Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

περί ''αόρατης κλωστής''...


Δολοφονικός ευνουχισμός 
με τα δηλητηριώδη μανιτάρια της...

https://youtu.be/bT_XjcdgT6g

Η δολοφόνος Βίκι Κριπς (ερμηνεία-αποκάλυψη) 
του φιλμ «Αόρατη Κλωστή», 
σ΄ενα κομψοτέχνημα ντυμένο με τα ρούχα ενός φαρμακερού 
και μακάβριου, αστείου love story...

Μία Δυτική μεταφορά της Αυτοκρατορίας των αισθήσεων 
του Ναγκίσα Οσιμα!

Το θέμα της ταινίας του Πωλ Τόμας Άντερσον, 
που έγραψε και το σενάριο, είναι:
- Ο γυναικείος ερωτισμός εξωθημένος ως τα άκρα 
- Ερωτισμός που αποκορυφώνεται στη φαντασίωση του θανάτου 
και του ευνουχισμού του άντρα...

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Μαρσέλ Προυστ για τον έρωτα


 "Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο",  France  

1. "Ο έρωτας είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο μικρή σημασία έχει για μας η πραγματικότητα".   

2. "Σε ένα χωρισμό, αυτός που δεν είναι πραγματικά ερωτευμένος είναι αυτός που θα πει και τα πιο τρυφερά λόγια".   

3. "Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες στους άντρες εκείνους που δεν έχουν φαντασία".   

4. "Οι αληθινοί παράδεισοι είναι οι παράδεισοι που έχουν χαθεί".   

5.  "Η επιθυμία για κάτι τα κάνει όλα να ανθίζουν. Η απόκτηση αυτού του κάτι τα κάνει όλα να μαραίνονται και να ξεθωριάζουν".   

6. "Έρχεται τόσο γρήγορα η στιγμή που δεν υπάρχει πια τίποτα για να περιμένουμε".   

7. "Τα ψέματα είναι απαραίτητα στον άνθρωπο. Είναι -ίσως- εξίσου σημαντικά με την αναζήτηση της ηδονής και, επιπλέον, υπαγορεύονται από αυτήν την αναζήτηση".   

8. "Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν πολλά διαφορετικά πάθη. Το αληθινό είναι αυτό, για χάρη του οποίου είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους άλλους".   

9. "Αφήστε μας να είμαστε ευγνώμονες στους ανθρώπους που μας έκαναν ευτυχισμένους. Είναι οι γοητευτικοί κηπουροί που κάνουν τις ψυχές μας να ανθίζουν".   

10. Ο χρόνος, αυτός που αλλάζει τους ανθρώπους, δεν αλλοιώνει την εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς   

11. Οι άνθρωποι που δεν είναι ερωτευμένοι, δεν καταλαβαίνουν πως έναν έξυπνος άντρας μπορεί να υποφέρει πραγματικά από μία συνηθισμένη γυναίκα. Είναι σα να εκπλήσσεσαι που η χολέρα μπορεί να προσβάλλει τους πάντες. Αυτός ο ασήμαντος βάκιλος…». 

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Η επιθυμία στη Λακανική θεωρία

(Τετράδια Ψυχιατρικής, Αθήνα, Μάρτιος 2009)  
Ανάγκη, Επιθυμία, Αίτημα
Σύμφωνα με τον Lacan, η έννοια της επιθυμίας, του αιτήματος και της ανάγκης διαφοροποιούνται. Η διάκριση αυτή αρχίζει να εμφανίζεται στο έργο του από το 1957 και εκφράζεται με την πιο ώριμη μορφή της το 1958 στο Σεμινάριο VI, Le désire et son interprétation.
Στα πλαίσια αυτής της διάκρισης, η έννοια της ανάγκης πλησιάζει στον όρο ένστικτο (instinct) έτσι όπως τον χρησιμοποιούσε ο Freud , δηλαδή σχετίζεται καθαρά με την βιολογική πλευρά, σε αντιπαράθεση με τις ενορμήσεις που αποτελούν μια σταθερή εσωτερική ψυχική διέγερση.
Η ενόρμηση, όπως λέει ο Freud, «εμφανίζεται σαν οριακή έννοια ανάμεσα στο ψυχικό και το σωματικό, σαν ψυχικός αντιπρόσωπος των διεγέρσεων που πηγάζουν στο εσωτερικό του σώματος και αναδύονται στο ψυχισμό». Η ενόρμηση είναι το «έργο» δηλαδή η διαφορά δυναμικού, που επιβάλλεται στο ψυχικό σαν συνέπεια του δεσμού του με το σωματικό. Σύμφωνα με την αρχή της ηδονής το δίπολο ηδονή- οδύνη, που ρυθμίζει τις ενορμητικές διεργασίες, έχει σαν σκοπό την μείωση της έντασης. Το αίσθημα της δυσαρέσκειας συνδέεται με την αύξηση της διέγερσης, ενώ το αίσθημα της ηδονής με την μείωση της.
Η ανάγκη σχετίζεται ολοκληρωτικά με τα βιολογικά ένστικτα και υποχωρεί τελείως, έστω και προσωρινά, όταν ικανοποιηθεί. Η ενόρμηση αρχικά εκδηλώνεται στο παιδί με την εμφάνιση μιας απαρέσκειας που προκλήθηκε από την κατάσταση έντασης, και είναι σύμφυτη με την πηγή πρόκλησης της. Το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, που απαιτεί ικανοποίηση σε ένα πλαίσιο βασικά οργανικό. Την πρώτη φορά που του προτείνεται ένα αντικείμενο προς ικανοποίηση της ανάγκης, δεν υπάρχει ακόμα ψυχική αναπαράσταση. Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης απορρέει από μια αμιγή ανάγκη, διότι έχουμε ικανοποίηση της ανάγκης χωρίς ψυχική διαμεσολάβηση. Εδώ βρίσκεται και η απαρχή της άμεσης ευχαρίστησης, η οποία επιτυγχάνει την μείωση της έντασης που είχε προκληθεί.
Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης αφήνει ένα μνημονικό ίχνος στο ψυχικό όργανο. Η ικανοποίηση πλέον θα συνδεθεί με την εικόνα του αντικειμένου που έδωσε την ικανοποίηση και θα αποτελέσει την αναπαράσταση του φαινομένου της ενόρμησης. Έκτοτε, όταν η κατάσταση έντασης επανεμφανίζεται, το μνημονικό ίχνος θα ενεργοποιείται μαζί με την εικόνα του αντικειμένου που παρείχε ικανοποίηση. Στην αρχή θα υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ αναπαριστούμενου αντικειμένου και πραγματικού αντικειμένου ικανοποίησης, με έμφαση στην επένδυση της μνημονικής εικόνας. Αυτό θα αποτελέσει και τον «δείκτη πραγματικότητας» του υποκειμένου. Το παιδί αρχικά θα έχει την τάση να ικανοποιείται με ένα ψευδαισιακό τρόπο μια και ο πιο άμεσος τρόπος μείωσης της έντασης είναι αυτός. Με την επανάληψη όμως των πραγματικών ικανοποιήσεων των αναγκών του, το παιδί θα αποκτήσει την ικανότητα να διαφοροποιεί την μνημονική εικόνα ικανοποίησης από την πραγματική ικανοποίηση και θα στραφεί προς το πραγματικό αντικείμενο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.
Η μνημονική εικόνα, θα αποτελέσει το πρότυπο που θα αναζητήσει το παιδί για την κάλυψη των ενορμήσεων του και θα λειτουργήσει στο ψυχικό όργανο ως μια «προκαταβολική αναπαράσταση ικανοποίησης».
Για τον Freud, η επιθυμία γεννιέται από την ψυχική επανεπένδυση ενός μνημονικού ίχνους που συνδέεται με την αναγνώριση της ενόρμησης. Από την στιγμή που η ανάγκη του βρέφους αναπαρίσταται χάρη στη μνημονική εικόνα, επανασυστήνει την κατάσταση της πρώτης ικανοποίησης. Αυτή την κίνηση για επανασύσταση της πρώτης ικανοποίησης την ονομάζουμε: επιθυμία.
Το μωρό που όταν γεννιέται είναι σε μια παντελή κατάσταση ανημπόριας, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρέπει να πάρει βοήθεια από τον Άλλον, δηλαδή την μητέρα. Για να πάρει αυτή την βοήθεια πρέπει να εκφράσει την ανάγκη του, δηλαδή πρέπει να αρθρώσει την ανάγκη του σε αίτημα.
Τα πρώτα αιτήματα του βρέφους εκδηλώνονται με άναρθρες κραυγές αλλά χρησιμεύουν για να κάνουν τον άλλον να φροντίσει της ανάγκες του. Η παρουσία του Άλλου όμως σύντομα αποκτά διπλή σημασία. Από την μια ικανοποιεί την ανάγκη του βρέφους και από την άλλη η παρουσία του έρχεται να συμβολίσει την αγάπη του για αυτό. Έτσι το αίτημα γρήγορα γίνεται η έκφραση για ικανοποίηση της ανάγκης και αίτημα για αγάπη. Αυτή η διττή λειτουργία του αιτήματος γεννά την επιθυμία. Ενώ οι ανάγκες που αρθρώνονται μέσα στο αίτημα μπορούν να ικανοποιηθούν, η δίψα για αγάπη είναι ακόρεστη, κι έτσι αφήνει πάντα ένα υπόλοιπο ακόμα και μετά την ικανοποίηση των αναγκών.
Το αίτημα συνδέεται άρρηκτα με την αρχική ανημπόρια του ανθρώπινου υποκειμένου.
Το αίτημα όσο αφορά την ικανοποίηση των αναγκών είναι δυνατόν να καλυφθεί από τον Άλλον, όσο αφορά όμως την απαίτηση για «απεριόριστη αγάπη» την οποία αναζητά το βρέφος, αυτή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Διότι η ουσία της επιθυμίας βρίσκεται στην δυναμική τάση αναβίωσης της εμπειρία της πρώτης «αυτόματης» ικανοποίησης της ανάγκης του υποκειμένου. Συνεπώς η ικανοποίηση της επιθυμίας δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στην πραγματικότητα αλλά μόνο μέσα στην διάσταση της ψυχικής πραγματικότητας.
Ο Lacan έλεγε: «Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από την δεύτερη»
Αυτό το υπόλοιπο, που προκύπτει μεταξύ της αίτησης για ικανοποίηση της ανάγκης και του αιτήματος για αγάπη, ονομάζουμε επιθυμία.
Για τον Lacan η επιθυμία εμφανίζεται συνδεδεμένη με μια έλλειψη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από κανένα πραγματικό αντικείμενο. Ενώ η ενόρμηση έχει αντικείμενο, η επιθυμία στερείται αντικειμένου. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι πάντα ένα μετωνυμικό αντικείμενο της ίδιας της επιθυμίας.
Ο Lacan, στο Σεμινάριο XI, Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, υπενθυμίζει τις τέσσερις παραμέτρους της ενόρμησης έτσι όπως τις ανέπτυξε ο Freud : Την ώση, την πηγή, τον σκοπό και το αντικείμενο. Και θέτει το θέμα σε σχέση με την μετουσίωση, όπου η ενόρμηση δεν ικανοποιείται από το αντικείμενο της ούτε απωθείται και όμως επέρχεται ικανοποίηση. Επίσης αναφέρεται στην ικανοποίηση που αντλείται μέσω του συμπτώματος για να καταλήξει στην σαφή διάκριση μεταξύ ανάγκης και ενόρμησης. Η ανάγκη είναι μια βιολογική λειτουργία που ρυθμίζεται από την διαμεσολάβηση του αντικειμένου, ενώ η ενόρμηση υπόκειται σε μια σταθερή ώση όπου κατά τον Lacan, το αντικείμενο δεν έχει καμία σημασία ποιο θα είναι. Η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί, η πίεσή της είναι συνεχής και «αιώνια». Η πραγμάτωση της επιθυμίας δεν συνίσταται στην ικανοποίηση της, αλλά στην αναπαραγωγή της επιθυμίας καθεαυτής .
Το αντικείμενο της ενόρμησης δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ανάγκης. Το μόνο αντικείμενο το οποίο μπορεί να ανταποκριθεί στην ενόρμηση είναι το αντικείμενο της επιθυμίας. Δηλαδή το χαμένο αντικείμενο, αυτό που πάντα λείπει και που λόγο του κενού που δημιουργεί η απουσία του, οποιοδήποτε αντικείμενο καταλαμβάνει την θέση του. Αυτό το αντικείμενο της επιθυμίας, το χαμένο αντικείμενο, που κατέχει ταυτόχρονα την θέση του αίτιου και του αντικειμένου της επιθυμίας, ο Lacan το ονόμασε μικρό αντικείμενο α.
Το αντικείμενο α καθώς είναι αιωνίως ελλείπον, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιθυμία δεν σχετίζεται με ένα αντικείμενο αλλά με μια «έλλειψη».
Επίσης η επιθυμία με την έννοια που έχει προσεγγισθεί, προϋποθέτει πέραν της ανάγκης, την παρουσία του Άλλου. Η ανικανότητα του παιδιού να ικανοποιήσει το ίδιο της σωματικές του ανάγκες καθιστά αναγκαία προϋπόθεση την παρουσία του Άλλου. Οι σωματικές εκδηλώσεις αποκτούν την αξία που ο Άλλος εκτιμά και αποφασίζει για το παιδί. Δηλαδή αυτές αποκτούν νόημα εφ’ όσον ο Άλλος τους αποδίδει κάτι τέτοιο. Αν οι εκδηλώσεις αυτές αποκτούν νόημα για τον Άλλον το παιδί τοποθετείται σε ένα κόσμο επικοινωνίας, όπου η παρέμβαση του άλλου γίνεται απάντηση στην αρχική σωματική εκδήλωση που υποτίθεται ότι ήταν «αίτημα». Με αυτόν τον τρόπο το παιδί εγγράφεται στον χώρο της συμβολικής αναγωγής. Όμως δεν μπορούμε να μη θεωρήσουμε αυτό το υποτιθέμενο αίτημα και ως προβολή της επιθυμίας του Άλλου.
Κατά τον Lacan, η έννοια της επιθυμίας γεννιέται σε σχέση με τον Άλλον και μέσω της επιθυμίας του Άλλου και εγγράφεται στην συμβολική τάξη.
Η φράση που συχνά διατύπωνε ήταν : «η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου» (Lacan, 1964). Αυτό είναι δυνατόν να γίνει κατανοητό με τους εξής τρόπους:
α) Η επιθυμία είναι «η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου». Κάτι που σημαίνει ότι η επιθυμία είναι να είναι κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας κάποιου άλλου και να «αναγνωρίζεται» από αυτόν τον άλλον.
Η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου, παραπέμπει στην πρωταρχική ικανοποίηση της ανάγκης του, εκείνη την πρώτη φορά που ούτε το ζήτησε ούτε το περίμενε, συμπεριλαμβανομένου κάτι «επί πλέον».
Αύτή η επιθυμία για αναγνώριση, λέει ο Lacan, έχει τις ρίζες της στην αναγνώριση και στην σηματοδότηση από την πλευρά της μητέρας, αυτών των πρώτων αντιδράσεων σωματικής εκτόνωσης που η μητέρα «αναγνώρισε» ως αίτημα, ανταποκρίθηκε σε αυτό, εισάγοντας έτσι το παιδί στη γλώσσα του συμβολικού. Όμως, αυτό σημαίνει ότι το παιδί υποτάσσεται στην έννοια του νοήματος και για να κάνει την επιθυμία του να ακουστεί είναι υποχρεωμένο να ζητήσει μέσω του αιτήματος. Αυτή η λεκτική μεσολάβηση εισαγάγει μια αναντιστοιχία μεταξύ της επιθυμίας της πρώτης ικανοποίησης και του αιτήματος. Διότι από την στιγμή που εισήχθηκε το αίτημα δεν μπορεί να βρεθεί ξανά η πρωταρχική ικανοποίηση, με αποτέλεσμα το παιδί να επιθυμεί την επιθυμία η οποία δεν μπορεί να σηματοδοτηθεί ποτέ επαρκώς. Η επιθυμία θα βρίσκεται πάντα εγγεγραμμένη ανάμεσα στο αίτημα και την ανάγκη.
Ο Lacan ακολουθεί τα χνάρια του Kojève και του Hegel, διατυπώνοντας ότι η επιθυμία για επίτευξη της αναγνώρισης του υποκειμένου, φθάνει στο σημείο της διακινδύνευσης της ίδιας του της ζωής μέσα από έναν αγώνα καθαρά γοήτρου. Η επιθυμία αυτή, συνιστά την επιθυμία να γίνει κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας του άλλου, και φαίνεται στην αρχή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, όταν το παιδί επιθυμεί να είναι ο φαλλός για την μητέρα.
β) «Το αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου… είναι να επιθυμείται από κάποιον άλλον» (Lacan, 1951). Αυτός ο τρόπος επιθυμίας μέσω της επιθυμίας του άλλου, μας είναι ιδιαίτερα γνώριμος στην υστερία. Το υποκείμενο υιοθετεί την επιθυμία αυτού με τον οποίο ταυτίζεται. Βλέπουμε και εδώ ότι το αντικείμενο της επιθυμίας δεν παίζει κανένα ρόλο, αλλά αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι όταν κάποιος επιθυμεί το υποκείμενο, αυτό αποκτά αξία δηλ. αναγνωρίζεται, ακριβώς επειδή είναι επιθυμητό.
γ) «Η επιθυμία είναι πάντοτε η επιθυμία για κάτι άλλο» (Lacan, 1957). Λόγω του ότι η επιθυμία καθορίζεται από το αδύνατον της ανεύρεσης της πρώτης απόλαυσης με τον Άλλον, το αντικείμενο της επιθυμίας είναι «το αντικείμενο που λείπει αιώνια». Αφού είναι αδύνατον κανείς να βρει αυτό που εξ ορισμού αιώνια λείπει, το αντικείμενο της επιθυμίας μετατίθεται διαρκώς μετονομαζόμενο.
δ) «Η επιθυμία ανακύπτει αρχικά στο πεδίο του Άλλου». Αυτή την φράση του Lacan μπορούμε να την αντιληφθούμε με την έννοια ότι ο πρώτος άνθρωπος που καταλαμβάνει την θέση του τόπου του Άλλου είναι η μητέρα που το παιδί στην αρχή βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας της. Όταν το παιδί περάσει στην οιδιπόδεια διαλεκτική και αναγνωρίσει την έλλειψη στον Άλλον, δύναται να αποδεχτεί την έλλειψη, και το ότι η επιθυμία. του θα μένει πάντα ανεκπλήρωτη. Η επιθυμία του να «είναι» απωθήθηκε προς όφελος της επιθυμίας του να «έχει» δια μέσου του λόγου και γίνεται αίτημα. Γινόμενη όμως αίτημα χάνεται όλο και πιο πολύ μέσα σε μια αλυσίδα σημαινόντων του λόγου.
Η επιθυμία παραπέμπει πάντα σε μια σειρά υποκατάστατων επιθυμιών με υποκατάστατα συμβολικά αντικείμενα που παραπέμπουν στην πρωταρχική επιθυμία, ασυνείδητα.
Η επιθυμία θα μετονομάζεται διαρκώς μένοντας πάντα ανικανοποίητη, λόγω της αναγκαιότητας να γίνει λόγος. Εγκαταλείπει δηλαδή την θέση του αντικειμένου της επιθυμίας και γίνεται το ίδιο υποκείμενο το οποίο είναι ελλειμματικό και μπορεί να επιθυμεί.
Η επιθυμία στην αναλυτική διαδικασία
Όταν αναφερόμαστε στην επιθυμία του αναλυτή μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο καταστάσεις. Η πρώτη αφορά την επιθυμία που ο αναλυόμενος προσδίδει στον αναλυτή και η δεύτερη σχετίζεται με την επιθυμία που κινητοποιεί τον αναλυτή μέσα στην ψυχανάλυση.
Όσο αφορά τον αναλυόμενο, η θέση που τοποθετεί τον αναλυτή είναι αυτή «του υποκειμένου που υποτίθεται ότι γνωρίζει», αλλά επίσης και του υποκειμένου «που υποτίθεται ότι επιθυμεί». Ο αναλυόμενος θέτει το ερώτημα « Τι θέλεις από μένα;». Αυτό κινητοποιεί την εμφάνιση της θεμελιακής φαντασίωσης του υποκειμένου στο επίπεδο της μεταβίβασης, που καθίσταται η κινητήριος δύναμη της αναλυτικής διαδικασίας (Lacan, 1965).
Κατά τον Lacan, η επιθυμία του αναλυτή οφείλει να παραμένει άγνωστος χ για τον αναλυόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να μην προβεί σε μια ταύτιση με την επιθυμία του αναλυτή, αλλά να βρει την δική του σχέση με την επιθυμία.
Σχετικά με την επιθυμία του αναλυτή και την μη-προβολή της πάνω στον αναλυόμενο, η ουσιαστική προϋπόθεση είναι η δική του προσωπική ανάλυση, συνθήκη sine qua non για να γίνει κανείς αναλυτής. Μέσα από την επεξεργασία που έχει κάνει ο ίδιος στην δική του ανάλυση, καλείται να πραγματοποιήσει μια οικονομική μετάλλαξη της επιθυμίας του, τέτοια ώστε να είναι σε θέση να λειτουργήσει σαν αναλυτής, έχοντας αναδιοργανώσει την επιθυμία του.
Η επιθυμία δεν αντικατοπτρίζεται, αποτελεί μια άδεια θέση.
O Freud, στο «Εγώ και το Εκείνο» , παρουσιάζει το Ιδεώδες του Εγώ και το Υπερεγώ σχεδόν αδιαφοροποίητα.
Αργότερα (1914) στο «Εισαγωγή στο Ναρκισσισμό» εμφανίζει το Ιδεώδες του Εγώ να παίζει ένα ρόλο προτύπου σε σχέση με το Εγώ. Ο Freud φαίνεται να πιστεύει ότι το Ιδεώδες του Εγώ ανήκει βασικά στο ναρκισσιστικό πεδίο και είναι ένα πλεόνασμα του παιδικού Εγώ. Η γονική καταπίεση ενάντια στις ιδέες μεγαλείου ενδοβάλεται και παίζει ένα ρόλο λογοκρισίας και αυτοελέγχου δηλαδή έχουμε την δημιουργία του Υπερεγώ. Το Εγώ λοιπόν έρχεται σε αντιπαράθεση με την ναρκισσιστική ιδεώδη αξία που συνιστά τη βάση του Ιδεώδους του Εγώ.
Κατά τον Lacan αυτά τα τρία «μορφώματα του εγώ» αποτελούν διακριτές έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Στα μεταπολεμικά κείμενα του δίνει έμφαση στη διάκριση του ιδεώδους του εγώ (idéal du moi) από το ιδεώδες εγώ (moi idéal).
Το ιδεώδες του εγώ και το υπερεγώ σχετίζονται με το τέλος του οιδιπόδειου συμπλέγματος και συνιστούν προϊόντα ταύτισης με τον πατέρα. Το υπερεγώ αποτελεί ασυνείδητη οργάνωση και η λειτουργία του είναι να απωθεί τη σεξουαλική επιθυμία για την μητέρα. Το ιδεώδες του εγώ ασκεί μια συνειδητή πίεση προς την κατεύθυνση της μετουσίωσης και την θέση που παίρνει το υποκείμενο σε σχέση με το φύλο του.
Ο Daniel Lagache κάνει τη διάκριση ως εξής: «Το Υπερεγώ αντιστοιχεί στην εξουσία του Ιδεώδους του Εγώ με τον τρόπο που το υποκείμενο οφείλει να συμπεριφερθεί για να ανταποκριθεί στην προσδοκία της εξουσίας.»
Το ιδεώδες του εγώ είναι η εσωτερικευμένη μορφή του νόμου και λειτουργεί σαν οδηγός για να βρει το υποκείμενο την θέση του στην συμβολική τάξη. Από την άλλη, το ιδεώδες εγώ είναι η πηγή μιας φαντασιακής προβολής που έχει την καταγωγή της στην κατοπτρική εικόνα του σταδίου του καθρέφτη και συνδέεται με την παντοδυναμία της προοιδιπόδειας δυαδικής σχέσης.
«Η ιστορία του υποκειμένου είναι η εξέλιξη μιας σειράς περισσότερο ή λιγότερο τυπικών ιδεωδών ταυτίσεων που αντιπροσωπεύουν τα πιο καθαρά ψυχικά φαινόμενα, διακινώντας βασικά την λειτουργία των imago. Δεν γίνεται να αντιληφθούμε με άλλο τρόπο το Εγώ παρά σαν ένα κεντρικό σύστημα αυτών των δημιουργιών και μπορούμε να το κατανοήσουμε μέσα από την φαντασιακή και λιβιδινιακή δομή του» .
O Lacan για να δείξει ότι η συμβολική σχέση του υποκειμένου με τον Άλλον μπλοκάρεται πάντοτε, σε κάποιο βαθμό, από τη φαντασιακή σχέση, δημιούργησε το σχήμα L

Ανάμεσα στο εγώ και την κατοπτρική εικόνα παρεμβαίνει ο φαντασιακός άξονας. Ο λόγος του Άλλου φθάνει στο υποκείμενο με μια διακεκομμένη και αντεστραμμένη μορφή επειδή πρέπει να περάσει μέσα από το φαντασιακό τοίχος της γλώσσας. Η ομιλία όπως ο ίδιος ο Freud έδειξε, εμπεριέχει τμήμα του μηνύματος που είναι ασυνείδητο στον ομιλητή. Όταν κάποιος απευθύνει ένα μήνυμα σε κάποιον άλλον το απευθύνει συγχρόνως και στον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς όμως να το συνειδητοποιεί. Αυτό έχει μεγάλη σημασία στην αναλυτική διαδικασία όπου έργο του αναλυτή είναι να επιστρέψει στον αναλυόμενο την ασυνείδητη διάσταση του μηνύματος του, στο συμβολικό και όχι στο φαντασιακό επίπεδο.
Όσον αφορά την κατοπτρική εικόνα, γνωρίζουμε από το στάδιο του καθρέφτη ότι χάρη σε αυτήν συγκροτείται το εγώ του υποκειμένου και ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το φαντασιακό.
O Lacan λέει, ότι το υποκείμενο συγκροτείται μέσα στον άλλον με μια φαντασιακή διάσταση σαν ιδανικό εγώ. Το σχήμα που παραθέτει και όπου και εμείς αναπαράγουμε εδώ, φανερώνει ότι το υποκείμενο βλέπει τον εαυτό του και παίρνει για πραγματική μια αντιστραμμένη εικόνα του ίδιου του τού σώματος. Το υποκείμενο « δεν είναι εκεί απ’ όπου κοιτάζεται. Αλλά είναι, σίγουρα, μέσα στο χώρο του Άλλου που βλέπει τον εαυτό του, και το σημείο απ’ όπου κοιτάζεται κι αυτό επίσης είναι μέσα στον ίδιο χώρο. Λοιπόν, ακριβώς εδώ βρίσκεται και το σημείο απ’ όπου μιλάει, αφού, εφόσον μιλάει, στον τόπο του Άλλου είναι που αρχίζει να συγκροτεί αυτό το αληθοφανές ψέμα απ’ όπου ξεκινά εκείνο που μετέχει της επιθυμίας στο επίπεδο του ασυνειδήτου.»
(Σχήμα αντεστραμμένης ανθοδέσμης από το Σεμινάριο XI)
Στην οπτική, σε κάθε σημείο του πραγματικού, αντιστοιχεί ένα μόνο σημείο του φανταστικού. Το φανταστικό και το πραγματικό έτσι συγχέονται ενώ είναι διαφορετικά. Αυτό έχει μεγάλη σημασία όσο αφορά την ψυχική οικονομία του υποκειμένου.
Στο σχήμα της ανεστραμμένης ανθοδέσμης, το αντικείμενο αναπαριστάται από τη διατομή όλων των ακτίνων που συγκλίνουν στο οπτικό νεύρο, ενώ το είδωλο, αποτελείται από το σημείο διατομής των ακτίνων που αποκλίνουν από αυτό. Αν το σημείο διατομής των ακτίνων βρίσκεται μπροστά από το οπτικό όργανο, το αντικείμενο θα είναι πραγματικό, αν βρίσκεται πίσω, έχουμε ένα φανταστικό αντικείμενο.
Στην περίπτωση του επίπεδου καθρέφτη έχουμε λόγω της ιδιαιτερότητας του οπτικού φακού του ματιού την δημιουργία ενός φανταστικού ειδώλου ενός πραγματικού αντικειμένου.
Στην περίπτωση του κοίλου καθρέφτη παρουσιάζεται ένα πραγματικό είδωλο αντεστραμμένο και συμμετρικό του αντικειμένου.
Όλες αυτές οι αναφορές στην οπτική έχουν βέβαια αξία, για τον Lacan, ως μεταφορά που του επιτρέπει να διευκρινίσει τη θέση του υποκειμένου και την εξάρτηση του απ’ το Φαντασιακό, το Συμβολικό και το Πραγματικό, αλλά και τη δομή που προκύπτει αναφορικά με την εικόνα σε σχέση με το Ιδεώδες Εγώ και το Ιδεώδες του Εγώ.
Γιατί όπως αναφέρει ο ίδιος: «Το ανθρώπινο ον δεν βλέπει τη μορφή του πραγματωμένη, ολική, αντικατοπτρισμό του εαυτού του, παρά μόνο έξω από αυτό» Και προσθέτει: « Ο άλλος έχει για τον άνθρωπο δεσμευτική αξία, διότι η ενοποιημένη εικόνα, όπως γίνεται αντιληπτή στον καθρέφτη, υπάρχει ως πραγματικότητα του όμοιου»  Με άλλα λόγια η ανάδυση του πραγματικού ειδώλου εξαρτάται από τον τρόπο που το υποκείμενο θα τοποθετηθεί ιδεωδώς μέσα στον άλλον.
Το οπτικό μοντέλο φωτίζει, επίσης τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο παίρνει θέση σε σχέση με την συμβολική τάξη. « Η θέση μου στο φαντασιακό… είναι νοητή μόνο στον βαθμό που κανείς βρίσκει ένα οδηγό πέρα από το φαντασιακό, στο επίπεδο του συμβολικού πεδίου.» Το οπτικό μοντέλο δείχνει επομένως την πρωταρχική σημασία της συμβολικής τάξης στη δόμηση του φαντασιακού.
Το οπτικό μοντέλο εξηγεί επίσης τη λειτουργία του ιδεώδους εγώ, που αντιπροσωπεύεται στο διάγραμμα ως η πραγματική εικόνα, σε αντίθεση με το ιδεώδες του εγώ, που είναι ο συμβολικός οδηγός που ρυθμίζει τη γωνία του καθρέφτη και έτσι και τη θέση του υποκειμένου.
Ο άνθρωπος προβάλει αυτήν την εικόνα του σε όλα τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν στον κόσμο. Ωστόσο υπάρχουν και πράγματα που δεν διαθέτουν κατοπτρική εικόνα και αυτά είναι ο φαλλός και το αντικείμενο μικρό α.
Αυτό συμβαίνει διότι ο φαλλός είναι ένα σημαίνον . Είναι «το σημαίνον που δεν έχει σημαινόμενο» . Συγκεκριμένα είναι το «σημαίνον της επιθυμίας» και συμμετέχει στο φαντασιακό του καθρέφτη μόνο υπό την μορφή της έλλειψης. Όσο δε αφορά τον συμβολικό φαλλό πρόκειται για το σημαίνον της έλλειψης στον Άλλον. Το αντικείμενο α , δηλαδή το αντικείμενο της επιθυμίας- έλλειψης, καθώς και το σημαίνον της, δεν είναι δυνατόν να αναπαρασταθεί διότι η έλλειψη δεν κατοπτρίζεται. Η έλλειψη αποτελεί μια άδεια θέση. Συνεπώς δεν υπάρχει εικόνα της έλλειψης.
Το αντικείμενο μικρό α. Αντικείμενο/ αίτιο της επιθυμίας.
Ο Lacan το 1955, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το μικρό γράμμα α σαν αλγεβρικό σύμβολο στο σχήμα L. Το μικρό α αφορά τον μικρό άλλο σε αντιπαράθεση με το Α που αντιπροσωπεύει τον μεγάλο Άλλο. Ο μεγάλος Άλλος αναφέρεται στην ριζική ετερότητα που υπερβαίνει την απατηλή ετερότητα του φαντασιακού. Ο Lacan εξισώνει αυτή την ετερότητα με την γλώσσα και τον νόμο. Για αυτό ο μεγάλος Άλλος εγγράφεται στην τάξη του συμβολικού. Είναι επίσης για τον Lacan, ο «τόπος στον οποίο συγκροτείται ο λόγος». Αντίθετα ο μικρός άλλος είναι «ο άλλος που δεν είναι καθόλου άλλος, αφού τον συμπληρώνει κατ’ ουσία το εγώ, σε μια σχέση που είναι πάντοτε αντανακλαστική, εναλλακτική». Στο σχήμα L, τα σύμβολα α κα α΄ αντιστοιχούν στο Εγώ και στο όμοιο/καταπτρική εικόνα, και ανήκουν καθαρά στην φαντασιακή τάξη.
Το 1957, το σύμβολο α αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ως αντικείμενο της επιθυμίας. Πρόκειται για το φαντασιακό μερικό αντικείμενο που φαντασιώνεται ως κάτι που μπορεί να χωριστεί από το υπόλοιπο του σώματος. Ο Lacan αρχίζει να διακρίνει το α, το αντικείμενο της επιθυμίας, από την κατοπτρική εικόνα του υποκειμένου που συμβολίζει πλέον με το i(α).
Το 1960-1961, θα ορίσει το αντικείμενο μικρό α ως το αντικείμενο της επιθυμίας που αναζητούμε στον άλλο. Είναι ότι ήταν για τους αρχαίους έλληνες το άγαλμα, που σημαίνει ένα κόσμημα ή ένα γλυπτό που απεικονίζει ένα Θεό. Είναι το πολύτιμο αντικείμενο που είναι κρυμμένο μέσα στον άλλον.
Από το 1963 και μετά, το μικρό α συμβολίζει το αντικείμενο που δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί. Είναι το αίτιο της επιθυμίας και όχι αυτό στο οποίο τείνει η επιθυμία. Για αυτό ο Lacan το ονομάζει «αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας». Το μικρό α είναι κάθε αντικείμενο που θέτει σε κίνηση την επιθυμία, ιδίως τα μερικά αντικείμενα που καθορίζουν τις ορμές. Οι ορμές όμως δεν επιδιώκουν την απόκτηση του μικρού α, αλλά περιστρέφονται γύρω από αυτό.
Το 1974, ο Lacan θέτει το μικρό α στο επίκεντρο του κόμβου των Borromeo (Βορρόμβιος κόμβος). Στον τόπο που αλληλοδιασταυρώνονται οι τρεις τάξεις, το Πραγματικό (Réel), το Συμβολικό (Symbolique), και το Φαντασιακό (Imaginaire).


Κόμβος των Borromeo
Στον Βορρόμβιο κόμβο ή κόμβο των Borromeo, κάθε δακτυλίδι αντιπροσωπεύει μια τάξη. Ο κόμβος των Borromeo πρέπει να γίνει αντιληπτός περισσότερο σαν αλυσίδα τριών νημάτων, παρά κυριολεκτικά ως κόμβος ο οποίος σχηματίζεται συνήθως από ένα νήμα. Τα νήματα αυτά είναι συνδεδεμένα με τέτοιο τρόπο που όποιο από τα τρία κοπεί, διαλύεται ολόκληρη η αλυσίδα και αυτό έχει σαν συνέπεια την παθολογία της ψύχωσης.
Η σύνδεση των τριών τάξεων γίνεται στο μικρό α.
Διότι:
α) Όσο αφορά την Συμβολική τάξη, μπαίνουμε στην γλώσσα, δηλαδή στο συμβολικό, λόγω της έλλειψης. Πρέπει να χαθεί το αντικείμενο για να υπάρξει ανάγκη να συμβολοποιηθεί. Το μικρό α, είναι το κάθε αντικείμενο που έρχεται μέσω της μεταφοράς να καταλάβει την θέση αυτής της έλλειψης. Είναι η προσπάθεια να ονομαστεί η έλλειψη.
β) Σε σχέση με την Πραγματική τάξη, το μικρό α είναι το μη επικοινωνήσιμο. Είναι η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του αιτήματος και της ανάγκης. Είναι το άρρητο.
γ) Σε συνάρτηση με την Εικονοφαντασιακή τάξη, είδαμε ότι το εγώ του υποκειμένου και το ομοίωμα του, ο άλλος, τείνει σε μια αυταπάτη ενότητας των ιδεωδών εγώ σαν μια προσπάθεια ανάκτησης της προοιδιπόδειας δυαδικής σχέσης. Το φαντασιακό μερικό αντικείμενο, που καθορίζει τις ορμές, θέτει σε κίνηση την επιθυμία γύρω από το μικρό α, που φαντασιακά μπορεί να είναι όποιο από τα μερικά αντικείμενα, και φτιάχνει το ομοίωμα του εγώ ή του άλλου.
Στο κέντρο όλων αυτών, σύμφωνα με την λακανική τοπολογία, βρίσκεται το αίτιο της επιθυμίας το οποίο συγκρατεί της τρεις τάξεις στην δομή του υποκειμένου.
Συμπεράσματα
Για τον Lacan, όπως παλαιότερα και για τον Freud, η επιθυμία είναι η καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης και το κύριο ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης.
Ο Lacan διαχωρίζει την επιθυμία από την ανάγκη και το εκφερόμενο αίτημα.
Η ανάγκη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την βιολογική υπόσταση του ανθρώπου και μπορεί να ικανοποιηθεί.
Το αίτημα που εκφέρει το υποκείμενο έχει διπλή υπόσταση: από την μια είναι η έκφραση της ανάγκης και από την άλλη είναι πάντα ένα αίτημα για απεριόριστη αγάπη.
Η επιθυμία είναι το περίσσευμα που παράγεται από την άρθρωση της ανάγκης σε αίτημα. Η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί, είναι η συνεχής αναζήτηση της πρώτης εκείνης άμεσης ικανοποίησης του βρέφους όταν δεν υπήρχε ακόμα αναπαράσταση της ικανοποίησης. Τότε, η κάλυψη της ανάγκης του βρέφους ήρθε αναπάντεχα χωρίς την διατύπωση αιτήματος, φέροντας μαζί της ένα πλεόνασμα, αυτό της φροντίδας και της αγάπης. Το άτομο, αυτήν την ικανοποίηση την οποία δεν ζήτησε αλλά του δόθηκε χωρίς άλλο προηγούμενο, θα την αναζητά σε όλη του την ζωή θέτοντας στην θέση της διάφορα αντικείμενα που ποτέ όμως δεν θα μπορέσουν να καλύψουν την επιθυμία. Το υποκείμενο θα κυνηγάει πάντα την ίδια την επιθυμία του να το επιθυμούν.
«Η επιθυμία του ανθρώπου βρίσκει το νόημα της μέσα στην επιθυμία του άλλου, όχι επειδή ο άλλος έχει το κλειδί για το επιθυμητό αντικείμενο, όσο γιατί το αντικείμενο της επιθυμίας είναι το ν’ αναγνωριστεί απ’ τον άλλον»
Ο άλλος όμως ως υποκείμενο είναι και αυτός ελλειμματικός.
Το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με αυτή την έλλειψη. Διότι η επιθυμία δεν συνιστά σχέση με κανένα αντικείμενο αλλά με την ίδια την έλλειψη. Η έλλειψη και η μετωνυμία του αντικειμένου της επιθυμίας ανοίγει στο υποκείμενο τον δρόμο της συμβολικής τάξης.
Το αντικείμενο/αίτιο της επιθυμίας ο Lacan το ονόμασε μικρό α και το έθεσε στο κέντρο της ένωσης των τριών τάξεων που απαρτίζουν την ανθρώπινη υπόσταση.
Σκοπός κάθε ψυχαναλυτικής θεραπείας, σύμφωνα με την λακανική θεωρία, είναι να οδηγήσει τον αναλυόμενο να αναγνωρίσει και να διατυπώσει παρουσία του άλλου την επιθυμία του.
«…Ονοματίζοντας την, το υποκείμενο δημιουργεί, φέρνει στο προσκήνιο, μια νέα παρουσία στον κόσμο»
Στην ανάλυση, ο αναλυτής για τον αναλυόμενο δεν κατέχει μόνο την θέση του «υποκείμενου που υποτίθεται ότι γνωρίζει» αλλά και του «υποκειμένου που υποτίθεται ότι επιθυμεί». Έργο του αναλυτή είναι να εξασφαλίσει ότι η επιθυμία του μένει αινιγματική οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τον αναλυόμενο, όχι στο να ταυτισθεί με τον αναλυτή και τις επιθυμίες του, αλλά να μπορέσει να εκφέρει στον τόπο του συμβολικού, την δική του επιθυμία.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

σχόλη & σχολαστικός

Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. Αυτοί οι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λέξη σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο (< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). Η αρχική σημασία της λ.έξης σχόλης είχε την έννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση: «Κυριακή γιορτή και σχόλη».
Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους τη συναντάμε με την ιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύμα του ( Γ. Μπαμπινιώτης). Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία της συστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; Την απάντηση θα την βρείτε αν αναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες και οι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τη λέξη σχόλη («τεμπελχανιό» θα λέγαμε σήμερα). Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό). Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική Ελληνική Σχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στη Αλεξάνδρεια από τον Ήρωνα
Από την αρχαιότητα, ήδη, παρουσιάζεται και το επίθετο σχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν, δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος.
Ο όρος σχόλη πέρασε και στη Δύση με την έννοια, κυρίως, του εκπαιδευτικού ιδρύματος (Λατινικά: scola, Ιταλικά: scuola, Γαλλικά: ecole , Αγγλικά: school, Γερμανικά : schule, Ισπανικά: escuela)
Στα Λατινικά η λέξη σχόλη είχε εκλάβει, επίσης, και την έννοια της ακινησίας, της απραξίας, της αναμονής ( π.χ. “schola labri” ήταν ο χώρος που ανέμεναν τη σειρά τους στα δημόσια λουτρά των Ρωμαίων. Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε στη Δύση η σχολαστική φιλοσοφία. Καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στις μοναστικές σχολές (scolae) και απ΄εδώ πήρε το όνομα της (scola > σχολαστικός). Θεωρούσαν την εκκλησία ως το μόνη ηθική δύναμη και θεματοφύλακα των ηθικών αξιών.Επηρεάστηκαν άμεσα από τον Αριστοτέλη (συγκεκριμένα, τον λάτρεψαν και τον θεώρησαν ως πρόδρομο του Χριστού) και, ευτυχώς για μας, διαφύλαξαν τα κείμενα του. Κύριοι εκπρόσωποι ήταν ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς, ο Ακινάτης.
Το αντιδάνειο “σκουλαρίκι”
Η περιπέτεια της λέξης “σχόλη” δεν τελειώνει εδώ. Στα Λατινικά ο όρος schola προσδιόριζε, επίσης, το στρατιωτικό Λόχο ή Τάγμα, κυρίως, της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι στρατιώτες της φρουράς, Scolares (: σχολάριοι), ήταν επίλεκτοι με ιδιαίτερη σωματική διάπλαση και φόραγαν εντυπωσιακά ενώτια (: σκουλαρίκια) ως δείγμα ανδρισμού. Με τον καιρό έμεινε στην ελληνική γλώσσα ο όρος σκουλαρίκι ( από το scholares ) και προσδιόριζε τα ενώτια ανδρών και γυναικών. Η άποψη ότι η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από τα ενώτια που φορούσαν οι μαθητές (!;), scuola > σκουλαρίκι, θεωρείται αβάσιμη.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Ομιλία της Helen Mirren

http://mikropragmata.lifo.gr/zoi/oi-symvoules-tis-hellen-mirren-gia-mia-epitychimeni-zoi/
Έγραψα αυτό, σε συνέχεια της ανωτέρω ομιλίας:

Ο τρελός έρωτας φεύγει γρήγορα και δεν έχει σχέση με το ταίρι μας, αλλά με τον εαυτό μας' χρησιμοποιούμε τον Άλλο ως καμβά πάνω στον οποίο ρίχνουμε τις δικές μας προβολές. 
Πρόκειται για ναρκισσιστικό συναίσθημα μη δημιουργικό!

Στον έρωτα διαρκώς ψάχνουμε να βρούμε εκείνο που δεν είχαμε από παιδιά, αδιαφορώντας αν ο άνθρωπός μας αισθάνεται βολικά μέσα στο κοστούμι που του ετοιμάσαμε. 
Άδικο να πιστεύουμε πως η Αγάπη που έρχεται μετά, πολύ αργότερα και με πολύ μεγάλη προσπάθεια, είναι το ''μνημόσυνο του έρωτα'' /την έχουμε κι αυτήν ταυτίσει με παντόφλα και συμπάθεια, με πολύ χλιαρά συναισθήματα που ακολουθούν την καταιγίδα του έρωτα. 
Το θυελλώδες πάθος καθώς υποχωρεί, λίγοι είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το μεγαλείο και τη δύναμη της Αγάπης, αλλά και την δύναμή της να μας οχυρώσει σε μια υγιή σχέση, ερωτικότατη και μη ''ρουτινιάρικη''....

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Πασκάλ, πριν από 350 χρόνια

Πρωτοπόρος στην ψυχολογία και τις διαπραγματεύσεις

Η ψυχολογία βεβαίως, στον 17ο αιώνα, δεν είχε καν εμφανιστεί. Συγκεκριμένα ο Πασκάλ επινόησε και καθόρισε τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο για να κάνεις κάποιον να αλλάξει άποψη, αιώνες πριν οι πειραματικοί ψυχολόγοι να αρχίσουν να μελετούν το ζήτημα της πειθούς.
Ο μεγάλος γάλλος στοχαστής ανέφερε:
Όταν θέλουμε να διορθώσουμε κάποιον για να αποκτήσουμε εμείς πλεονέκτημα, και να δείξουμε στον άλλον ότι σφάλλει, θα πρέπει να παρατηρήσουμε από ποια πλευρά βλέπει το θέμα, καθώς για αυτόν, αυτή η πλευρά είναι η αληθινή. Αν τον προσεγγίσεις από εκείνη την πλευρά που βλέπει ως αληθινή, τότε μπορείς στη συνέχεια να του αποκαλύψεις και την πλευρά η οποία είναι λανθασμένη. Ο ίδιος είναι ικανοποιημένος με αυτό, διότι βλέπει ότι δεν ήταν γενικότερα λάθος, και ότι απέτυχε μόνο στο να δει όλες τις πλευρές. Τώρα, κανείς δεν αισθάνεται προσβεβλημένος διότι δεν κατάφερε να δει τα πάντα. Όμως κανείς δεν θα ήθελε να είναι γενικά λάθος, και αυτό πιθανότατα πηγάζει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εκ φύσεως δεν μπορεί να δει τα πάντα, και ότι φυσικά δεν μπορεί να υπέπεσε σε σφάλμα από την πλευρά που κοιτάζει, δεδομένου ότι οι αντιλήψεις των αισθήσεων μας είναι πάντα αληθείς.
Και ο Πασκάλ πρόσθεσε:
Οι άνθρωποι γενικώς, πείθονται καλύτερα από τους λόγους που ανακάλυψαν οι ίδιοι σε σχέση με αυτούς που υπέπεσαν στην αντίληψή τους, επειδή κάποιοι άλλοι τους το ανέφεραν.
Θέτοντάς το απλά, ο Πασκάλ λέει ότι όταν διαφωνείς με κάποιον, πρώτα υπόδειξέ του τα σημεία και τις οπτικές στις οποίες είναι σωστός. Και προκειμένου να πείσεις με ενεργητικό τρόπο κάποιον να αλλάξει την άποψή του σε κάτι, οδήγησέ τον στο  ‘αντίθετο’ σημείο (που αφορά στην διαφωνία σας), αλλά με δική του πρωτοβουλία. Όπως λένε σύγχρονοι ψυχολόγοι, και τα δύο σημεία ισχύουν.
Ο Άρθουρ Μάρκμαν, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας αναφέρει ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κάνεις προκειμένου να προσφέρεις τη δυνατότητα σε κάποιον να αλλάξει την άποψή του σε κάτι, είναι να του μειώσεις τις άμυνές του και να τον εμποδίσεις να περιχαρακωθεί γύρω από την θέση που έχει. Και προσθέτει ότι εάν αμέσως κάποιος αρχίσει να σου λέει ότι όλες οι πλευρές και απόψεις που βλέπεις ένα θέμα, είναι λανθασμένες, δεν έχεις κίνητρο να συνεργαστείς. Αλλά αν αρχίσω να σου λέω, ααα… ναι, είναι πολύ σωστά και σημαντικά αυτά που είπες [ή που νομίζεις ή που πιστεύεις] εκεί και εκεί, τότε δίδεις στον άλλον που έχεις απέναντί σου, έναν λόγο να θέλει να συνεργαστεί ως μέρος της ανταλλαγής. Και αυτό σου δίδει την ευκαιρία, να δώσεις ‘βάρος’ στις ανησυχίες σου για μια συγκεκριμένη θέση αυτού που έχεις απέναντί σου, αλλά με έναν τρόπο που επιτρέπει την παραγωγική συνεργασία.
Ο Μάρκμαν υποστηρίζει και την δεύτερη περί πειθούς υπόδειξη του Πασκάλ: Εάν έχω μια ιδέα από μόνος μου, νοιώθω κατά κάποιο τρόπο, σαν να έχω την κυριότητα της ιδέας αυτής, κάτι που με ικανοποιεί, ενώ αντιθέτως, εάν είναι να ενστερνιστώ την δική σου ιδέα, αυτό στην ουσία σημαίνει ότι θα πρέπει εγώ να διαφοροποιηθώ, προσαρμοζόμενος στην δική σου ισχύ και εξουσία. Και δεν είναι πολλοί αυτοί που το δέχονται κάτι τέτοιο.
Οι παραπάνω πρακτικές βεβαίως, καθώς έχουν νόημα όπου υπάρχουν διαφωνίες, εννοείται ότι είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες και στο πεδίο των διαπραγματεύσεων. Ασκούμενος κανείς σε αυτές τις τεχνικές, με τον καιρό θα καταφέρει να τις αναπτύξει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά, επιφέροντας πολλά και σημαντικά θετικά στις διαπραγματεύσεις του, σε βάθος χρόνου.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud

 «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»  08.02.2018

    Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud: «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»Freud - Η Ευχή
    «Στην πραγματικότητα, δεν είμαι ούτε επιστήμονας ούτε ερευνητής ούτε ένας πειραματιστής ούτε καν στοχαστής. Από τη φύση μου είμαι μονάχα ένας κονκισταδόρος, ένας εξερευνητής, αν προτιμάς αυτό τον όρο, κι έχω όλη την περιέργεια, την τόλμη, την επιμονή που χαρακτηρίζει το είδος τούτο των ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, δεν αναγνωρίζεται η αξία τους παρά μονάχα όταν πετύχουν, όταν ανακαλύψουν κάτι το ουσιαστικό: διαφορετικά παραμερίζονται» -«Γράμμα στον Φλις» (1900)
    Πενήντα  οκτώ χρόνια ματά το θάνατό του, η «ενεργός απουσία» του ιδρυτή της ψυχανάλυσης εξακολουθεί να ταράζει, να προκαλεί, να απωθεί. Ο πόθος του πραγματοποιήθηκε. Κατάφερε να «πετύχει». Να μείνει στην Ιστορία ως κονκισταδόρος, μεγάλος εξερευνητής του πλανήτη της ψυχής, να χαράξει ανεξίτηλα τη φυσιογνωμία του 20ού αιώνα. Κι όμως η επιφύλαξη και η καχυποψία ούτε στιγμή δε σταμάτησαν να υπονομεύουν την αξία και τη σημασία του έργου του.
    Όταν το 1895 παρουσιάζει μαζί με τον Breuer τις «Μελέτες πάνω στην υστερία», οι συνάδελφοί του θα αποκαλέσουν τη θεωρία για την ψυχογένεση των νευρώσεων «αντιεπιστημονικό παραμύθι». Ένα «παραμύθι» συγκλονιστικό, αλλιώτικο, που στην εποχή εκείνη παρήγαγε ενεργά έως σήμερα ερωτήματα.
    -Είναι δυνατόν να έχουν κάποιο νόημα οι α-νόητες φαντασιώσεις των υστερικών γυναικών;
    -Είναι δυνατόν διάφορα συμπτώματα, όπως η ανορεξία, η αναισθησία του δέρματος, οι παράλογοι φόβοι, η παράλυση, η αφωνία, να οφείλονται σε σεξουαλικά τραύματα της πρώτης παιδικής ηλικίας;
    -Είναι δυνατόν το σώμα να θυμάται;
    -Είναι δυνατόν το «αθώο παιδί» να είναι ένα «πολύμορφα διεστραμμένο πλάσμα»;
    -Είναι δυνατόν αιμομεικτικές, επιθετικές τάσεις να συνδέουν το παιδί με τα γονεϊκά πρότυπα;
    -Είναι δυνατό το άναρχο και άχρονο ασυνείδητο να επιβάλλει τους όρους του σε ένα ταπεινό και περιχαρακωμένο Εγώ;
    -Είναι δυνατόν στενές συγγένειες να συνδέουν το φυσιολογικό με το παθολογικό;
    Είναι δυνατόν οι παντοδύναμες ορμές του Έρωτα και του Θανάτου να προδιαγράφουν την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης;
    Ο Freud θα αναλώσει όλη τη ζωή του προσπαθώντας να υπερασπιστεί αυτές τις τρεις λέξεις: «Ναι, είναι δυνατόν». Το γνωρίζον υποκείμενο, οχυρωμένο μέσα στον πύργο της συνείδησης, δέχεται ένα θανάσιμο ναρκισσιστικό πλήγμα. Η αξιοπιστία μια μακροχρόνιας παράδοσης ορθολογιστικής σκέψης κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
    Εδώ κι έναν αιώνα η σκέψη του Freud ακατάπαυστα υπενθυμίζει ότι το άτομο δεν είναι κυρίαρχο της γνώσης για το είναι του. Ότι το υποκείμενο δεν είναι υπο-κείμενο της συνείδησής του. Ότι μια ετερότητα, που ονομάζουμε ασυνείδητο και απαρτίζεται από στοιχεία αλλότρια και ξένα, στη συνείδησή μας κατοικεί.
    Κι όμως πίσω από την απομυθοποίηση και την κατάρρευση της παντοδυναμίας της συνείδησης το υποκείμενο επανέρχεται. Είναι οι φωτεινές διαρροές στην απαισιοδοξία του Freud.
    Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι. Υπάρχει ένα ζητούμενο, υπάρχει ένας στόχος ικανός να καταξιώσει τελικά την περιπέτεια της ριγμένης-εκεί-ύπαρξης: «Εκεί που είναι το Αυτό να γίνει Εγώ». Ίσως η πιο μεστή νοήματος φράση του Freud.
    Στην αυγή του 21ου αιώνα, μέσα από τα πισογυρίσματα της Ιστορίας, τη χρεοκοπία του ορθού λόγου, την αίσθηση μιας γενικευμένης απελπισίας και ανημποριάς που περιβάλλει το άτομο, η φράση αυτή αποβαίνει αλλιώς σημαντική. Μια προτείνει μια διαφορετική γνώση του εαυτού μας. Μια γνώση που αναγνωρίζει την ετερότητα που μας κατοικεί.
    Μια μαγική φράση που αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός, εστω, σχετικά αυτόνομου ατόμου, ικανού να στοχάζεται πάνω στις επιθυμίες και τις ενορμήσεις του. Να μην κατακλύζεται από αυτές, να μην τις λογοκρίνει, αλλά να μπορεί στοχαστικά να αποφασίσει αν θα τις πραγματοποιήσει.
    Είναι άραγε ουτοπία; Δεν ξέρω. Είναι σίγουρα μια ευχή που αφήνει πίσω του ο Freud. 
    Φωτεινή Τσαλίκογλου, «Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής», Freud, εκδόσεις Καστανιώτη -απόσπασμα