιατί αν κάτι εξετάζει με παιγνιώδη διάθεση η «Αόρατη Κλωστή», αυτό δεν είναι άλλο από τα ανεξερεύνητα μυστήρια της ερωτικής έλξης ανάμεσα σε δυο ανθρώπους και τα όρια που είναι διατεθειμένοι να υπερβούν για χάρη της.
    Μόνο που στην περίπτωση της νέας ταινίας του Άντερσον, ο σχεδιαστής υψηλής ραπτικής ήρωας και η βοηθός και ερωμένη του, μια σερβιτόρα την οποία ανακαλύπτει και αναγορεύει γρήγορα σε μούσα του, δεν είναι δυο οποιεσδήποτε περιπτώσεις ανθρώπων. Ένα αθέατο νήμα ενώνει τις τύχες τους σε ένα βασανιστικό και απρόβλεπτης κατάληξης ρομάντζο που εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον στα πολυτελή δωμάτια-κελιά ενός μεγαλοαστικού σπιτιού στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, εκεί όπου o Ρέινολντς Γούντκοκ αποκτά περίοπτη θέση τον κόσμο της μόδας και ταυτόχρονα γίνεται δέσμιος της μοιραίας αδυναμίας του να διακρίνει τον απαραίτητο διαχωρισμό ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη.
    Η Άλμα, όπως είναι το όνομα της αρκετά νεαρότερης προστατευόμενής του, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μια ακόμη προσθήκη σε μια μακρά (όπως υποψιαζόμαστε) λίστα με πρόσκαιρες κατακτήσεις του μονομανούς σχεδιαστή ο οποίος μαγνητίζει την πελατεία του με την ίδια ευκολία που καταδυναστεύει τον εαυτό του και τους άλλους εξαιτίας της τελειομανίας και των ψυχαναγκασμών του.
    Ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.
    Φυσικά τίποτα ανησυχητικό δεν διαφαίνεται εξαρχής στο αριστοκρατικό παράστημα και την ευγενική παρουσία του ορκισμένου εργένη. Αυτός είναι και ο λόγος που η Άλμα ανταποκρίνεται ευθύς στο κάλεσμά του. Δεν περνάει καιρός, παρ' όλα αυτά, μέχρι να βρεθεί εγκλωβισμένη, υπομονετικός αποδέκτης της συναισθηματικής ακαμψίας του και αντιμέτωπη με τα αμείλικτα βλέμματα που της ρίχνει η παγερή αδερφή του, Σίριλ, έως ότου βρει την πολύτιμη χαραμάδα μέσα από την οποία θα καταφέρει τελικά να διαπεράσει τον απροσπέλαστο μέντορά της.
    Με έναν εκπληκτικό έλεγχο στην αφήγησή του, στις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων του και στους ρυθμούς, που συχνά δίνουν την εντύπωση ότι παρακολουθούμε ένα ψυχολογικό θρίλερ, ο Άντερσον αφήνει για λίγο τον θεατή να μαντεύει αν η ταινία θα καταφύγει στο προφανές: θα ασχοληθεί με τη σύγκρουση δυο γυναικών για την καρδιά του ίδιου άντρα ή θα εξιστορήσει την ευτυχή κατάληξη μιας δύσκολης αγάπης;
    Επειδή όμως η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων, έτσι και ο Άντερσον ξεδιπλώνει με φοβερή ακρίβεια και ηδονή το σύνθετο εσωτερικό των χαρακτήρων του, καθοδηγώντας την πλοκή του μέσα στις αμφισημίες τους, τις ψυχολογικές γκρίζες ζώνες τους και την βεβαιότητα ότι τίποτα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται.
    Με ξεκάθαρες αναφορές στο σινεμά του Άλφρεντ Χίτσκοκ (ίσως δεν είναι και τυχαίο που η βασική ηρωίδα έχει δανειστεί το όνομά της από τη σύζυγο του Βρετανού σκηνοθέτη), ο Άντερσον κλείνει ευπρόσδεκτα το μάτι στη «Ρεβέκκα», με την επικριτική φιγούρα της δεσποτικής Σίριλ (Λέσλι Μάνβιλ) να θυμίζει την βλοσυρή κυρία Ντάνβερς, και παραπέμπει ευθέως στις «Υποψίες» με την εκπληκτική σκηνή-κλειδί που κορυφώνει το φιλμ (και δεν γίνεται να αποκαλύψουμε εδώ). Στην ουσία όμως εμπνέεται από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», τις επικίνδυνες συνέπειες που επιφέρει η ανθρώπινη εμμονή και τον τρόπο με τον οποίο ένας άντρας καταλαμβάνεται από την ιδέα του να σμιλεύσει την ταυτότητα μιας γυναίκας όπως αυταρχικά εκείνος επιθυμεί.
    Η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων
    Παρά τις αναφορές στο Χίτσκοκ, ωστόσο, ή στις υπόγειες συνδέσεις που ενώνουν την ταινία αυτή με προηγούμενες δημιουργίες του Άντερσον όπως το «Master», το «Θα Χυθεί Αίμα» και το «Χτυπημένος από Έρωτα», η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα σύμπαν από μόνη της. Όπως όλες οι ταινίες του Αμερικανού δημιουργού, έτσι κι αυτή χτίζει έναν ολότελα δικό της κόσμο και τον κατοικεί μέχρι τα πέρατά του, μαζί με τους αλλόκοτους ενοίκους του, τα πάθη και τις παράνοιές τους.
    Εκεί παρασύρει δεξιοτεχνικά και το κοινό της, αφήνοντάς το να παρακολουθήσει από προνομιακή θέση αρχικά ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας και επικράτησης, στη συνέχεια την τυραννία που ασκεί ένα αδηφάγο καλλιτεχνικό δαιμόνιο και εν τέλει μια αναπάντεχη παραλλαγή πάνω στο μύθο της εξημέρωσης του κτήνους, του εξανθρωπισμού ενός μοναχικού και ψυχωτικού πλάσματος από ένα άφοβο θηλυκό το οποίο αντιλαμβάνεται ότι κάθε σχέση, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να αναγνωρίζει και να αντιστέκεται στα δηλητήριά της.
    Με τον Τζόνι Γκρίνγουντ να συνθέτει την ωραιότερη μουσική του υπόκρουση σε ταινία ως τώρα, τον Μαρκ Μπρίτζες να μεγαλουργεί στον σχεδιασμό κοστουμιών, το σενάριο να «κεντάει» στα πρόσωπα και στους διαλόγους, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις να παραδίδει άλλη μια αξέχαστη φιγούρα σαγηνευτικού διαβόλου και τη νεοφερμένη Βίκι Κριπς να στέκει επάξια δίπλα του ως η ερμηνεία-αποκάλυψη του φιλμ, η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.  Λουκά Κατσίκα

    Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

    Λουίζε φον Σαλομέ

    Γεννημένη στη Ρωσία το 1861, από μητέρα γερμανικής καταγωγής και πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του Τσάρου,η Λουίζε είχε δική της μοίρα. Ζώντας σε αυστηρή οικογένεια κατά τα ήθη της εποχής, έσπασε τον κλοιό της και στράφηκε σε σπουδές Θεολογίας, Ιστορίας της Τέχνης και Φιλοσοφίας. Παντρεύτηκε τον καθηγητή Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών Φρίντριχ Καρλ Αντρέας στη Γοτίγγη, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της. Εντούτοις, η φιλολογία περί του προσώπου της οφείλεται κατά μέγα μέρος στην ισχυρή της θηλυκή παρουσία, και κυρίως στη συναναστροφή της με πρόσωπα που άλλαξαν τον τρόπο του σκέπτεσθαι στην Ευρώπη: Νίτσε, Φρόυντ, Ρίλκε, Μπούμπερ κ.λπ. Ο Νίτσε έγραψε για τη Λου: «Δεν έχω γνωρίσει ακόμη κανέναν ο οποίος θα ήξερε να αντλεί από τις εμπειρίες του ένα τέτοιο πλήθος αντικειμενικών απόψεων, κανέναν ο οποίος θα είχε την ικανότητα να εξάγει τόσο πολλά από όλα τα μεμαθημένα (...) Η Λου είναι ο πέραν του μέτρου ευφυέστερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει (...) Για μένα προσωπικά η Λου είναι ένα αληθινό εύρημα της τύχης, εκπληρώνει όλες τις προσδοκίες μου. Δεν είναι εύκολα δυνατό να είναι δύο άνθρωποι περισσότερο συγγενείς απ’ ό,τι εμείς οι δύο (...) Αυτή είναι κατά εκπληκτικό τρόπο προετοιμασμένη ακριβώς για τον δικό μου τρόπο σκέπτεσθαι και των ιδεών μου». Στο βιβλίο του Μάριο Λέις που πρόσφατα κυκλοφόρησε (Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του, Μελάνι) προφανώς η στάση του Νίτσε –που ήταν συφιλιδικός και πάντα αποτύγχανε με τις γυναίκες- απέναντι στη Λου είχε δραματικό χαρακτήρα. Έφτασε, μάλιστα, να γράψει γι’ αυτήν: «Αυτή η κοκαλιάρα, βρομερή, ελεεινή μαϊμού με τα στραβά στήθη!». Αντίθετα, οι σχέσεις της Λου με τον Φρόυντ και τον Ρίλκε ήταν πιο ομαλές, μάλιστα ο δημιουργός της ψυχανάλυσης τη βοήθησε να στραφεί προς τον δικό του προσανατολισμό και ν’ αφήσει σημαντικά κείμενα.   Είχε, λοιπόν, η Λου πραγματική δημιουργική φλέβα ή επαινέθηκε πάντα για αρετές που δεν ταυτίζονταν με τη συγγραφική της παραγωγή; Το βασικό στοιχείο που την τύλιγε μυθιστορηματικά και τη σφράγιζε ως μοιραία γυναίκα δεν ήταν άλλο από τον έρωτα. Αν λάβουμε υπόψη μας τα ήθη του 19ου αιώνα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αυτή η Ρωσίδα (περίπου σαν ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι) συνάρπαζε τους άνδρες τόσο με την εμφάνισή της όσο και την ευφυΐα της. Στο δοκίμιο που τιτλοφορείται Σκέψεις για το πρόβλημα του έρωτα, η Λου καταγίνεται ευθέως με την ανάλυση του ερωτικού ζεύγους, με ένα πρόβλημα δηλαδή που την αφορούσε απολύτως - τόσο την ίδια όσο και τους υποψήφιους εραστές της. «Στην αγάπη», γράφει, «μας καταλαμβάνει μια ορμή του ενός προς τον άλλον που δεν μοιάζει με τίποτε ακριβώς, καθότι κάτι νέο, ξένο, κάτι που προαισθανθήκαμε και ποθήσαμε, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, δίνει γι’ αυτό την πρώτη ώθηση - τίποτε από το γνωστό μας, οικείο περιβάλλον με το οποίο έχουμε από καιρό αναμειχθεί, το οποίο απλώς επαναλαμβάνει εμάς τους ίδιους. Γι’ αυτό φοβάται κανείς πάντα το τέλος μιας ερωτικής μέθης, ευθύς ως δύο άνθρωποι γνωριστούν πολύ καλά και χαθεί η τελευταία γοητεία του νέου. Και γι’ αυτό οι απαρχές μιας ερωτικής μέθης, με τον αβέβαιο και τρεμουλιαστό φωτισμό με τον οποίο αρχίζει, έχουν όχι μόνο μιαν ανείπωτη γοητεία ως ίδιο χαρακτηριστικό αλλά και μια δύναμη που διεγείρει ιδιαιτέρως γόνιμα, που συγκλονίζει βαθιά ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου, που θέτει ολόκληρη την ψυχή σε κραδασμό, έτσι που με δυσκολία πια εξαλείφεται αργότερα. Βέβαιον είναι ότι από τη στιγμή που το αγαπημένο αντικείμενο επιδρά επάνω μας ως απείρως γνωστό και συγγενές και οικείο και ουδόλως -σε κανένα σημείο πλέον- ως ένα σύμβολο ξένων δυνατοτήτων και δυνάμεων ζωής, η αληθινή ερωτική μέθη φτάνει στο τέλος της».       Η Λου «κατακτούσε» τους άνδρες χωρίς να αφήνεται να κατακτηθεί. Αυτή ήταν η δύναμή της, η πηγή της γοητείας της και πιθανώς το κρυφό της τραύμα. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι αρχίζοντας τις αναλύσεις του ερωτικού ζεύγους πηγαίνει κατευθείαν στη σαρκική πράξη παρά στην ψυχική έλξη που χαρίζει ευτυχία και ενίοτε τρελαίνει. Αποδέχεται βέβαια ότι οι ερωμένοι έχουν ανακαλύψει τον εαυτό τους με επικίνδυνο τρόπο, οπότε ακολουθεί μια περίοδος βαθιάς συμπάθειας, με τη διαφορά φυσικά ότι αυτή η διάθεση διαφέρει ριζικά από την προηγούμενη κατάσταση. Εξαιρετική είναι η παρατήρησή της ότι όταν η ερωτική «μέθη» καταλήγει σε φιλία, οι εραστές συνειδητοποιούν ότι η ερωτική διέγερση δεν ήταν κάτι το ομοιογενές μ’ εμάς, απεναντίας τα νεύρα μας συγκλονίζονταν απέναντι σε έναν ξένο κόσμο ο οποίος αποκλείει την οικειότητα. Έχουμε, δηλαδή, τον «πόλεμο των φύλων», που θα γεννήσει πελώρια φιλολογία και θα ερμηνεύσει το ερωτικό ζεύγος τόσο ως ρομαντική απολυτότητα όσο και ως υποχρεωτικό καθήκον του γάμου που φέρνει στον κόσμο τους απογόνους. Τυχαία μήπως η Λου θυμάται τη φοβερή –για την εποχή- φράση του Σαμφόρ: «Ο έρως δεν είναι τίποτε άλλο από συγχρωτισμός δύο επιδερμίδων». Η Λου απαριθμεί και αναλύει όλες τις μορφές ερωτικής συνάντησης που βίωσε: έρως άνευ ανταποκρίσεως, έρως παράφορος που καταλήγει σε άγρια μοναξιά, έρως με απογόνους ή χωρίς απογόνους, ευτυχία μέσω διπλασιασμού, ερωτική μέθη και ερωτική δυστυχία. Ειδική δύναμη έχουν κάποιες αιφνίδιες περιγραφές της ερωτικής πληρότητας που αποσπούν λυρικές ομολογίες από τη Ρωσίδα πρωθιέρεια του έρωτα. «Κάθε έρωτας φέρνει ευτυχία, ακόμη και ο πλέον άτυχος. Η σοβαρότητα αυτής της ρήσης πρέπει να γίνει κατανοητή εξ ολοκλήρου χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο αγαπημένος άλλος, απλώς ως ευτυχία του καθαυτό έρωτα, ο οποίος στην εορταστική του αναστάτωση ανάβει έως την πιο κρυφή γωνιά του Είναι μας εκατοντάδες φωτεινά κεριά, των οποίων η λάμψη καταυγάζει όλα τα πραγματικά αντικείμενα». Η Λου συγκρίνει αυτή την κατάσταση με το παιδί που βυθίζεται στην αρχέγονη ταύτιση σώματος και πνεύματος κυριαρχούμενο από την προίκα μιας ιδιοφυΐας που, ενώπιον του απίθανου κόσμου, εκφράζεται με μιαν αφελή κωλοτούμπα. Έρως, γράφει, σημαίνει το εξής: «Να ξέρουμε κάποιον του οποίου το χρώμα πρέπει να παίρνουν τα πράγματα, αν θέλουν να φτάσουν πλήρως ως εμάς, ούτως ώστε να παύουν να είναι αδιάφορα ή φοβερά, ψυχρά ή κενά, και ακόμη και τα πλέον απειλητικά ανάμεσά τους, όπως τα κακά ζώα, με την είσοδό τους στον κήπο της Εδέμ, να πέφτουν εξημερωμένα στα πόδια μας». Ο εαυτός του ερωτευμένου είναι, άραγε, κάτι που ποδοπατείται ανεξέλεγκτα ή, αντίθετα, αποτελεί τη βαθιά οικονομία της ψυχής, η οποία μπορεί να γεννά την απελπισία του προδομένου ή την εσωτερική καρποφορία και ομορφιά; Η Λου συμπεραίνει με αίσθημα μεγαλείου: «Μόνον όποιος μένει πλήρως ο εαυτός του είναι κατάλληλος να αγαπιέται διαρκώς, επειδή μόνον αυτός μπορεί στη ζωντανή πληρότητα να συμβολίζει για τον άλλον τη ζωή, μόνον αυτός μπορεί να γίνει αισθητός ως μια δύναμή της». Και συνεχίζει απαριθμώντας τα σφάλματα του έρωτα: φοβισμένη προσαρμογή, αμοιβαία τριβή, ατέλειωτες αμοιβαίες υποχωρήσεις, συνύπαρξη για πρακτικούς λόγους. Ως εκ τούτου, μετά από μια μακρά ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη, όταν ο θάνατος χωρίζει ένα ερωτικό ζεύγος, ο επιζών αρχίζει αίφνης να ξανανιώνει κατά έναν τελείως καινοφανή τρόπο. Με απλά λόγια, γίνεται άλλος άνθρωπος, διότι απελευθερώνει την εσωτερικότητά του. Ειδικά η γυναίκα, μετά τον θάνατο του συζύγου, ανακαλύπτει ότι είχε υποβιβαστεί σε απλό «ήμισυ». Οι θλιμμένες χήρες βιώνουν μιαν όψιμη άνθιση της καταπιεσμένης τους οντότητας. Εκεί που το ζεύγος έλεγε «εμείς» αντί για «εγώ», τώρα το εγώ της επιβιωσάσης γνωρίζει μια φοβερή περίοδο εγωμανίας.   Ασφαλώς η Λου δεν αναδείχτηκε μόνο σε θεωρητικό του έρωτα. Οι σπουδές της, οι συναναστροφές της με ιδιοφυείς συγγραφείς, την έστρεψαν σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Έχουμε και λέμε: Οι γυναικείες μορφές του Χένρικ Ίψεν (1892), Ο Φρίντριχ Νίτσε μέσα από τα έργα του (1894), Δημιουργία του Θεού (1892), Το πρόβλημα του Ισλαμισμού (1994), Ιησούς ο Ιουδαίος (1895), Περί του θρησκευτικού συναισθήματος (1898), Θρησκεία και Πολιτισμός (1898), Ο εγωισμός στη θρησκεία (1899), Βασικές μορφές της τέχνης (1899), Περί του πάθους στην τέχνη (1899), Η ψυχοσεξουαλικότητα (1917), Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1928), Το ευχαριστώ στον Φρόυντ (1931). Η στροφή της προς την ψυχανάλυση και η γνωριμία της με τον Φρόυντ αποτέλεσε, όπως τονίζουν οι βιογράφοι της, ένα νέο στάδιο έρευνας και δημιουργικότητας, που απέσπασε τα εγκώμια του Φρόυντ. Το 1931 γράφει ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης: «Αγαπητή Λου, βέβαια δεν έχει συμβεί συχνά να έχω εκφράσει τον θαυμασμό για μια ψυχαναλυτική εργασία αντί να την επικρίνω. Αυτό πρέπει να το κάνω αυτήν τη φορά. Είναι το πιο ωραίο που έχω διαβάσει από σας, μια αθέλητη απόδειξη της υπεροχής σας υπεράνω όλων μας, αντίστοιχη του ύψους, από το οποίο έχετε κατέλθει σ’ εμάς. Είναι μια γνήσια σύνθεση, όχι η ανόητη, θεραπευτική των αντιπάλων μας, αλλά η γνήσια, επιστημονική, στην οποία θα μπορούσε κανείς να έχει εμπιστοσύνη...».   Εγκαρδιότατα ο δικός σας Φρόυντ Πηγή: www.lifo.gr

    Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

    Χ. Μπροχ - Οι υπνοβάτες


    Οι υπνοβάτες συνέρχονται μόνο όταν συγκρουστούν σε τοίχο. 

    Οι κοινωνικές υπνώσεις θεραπεύονται όταν εκτεθούν σ έναν θανάσιμο κίνδυνο που θα επαναφέρει τη λογική. Ιστορικά, οι κοινωνίες που είχαν εκτεθεί, επανήλθαν μετά από πόλεμο ή κάποια άλλη καταστροφή...

    Αλήθεια, τι είχε στο μυαλό του ο Χέρμαν Μπροχ όταν συνέθετε την εμβληματική τριλογία του; Η αφηγηματική πορεία του μνημειώδους έργου του οδηγεί με στοχευμένα βήματα από την πεζογραφία στην ποίηση και στο πυκνό δοκιμιακό λόγο

    Η λογοτεχνία στοχάζεται κι εδώ όπως και σε όλες τις μεγάλες στιγμές της. Αν προσπαθήσει κανείς να ερμηνεύσει τον γενικό τίτλο, θα πρέπει να αποφλοιώσει το κέλυφος της ειρωνείας μέσα στο οποίο είναι τυλιγμένος. 

    Ο Αυστριακός συγγραφέας οραματίζεται το δυσοίωνο μέλλον των μακάριων αστών του μεσοπολέμου. Σ’ έναν αιώνα υποτιθέμενου παραδείσου προβάλλει ο βιβλικός Αρμαγεδδών, τα σημάδια είναι πρόδηλα, απλώς οι άνθρωποι υπνοβατούν μες στην καθημερινότητά τους.


    Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

    Ρ. Μούζιλ - Τρεις γυναίκες


    http://s.kathimerini.gr/resources/2018-01/edvard_munc1-thumb-large.jpg«Αποχωρισμός», έργο του Εντβαρντ Μουνκ.
    μτφρ. : Γιώργος Κεντρωτής - Το «Μεταίχμιο» επανακυκλοφορεί τις τρεις νουβέλες του μεγάλου Αυστριακού μυθιστοριογράφου. Σε ώριμη ηλικία, 44 ετών ο Μούζιλ συνέγραψε τις τρεις νουβέλες που τιτλοφόρησε «Γκρίτζα, Πορτογαλίδα και Τόνκα».


    Eγραψε τις «Τρεις γυναίκες» έξι χρόνια μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεκατρία από την προηγούμενη δημοσίευση δικού του πεζού κειμένου. Ο πόλεμος, ο άνδρας που έχει ζήσει για πολλά χρόνια εκτός σπιτιού, η αναζήτηση της ανδρικής ταυτότητας μέσα από την πολεμική ρουτίνα είναι στοιχεία που καταγράφονται στις νουβέλες.
    Και στις τρεις ιστορίες οι ήρωες είναι άνδρες, στο πρόσωπο των οποίων μάλλον καθρεφτίζεται ο συγγραφέας. Αυτό που φαίνεται να τον απασχολεί και στη ζωή του είναι η συνεχής διαπραγμάτευση του αρσενικού με το θηλυκό. Ο Μούζιλ, που αναζήτησε τροφή στην ανάγνωση ψυχολογίας και ψυχανάλυσης –ήταν εξοικειωμένος με τα έργα του Φρόιντ και άλλων ψυχαναλυτών–, αναγορεύθηκε το 1908 διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, της Φυσικής και των Μαθηματικών. Στο έργο του αναδεικνύονται τα ενδιαφέροντά του, διότι οι ιστορίες δεν είναι μόνον ερωτικές, είναι καταδικασμένες ιστορίες, ιστορίες αμαρτωλές, κρυφές, απονενοημένες, με ένα σωματικό πάθος κυρίαρχο, καθώς το μοτίβο από την αρχή έως το τέλος παραπέμπει σε ονειρική διαδικασία που οδηγεί στον θάνατο.
    Ο Μούζιλ ενδιαφέρεται για την αντρική ψυχή. Ο άνδρας είναι ο ήρωάς του, το επίκεντρο των ιστοριών του. Ο Χόμο, ο Φον Κέτεν και ο εφευρέτης, γιος αξιωματικού, είναι άνδρες που αναζητούν το πάτημα στον κόσμο μέσα από την εξερεύνηση, τη διαφυγή, τον κόσμο των ανδρών. Το αίμα τους βράζει και οι γυναίκες φαίνεται να διαδραματίζουν δεύτερο ρόλο, υποδεέστερο στην άσκηση επιρροής τους. Είτε είναι παντρεμένοι είτε όχι, αναζητούν σαν μικρά παιδιά μια γη να κατακτήσουν.
    Οι γυναίκες έχουν τον ρόλο είτε της αναγκαστικής συμβίωσης είτε περισσότερο της σαρκικής απόλαυσης. Εκτός από την Πορτογαλίδα, οι γυναίκες είναι υποτιμημένες εκ πρώτης. Τελικά όμως όλες οι κεντρικές ηρωίδες έχουν το εξής κοινό: αλλάζουν τον ρουν της ιστορίας, τον ανδρικό κόσμο, ανατρέπουν τη ζωή αλλά και τον θάνατο με την παρουσία τους, σιγά σιγά, υπόγεια, χωρίς επιβολή αλλά μοιραία.
    Οι γυναίκες στις ιστορίες του Μούζιλ δίνουν το σώμα τους, προκαλούν τη φύση, είναι απλές, καταδεκτικές, ταπεινές, λιγομίλητες αλλά καθοριστικές. Οι άνδρες καταρρέουν ή ξαναγεννιούνται χάρη στην ύπαρξη αυτών των γυναικών. Το αντίθετο δεν συμβαίνει. Επηρεασμένος από την αναζήτηση ενός θηλυκού κόσμου, ίσως στο τέλος ενός καταστροφικού πολέμου, ο Μούζιλ εμπιστεύεται τις μυστικιστικές δυνάμεις της θηλυκότητας. Δείχνει ότι ένας άνδρας δεν μπορεί να βρει τον δρόμο του, αν δεν υπάρξει μια κομβική ένωση με μια γυναίκα που νιώθει και καταλαβαίνει –ασυνείδητα ίσως– περισσότερα από αυτόν για αυτόν.

    Και στις τρεις ιστορίες οι γυναίκες εμφανίζονται ως πλάσματα ανοίκεια, εξωτικά, προερχόμενα από τη γη και το δάσος. Η γυναικεία δύναμη κρύβεται στον ερωτισμό της, στη σεξουαλικότητά της, μιας γυναικείας σεξουαλικότητας όχι με την έννοια που η δυτική κοινωνία αποτυπώνει αισθητικά. Η σεξουαλικότητα στις «Τρεις γυναίκες» έχει να κάνει με την αποστολή. Και σύμφωνα με τον Μούζιλ, μόνο μια γυναίκα μπορεί να ξέρει ποια είναι η αποστολή του άνδρα που αγάπησε.

    Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

    Caryl Ferey “Ούτου”

    Είναι γνωστά πλέον τα βιβλία του Γάλλου συγγραφέα, Caryl Ferey, βιβλία που αναφέρονται σε αρκετά μακρινούς τόπους όπως η Αργεντινή, η Νέα Ζηλανδία, η Χιλή, ή, η Νότια Αφρική. Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του “Ούτου” (Εκδ. Άγρα, Μετ. Αργυρώ Μακάρωφ) είχαμε την χαρά να μιλήσουμε ξανά με τον Γάλλο λογοτέχνη.
    Η ιστορία στο “Ούτου” αρχίζει εκεί που τελειώνει το “Χάκα” ( Άγρα, 2015), με την αυτοκτονία του – Μαορί στην καταγωγή – αστυνόμου Tζακ Φιτζέραλντ, είδηση που αναγκάζει τον παλιό φίλο και συνεργάτη του, Πωλ Όσμπορν, να επιστρέψει στην Νέα Ζηλανδία από την Αυστραλία που κατοικεί πλέον ως συνταξιούχος, πιστεύοντας με σιγουριά πως πρόκειται περί δολοφονίας.
    Τον αυτοκαταστροφικό Όσμπορν διακατέχει η εικόνα της Χάνας που την γνωρίζει από παιδί και είναι μαζί της ερωτευμένος. Την συναντά ξανά και περιπλέκεται σε ένα αιματηρό γαϊτανάκι όπου δεν υπάρχει έξοδος. Η γκετοποιημένη κοινωνία των Μαορί φανερώνεται σε όλη της την “μεγαλοπρέπεια”. Αιώνες απομόνωσης από τους λευκούς αποικιοκράτες έσπρωξαν την φυλή σε ακραίες καταστάσεις και μυστικισμούς με κυρίαρχο συναίσθημα την δίψα για “Ούτου”, για εκδίκηση δηλαδή. Μέσα σε αυτό το σκηνικό όπου οι φόνοι, δίκην αρχαίας τραγωδίας, διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι βίαιες τελετουργίες καλά κρατούνε, ο Ferey ζωγραφίζει ένα ζοφερό κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου ο πρώην αστυνομικός ψάχνει χωρίς ελπίδα για τον χαμό του φίλου και τον τρελό έρωτά του. Αλλά, ας αρχίσει η συζήτηση.
    Είναι, αλήθεια ότι, τόσο το «Χάκα» όσο και το «Ούτου» περιγράφουν καταστάσεις που στοιχειώνουν την σύγχρονη κοινωνία της Νέας Ζηλανδίας όσον αφορά την πολιτιστική καταστροφή που υπέστησαν οι ιθαγενείς πληθυσμοί των Μαορί;
    Από την εποχή που έγραψα τα δύο βιβλία μου η κατάσταση ευτυχώς άλλαξε. Ο αρχηγός Μαορί που είχα συναντήσει θεωρείτο τότε επικίνδυνος ακτιβιστής. Εκλέχτηκε βουλευτής για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Μαορί. Το πρόβλημα υπάρχει πάντα, όμως η Νέα Ζηλανδία προσπαθεί.
    Γιατί «Ούτου» ήγουν «Εκδίκηση», ο τίτλος;
    Όλα τα πρόσωπα εκδικούνται το ένα το άλλο στο βιβλίο μου, εξ ού και το μακελειό.
    Είναι όντως τόσο βίαια η μικροκοινωνία των Μαορί;
    Όχι, επέλεξα ανθρώπους που κλίνουν προς την τρομοκρατία σαν απάντηση στην παγκοσμιοποίηση (τέλειωσα τη συγγραφή του το 2004…). Οι Μαορί που συνάντησα δεν είναι όλοι τόσο βίαιοι όμως εξακολουθεί να είναι δύσκολο να κάνεις παρέα μαζί τους και αδύνατον μέσα στα μπαρ – αλκοολισμός, βία…
    Φιλοτεχνήστε μας κάπως συνοπτικά το πορτρέτο του Πωλ Όσμπορν.
    Απελπισμένος, αυτοκτονικός, ερωτευμένος μ’ ένα φάντασμα, ο καλύτερος αντι-ήρωάς μου.
    Τι ρόλο παίζει η Χάνα  στην ζωή του κεντρικού χαρακτήρα;
    Ένα φάντασμα που τον κατατρέχει και από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί για να ελπίσει ότι θα ζήσει.
    Εσείς, πως μπορέσατε να έρθετε σε επικοινωνία με την φυλή των Μαορί για να αντλήσετε ιστορικές πληροφορίες και εμπειρίες. Αλλά και με τους Ζουλού και τους Μαπούτσε.
    Όταν βρίσκομαι επί τόπου προσπαθώ να έρθω σε επαφή με το Γαλλικό Ινστιτούτο ή να συναντήσω ανθρώπους που γνωρίζουν Μαορί, Ζουλού, Μαπούτσε και να μου τους συστήσουν – οι αυτόχθονες είναι συχνά καχύποπτοι!
    Σας αρέσουν λοιπόν τα ταξίδια και λόγω αυτών γράψατε για «μακρινές» κοινωνίες ή σκοπός σας από την αρχή ήταν να μιλήσετε γι’ αυτές; Για τις απόμακρες κοινωνίες των γαλλικών γκέτο;     
    Αγαπώ τα ταξίδια, τους ξένους, την ανακάλυψη, την κίνηση. Έχω φίλους στα προάστια του Παρισιού αλλά δεν πηγαίνω συχνά εκεί, ή μόνο για επαγγελματικές συναθροίσεις. Τα γαλλικά προάστια με θλίβουν λίγο.
    caryl-ferey-1