Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Μπαχ - παραλλαγές Goldberg

https://youtu.be/Cwas_7H5KUs

Σύνθεση που εκδόθηκε το 1741, γραμμένη για τσέμπαλο με δύο πληκτρολόγια. Στον Μπαχ, αυτή η αρχική άρια, που είναι το πρώτο και το τελευταίο κομμάτι του έργου, αποτελεί το θέμα και στην συνέχεια ακολουθούν τριάντα παραλλαγές της. Η άρια αποτελεί υπόδειγμα γεωμετρικής και αρμονικής μικρογραφίας ολόκληρου του έργου, ενώ θεωρείται από τα αρτιότερα παραδείγματα της φόρμας της παραλλαγής. Είναι σαν, στο κέντρο της μεγαλειώδους αυτής σύνθεσης, να βρίσκεται ένα μικρό, αργό, απαλό κομμάτι, ένα απλό κενό: λίγος αέρας, μία Aria. Ή απλώς τίποτα.

Ο ήχος στην γλώσσα είναι το άυπνο τείχος του πραγματικού.
Η μουσική είναι ο τοίχος του Goldberg. Είναι τα τείχη του Έκτορα που μας κλείνουν εντός της γλώσσας, εντός του ύπνου. Μόνο το όνειρο όμως μας δίνει πρόσβαση σε εκείνο το αδύνατο, το ανύπαρκτο «εκτός». Ο ήχος και η ήττα της γλώσσας του, όπως συντρίβεται στο ρίγος του άυπνου πραγματικού.

Η Άριά είναι διάτρητη, σιωπηλή, άδεια και κενή σαν γυναίκα. Την Γυναίκα με γάμμα κεφαλαίο, μία femme fatal, που δεν υπάρχει ‒όπως είχε πει και ο Λακάν‒ και που άλλωστε είναι μία ανδρική κυρίως, κραταιή, παρ’ όλα αυτά, φαντασίωση. Ακριβώς το αντίθετο. Μια γυναίκα τόσο απόμακρη, τόσο απόκρημνη, τόσο μακρινή, τόσο μακριά από τον ανθρώπινο κόσμο, σχεδόν τόσο εκτός του, που μοιάζει τελικά περισσότερο με τοπίο ‒ παρά με γυναίκα. Υπάρχει ένας χρόνος της επιθυμίας, υπάρχει ένας τόπος της επιθυμίας επίσης ‒σιωπηλός, ακρότατος και άγνωστος γκρεμός ‒ που εάν μοιάζει με κάτι, τότε μοιάζει μόνο με μία γυναίκα.   
από Δ. Λεοντζάκο


και στην συνέχεια 
 της γλώσσας του, όπως συντρίβεται στο ρίγος του άυπνου πραγματικού.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Alexandre Grothendieck (1928 -2014)

Περισσότερες από 70.000 χειρόγραφες σελίδες, κυρίως με μαθηματικό περιεχόμενο, που ανήκουν στον κορυφαίο μαθηματικό του εικοστού αιώνα Alexandre Grothendieck (1928 -2014) βρίσκονται στοιβαγμένες και ανεκμετάλλευτες σε χάρτινες κούτες σε μία αποθήκη στο Παρίσι. Τα χειρόγραφα, τα οποία ο ερημίτης μαθηματικός έγραφε όσο ζούσε απομονωμένος στη νοτιοδυτική Γαλλία, δεν έχουν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Το ενδιαφέρον για τη διάσωση και την αποκρυπτογράφησή τους από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τις βιβλιοθήκες της Γαλλίας είναι, μέχρι στιγμής, ανύπαρκτο.
«Πρόκειται για επιστημονικό θησαυρό ή απλώς για παλιά χαρτιά, άχρηστα ακόμη και για ανακύκλωση;» αναρωτιέται, σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «Le Monde», ο δημοσιογράφος Philippe Douroux. Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα χειρόγραφα είναι γραμμένα με μία αρκετά λεπτή και επίπεδη γραφή, δεν είναι πάντοτε ευανάγνωστα, ενώ είναι εμφανές ότι ο μαθηματικός τα έχει ταξινομήσει με ιδιαίτερη φροντίδα. Εκτός από την αρίθμηση και την ημερομηνία σε κάθε σελίδα, ο Grothendieck σημειώνει, κάποιες φορές, και τις ώρες εργασίας που αφιέρωσε για να την ολοκληρώσει.
Ο σπουδαίος επιστήμονας επηρέασε όσο λίγοι τη μαθηματική σκέψη με τις ρηξικέλευθες έρευνές του στην αλγεβρική γεωμετρία. Το 1966 τιμήθηκε με την ύψιστη μαθηματική διάκριση, το βραβείο Fields, το οποίο δεν παρέλαβε ποτέ, αρνούμενος να ταξιδέψει στη Μόσχα για πολιτικούς λόγους. Από εκείνα τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους κύκλους της επιστημονικής κοινότητας και από τους θεσμούς της, μέχρι που αποσύρθηκε σταδιακά στο καταφύγιό του κοντά στο χωριό Lassere στην περιοχή Ariège της νοτιοδυτικής Γαλλίας.
Αδιάκοπα εργαζόμενος, κυρίως τις νυχτερινές ώρες από τις 10 το βράδυ έως τα ξημερώματα, έχει αφήσει ήδη 28000 χειρόγραφα στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, από το οποίο είχε αποφοιτήσει το 1948. Εκεί επέστρεψε ως καθηγητής, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν απομακρύνθηκε από την επιστημονική κοινότητα αμφισβητώντας τη θέση της επιστήμης στον σύγχρονο κόσμο. Τα χειρόγραφα του Μονπελιέ αποτελούνται από μαθηματικά κείμενα, επιστολές, λογοτεχνικά και φιλοσοφικά δοκίμια, ορισμένα από αυτά με μυστικιστικές αποχρώσεις.
Στην αποθήκη του Saint-Germain-des-Prés και στην κατοχή του βιβλιοπώλη και ειδικού στα χειρόγραφα JeanBernard Gillot βρίσκονται εκείνα που εντόπισαν τα παιδιά του μαθηματικού στο ερημητήριό του στην Ariège. Τα έδωσαν στον βιβλιοπώλη για να τα εκτιμήσει και να βρει τρόπους αξιοποίησής τους. Η εικόνα που μεταφέρει ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Le Monde» δεν είναι, πάντως, η καλύτερη.  Τα χειρόγραφα φυλάσσονται σε περίπου 40 χάρτινες κούτες, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα αντικείμενα. Σε ορισμένα από αυτά διακρίνονται μαθηματικά σχέδια ενώ άλλα είναι τοποθετημένα σκόρπια, όπως τα μάζεψαν από το καταφύγιό του, σε κούτες κακής κατάστασης.
Η αξιοποίησή τους απαιτεί πρώτα απ’ όλα αποκρυπτογράφηση, ώστε να διαπιστωθεί η αξία τους, και φυσικά συντήρηση. Η επιχείρηση θεωρείται πολυδάπανη και ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους από επίσημους φορείς, προς το παρόν, δεν υπάρχει. Γεγονός που ωθεί τον δημοσιογράφο να τα χαρακτηρίσει ανεπιθύμητα. Ας ελπίσουμε ότι, στο τέλος, θα βρεθεί λύση στο πρόβλημα, αφού πρόκειται για τα χειρόγραφα ενός από τους σπουδαιότερους μαθηματικούς του εικοστού αιώνα.    Πηγή : Le Monde

H εξίσωση του DIRAC

Posted on 26/06/2011

Ένας σοβαρός περιορισμός της εξίσωσης Schrödinger έγκειται στο γεγονός στο ότι δεν είναι συμβατή με τη σχετικότητα. Το πρόβλημα αυτό ήρθε να το λύσει η εξίσωση Dirac, η οποία ενοποιεί τις έννοιες της κβαντικής μηχανικής και της ειδικής σχετικότητας, περιγράφοντας τις ιδιότητες σωματιδίων όπως τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια, τα νετρίνα και τα κουάρκ.
Η ανάλυση της εν λόγω εξίσωσης αφενός εξήγησε κομψά μερικές από τις ιδιόμορφες ιδιότητες των σωματιδίων (όπως το σπιν), αφετέρου προσέφερε στέρεα βάση στη λεγόμενη απαγορευτική αρχή του Pauli, η οποία είναι απαραίτητη για την εξήγηση της ατομικής δομής και του περιοδικού πίνακα. Και το τελευταίο αλλά όχι ήσσονος σημασίας, η εξίσωση προέβλεπε την ύπαρξη αντιύλης: το γεγονός ότι για οποιοδήποτε «είδος» σωματιδίων υπάρχει ένα συναφές είδος με τις ακριβώς αντίθετες ιδιότητες (όπως το φορτίο) αλλά με την ίδια μάζα.
Παρά τις τρομερές της επιτυχίες, η εξίσωση Schrödinger έπασχε από ένα σοβαρό μειονέκτημα: δεν ήταν συμβατή με την ειδική σχετικότητα. Αυτό συνάγεται εύκολα από το γεγονός ότι η εξίσωση δεν περιλαμβάνει τη χωρική και τη χρονική μεταβλητή, x και t, επί ίσοις όροις: περιέχει μια πρώτη παράγωγο ως προς το χρόνο αλλά δεύτερες παραγώγους ως προς τις χωρικές συντεταγμένες…….
Ο Dirac έλυσε το συγκεκριμένο πρόβλημα με την εξίσωση που φέρει το όνομά του.
Η εξίσωση Dirac έχει πολύ περίπλοκη μαθηματική δομή, η οποία κάπως συγκαλύπτεται από τον συμπυκνωμένο συμβολισμό• έτσι, πρέπει να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να σχολιάσουμε τον χρησιμοποιούμενο συμβολισμό. Υπάρχει ένας δείκτης μ που μπορεί να λαμβάνει τιμές 0, 1, 2 ή 3, δηλώνοντας τη χρονική και τις τρεις χωρικές συνιστώσες, οι οποίες όντως εμφανίζονται επί ίσοις όροις. Τα τέσσερα πεδία Αμ, τα οποία ονομάζονται «ηλεκτρομαγνητικά δυναμικά», περιγράφουν το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο στο οποίο κινείται, για παράδειγμα, το ηλεκτρόνιο, ενώ με me συμβολίζεται η μάζα του ηλεκτρονίου. Το πεδίο του ηλεκτρονίου περιγράφεται από μια συνάρτηση Ψ τεσσάρων συνιστωσών. Οι λεγόμενοι «πίνακες γ», γμ, είναι τέσσερις αριθμητικοί πίνακες (διατάξεις 4×4 δεδομένων αριθμών), οι οποίοι πολλαπλασιάζονται κατά έναν επιπλέον δείκτη συνιστωσών στην Ψ για να ελαχιστοποιήσουμε κατά το δυνατόν την περιπλοκότητα του συμβολισμού).
Η ανάλυση της εξίσωσης αποκάλυψε το νόημα των τεσσάρων συνιστωσών του πεδίου Dirac. Σε αυτό περιλαμβάνεται η περιγραφή της κάπως μυστηριώδους ιδιότητας που ονομάζεται σπιν, για την οποία ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος να τη σκεφτόμαστε είναι ως κάποιο εσωτερικό στροφικό βαθμό ελευθερίας Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ηλεκτρόνιο αντιπροσωπεύει το κβαντικό ισοδύναμο μιας μικροσκοπικής περιστρεφόμενης σβούρας, που μπορεί να είναι αριστερόστροφο ή δεξιόστροφο.
Είναι αξιοσημείωτο το ότι η εξίσωση αποδείχτηκε πως δεν περιγράφει μόνο τις δυο καταστάσεις του σπιν του ηλεκτρονίου αλλά και τις δυο καταστάσεις του σπιν ενός άλλου σωματιδίου με την ίδια ακριβώς μάζα και αντίθετο (θετικό) φορτίο. Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο σωματίδιο ονομάστηκε ποζιτρόνιο (ή αντιηλεκτρόνιο). Το πρώτο αυτό παράδειγμα «αντισωματιδίου» το ανακάλυψε πειραματικά ο C. D. Anderson το 1932. Σύντομα έγινε σαφές ότι όλα τα σωματίδια στη Φύση έχουν τα αντισωματίδιά τους, με ακριβώς αντίθετες ιδιότητες – κατά τρόπο ώστε, όταν συναντώνται ένα σωματίδιο και ένα αντισωματίδιο, τα μέλη του ζεύγους να εξαφανίζονται (να εξαϋλώνονται) μετατρεπόμενα σε καθαρή ενέργεια υπό τη μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας – μια δραματική περίπτωση εφαρμογής της εξίσωσης Ε=mc2. Λόγω των ιδιόμορφων ιδιοτήτων του σπιν, το αντικείμενο Ψ με τις τέσσερις συνιστώσες ονομάζεται σπίνορας αντί διάνυσμα.
Η περαιτέρω ανάλυση της εξίσωσης Dirac οδήγησε και στην εξήγηση της απαγορευτικής αρχής του Pauli. Αυτός ο κανόνας, τον οποίο υπακούουν τα ηλεκτρόνια και όλα τα άλλα σωματίδια που περιγράφονται από εξισώσεις τύπου Dirac, ότι δυο ή περισσότερα τέτοια σωματίδια βρίσκονται στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Επρόκειτο για ένα κρίσιμο, αλλά ως τότε ad hoc συστατικό της κβαντικής θεωρίας, απαραίτητο για την εξήγηση του περιοδικού πίνακα των ατόμων. Πράγματι, καθώς τα ηλεκτρόνια ενός ατόμου αδυνατούν να βρεθούν όλα στην ίδια κατάσταση ελάχιστης ενέργειας, αναγκάζονται να πληρούν συστηματικά τις ανώτερες ενεργειακές στάθμες, με αποτέλεσμα οι διαφορετικοί τύποι ατόμων να εμφανίζουν εντελώς διαφορετική χημική συμπεριφορά.
ΠΗΓΗ: Sander Bais, «Οι εξισώσεις – εικόνες γνώσεις», εκδόσεις Κάτοπτρο

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Η ταύτιση με αντικείμενα

Η επιθυμία είναι στοιχείο που θεμελιώνει την ανταλλαγή. Για να δομηθεί όμως και να εξελιχθεί, πρέπει να βρει ένα υποστήριγμα, ένα υπόβαθρο. Μπορούμε να δούμε τώρα ορισμένους παράγοντες που θέτουν σε κίνηση ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής ενέργειας και που θεμελιώνουν την παιδαγωγική σχέση.
Α. Η ταύτιση
Η ταύτιση, είναι μια ψυχολογική διαδικασία, με την οποία το υποκείμενο αφομοιώνει μια ή περισσότερες ιδιότητες ή χαρακτηριστικά κάποιου άλλου ατόμου και μεταβάλλεται είτε μερικώς είτε ολικώς.
Το παιδί μεγαλώνοντας, επιθυμεί να μοιάσει σε κάποιον που θαυμάζει, που αγαπά. Βρίσκει στα άτομα που το περιστοιχίζουν αλλά και στους πραγματικούς ή μυθικούς ήρωες, κάποια χαρακτηριστικά που επιθυμεί να αποκτήσει.
Η ταύτιση με αντικείμενα που υποστηρίζουν το ιδανικό του εγώ (γονείς, δασκάλους), επιτρέπει την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η διαδικασία της ταύτισης, κινητοποιεί ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής ενέργειας και συγχρόνως είναι ένας από τους μοχλούς που βάζει σε κίνηση την ανάπτυξη. Το παιδί μεγαλώνει μέσω αλλεπάλληλων και διαδοχικών ταυτίσεων. Στις διάφορες φάσεις της εξέλιξής του, αντιστοιχούν πρότυπα όλο πιο ανώτερα, πιο εξελιγμένα.
Σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής του, το παιδί κάνει ασυνείδητα έναν απολογισμό. Επαναπροσδιορίζει τους στόχους του, ανάλογα με την απόσταση που διαπιστώνει ότι υπάρχει μεταξύ του εγώ του και των ιδανικών του. Εκδηλώνει περιέργεια, ενδιαφέρον για νέα πρότυπα, για την επόμενη ταύτιση. Εγκαταλείπει τα παλιά μοντέλα για να ταυτιστεί με νέα, τα χαρακτηριστικά των οποίων εντάσσονται στη δομή της προσωπικότητας, χωρίς βέβαια να εξαφανιστούν τα στοιχεία των παλαιότερων προτύπων.
Το παιδί δεν ταυτίζεται μόνο με ένα αντικείμενο. Μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα πολλαπλές ταυτίσεις με διαφορετικά άτομα’ ταυτίσεις είτε προς την ίδια, είτε προς διαφορετική κατεύθυνση. Η ταύτιση μπορεί να είναι θετική (όταν ιδιοποιούνται αξιόλογα χαρακτηριστικά) ή αρνητική (όταν απορρίπτονται ανάξια χαρακτηριστικά)
Ο Freud στο έργο του «ψυχολογία της μάζας και ανάλυση του εγώ» διακρίνει τρεις βασικούς τύπους ταύτισης.
  • Η πρωτογενής ταύτιση: αντιστοιχεί στη συμβιωτική σχέση μητέρας-παιδιού. Είναι η πιο αρχέγονη μορφή συναισθηματικής προσήλωσης σε ένα αντικείμενο. Είναι επικίνδυνη όταν συμβαίνει στην παιδαγωγική σχέση. Όταν την προκαλεί ο δάσκαλος, είναι γιατί θέλει να πλάσει το μαθητή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, για να τον εξουσιάσει, γεγονός που αργά ή γρήγορα θα καταλήξει σε ρήξη. Όταν την επιζητά ο μαθητής, είναι γιατί επιθυμεί να κατακτήσει το αντικείμενο (δάσκαλο) και να ενωθεί μαζί του. Η απελευθέρωση του παιδιού από αυτού του είδους την ταύτιση είναι πολύ δύσκολη.
  • Ο δεύτερος τύπος δημιουργείται κατά το στάδιο που το παιδί ταυτίζεται με τον πατέρα, τη μητέρα ή και τους δύο γονείς. Δεν είναι συμβιωτικού τύπου. Το άτομο προσπαθεί να καθρεφτιστεί πάνω στον άλλον, με κίνδυνο να γίνει πανομοιότυπο με το πρότυπό του.
  • Ο τρίτος τύπος ταύτισης είναι αυτός που ήδη αναφέραμε, δηλ. όταν ένα άτομο αφομοιώνει ένα ή περισσότερα από τα χαρακτηριστικά κάποιου άλλου και τα ιδιοποιείται.
Η Anna Freud έχει επισημάνει και μια άλλη μορφή: την ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Σαν παράδειγμα, αναφέρω το περιστατικό ενός μαθητή που αντιδρούσε στις επιπλήξεις του δασκάλου με γκριμάτσες, που προκαλούσαν το γέλιο της τάξης. Το παιδί άθελά του, μιμείτο το ύφος του θυμωμένου δασκάλου, γιατί ταυτιζόταν ασυνείδητα με αυτόν. Έτσι από απειλούμενο γινόταν επιτιθέμενο και προστατευόταν από την αγωνία, εσωτερικεύοντας την επιθετικότητα του δασκάλου και προβάλλοντάς την απάνω σε αυτόν. Freud 
Β. Η ταύτιση στην τάξη
Η ταύτιση με κάποιον που έχει την ιδιότητα του ενήλικου και που αντιπροσωπεύει τη γνώση, βοηθάει το παιδί να αποφύγει την παλινδρόμηση σε περασμένα στάδια της εξέλιξής του ή τη στασιμότητα σε κατώτερα στάδια. Δια μέσου διαδοχικών ταυτίσεων, το παιδί, ο έφηβος εποικοδομεί την ταυτότητάς του. Η αναζήτηση ομοιοτήτων και διαφορών με τους άλλους, έχει σαν στόχο την εξεύρεση μιας κατεύθυνσης.
Στο συναισθηματικό κενό που δημιουργείται από την απώλεια των πρώτων αντικειμένων (γονέων), ακολουθεί η ανακάλυψη άλλων, που πρόκειται να καλύψουν αυτό το κενό. Το παιδί και ιδίως ο έφηβος αναζητά πρότυπα αλλά όταν τα υιοθετεί, κάνει συνήθως κάποιες επιλογές: αποδέχεται ορισμένα χαρακτηριστικά τους και απορρίπτει άλλα. Μερικές φορές αποδίδει στον ενήλικα αυθαίρετα, αρετές που δεν έχει στην πραγματικότητα’ όταν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του, εγκαταλείπει το πρότυπο. Είναι ένας τρόπος να βάζει σε δοκιμασία την εξωτερική πραγματικότητα, χωρίς να του στοιχίζει πολύ, αφού μόνο τα πρότυπα απορρίπτονται. Άλλες φορές δημιουργείται μια ρωγμή μεταξύ του εξιδανικευμένου προτύπου και της πραγματικότητας. Αλλά και αυτή η ρωγμή είναι εξωτερική και η ανακάλυψη των ορίων του προτύπου, οδηγεί το παιδί στην αναζήτηση άλλων αντικειμένων.
Η διαδικασία της ταύτισης περιλαμβάνει και ένα αντίθετο ρεύμα, που συνίσταται στη μερική ή ολική απελευθέρωση από το πρότυπο, που  όμως αφήνει τα ίχνη του στο υποσυνείδητο. Για να αναπτυχθεί πάντως το παιδί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα αυτής της απαλλαγής, διαφορετικά θα έμενε δέσμιο και δε θα είχε τη δυνατότητα ταύτισης με νέα πρότυπα, προσαρμοσμένα σε ανώτερες απαιτήσεις. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο τα παιδιά να έχουν σχέσεις με διαφορετικά άτομα, σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε ερεθίσματα.
Ο εκπαιδευτικός είναι για το παιδί, τον έφηβο, μια πιθανή εικόνα του ενήλικα που θα γίνει κάποτε. Η δύναμη που ωθεί το παιδί προς το δάσκαλο, είναι διφορούμενη και αντιφατική. Ο ενήλικας είναι αυτός που μπορεί να το βοηθήσει να μεγαλώσει αλλά συγχρόνως είναι ένας αντίπαλος απέναντι στον οποίο το παιδί πρέπει να ισχυροποιηθεί. Σε ασυνείδητο επίπεδο, είδαμε πως ο εκπαιδευτικός αντιπροσωπεύει τον πατέρα, από τον οποίο το παιδί και ιδίως ο έφηβος, θέλει να αποσπάσει τη δύναμη που θα δώσει τη δυνατότητα να τον διαγράψει συμβολικά. Ο δάσκαλος δηλ. δίνει τη γνώση και επομένως τη δύναμη που θα επιτρέψει στο παιδί να τον υποσκελίσει.
Συνυπάρχουν έτσι: σφοδρή επιθυμία, φόβος και ενοχές, έξαρση και αίσθημα αδυναμίας. Από αυτά όμως τα αντιφατικά συναισθήματα που βιώνονται με άγχος, γεννιέται στο παιδί σιγά-σιγά το αίσθημα της ταυτότητάς του.
Σε ότι αφορά τον έφηβο, η αναζήτηση προτύπου στο πρόσωπο ενός ενήλικα και ιδιαίτερα του εκπαιδευτικού, συνοδεύεται με την ανάγκη εναντίωσης και αναμέτρησης. Ο έφηβος είναι ανίσχυρος γιατί γνωρίζει τις ελλείψεις του, για αυτό παραμονεύει να εντοπίσει τα αδύνατα σημεία του δασκάλου που θα επιβεβαιώσουν τη δική του αξία.
Στις σχέσεις του με τους ενήλικες, ο έφηβος εισάγει μια συνεχή αντίφαση, εκφράζει αντιφατικές απαιτήσεις ή ακόμα ζητάει το αντίθετο από αυτό που θέλει και περιέργως είναι ειλικρινής. Ζητάει από τον ενήλικα και ιδιαίτερα τον δάσκαλο βοήθεια, ασφάλεια, γνώσεις και ταυτόχρονα επιθυμεί να κρατήσει κάποια απόσταση από αυτόν για να ανακαλύψει με την ησυχία του, τη νέα του προσωπικότητα και την αυτονομία του. Περιμένει από το δάσκαλο να είναι ανεκτικός, φιλικός, να μην παρουσιάζεται σαν ακατανίκητος ανταγωνιστής αλλά να είναι και δυνατός για να αποκρούει τις επιθέσεις του.
Είναι φανερή λοιπόν η σπουδαιότητα της ταύτισης και η ανάγκη χρησιμοποίησης της δυναμικής της, μέσα στον παιδαγωγικό χώρο. Ο εκπαιδευτικός, δια μέσου της ταύτισης, μπορεί να παίξει ένα ρυθμιστικό ρόλο, κατευθύνοντας τις προσπάθειες του παιδιού.
Από τη μεριά του, το σχολείο είναι ένας παράγοντας προόδου, γιατί προσφέρει στο παιδί μεσολαβητικά στοιχεία που διευκολύνουν τη μετάβαση από ένα αναπτυξιακό στάδιο σε ένα άλλο. Επίσης προσφέρεται για εξερεύνηση καταστάσεων και εμπειριών, που μαθαίνουν στο παιδί να υπομένει την αναβολή της ικανοποίησης των επιθυμιών του. Η στέρηση και η απογοήτευση που αισθάνεται, αντισταθμίζονται από: α)την ευχαρίστηση που δίνει η ομαδική ζωή και η αίσθηση ότι έχει ένα ρόλο μέσα στην τάξη, β) από τη χαρά της επικοινωνίας με τους άλλους, γ) από την ικανοποίηση που δίνει η κατάκτηση της γνώσης.
Μια σημαντική επένδυση του παιδιού και του εφήβου, γίνεται πάνω στη γνώση και παρατηρείται συχνά μια κινητοποίηση του μαθητή, όταν ο εκπαιδευτικός παρουσιάζει τη γνώση σαν αντικείμενο μερικής ταύτισης. Έχει επίσης παρατηρηθεί πως τα παιδιά που ταυτίζονται με τον δάσκαλο, συνήθως συνεχίζουν τις σπουδές τους, ενώ τα παιδιά που ταυτίζονται με τους συνομηλίκους τους σπάνια κάνουν ανώτερες σπουδές.
Εκτός από αντιπρόσωπο της γνώσης, τα παιδιά βλέπουν τον εκπαιδευτικό σαν πρότυπο συμπεριφοράς και τρόπου ζωής. Για τα λόγο αυτό, το σχολικό περιβάλλον πρέπει να προσφέρει πολλαπλά πρότυπα. Βέβαια στο δημοτικό δεν υπάρχει μεγάλη ποικιλία, γιατί σε αυτήν την ηλικία το παιδί έχει μεγαλύτερη ανάγκη από μια σταθερή σχέση. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο μαθητής μπορεί να συγκρίνει τους διάφορους καθηγητές, να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά μερικών και να απορρίψει τα χαρακτηριστικά άλλων. 

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

O Marx και οι 4 λόγοι (Lacan)

Dans les deux premières séances du séminaire D’un Autre à l’autre, de novembre 1968, Lacan nous annonce qu’il abandonne la thermodynamique qui avait servi à Freud de support pour décrire la libido. Il l’abandonne pour prendre ses références dans le discours marxiste en posant comme strictement équivalents, la plus value de Marx et ce qu’il appelle le plus de jouir sous la forme de l’objet a.
Comme la façon dont il introduit ces équivalences est importante, il vaut la peine de les reprendre en ses propres termes : « Je ferais appel à Marx, dit-il, dont j’ai eu beaucoup de peine […] à ne pas introduire plus tôt le propos dans un champ où il est pourtant parfaitement à sa place. Je vais aujourd’hui introduire, à propos de l’objet a, la place où nous avons à le situer ».
Selon lui, et c’est de là qu’il part, l’un des commentateurs de Marx qui n’est autre qu’Althusser se pose la question de savoir quel est l’objet du Capital. Si j’ai bien compris, cet objet c’est justement la plus-value, mais cet objet il ne peut le mettre en valeur, le dégager, qu’en partant de la fonction du marché. D’autre part, « sa nouveauté est la place où il situe le travail ». Cette place est celle d’une marchandise : « Il y a un marché du travail ». « C’est cela nous dit Lacan, qui lui permet de démontrer ce qu’il y a dans ce discours d’inaugural et qui s’appelle la plus-value ». Cette plus-value est celle qui est apportée par la force de travail du prolétaire.
Il établit une correspondance, une coïncidence entre cette plus-value du discours marxiste et ce plus de jouir du discours analytique : « Voici ici, bel et bien, ce dont il s’agit. C’est dans le discours sur la fonction de la renonciation à la jouissance que s’introduit le terme de l’objet a. Le plus de jouir comme fonction de cette renonciation sous l’effet du discours, voilà qui donne sa place à l’objet a, tel au marché, c’est à savoir à ce qui définit quelque objet du travail humain comme marchandise, tel chaque objet porte en lui-même quelque chose de la plus-value, ainsi le plus de jouir est-il ce qui permet l’isolement de la fonction de l’objet a.
Il faut donc d’abord qu’il y ait le discours pour que s’en dégage ce qui en est l’effet : « « II faut un discours assez poussé pour démontrer comment le plus de jouir tient à l’énonciation, donc est produit par le discours, pour qu’il apparaisse comme effet. »
Mais est-ce que ce qui en est l’effet, l’effet de ce discours n’en est pas de fait la cause ? Ce qui permet de saisir cette apparente contradiction, le clivage entre les deux, entre l’effet et la cause, c’est justement l’objet perdu freudien qui est défini par Freud comme condition de l’objet à retrouver : c’est parce qu’il a été perdu qu’il peut être recherché et surtout qu’il ne peut jamais être retrouvé, ce qui relance sa recherche à jamais puisque celui qu’on trouve n’est jamais le bon. Lacan définit, lui, comme équivalente à cette perte de l’objet initial l’interdit du corps de la mère qu’il nomme « renonciation à la jouissance ». Elle ouvre la clef des champs du désir sous la forme de l’objet a.
Dans cette sorte de première initiation au discours marxiste, à propos de cette plus-value qu’est le travail du prolétaire, tout d’un coup Lacan pose comme une sorte de nécessité la question de l’acte révolutionnaire. Or il a déjà évoqué ce qu’il en est de cette notion de l’acte, notamment de l’acte sexuel et de l’acte analytique et bien sûr l’acte manqué. La seule chose dont on peut être certain d’emblée c’est que tout acte est un acte signifiant. Lacan en donne comme exemple la traversée du Rubicon par César.
Dans ces premières pages, voire dans ces quelques lignes, dans cette référence à Marx, il y a donc en germe et ce qu’il va appeler les quatre discours, discours qui sont des écritures inventées à partir de sa définition princeps du signifiant « Le signifiant est ce qui représente un sujet pour un autre signifiant » Un signifiant S1 représente le sujet S barré, pour un autre signifiant S2, dans cette opération il y a un reste, c’est l’objet a.
Ce qu’il écrit donc c’est d’abord le discours du Maître et il faut noter que c’est lui qui correspond à la définition du signifiant et de sa fonction dans le champ de l’analyse à savoir « le signifiant représente le sujet pour un autre signifiant »
 Les trois autres discours y compris le discours analytique – et d’emblée Lacan nous annonce qu’il ne peut y en avoir que quatre justement à cause de ces quatre places disponibles – ne peuvent être déduits qu’à partir de ce discours du Maître, strictement équivalent, selon l’approche qu’en fait Lacan, au discours dit capitaliste, celui inventé par Marx.
Dans la séance suivante, celle du 20 novembre il éprouve le besoin de repréciser ce qu’il a avancé et c’est là qu’il cite Althusser : « La dernière fois, qui était une première, j’ai donc fait référence à Marx dans une relation que, dans un premier temps, j’ai présentée comme homologique, avec tout ce que ce terme comporte de réserves. J’ai introduit à côté, disons, de la plus value qu’on appelle, dans la langue originale – non pas que cette notion bien sûr a été pour la première fois nommée mais découverte dans sa fonction essentielle – Mehrwert […]Donc, à cette plus-value, j’ai accroché, j’ai superposé, j’ai induit à l’envers la notion de plus de jouir. Ça s’est dit comme ça dans la langue originale. Ça s’est dit la dernière fois pour la première fois, c’est-à-dire en français […] Pour la rendre à la langue d’où m’en est venue l’inspiration, je l’appellerai, pour peu qu’aucun germaniste dans cette assemblée ne s’y oppose Merhlust.
Bien sûr, je n’ai pas produit cette opération sans faire référence discrète, sous le mode où il m’arrive de le faire quelquefois, allusive, à celui dont, pourquoi pas, les recherches et la pensée m’y ont induit, à savoir à Althusser. Naturellement, selon l’usage, dans les heures qui suivent, ça a fait du pia-pia dans les cafés où on se réunit et combien n’en suis-je pas flatté, voire comblé, pour discuter le bout de gras sur ce qui s’était dit ici. A la vérité, ce qui peut se dire à cette occasion, et que je ne dénie pas puisque c’est sur ce plan que j’ai introduit mon propos de la dernière fois, à savoir ce facteur, le facteur poubellicant ou poubellicatoire, comme vous voudrez l’appeler, du structuralisme. J’avais précisément fait allusion au fait qu’aux derniers échos, Althusser ne s’y trouvait pas si à l’aise. J’ai simplement rappelé que, quoiqu’il en soit de ce qu’il avoue ou renie du structuralisme, il semble bien à qui le lit que son discours fait de Marx un structuraliste et très spécialement en ceci qu’il souligne son sérieux ».
Or dès que Lacan parle de sérieux c’est toujours dans une référence à l’écriture et entre donc dans le champ de la logique, celle des quatre discours :
 
D’une façon surprenante dans une conférence à Milan qui a été publiée sous le titre « Le discours analytique », de 1972, Lacan parle d’un cinquième discours, donc en parfaite contradiction avec ce qu’il avait affirmé, qu’en fonction des quatre places occupées par ces quatre lettres il ne pouvait y avoir que quatre discours. Ce cinquième discours il le nomme discours capitaliste et justement dans ce discours il change l’ordre de ces lettres en interchangeant de place le S1 et le sujet barré. Le S1 passe sous la barre venant occuper la place de la vérité tandis que le S barré, lui vient occuper la place dominante. Mais il faut remarquer de plus que dans ce discours dit capitaliste, suivant les schémas qui en ont été conservés, les flèches peuvent changer de sens, ascendantes dans le discours du maître, elles sont descendantes dans ce discours capitaliste. De même il convient de noter sa dénomination. Est-ce qu’il s’agit du discours capitaliste ou du discours du capitaliste ?
Sans nul doute pour pouvoir interpréter ainsi cette nouvelle écriture du discours il convient de le comparer aux quatre autres et aussi de suivre à la lettre ce que nous en dit Lacan, prêter attention à la manière dont il arrive dans le fil de son discours :
« On ne peut pas dire que, en fin de compte, je n’ai pas réussi quelque chose… j’ai réussi à ce que quelques analystes se préoccupent de ce biais que j’ai essayé de vous expliquer : quel est le clivage entre le discours analytique et les autres. Et puis je dirais que tout le monde depuis quelques années y est intéressé. Tout le monde y est intéressé au nom de ceci : qu’il y a quelque chose qui ne tourne plus rond. Il y a quelque part, du côté de ce qu’on appelle si gentiment, si tendrement, la jeunesse… comme si c’était une caractéristique… au niveau de la jeunesse il y a quelque chose qui ne marche plus du côté d’un certain discours… du discours universitaire, par exemple… Je n’aurais probablement pas le temps de vous le commenter, le discours universitaire…
Celui-là, c’est le discours éternel, le discours fondamental. L’homme est quand même un drôle d’animal, n’est-ce pas ? Où, dans le règne animal, y a-t-il le discours du maître ? Où est-ce que dans le règne animal y a-t-il un maître ?…S’il ne vous saute pas aux yeux tout de suite, à la première appréhension, que s’il n’y avait pas de langage il n’y aurait pas de maître, que le maître ne se donne jamais par force ou simplement parce qu’il commande, et que comme le langage existe vous obéissez […]
Tout ce qui se passe au niveau, comme ça, de ce qu’on appelle la jeunesse, est très sensible parce que ce que je pense c’est que si le discours analytique avait pris corps… ils sauraient mieux ce qu’il y a à faire pour faire la révolution.
Naturellement il ne faut pas se tromper, hein ? Faire la révolution, je pense que quand même, enfin, vous autres, vous qui êtes là et à qui je m’adresse le plus… vous devez quand même avoir compris ce que ça signifie… que ça signifie… revenir au point de départ.
C’est même parce que vous vous apercevez que c’est démontré historiquement : à savoir qu’il n’y a pas de discours du maître plus vache qu’à l’endroit où l’on a fait la révolution…
Vous voudriez que ça se passe autrement. Évidemment ça pourrait être mieux. Ce qu’il faudrait, c’est arriver à ce que le discours du maître soit un peu moins primaire, et pour tout dire un peu moins con… comme vous savez le français, hein ?… c’est merveilleux.
Et en effet, si vous regardez là mes petites formules tournantes, vous devez voir que la façon dont, ce discours analytique, je le structure… c’est exactement à l’opposé de ça qu’est le discours du maître… à savoir qu’au niveau du discours du maître, ce que je vous ai appelé tout à l’heure le signifiant-maître, c’est ça, c’est ce dont je m’occupe pour l’instant : il y a de l’Un.
Le signifiant, c’est ce qui a introduit dans le monde l’Un, et il suffit qu’il y ait de l’Un pour que […] ça commande à S2 … c’est-à-dire au signifiant qui vient après… après que l’Un fonctionne : il obéit…
Mais par ce seul privilège, cette seule primarité, cette seule existence inaugurale qui fait le signifiant… du fait qu’il y a le langage, le discours du maître ça marche. C’est tout ce qu’il lui faut d’ailleurs, au maître, c’est que ça marche. Alors, pour en savoir un peu plus sur les effets justement du langage, pour savoir comment ça détermine ce que j’ai appelé d’un nom qui n’est pas tout à fait celui de l’usage reçu : le sujet…
… s’il y avait eu un travail, un certain travail fait à temps dans la ligne de Freud, il y aurait peut être eu… à cette place… à cette place qu’il désigne, dans ce support fondamental qui est soutenu de ces termes : le semblant, la vérité, la jouissance, le plus-de-jouir… il y aurait peut être eu… au niveau de la production, car le plus-de-jouir c’est ce que produit cet effet de langage… il y aurait peut être eu ce qui s’implique du discours analytique, à savoir un tout petit peu meilleur usage du signifiant comme Un. »
Quelle lecture pouvons-nous proposer de cette énonciation de Lacan, à propos de ce signifiant Un peu moins con, ce meilleur usage du signifiant qu’il souhaiterait voir se produire ? Notons le, il le suggère, c’est à partir du discours analytique et notamment de sa production en tant qu’elle est l’objet a, le plus-de-jouir, que ce meilleur usage du signifiant pourrait être proposé, en quoi pourrait être, ce signifiant, un peu moins con.
On pourrait l’inviter ce signifiant-maître, si nous le personnifions, à un peu plus de modestie, en lui rappelant par exemple qu’il n’est qu’un faux premier, en tant que S1, il a en effet pris la place de Signifiant primordial, ce signifiant refoulé, qu’on pourrait indexer, si on y avait accès, en tant que So (S zéro). Il faudrait donc lui rappeler que cette place du Signifiant Maître est une place usurpée.
Pour justifier cette approche, cette interprétation, il faut se référer à la façon dont, dans le séminaire des Problèmes cruciaux pour la psychanalyse, Lacan avait indexé la chaîne signifiante à l’aide de la série des nombres entiers naturels dans laquelle série le chiffre 0 est comptée comme un nombre entier, encore qu’il soit élidé, ce qui fait que dès lors, 1 n’est plus premier mais second, et le second, troisième, ce qui les décalent tous d’un rang dans la chaîne qui part de Un et est poussée ainsi de plus Un en Plus Un vers l’infini.
Mais on peut encore argumenter d’une autre façon pour contester cette place usurpée du S1, c’est de lui rappeler aussi bien qu’il n’est que le représentant au titre de signifiant de cet objet perdu, objet perdu qui réapparaîtra en tant qu’objet à retrouver, de par la définition de ce S1 représentant le sujet pour un autre signifiant, S2, cet objet à retrouver glissant dans les mailles du filet de cette longue chaine signifiante, notamment entre S2 et S3 où il apparaît pour la première fois et ce vers l’infini.
0 /    1,      2,      3………….….. n+1, …
S0 / S1 _ S2 _ S3_……………S n+1
              a       a     a
  Donc c’est en fonction de l’objet a, inscrit en place dominante, déterminante dans le discours analytique, que ce S1 du discours du Maître pourrait rabattre ses prétentions, il n’est en effet qu’un semblant d’objet, sa représentation, ce que Freud appelait « la trace mnésique de l’objet » et Lacan le signifiant. C’est pourtant lui, ce S1, qui préside à la naissance du sujet quand il lui permet d’être représenté pour un autre signifiant mais l’objet devant être symbolisé, comme étant à jamais perdu et surtout devant être perdu, est premier. Son ex-sistence est condition de cette première inscription.

 
Lacan consacrera ensuite tout un séminaire « L’envers de la psychanalyse » à ces quatre discours mais c’est toujours plein d’enseignements de retrouver les moments d’émergence de ses nouvelles énonciations, telle celle de ces quatre discours. 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Ηράκλειτος vs Παρμενίδης 09/2017

Το περιεχόμενο και η μορφή του ανθρώπινου πολιτισμού καθορίστηκαν όχι τόσο από τις απαντήσεις που δόθηκαν στα μεγάλα ερωτήματα (αρχή του κόσμου, το εφικτόν της γνώσης, η ύπαρξη του Θείου) αλλά από τις μεγάλες«συγκρούσεις» φιλοσόφων και επιστημόνων. Συγκρούσεις που ανέδειξαν την αγωνία του ανθρώπινου όντος να προσδιοριστεί σε σχέση με το περιβάλλον του.
Οι συγκρούσεις αυτές άλλοτε εκφράστηκαν σε βίαιες κοινωνικές – πολιτικές ανακατατάξεις κι άλλοτε παρέμειναν σε καθαρά θεωρητικό – πνευματικό επίπεδο. Όσο κι αν οι πρώτες κατέχουν προνομιούχα θέση στο ενδιαφέρον των μελετητών (ιστορικών, κοινωνιολόγων…) δεν πρέπει να υποτιμάται και ο ρόλος των δεύτερων, γιατί αυτές προετοίμασαν το έδαφος για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της πνευματικής δουλείας και του πρωτογονισμού.
Ειδικότερα οι «μεγάλες συγκρούσεις» αφορούν την προσπάθεια να οριστεί εκείνο το στοιχείο που συνιστά την αρχή του κόσμου αλλά και εκείνο το στοιχείο που καθορίζει τη βαθύτερη δομή και μορφή του κόσμου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της φύσης των πραγμάτων (rerum naturaπυροδότησε όχι μόνο απλές διαμάχες αλλά και «γιγαντομαχίες» περί της ουσίας των όντων. Και όλα αυτά γιατί η «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» (Ηράκλειτος). Για να επιτευχθεί, λοιπόν, η αποκωδικοποίηση των αφανών διαδρομών της βαθύτερης ουσίας του όντος και του κόσμου απαιτήθηκε ο ορθολογισμός, η διαίσθηση και η παρατήρηση. Χρειάστηκε μια πνευματική επανάσταση, ένα πέρασμα από το «Μύθο στο Λόγο» και μια απόρριψη των κοσμογονικών μύθων που συντηρούσαν το πνευματικό σκότος και εμπόδιζαν την κριτική σκέψη. Πρωταγωνιστές των μεγάλων αυτών συγκρούσεων υπήρξαν οι Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης αλλά και ο Πλάτων με τον Αριστοτέλη αποτελούν ιστορικά τα πιο εμβληματικά ζεύγη αυτών των μεγάλων πνευματικών συγκρούσεων που καθόρισαν καταλυτικά την επιστημονική πρόοδο και την πνευματική πορεία του ανθρώπου.
Ηράκλειτος vs Παρμενίδης
Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης έζησαν την ίδια εποχή αλλά είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι συναντήθηκαν (540 – 480 π.Χ./ 515 – 440 π.Χ.). Ωστόσο, οι μεταγενέστεροι μελετητές τους κατέταξαν στα άκρα ενός δίπολου πνευματικού αγώνα. Ο «αγώνας» είχε ως αντικείμενο τον ορισμό του «είναι» του «όντος» αλλά και το ακανθώδες θέμα της αλλαγής. Ο μεν Ηράκλειτος αντιπροσωπεύει την Ιωνική σχολή που τάσσεται υπέρ της πολλαπλότητας του κόσμου, ενώ ο Παρμενίδης εκφράζει με τη σκέψη του την Ελεατική σχολή που προβάλλει ως αξίωμα την ακινησία και το μονισμό του όντος. Οι πλουλαριστές (Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής) πίστευαν ότι τα πάντα είναι γέννημα της κοσμικής «ροής» και της κίνησης, ενώ οι μονιστές (Παρμενίδης, Μέλισσος..) θεωρούσαν ότι ο κόσμος διέπεται από σταθερότητα και ενότητα.
Για τον Ηράκλειτο η πραγματικότητα είναι ενιαία, ενώ για τον Παρμενίδη δεν είναι. Ο Ηράκλειτος επιχειρηματολογεί υπέρ της διαρκούς ροής των φαινομένων, ενώ ο Παρμενίδης την απορρίπτει. Ο Ηράκλειτος, επίσης, καταδεικνύει την κρυφή αρμονία του κόσμου, την ενότητα των αντιθέτων «παλίντονος αρμονία», ενώ ο Παρμενίδης αρνείται κάθε αντίθεση και καταφάσκει υπέρ της σταθερότητας του όντος. Ο Ηράκλειτος εμπιστευόταν περισσότερο τις αισθήσεις ως πηγή γνώσης ενώ ο Παρμενίδης πίστευε πως η αλήθεια αποκαλύπτεται μόνο με τη βοήθεια της σκέψης (έννοιες….).
Ειδικότερα, η σκέψη του Ηράκλειτου κινήθηκε πάνω σε δυο βασικούς άξονες: Α. Στην αφανή «ενότητα» των όντων και Β. στο αέναο «γίγνεσθαι» των πάντων. Και τα δυο βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση και ισορροπούν ακολουθώντας το «λόγο» και το «μέτρο». Για τον Ηράκλειτο η πραγματικότητα «ην αεί και εστίν και έσται». Αντί ο Ηράκλειτος να πει πως ο κόσμος είναι αιώνιος χρησιμοποιεί και τους τρεις χρόνους του ρήματος κι έτσι μας φανερώνει τη σχέση του κόσμου με το χρόνο. Εδώ βρίσκεται μια από τις θεμελιώδεις αντιθέσεις του Παρμενίδη προς τον Ηράκλειτο, αφού ο πρώτος δεν αναγνωρίζει ούτε τον Παρατατικό ούτε το Μέλλοντα. Το ον είναι αιώνιο, επειδή υπάρχει «ουδέ ποτ’ ην ουδ’ έσται, επεί νυν εστιν» (Παρμενίδης).
Ωστόσο, ο Εφέσιος φιλόσοφος καθιερώθηκε ως ο εκφραστής της αέναης κίνησης του κόσμου μέσα από την εμβληματική θέση «Τα πάντα ρεί, τα πάντα χωρεί και ουδέν μένει», ή με το παράδειγμα του ποταμού «δις ες τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης». Βέβαια το σημαντικότερο δεν ήταν η θέση περί της αιωνίου αλλαγής αλλά η επισήμανση της βασικής αιτίας που προκαλεί αυτήν. Το βασικό αίτιο για το σκοτεινό φιλόσοφο ήταν η πάλη των αντιθέτων. Ο «πόλεμος», ο «κεραυνός» και η «έρις» είναι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ηράκλειτος για να αποδώσει την ενότητα των αντιθέσεων που πυροδοτούν την κίνηση και την αλλαγή. Η αλλαγή, όμως, και η κίνηση υπακούουν στο «λόγο» και στο «μέτρο» που λειτουργούν ως ρυθμιστικοί κανόνες του σύμπαντος «Ήλιος γαρ ουχ υπερβήσεται μέτρα˙ ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν».
Σε όλα τα παραπάνω αντιτάσσεται η φιλοσοφία του Παρμενίδη. Στον αέναως κινούμενο κόσμο του Ηράκλειτου έρχεται ο στατικός αναλλοίωτος,άχρονος κόσμος του Ελεάτη φιλοσόφου. Ο Παρμενίδης, δηλαδή, δέχτηκε τη μοναδικότητα, την ενότητα και την αιωνιότητα του όντος – όπως υποστήριξε ο Ηράκλειτος, απέρριπτε, όμως, την κίνηση και τη μεταβλητότητά του. Απέκλειε την αρχή και το τέλος, τη γένεση και τοθάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και τη μεταβλητότητα, τη διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος.
Με τον παραπάνω τρόπο – κάπως σχηματικά – έχει προχωρήσει η αρχαία σκέψη (η πρώτη μεγάλη σύγκρουση): Από τον Ιωνικό Υλισμό και τη διαλεκτική του Ηράκλειτου στη στατική θεώρηση του Παρμενίδη. Αργότερα ο Εμπεδοκλής συνδύασε και τις δυο φιλοσοφικές θεωρήσεις (ριζώματα / φιλότης και νείκος), όπως και ο Δημόκριτος με τη θεωρία του για τα «άτομα» (Το παρμενίδειο ον) και το «κενό» (αιτιολόγησε την κίνηση – Ηράκλειτος). Σε κάποιο σημείο αυτής της διαπάλης (Ιώνων και Ελεατών) θα εμφανιστεί ένα άλλο ζεύγος αντιπάλων, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι ο ακίνητος κόσμος του Παρμενίδη αλλά ο κόσμος του Ηράκλειτου. Η σκέψη μας, όμως, και όλο το νοητικό μας οικοδόμημα, ως πνευματικών όντων, έχει Παρμενίδεια βάθρα.
Άρα η επιστήμη θα δικαιώσει το «χρη το λέγειν τε νοείν τ’ εόν έμμεναι» του Παρμενίδη ή  τη θέση του Ηράκλειτου «και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεών»;
Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. 

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Ο Βέρθερος J.W. Goethe

ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1774, «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου»
Ο Βέρθερος είναι ένας ευαίσθητος νέος, με πολλά ψυχικά αλλά και ακαδημαϊκά χαρίσματα που καταφτάνει σε μια πόλη σχετικά μικρή για να ξεφύγει από έναν ατυχή έρωτα. Εκεί περνά τη μέρα του κυρίως γυρίζοντας στη φύση και ζωγραφίζοντας που και που, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους ανθρώπους. Σε έναν χορό θα συνοδέψει κάποιες κοπέλες, ανάμεσά τους και τη νεαρή Λόττε, που ενώ ξέρει πως είναι λογοδοσμένη, θα ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο νέοι κορτάρουν σχετικά αθώα, αν και ο Βέρθερος δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτήν την σχέση, και δεν σταματούν να έχουν επαφές ακόμα κι όταν καταφτάνει ο αρραβωνιαστικός της Λόττε ο Άλμπερτ, ο οποίος δεν είναι αντιπαθής, αντιθέτως συχνά οι τρεις νέοι κάνουν όλοι μαζί παρέα.
Καθώς το πάθος του για τη Λόττε εξελίσσεται, ο Βέρθερος καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση κι αποδέχεται μια ανιαρή θέση δίπλα σε κάποιον πρέσβη για να φύγει. Εκεί η μονοτονία της δουλειάς, το κοντόφθαλμο αφεντικό του αλλά κυρίως η καλλιτεχνική φύση του δεν τον αφήνουν να στεριώσει. Κι έτσι γυρνά πίσω στη Λόττε που εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τον Άλμπερτ.
Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει ο νεαρός Βέρθερος σε έναν φίλο του, ενώ ο αφηγητής Γκαίτε που συγκέντρωσε αυτές τις επιστολές παρεμβαίνει λίγο, κυρίως στο δεύτερο μέρος. Είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συγκινητικό, μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με μια πολυπλοκότητα και σαφήνεια που θα περίμενε κανείς από κάποιον του δικού μας καιρού. Κάτω από τα στρώματα του πάθους του Βέρθερου για τη Λόττε εμφανίζεται ο χαρακτήρας του, η ευαισθησία, η επιπολαιότητα, η ορμή του, η ανάγκη του να υπάρξει πέρα από τα συμβατικά πλαίσια κι όμως η συνεχής προσκόλλησή του σε αυτά∙ ως το δραματικό φινάλε.
Απόλαυσα τα πάθη του σα να ήτανε δικά μου, φρίκιασα μαζί του στην δημοσιοϋπαλληλίστικη θέση του, αγάπησα και μίσησα διαδοχικά τον σύζυγο-αντίζηλο. Περιέργως τις μέρες που το διάβαζα, το βιβλίο ακολουθούσε τις διαθέσεις μου (ή εγώ του Βέρθερου) και μου δημιουργούσε μια έντονη προσμονή, ακόμα κι αν ήξερα το τέλος, γιατί αποκαλύπτεται στην εισαγωγή. Μάλλον τελικά –στο βάθος- είμαι μια ρομαντική ψυχή.
«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», Γκαίτε, μετ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. Άγρα, σελ. 344