Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

σχόλη & σχολαστικός

Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. Αυτοί οι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λέξη σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο (< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). Η αρχική σημασία της λ.έξης σχόλης είχε την έννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση: «Κυριακή γιορτή και σχόλη».
Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους τη συναντάμε με την ιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύμα του ( Γ. Μπαμπινιώτης). Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία της συστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; Την απάντηση θα την βρείτε αν αναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες και οι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τη λέξη σχόλη («τεμπελχανιό» θα λέγαμε σήμερα). Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό). Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική Ελληνική Σχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στη Αλεξάνδρεια από τον Ήρωνα
Από την αρχαιότητα, ήδη, παρουσιάζεται και το επίθετο σχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν, δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος.
Ο όρος σχόλη πέρασε και στη Δύση με την έννοια, κυρίως, του εκπαιδευτικού ιδρύματος (Λατινικά: scola, Ιταλικά: scuola, Γαλλικά: ecole , Αγγλικά: school, Γερμανικά : schule, Ισπανικά: escuela)
Στα Λατινικά η λέξη σχόλη είχε εκλάβει, επίσης, και την έννοια της ακινησίας, της απραξίας, της αναμονής ( π.χ. “schola labri” ήταν ο χώρος που ανέμεναν τη σειρά τους στα δημόσια λουτρά των Ρωμαίων. Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε στη Δύση η σχολαστική φιλοσοφία. Καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στις μοναστικές σχολές (scolae) και απ΄εδώ πήρε το όνομα της (scola > σχολαστικός). Θεωρούσαν την εκκλησία ως το μόνη ηθική δύναμη και θεματοφύλακα των ηθικών αξιών.Επηρεάστηκαν άμεσα από τον Αριστοτέλη (συγκεκριμένα, τον λάτρεψαν και τον θεώρησαν ως πρόδρομο του Χριστού) και, ευτυχώς για μας, διαφύλαξαν τα κείμενα του. Κύριοι εκπρόσωποι ήταν ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς, ο Ακινάτης.
Το αντιδάνειο “σκουλαρίκι”
Η περιπέτεια της λέξης “σχόλη” δεν τελειώνει εδώ. Στα Λατινικά ο όρος schola προσδιόριζε, επίσης, το στρατιωτικό Λόχο ή Τάγμα, κυρίως, της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι στρατιώτες της φρουράς, Scolares (: σχολάριοι), ήταν επίλεκτοι με ιδιαίτερη σωματική διάπλαση και φόραγαν εντυπωσιακά ενώτια (: σκουλαρίκια) ως δείγμα ανδρισμού. Με τον καιρό έμεινε στην ελληνική γλώσσα ο όρος σκουλαρίκι ( από το scholares ) και προσδιόριζε τα ενώτια ανδρών και γυναικών. Η άποψη ότι η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από τα ενώτια που φορούσαν οι μαθητές (!;), scuola > σκουλαρίκι, θεωρείται αβάσιμη.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Ομιλία της Helen Mirren

http://mikropragmata.lifo.gr/zoi/oi-symvoules-tis-hellen-mirren-gia-mia-epitychimeni-zoi/
Έγραψα αυτό, σε συνέχεια της ανωτέρω ομιλίας:

Ο τρελός έρωτας φεύγει γρήγορα και δεν έχει σχέση με το ταίρι μας, αλλά με τον εαυτό μας' χρησιμοποιούμε τον Άλλο ως καμβά πάνω στον οποίο ρίχνουμε τις δικές μας προβολές. 
Πρόκειται για ναρκισσιστικό συναίσθημα μη δημιουργικό!

Στον έρωτα διαρκώς ψάχνουμε να βρούμε εκείνο που δεν είχαμε από παιδιά, αδιαφορώντας αν ο άνθρωπός μας αισθάνεται βολικά μέσα στο κοστούμι που του ετοιμάσαμε. 
Άδικο να πιστεύουμε πως η Αγάπη που έρχεται μετά, πολύ αργότερα και με πολύ μεγάλη προσπάθεια, είναι το ''μνημόσυνο του έρωτα'' /την έχουμε κι αυτήν ταυτίσει με παντόφλα και συμπάθεια, με πολύ χλιαρά συναισθήματα που ακολουθούν την καταιγίδα του έρωτα. 
Το θυελλώδες πάθος καθώς υποχωρεί, λίγοι είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το μεγαλείο και τη δύναμη της Αγάπης, αλλά και την δύναμή της να μας οχυρώσει σε μια υγιή σχέση, ερωτικότατη και μη ''ρουτινιάρικη''....

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Πασκάλ, πριν από 350 χρόνια

Πρωτοπόρος στην ψυχολογία και τις διαπραγματεύσεις

Η ψυχολογία βεβαίως, στον 17ο αιώνα, δεν είχε καν εμφανιστεί. Συγκεκριμένα ο Πασκάλ επινόησε και καθόρισε τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο για να κάνεις κάποιον να αλλάξει άποψη, αιώνες πριν οι πειραματικοί ψυχολόγοι να αρχίσουν να μελετούν το ζήτημα της πειθούς.
Ο μεγάλος γάλλος στοχαστής ανέφερε:
Όταν θέλουμε να διορθώσουμε κάποιον για να αποκτήσουμε εμείς πλεονέκτημα, και να δείξουμε στον άλλον ότι σφάλλει, θα πρέπει να παρατηρήσουμε από ποια πλευρά βλέπει το θέμα, καθώς για αυτόν, αυτή η πλευρά είναι η αληθινή. Αν τον προσεγγίσεις από εκείνη την πλευρά που βλέπει ως αληθινή, τότε μπορείς στη συνέχεια να του αποκαλύψεις και την πλευρά η οποία είναι λανθασμένη. Ο ίδιος είναι ικανοποιημένος με αυτό, διότι βλέπει ότι δεν ήταν γενικότερα λάθος, και ότι απέτυχε μόνο στο να δει όλες τις πλευρές. Τώρα, κανείς δεν αισθάνεται προσβεβλημένος διότι δεν κατάφερε να δει τα πάντα. Όμως κανείς δεν θα ήθελε να είναι γενικά λάθος, και αυτό πιθανότατα πηγάζει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εκ φύσεως δεν μπορεί να δει τα πάντα, και ότι φυσικά δεν μπορεί να υπέπεσε σε σφάλμα από την πλευρά που κοιτάζει, δεδομένου ότι οι αντιλήψεις των αισθήσεων μας είναι πάντα αληθείς.
Και ο Πασκάλ πρόσθεσε:
Οι άνθρωποι γενικώς, πείθονται καλύτερα από τους λόγους που ανακάλυψαν οι ίδιοι σε σχέση με αυτούς που υπέπεσαν στην αντίληψή τους, επειδή κάποιοι άλλοι τους το ανέφεραν.
Θέτοντάς το απλά, ο Πασκάλ λέει ότι όταν διαφωνείς με κάποιον, πρώτα υπόδειξέ του τα σημεία και τις οπτικές στις οποίες είναι σωστός. Και προκειμένου να πείσεις με ενεργητικό τρόπο κάποιον να αλλάξει την άποψή του σε κάτι, οδήγησέ τον στο  ‘αντίθετο’ σημείο (που αφορά στην διαφωνία σας), αλλά με δική του πρωτοβουλία. Όπως λένε σύγχρονοι ψυχολόγοι, και τα δύο σημεία ισχύουν.
Ο Άρθουρ Μάρκμαν, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας αναφέρει ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κάνεις προκειμένου να προσφέρεις τη δυνατότητα σε κάποιον να αλλάξει την άποψή του σε κάτι, είναι να του μειώσεις τις άμυνές του και να τον εμποδίσεις να περιχαρακωθεί γύρω από την θέση που έχει. Και προσθέτει ότι εάν αμέσως κάποιος αρχίσει να σου λέει ότι όλες οι πλευρές και απόψεις που βλέπεις ένα θέμα, είναι λανθασμένες, δεν έχεις κίνητρο να συνεργαστείς. Αλλά αν αρχίσω να σου λέω, ααα… ναι, είναι πολύ σωστά και σημαντικά αυτά που είπες [ή που νομίζεις ή που πιστεύεις] εκεί και εκεί, τότε δίδεις στον άλλον που έχεις απέναντί σου, έναν λόγο να θέλει να συνεργαστεί ως μέρος της ανταλλαγής. Και αυτό σου δίδει την ευκαιρία, να δώσεις ‘βάρος’ στις ανησυχίες σου για μια συγκεκριμένη θέση αυτού που έχεις απέναντί σου, αλλά με έναν τρόπο που επιτρέπει την παραγωγική συνεργασία.
Ο Μάρκμαν υποστηρίζει και την δεύτερη περί πειθούς υπόδειξη του Πασκάλ: Εάν έχω μια ιδέα από μόνος μου, νοιώθω κατά κάποιο τρόπο, σαν να έχω την κυριότητα της ιδέας αυτής, κάτι που με ικανοποιεί, ενώ αντιθέτως, εάν είναι να ενστερνιστώ την δική σου ιδέα, αυτό στην ουσία σημαίνει ότι θα πρέπει εγώ να διαφοροποιηθώ, προσαρμοζόμενος στην δική σου ισχύ και εξουσία. Και δεν είναι πολλοί αυτοί που το δέχονται κάτι τέτοιο.
Οι παραπάνω πρακτικές βεβαίως, καθώς έχουν νόημα όπου υπάρχουν διαφωνίες, εννοείται ότι είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες και στο πεδίο των διαπραγματεύσεων. Ασκούμενος κανείς σε αυτές τις τεχνικές, με τον καιρό θα καταφέρει να τις αναπτύξει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά, επιφέροντας πολλά και σημαντικά θετικά στις διαπραγματεύσεις του, σε βάθος χρόνου.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud

 «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»  08.02.2018

    Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud: «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»Freud - Η Ευχή
    «Στην πραγματικότητα, δεν είμαι ούτε επιστήμονας ούτε ερευνητής ούτε ένας πειραματιστής ούτε καν στοχαστής. Από τη φύση μου είμαι μονάχα ένας κονκισταδόρος, ένας εξερευνητής, αν προτιμάς αυτό τον όρο, κι έχω όλη την περιέργεια, την τόλμη, την επιμονή που χαρακτηρίζει το είδος τούτο των ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, δεν αναγνωρίζεται η αξία τους παρά μονάχα όταν πετύχουν, όταν ανακαλύψουν κάτι το ουσιαστικό: διαφορετικά παραμερίζονται» -«Γράμμα στον Φλις» (1900)
    Πενήντα  οκτώ χρόνια ματά το θάνατό του, η «ενεργός απουσία» του ιδρυτή της ψυχανάλυσης εξακολουθεί να ταράζει, να προκαλεί, να απωθεί. Ο πόθος του πραγματοποιήθηκε. Κατάφερε να «πετύχει». Να μείνει στην Ιστορία ως κονκισταδόρος, μεγάλος εξερευνητής του πλανήτη της ψυχής, να χαράξει ανεξίτηλα τη φυσιογνωμία του 20ού αιώνα. Κι όμως η επιφύλαξη και η καχυποψία ούτε στιγμή δε σταμάτησαν να υπονομεύουν την αξία και τη σημασία του έργου του.
    Όταν το 1895 παρουσιάζει μαζί με τον Breuer τις «Μελέτες πάνω στην υστερία», οι συνάδελφοί του θα αποκαλέσουν τη θεωρία για την ψυχογένεση των νευρώσεων «αντιεπιστημονικό παραμύθι». Ένα «παραμύθι» συγκλονιστικό, αλλιώτικο, που στην εποχή εκείνη παρήγαγε ενεργά έως σήμερα ερωτήματα.
    -Είναι δυνατόν να έχουν κάποιο νόημα οι α-νόητες φαντασιώσεις των υστερικών γυναικών;
    -Είναι δυνατόν διάφορα συμπτώματα, όπως η ανορεξία, η αναισθησία του δέρματος, οι παράλογοι φόβοι, η παράλυση, η αφωνία, να οφείλονται σε σεξουαλικά τραύματα της πρώτης παιδικής ηλικίας;
    -Είναι δυνατόν το σώμα να θυμάται;
    -Είναι δυνατόν το «αθώο παιδί» να είναι ένα «πολύμορφα διεστραμμένο πλάσμα»;
    -Είναι δυνατόν αιμομεικτικές, επιθετικές τάσεις να συνδέουν το παιδί με τα γονεϊκά πρότυπα;
    -Είναι δυνατό το άναρχο και άχρονο ασυνείδητο να επιβάλλει τους όρους του σε ένα ταπεινό και περιχαρακωμένο Εγώ;
    -Είναι δυνατόν στενές συγγένειες να συνδέουν το φυσιολογικό με το παθολογικό;
    Είναι δυνατόν οι παντοδύναμες ορμές του Έρωτα και του Θανάτου να προδιαγράφουν την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης;
    Ο Freud θα αναλώσει όλη τη ζωή του προσπαθώντας να υπερασπιστεί αυτές τις τρεις λέξεις: «Ναι, είναι δυνατόν». Το γνωρίζον υποκείμενο, οχυρωμένο μέσα στον πύργο της συνείδησης, δέχεται ένα θανάσιμο ναρκισσιστικό πλήγμα. Η αξιοπιστία μια μακροχρόνιας παράδοσης ορθολογιστικής σκέψης κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
    Εδώ κι έναν αιώνα η σκέψη του Freud ακατάπαυστα υπενθυμίζει ότι το άτομο δεν είναι κυρίαρχο της γνώσης για το είναι του. Ότι το υποκείμενο δεν είναι υπο-κείμενο της συνείδησής του. Ότι μια ετερότητα, που ονομάζουμε ασυνείδητο και απαρτίζεται από στοιχεία αλλότρια και ξένα, στη συνείδησή μας κατοικεί.
    Κι όμως πίσω από την απομυθοποίηση και την κατάρρευση της παντοδυναμίας της συνείδησης το υποκείμενο επανέρχεται. Είναι οι φωτεινές διαρροές στην απαισιοδοξία του Freud.
    Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι. Υπάρχει ένα ζητούμενο, υπάρχει ένας στόχος ικανός να καταξιώσει τελικά την περιπέτεια της ριγμένης-εκεί-ύπαρξης: «Εκεί που είναι το Αυτό να γίνει Εγώ». Ίσως η πιο μεστή νοήματος φράση του Freud.
    Στην αυγή του 21ου αιώνα, μέσα από τα πισογυρίσματα της Ιστορίας, τη χρεοκοπία του ορθού λόγου, την αίσθηση μιας γενικευμένης απελπισίας και ανημποριάς που περιβάλλει το άτομο, η φράση αυτή αποβαίνει αλλιώς σημαντική. Μια προτείνει μια διαφορετική γνώση του εαυτού μας. Μια γνώση που αναγνωρίζει την ετερότητα που μας κατοικεί.
    Μια μαγική φράση που αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός, εστω, σχετικά αυτόνομου ατόμου, ικανού να στοχάζεται πάνω στις επιθυμίες και τις ενορμήσεις του. Να μην κατακλύζεται από αυτές, να μην τις λογοκρίνει, αλλά να μπορεί στοχαστικά να αποφασίσει αν θα τις πραγματοποιήσει.
    Είναι άραγε ουτοπία; Δεν ξέρω. Είναι σίγουρα μια ευχή που αφήνει πίσω του ο Freud. 
    Φωτεινή Τσαλίκογλου, «Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής», Freud, εκδόσεις Καστανιώτη -απόσπασμα

    Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία

    Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε.

    Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης.

    «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.

    Παρ'όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:

    «Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου».

    Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες.

    Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». [...]

    «Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη.

    Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

    Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα.

    Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:

    «Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». [...]

    Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;

    Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης.

    Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό.

    Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. [...] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία, Εκδόσεις «Αρμός»

    Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

    Αόρατη Κλωστή


    Από όλες τις θαυμαστές εκκεντρικότητες που έχει εξερευνήσει μέχρι στιγμής το σταθερά συναρπαστικό έργο του Πολ Τόμας Άντερσον, η αγάπη ίσως να παραμένει η πιο αχαρτογράφητη. Γιατί αν κάτι εξετάζει με παιγνιώδη διάθεση η «Αόρατη Κλωστή», αυτό δεν είναι άλλο από τα ανεξερεύνητα μυστήρια της ερωτικής έλξης ανάμεσα σε δυο ανθρώπους και τα όρια που είναι διατεθειμένοι να υπερβούν για χάρη της.
    Μόνο που στην περίπτωση της νέας ταινίας του Άντερσον, ο σχεδιαστής υψηλής ραπτικής ήρωας και η βοηθός και ερωμένη του, μια σερβιτόρα την οποία ανακαλύπτει και αναγορεύει γρήγορα σε μούσα του, δεν είναι δυο οποιεσδήποτε περιπτώσεις ανθρώπων. Ένα αθέατο νήμα ενώνει τις τύχες τους σε ένα βασανιστικό και απρόβλεπτης κατάληξης ρομάντζο που εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον στα πολυτελή δωμάτια-κελιά ενός μεγαλοαστικού σπιτιού στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, εκεί όπου o Ρέινολντς Γούντκοκ αποκτά περίοπτη θέση τον κόσμο της μόδας και ταυτόχρονα γίνεται δέσμιος της μοιραίας αδυναμίας του να διακρίνει τον απαραίτητο διαχωρισμό ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη.
    Η Άλμα, όπως είναι το όνομα της αρκετά νεαρότερης προστατευόμενής του, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μια ακόμη προσθήκη σε μια μακρά (όπως υποψιαζόμαστε) λίστα με πρόσκαιρες κατακτήσεις του μονομανούς σχεδιαστή ο οποίος μαγνητίζει την πελατεία του με την ίδια ευκολία που καταδυναστεύει τον εαυτό του και τους άλλους εξαιτίας της τελειομανίας και των ψυχαναγκασμών του.
    Ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.
    Φυσικά τίποτα ανησυχητικό δεν διαφαίνεται εξαρχής στο αριστοκρατικό παράστημα και την ευγενική παρουσία του ορκισμένου εργένη. Αυτός είναι και ο λόγος που η Άλμα ανταποκρίνεται ευθύς στο κάλεσμά του. Δεν περνάει καιρός, παρ' όλα αυτά, μέχρι να βρεθεί εγκλωβισμένη, υπομονετικός αποδέκτης της συναισθηματικής ακαμψίας του και αντιμέτωπη με τα αμείλικτα βλέμματα που της ρίχνει η παγερή αδερφή του, Σίριλ, έως ότου βρει την πολύτιμη χαραμάδα μέσα από την οποία θα καταφέρει τελικά να διαπεράσει τον απροσπέλαστο μέντορά της.
    Με έναν εκπληκτικό έλεγχο στην αφήγησή του, στις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων του και στους ρυθμούς, που συχνά δίνουν την εντύπωση ότι παρακολουθούμε ένα ψυχολογικό θρίλερ, ο Άντερσον αφήνει για λίγο τον θεατή να μαντεύει αν η ταινία θα καταφύγει στο προφανές: θα ασχοληθεί με τη σύγκρουση δυο γυναικών για την καρδιά του ίδιου άντρα ή θα εξιστορήσει την ευτυχή κατάληξη μιας δύσκολης αγάπης;
    Επειδή όμως η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων, έτσι και ο Άντερσον ξεδιπλώνει με φοβερή ακρίβεια και ηδονή το σύνθετο εσωτερικό των χαρακτήρων του, καθοδηγώντας την πλοκή του μέσα στις αμφισημίες τους, τις ψυχολογικές γκρίζες ζώνες τους και την βεβαιότητα ότι τίποτα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται.
    Με ξεκάθαρες αναφορές στο σινεμά του Άλφρεντ Χίτσκοκ (ίσως δεν είναι και τυχαίο που η βασική ηρωίδα έχει δανειστεί το όνομά της από τη σύζυγο του Βρετανού σκηνοθέτη), ο Άντερσον κλείνει ευπρόσδεκτα το μάτι στη «Ρεβέκκα», με την επικριτική φιγούρα της δεσποτικής Σίριλ (Λέσλι Μάνβιλ) να θυμίζει την βλοσυρή κυρία Ντάνβερς, και παραπέμπει ευθέως στις «Υποψίες» με την εκπληκτική σκηνή-κλειδί που κορυφώνει το φιλμ (και δεν γίνεται να αποκαλύψουμε εδώ). Στην ουσία όμως εμπνέεται από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», τις επικίνδυνες συνέπειες που επιφέρει η ανθρώπινη εμμονή και τον τρόπο με τον οποίο ένας άντρας καταλαμβάνεται από την ιδέα του να σμιλεύσει την ταυτότητα μιας γυναίκας όπως αυταρχικά εκείνος επιθυμεί.
    Η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων
    Παρά τις αναφορές στο Χίτσκοκ, ωστόσο, ή στις υπόγειες συνδέσεις που ενώνουν την ταινία αυτή με προηγούμενες δημιουργίες του Άντερσον όπως το «Master», το «Θα Χυθεί Αίμα» και το «Χτυπημένος από Έρωτα», η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα σύμπαν από μόνη της. Όπως όλες οι ταινίες του Αμερικανού δημιουργού, έτσι κι αυτή χτίζει έναν ολότελα δικό της κόσμο και τον κατοικεί μέχρι τα πέρατά του, μαζί με τους αλλόκοτους ενοίκους του, τα πάθη και τις παράνοιές τους.
    Εκεί παρασύρει δεξιοτεχνικά και το κοινό της, αφήνοντάς το να παρακολουθήσει από προνομιακή θέση αρχικά ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας και επικράτησης, στη συνέχεια την τυραννία που ασκεί ένα αδηφάγο καλλιτεχνικό δαιμόνιο και εν τέλει μια αναπάντεχη παραλλαγή πάνω στο μύθο της εξημέρωσης του κτήνους, του εξανθρωπισμού ενός μοναχικού και ψυχωτικού πλάσματος από ένα άφοβο θηλυκό το οποίο αντιλαμβάνεται ότι κάθε σχέση, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να αναγνωρίζει και να αντιστέκεται στα δηλητήριά της.
    Με τον Τζόνι Γκρίνγουντ να συνθέτει την ωραιότερη μουσική του υπόκρουση σε ταινία ως τώρα, τον Μαρκ Μπρίτζες να μεγαλουργεί στον σχεδιασμό κοστουμιών, το σενάριο να «κεντάει» στα πρόσωπα και στους διαλόγους, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις να παραδίδει άλλη μια αξέχαστη φιγούρα σαγηνευτικού διαβόλου και τη νεοφερμένη Βίκι Κριπς να στέκει επάξια δίπλα του ως η ερμηνεία-αποκάλυψη του φιλμ, η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.  Λουκά Κατσίκα

    Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

    Λουίζε φον Σαλομέ

    Γεννημένη στη Ρωσία το 1861, από μητέρα γερμανικής καταγωγής και πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του Τσάρου,η Λουίζε είχε δική της μοίρα. Ζώντας σε αυστηρή οικογένεια κατά τα ήθη της εποχής, έσπασε τον κλοιό της και στράφηκε σε σπουδές Θεολογίας, Ιστορίας της Τέχνης και Φιλοσοφίας. Παντρεύτηκε τον καθηγητή Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών Φρίντριχ Καρλ Αντρέας στη Γοτίγγη, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της. Εντούτοις, η φιλολογία περί του προσώπου της οφείλεται κατά μέγα μέρος στην ισχυρή της θηλυκή παρουσία, και κυρίως στη συναναστροφή της με πρόσωπα που άλλαξαν τον τρόπο του σκέπτεσθαι στην Ευρώπη: Νίτσε, Φρόυντ, Ρίλκε, Μπούμπερ κ.λπ. Ο Νίτσε έγραψε για τη Λου: «Δεν έχω γνωρίσει ακόμη κανέναν ο οποίος θα ήξερε να αντλεί από τις εμπειρίες του ένα τέτοιο πλήθος αντικειμενικών απόψεων, κανέναν ο οποίος θα είχε την ικανότητα να εξάγει τόσο πολλά από όλα τα μεμαθημένα (...) Η Λου είναι ο πέραν του μέτρου ευφυέστερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει (...) Για μένα προσωπικά η Λου είναι ένα αληθινό εύρημα της τύχης, εκπληρώνει όλες τις προσδοκίες μου. Δεν είναι εύκολα δυνατό να είναι δύο άνθρωποι περισσότερο συγγενείς απ’ ό,τι εμείς οι δύο (...) Αυτή είναι κατά εκπληκτικό τρόπο προετοιμασμένη ακριβώς για τον δικό μου τρόπο σκέπτεσθαι και των ιδεών μου». Στο βιβλίο του Μάριο Λέις που πρόσφατα κυκλοφόρησε (Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του, Μελάνι) προφανώς η στάση του Νίτσε –που ήταν συφιλιδικός και πάντα αποτύγχανε με τις γυναίκες- απέναντι στη Λου είχε δραματικό χαρακτήρα. Έφτασε, μάλιστα, να γράψει γι’ αυτήν: «Αυτή η κοκαλιάρα, βρομερή, ελεεινή μαϊμού με τα στραβά στήθη!». Αντίθετα, οι σχέσεις της Λου με τον Φρόυντ και τον Ρίλκε ήταν πιο ομαλές, μάλιστα ο δημιουργός της ψυχανάλυσης τη βοήθησε να στραφεί προς τον δικό του προσανατολισμό και ν’ αφήσει σημαντικά κείμενα.   Είχε, λοιπόν, η Λου πραγματική δημιουργική φλέβα ή επαινέθηκε πάντα για αρετές που δεν ταυτίζονταν με τη συγγραφική της παραγωγή; Το βασικό στοιχείο που την τύλιγε μυθιστορηματικά και τη σφράγιζε ως μοιραία γυναίκα δεν ήταν άλλο από τον έρωτα. Αν λάβουμε υπόψη μας τα ήθη του 19ου αιώνα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αυτή η Ρωσίδα (περίπου σαν ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι) συνάρπαζε τους άνδρες τόσο με την εμφάνισή της όσο και την ευφυΐα της. Στο δοκίμιο που τιτλοφορείται Σκέψεις για το πρόβλημα του έρωτα, η Λου καταγίνεται ευθέως με την ανάλυση του ερωτικού ζεύγους, με ένα πρόβλημα δηλαδή που την αφορούσε απολύτως - τόσο την ίδια όσο και τους υποψήφιους εραστές της. «Στην αγάπη», γράφει, «μας καταλαμβάνει μια ορμή του ενός προς τον άλλον που δεν μοιάζει με τίποτε ακριβώς, καθότι κάτι νέο, ξένο, κάτι που προαισθανθήκαμε και ποθήσαμε, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, δίνει γι’ αυτό την πρώτη ώθηση - τίποτε από το γνωστό μας, οικείο περιβάλλον με το οποίο έχουμε από καιρό αναμειχθεί, το οποίο απλώς επαναλαμβάνει εμάς τους ίδιους. Γι’ αυτό φοβάται κανείς πάντα το τέλος μιας ερωτικής μέθης, ευθύς ως δύο άνθρωποι γνωριστούν πολύ καλά και χαθεί η τελευταία γοητεία του νέου. Και γι’ αυτό οι απαρχές μιας ερωτικής μέθης, με τον αβέβαιο και τρεμουλιαστό φωτισμό με τον οποίο αρχίζει, έχουν όχι μόνο μιαν ανείπωτη γοητεία ως ίδιο χαρακτηριστικό αλλά και μια δύναμη που διεγείρει ιδιαιτέρως γόνιμα, που συγκλονίζει βαθιά ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου, που θέτει ολόκληρη την ψυχή σε κραδασμό, έτσι που με δυσκολία πια εξαλείφεται αργότερα. Βέβαιον είναι ότι από τη στιγμή που το αγαπημένο αντικείμενο επιδρά επάνω μας ως απείρως γνωστό και συγγενές και οικείο και ουδόλως -σε κανένα σημείο πλέον- ως ένα σύμβολο ξένων δυνατοτήτων και δυνάμεων ζωής, η αληθινή ερωτική μέθη φτάνει στο τέλος της».       Η Λου «κατακτούσε» τους άνδρες χωρίς να αφήνεται να κατακτηθεί. Αυτή ήταν η δύναμή της, η πηγή της γοητείας της και πιθανώς το κρυφό της τραύμα. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι αρχίζοντας τις αναλύσεις του ερωτικού ζεύγους πηγαίνει κατευθείαν στη σαρκική πράξη παρά στην ψυχική έλξη που χαρίζει ευτυχία και ενίοτε τρελαίνει. Αποδέχεται βέβαια ότι οι ερωμένοι έχουν ανακαλύψει τον εαυτό τους με επικίνδυνο τρόπο, οπότε ακολουθεί μια περίοδος βαθιάς συμπάθειας, με τη διαφορά φυσικά ότι αυτή η διάθεση διαφέρει ριζικά από την προηγούμενη κατάσταση. Εξαιρετική είναι η παρατήρησή της ότι όταν η ερωτική «μέθη» καταλήγει σε φιλία, οι εραστές συνειδητοποιούν ότι η ερωτική διέγερση δεν ήταν κάτι το ομοιογενές μ’ εμάς, απεναντίας τα νεύρα μας συγκλονίζονταν απέναντι σε έναν ξένο κόσμο ο οποίος αποκλείει την οικειότητα. Έχουμε, δηλαδή, τον «πόλεμο των φύλων», που θα γεννήσει πελώρια φιλολογία και θα ερμηνεύσει το ερωτικό ζεύγος τόσο ως ρομαντική απολυτότητα όσο και ως υποχρεωτικό καθήκον του γάμου που φέρνει στον κόσμο τους απογόνους. Τυχαία μήπως η Λου θυμάται τη φοβερή –για την εποχή- φράση του Σαμφόρ: «Ο έρως δεν είναι τίποτε άλλο από συγχρωτισμός δύο επιδερμίδων». Η Λου απαριθμεί και αναλύει όλες τις μορφές ερωτικής συνάντησης που βίωσε: έρως άνευ ανταποκρίσεως, έρως παράφορος που καταλήγει σε άγρια μοναξιά, έρως με απογόνους ή χωρίς απογόνους, ευτυχία μέσω διπλασιασμού, ερωτική μέθη και ερωτική δυστυχία. Ειδική δύναμη έχουν κάποιες αιφνίδιες περιγραφές της ερωτικής πληρότητας που αποσπούν λυρικές ομολογίες από τη Ρωσίδα πρωθιέρεια του έρωτα. «Κάθε έρωτας φέρνει ευτυχία, ακόμη και ο πλέον άτυχος. Η σοβαρότητα αυτής της ρήσης πρέπει να γίνει κατανοητή εξ ολοκλήρου χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο αγαπημένος άλλος, απλώς ως ευτυχία του καθαυτό έρωτα, ο οποίος στην εορταστική του αναστάτωση ανάβει έως την πιο κρυφή γωνιά του Είναι μας εκατοντάδες φωτεινά κεριά, των οποίων η λάμψη καταυγάζει όλα τα πραγματικά αντικείμενα». Η Λου συγκρίνει αυτή την κατάσταση με το παιδί που βυθίζεται στην αρχέγονη ταύτιση σώματος και πνεύματος κυριαρχούμενο από την προίκα μιας ιδιοφυΐας που, ενώπιον του απίθανου κόσμου, εκφράζεται με μιαν αφελή κωλοτούμπα. Έρως, γράφει, σημαίνει το εξής: «Να ξέρουμε κάποιον του οποίου το χρώμα πρέπει να παίρνουν τα πράγματα, αν θέλουν να φτάσουν πλήρως ως εμάς, ούτως ώστε να παύουν να είναι αδιάφορα ή φοβερά, ψυχρά ή κενά, και ακόμη και τα πλέον απειλητικά ανάμεσά τους, όπως τα κακά ζώα, με την είσοδό τους στον κήπο της Εδέμ, να πέφτουν εξημερωμένα στα πόδια μας». Ο εαυτός του ερωτευμένου είναι, άραγε, κάτι που ποδοπατείται ανεξέλεγκτα ή, αντίθετα, αποτελεί τη βαθιά οικονομία της ψυχής, η οποία μπορεί να γεννά την απελπισία του προδομένου ή την εσωτερική καρποφορία και ομορφιά; Η Λου συμπεραίνει με αίσθημα μεγαλείου: «Μόνον όποιος μένει πλήρως ο εαυτός του είναι κατάλληλος να αγαπιέται διαρκώς, επειδή μόνον αυτός μπορεί στη ζωντανή πληρότητα να συμβολίζει για τον άλλον τη ζωή, μόνον αυτός μπορεί να γίνει αισθητός ως μια δύναμή της». Και συνεχίζει απαριθμώντας τα σφάλματα του έρωτα: φοβισμένη προσαρμογή, αμοιβαία τριβή, ατέλειωτες αμοιβαίες υποχωρήσεις, συνύπαρξη για πρακτικούς λόγους. Ως εκ τούτου, μετά από μια μακρά ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη, όταν ο θάνατος χωρίζει ένα ερωτικό ζεύγος, ο επιζών αρχίζει αίφνης να ξανανιώνει κατά έναν τελείως καινοφανή τρόπο. Με απλά λόγια, γίνεται άλλος άνθρωπος, διότι απελευθερώνει την εσωτερικότητά του. Ειδικά η γυναίκα, μετά τον θάνατο του συζύγου, ανακαλύπτει ότι είχε υποβιβαστεί σε απλό «ήμισυ». Οι θλιμμένες χήρες βιώνουν μιαν όψιμη άνθιση της καταπιεσμένης τους οντότητας. Εκεί που το ζεύγος έλεγε «εμείς» αντί για «εγώ», τώρα το εγώ της επιβιωσάσης γνωρίζει μια φοβερή περίοδο εγωμανίας.   Ασφαλώς η Λου δεν αναδείχτηκε μόνο σε θεωρητικό του έρωτα. Οι σπουδές της, οι συναναστροφές της με ιδιοφυείς συγγραφείς, την έστρεψαν σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Έχουμε και λέμε: Οι γυναικείες μορφές του Χένρικ Ίψεν (1892), Ο Φρίντριχ Νίτσε μέσα από τα έργα του (1894), Δημιουργία του Θεού (1892), Το πρόβλημα του Ισλαμισμού (1994), Ιησούς ο Ιουδαίος (1895), Περί του θρησκευτικού συναισθήματος (1898), Θρησκεία και Πολιτισμός (1898), Ο εγωισμός στη θρησκεία (1899), Βασικές μορφές της τέχνης (1899), Περί του πάθους στην τέχνη (1899), Η ψυχοσεξουαλικότητα (1917), Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1928), Το ευχαριστώ στον Φρόυντ (1931). Η στροφή της προς την ψυχανάλυση και η γνωριμία της με τον Φρόυντ αποτέλεσε, όπως τονίζουν οι βιογράφοι της, ένα νέο στάδιο έρευνας και δημιουργικότητας, που απέσπασε τα εγκώμια του Φρόυντ. Το 1931 γράφει ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης: «Αγαπητή Λου, βέβαια δεν έχει συμβεί συχνά να έχω εκφράσει τον θαυμασμό για μια ψυχαναλυτική εργασία αντί να την επικρίνω. Αυτό πρέπει να το κάνω αυτήν τη φορά. Είναι το πιο ωραίο που έχω διαβάσει από σας, μια αθέλητη απόδειξη της υπεροχής σας υπεράνω όλων μας, αντίστοιχη του ύψους, από το οποίο έχετε κατέλθει σ’ εμάς. Είναι μια γνήσια σύνθεση, όχι η ανόητη, θεραπευτική των αντιπάλων μας, αλλά η γνήσια, επιστημονική, στην οποία θα μπορούσε κανείς να έχει εμπιστοσύνη...».   Εγκαρδιότατα ο δικός σας Φρόυντ Πηγή: www.lifo.gr