Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Ο Βέρθερος J.W. Goethe

ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1774, «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου»
Ο Βέρθερος είναι ένας ευαίσθητος νέος, με πολλά ψυχικά αλλά και ακαδημαϊκά χαρίσματα που καταφτάνει σε μια πόλη σχετικά μικρή για να ξεφύγει από έναν ατυχή έρωτα. Εκεί περνά τη μέρα του κυρίως γυρίζοντας στη φύση και ζωγραφίζοντας που και που, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους ανθρώπους. Σε έναν χορό θα συνοδέψει κάποιες κοπέλες, ανάμεσά τους και τη νεαρή Λόττε, που ενώ ξέρει πως είναι λογοδοσμένη, θα ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο νέοι κορτάρουν σχετικά αθώα, αν και ο Βέρθερος δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτήν την σχέση, και δεν σταματούν να έχουν επαφές ακόμα κι όταν καταφτάνει ο αρραβωνιαστικός της Λόττε ο Άλμπερτ, ο οποίος δεν είναι αντιπαθής, αντιθέτως συχνά οι τρεις νέοι κάνουν όλοι μαζί παρέα.
Καθώς το πάθος του για τη Λόττε εξελίσσεται, ο Βέρθερος καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση κι αποδέχεται μια ανιαρή θέση δίπλα σε κάποιον πρέσβη για να φύγει. Εκεί η μονοτονία της δουλειάς, το κοντόφθαλμο αφεντικό του αλλά κυρίως η καλλιτεχνική φύση του δεν τον αφήνουν να στεριώσει. Κι έτσι γυρνά πίσω στη Λόττε που εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τον Άλμπερτ.
Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει ο νεαρός Βέρθερος σε έναν φίλο του, ενώ ο αφηγητής Γκαίτε που συγκέντρωσε αυτές τις επιστολές παρεμβαίνει λίγο, κυρίως στο δεύτερο μέρος. Είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συγκινητικό, μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με μια πολυπλοκότητα και σαφήνεια που θα περίμενε κανείς από κάποιον του δικού μας καιρού. Κάτω από τα στρώματα του πάθους του Βέρθερου για τη Λόττε εμφανίζεται ο χαρακτήρας του, η ευαισθησία, η επιπολαιότητα, η ορμή του, η ανάγκη του να υπάρξει πέρα από τα συμβατικά πλαίσια κι όμως η συνεχής προσκόλλησή του σε αυτά∙ ως το δραματικό φινάλε.
Απόλαυσα τα πάθη του σα να ήτανε δικά μου, φρίκιασα μαζί του στην δημοσιοϋπαλληλίστικη θέση του, αγάπησα και μίσησα διαδοχικά τον σύζυγο-αντίζηλο. Περιέργως τις μέρες που το διάβαζα, το βιβλίο ακολουθούσε τις διαθέσεις μου (ή εγώ του Βέρθερου) και μου δημιουργούσε μια έντονη προσμονή, ακόμα κι αν ήξερα το τέλος, γιατί αποκαλύπτεται στην εισαγωγή. Μάλλον τελικά –στο βάθος- είμαι μια ρομαντική ψυχή.
«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», Γκαίτε, μετ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. Άγρα, σελ. 344

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Αριστοτέλης και Πολιτεία


Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος είναι φύσει ζώονπολιτικόν, δηλαδή έχει έμφυτη την τάση για κοινωνική ζωή. Μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει, εκτός αν είναι θεός ή θηρίο. Αρχικά δημιουργείται η οικία, η οικογένεια, που αποτελείται από τον άντρα, τη γυναίκα αλλά και το/τους δούλο/ους. Έτσι εξασφαλίζεται η επιβίωση και η αναπαραγωγή.
Πολλές οικίες μαζί αποτελούν την κώμη, ενώ πολλές κώμες μαζί απαρτίζουν την πόλη.
Η πόλη διαφέρει από την κώμη, γιατί χαρακτηρίζεται απόαυτάρκεια· όμως σκοπός της ύπαρξής της δεν είναι μόνο η εξασφάλιση της αυτάρκειας και της επιβίωσης (του ζην), τελικός σκοπός της είναι το ευ ζην, δηλαδή η εξασφάλιση για τους πολίτες της μιας ευτυχισμένης ζωής, μιας ζωής σύμφωνα με την αρετή.
Πολίτης σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι εκείνος που συμμετέχει στην άσκηση της δικαστικής λειτουργίας ή έχει τη δυνατότητα να καταλάβει ένα πολιτειακό αξίωμα και να ασκήσει εξουσία.Οι πολιτείες, τα πολιτεύματα, διακρίνονται σε έξι ανάλογα με τον αριθμό αυτών που συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας αλλά και ανάλογα με τους στόχους αυτών που την ασκούν:
· τη βασιλεία, την αριστοκρατία και την ορθή δημοκρατία, που θεωρούνται οι τρεις ορθές πολιτείες (πολιτεύματα)· και στα τρία αυτά πολιτεύματα οι ασκούντες την εξουσία σκοπό έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος όλων των πολιτών.
· την τυραννία, την ολιγαρχία και τη μη ορθή δημοκρατία ( οχλοκρατία)· αυτά είναι οι παρεκτροπές των τριών πρώτων· εδώ σκοπός των αρχόντων είναι η εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι από τα τρία πολιτεύματα ο Αριστοτέλης δείχνει την προτίμησή του για το δημοκρατικό πολίτευμα. Το κυριότερο επιχείρημα των εχθρών της δημοκρατίας ήταν την εποχή του Αριστοτέλη (αλλά και σήμερα) ότι δεν είναι δυνατό να ασκούν την εξουσία οι πολλοί, αφού δε διαθέτουν την ικανότητα και τις γνώσεις που απαιτούνται για την άσκησή της. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι μπορεί ο καθένας ξεχωριστά από τους πολλούς να είναι κατώτερος από μερικούς αρίστους, στο σύνολό τους όμως η γνώμη τους είναι πιο σωστή από τη γνώμη των ολίγων. Προϋπόθεση για την επιβίωση της δημοκρατίας θεωρεί ο Αριστοτέλης την ύπαρξη μιας ισχυρής μεσαίας τάξης, αφού οι πλούσιοι επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ολιγαρχίας, ενώ οι φτωχοί ρέπουν προς την οχλοκρατία και την κατάργηση του νόμου, που προστατεύει τους πλούσιους συμπολίτες τους.
Στήριγμα της πολιτείας κατά τον Αριστοτέλη είναι οι νόμοι· παραδέχεται, βέβαια, ότι ο άριστος άνθρωπος, ο ενάρετος δε χρειάζεται τους νόμους, για να κάνει τις σωστές επιλογές, όμως δεν παραγνωρίζει την πιθανότητα και αυτός ακόμη να πέσει θύμα των επιθυμιών και των παθών του.
Πρώτος ο Αριστοτέλης κάνει μια στοιχειώδη διάκριση των εξουσιών στην πολιτεία. Ως το κυριότερο μόριό της (μέρος της) θεωρεί το βουλευόμενον περί των κοινών, δηλαδή το σύνολο των πολιτών. Αυτοί αποφασίζουν για τους νόμους (η σημερινή νομοθετική εξουσία) αλλά έχουν και αρμοδιότητες που σήμερα έχει η εκτελεστική εξουσία. Ένα δεύτερο μόριο είναι το περί τας αρχάς (η σημερινή εκτελεστική εξουσία) και τρίτο είναι το δικάζον (η σημερινή δικαστική εξουσία). Σε νεότερους χρόνους, ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ διέκριναν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις εξουσίες σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
Τα αίτια που οδηγούν στις παρεκβατικές πολιτείες είναι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:
· Η ανισότητα, όταν αυτή στηρίζεται όχι στην πραγματική αξία αλλά σε εξωτερικά κριτήρια, όπως είναι ο πλούτος.
· Η παραβίαση των νόμων, που μπορεί να ξεκινήσει από μικρά και ασήμαντα ζητήματα και να καταλήξει στην κατάργηση της έννομης τάξης και του πολιτεύματος.
· Η ύπαρξη κολάκων, που παρασύρουν τους βασιλείς και τους μετατρέπουν σε τυράννους, και δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην οχλοκρατία.

Κυριότερα μέσα για τη στερέωση ενός πολιτεύματος είναι:

· Η τήρηση των νόμων
· Η άσκηση με μετριοπάθεια της εξουσίας και πάνω από όλα
· Η ύπαρξη παιδείας προσαρμοσμένης στον τύπο του πολιτεύματος.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

The Ego and the Id



Μετά τον Freud αληθινό δεν είναι μόνο ότι μας περιβάλει, αλλά και ότι εσωτερικά μας αντιστέκεται. Περί το έτος 1923 ο Freud είχε καταφέρει να διαμορφώσει ένα μοντέλο του τρόπου λειτουργίας του ανθρωπίνου πνεύματος. Στο έργο του «Το συνειδητό και το ασυνείδητο» (The Ego and the Id) περιγράφει τις πνευματικές δομές ως αποτελούμενες από σχέσεις μεταξύ τριών παραγόντων, συγκεκριμένα τριών πεδίων πνευματικής λειτουργίας , του ασυνειδήτου: του Εγώ (Ως οργανωμένου και συνειδητού μέρους του ασυνειδήτου), του Υπέρ εγώ (Super ego) ως εμπεριέχοντος εικόνες οι οποίες δημιουργούν σύγχυση στο Εγώ και προωθούνται συμπιεζόμενες προς τα εκεί, και τέλος του υπολοίπου ασυνειδήτου το οποίο εμπεριέχει τις απωθημένες ανεκπλήρωτες επιθυμίες του συνειδητού Εγώ.  Αυτή του η θεώρηση τον έφερε πιο κοντά στο σύγχρονο μοντέλο αντιλήψεως του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου το οποίο αποτελείται από δυναμικές σχέσεις μεταξύ αντικειμένων τα οποία έχουν ενδοβληθεί ως εσωτερικές εικόνες.
Το 1926 επανέρχεται για να επεξεργαστεί και να βελτιώσει  την αντίληψή του για την γενεσιουργό αιτία του άγχους. Αυτή η εξέλιξη του παρέχει την δυνατότητα να προσθέσει στο ψηφιδωτό του την ψηφίδα που του έλειπε, συνθέτοντας με τον τρόπο αυτό την σύγχρονη θεωρία με την οποία κατανοούμε τις επιπτώσεις του ψυχικού τραύματος στις ημέρες μας. Όταν ένα εξαιρετικά σοβαρό εξωτερικό γεγονός προσκρούσει στην πνευματική μας οργάνωση και ισορροπία, επιφέρει μια άμεση καταστροφή των ψυχικών μας αντιστάσεων εναντίον του άγχους, και τότε η αγωνία που καταλαμβάνει το πνεύμα, προέρχεται από εσωτερικούς παράγοντες, παρά το γεγονός ότι η πρωταρχική ως γενεσιουργός αιτία του συμβάντος ήταν εξωτερική.
Όπως στη σωματική πρόσκρουση με κάποιο συμπαγές αντικείμενο έχουμε  λύση της συνεχείας του δέρματος, έτσι και στο ψυχικό συμβάν κατά τον Freud, έχουμε ρήξη του νοητού θύλακος των αντιστάσεων του ασυνειδήτου, οι οποίες το προφυλάσσουν υπό μορφή δέρματος η ασπίδας. Επιπροσθέτως όμως έχουμε και κάτι άλλο που δεν έχουμε στην περίπτωση του υλικού δέρματος. Με την απώλεια των ψυχικών αντιστάσεων, καθώς οι απωθημένες εικόνες διαθέτουν δυναμική, όντας συνυφασμένες με τα αντίστοιχα ζοφερά αισθήματα κατά τον χρόνο της απώθησής τους, έχουμε αλληλεπιδράσεις τόσο μεταξύ των, όσο και κάθε μίας ξεχωριστά, με το εξωτερικό συμβάν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουμε κατάρρευση στο επίπεδο του νοήματος και της σημασίας. Με τον τρόπο αυτό ο Freud αποκαλύπτει ότι έχουμε δύο αλήθειες τις οποίες μπορούμε να βιώσουμε. Την «πρακτική αλήθεια» που είναι η εξωτερική και την «ψυχική αλήθεια» που είναι η εσωτερική.
Ο Freud επίσης απαρίθμησε τα αρχέγονα  άγχη που κατά την γνώμη του μπορεί να αποτελέσουν δυνητικές τραυματικές εμπειρίες στη πορεία της ζωής, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ατομικό επίπεδο.
Αυτά είναι:
  1. Το άγχος της γέννας.
  2. Το άγχος του ευνουχισμού.
  3. Το άγχος απωλείας του λατρευτού αντικειμένου (μητρικό στήθος).
  4. Το άγχος της απώλειας αγάπης από μέρους του λατρευτού αντικειμένου.
  5. Το άγχος της απουσίας ως εκμηδένισης.
Όλα αυτά τα άγχη έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς που είναι ο αποχωρισμός, η, η απώλεια,  κάποιου προσώπου η αντικειμένου, που αισθανόμαστε τόσο σημαντικό στη ζωή μας, όσο την ίδια μας τη ζωή. Για τον λόγο αυτό τα εν λόγω άγχη φέρνουν τον άνθρωπο όλο και πιο κοντά σε μια ψυχική αναγνώριση, αυτήν, του θανάτου.
Ας παρακολουθήσουμε τις διεργασίες όπως αποτυπώνονται στις αντιδράσεις ενός βρέφους πριν την ώρα του ταΐσματος του.  Στο σωματικό επίπεδο έχουμε τα γαστρικά υγρά τα οποία ερεθίζουν τον βλεννογόνο του στομάχου και του προκαλούν πόνο. Στο ψυχικό επίπεδο όπως αποδεικνύουν οι κλινικές παρατηρήσεις έχουμε μία τρομακτική πνευματική διωκτική εικόνα, είτε δράκου, είτε κροκοδείλου, που αναγκάζει το παιδί να εκδηλωθεί σωματικά με κλάμα μια που δεν μιλάει ακόμη, για να το ακούσει η μητέρα του και να έρθει να το ταΐσει. Αφού ολοκληρώσει το φαγάκι του το στομαχάκι του ηρεμεί απ την  τοξικότητα των γαστρικών υγρών επι του βλεννογόνου, αλλά ο δράκος ως εικόνα στο μυαλό του παραμένει και το εγώ την σπρώχνει στο υπερεγώ.
Καθώς αναπτυσσόμεθα και μέχρι να φτάσουμε στο γλωσσικό στάδιο όπου μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας μέσω του λόγου, το υπέρ εγώ μας, ίσως έχει γεμίσει με αρκετούς δράκους και κροκόδειλους ανάλογα με το κατά πόσο αισθανόμασταν ασφαλείς η ανασφαλείς κατά την διάρκεια της αναπτύξεώς μας. Είναι οι ίδιοι οι δράκοι και οι κροκόδειλοι, οι οποίοι στις περιπτώσεις μιας μεγάλης φυσικής καταστροφής με θύματα γνωστά μας πρόσωπα, μας οδηγούν στο χάσιμο του νοήματος και της σημασίας της ζωής,  πλημμυρίζοντας το πνεύμα με διωκτικές εικόνες άγχους, καθώς οι προστατευτικές μας πνευματικές αντιστάσεις κατά του άγχους, έχουν καταστραφεί από το εξωτερικό γεγονός.
Παραθέτω κλινικό αναλυτικό επιστημονικό παράδειγμα ψυχικού τραύματος απo το βιβλίο της Caroline Garland «Understanding Trauma» προς πληρεστέρα κατανόηση των πρακτικών αποτελεσμάτων της θεωρίας των ψυχικών τραυμάτων του Freud.
Ένας επιτυχημένος αναισθησιολόγος μετά από ένα ατύχημα με μοτοσυκλέτα τραυματίζεται σοβαρά και παραμένει στην εντατική για αρκετό χρονικό διάστημα. Μετά την αποθεραπεία του όμως, και ενώ τα σωματικά του τραύματα επουλώνοντο  ό ίδιος δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Είχε καταληφθεί από μια μελαγχολική διάθεση που έφθανε στα όρια της κατάθλιψης, καθώς το μυαλό του γυρνούσε συνέχεια γύρω από τις συνθήκες του ατυχήματος, και κολλούσε εμμονικά στις άσχημες εικόνες που το ζωντάνευαν. Δεν είχε διάθεση να οδηγήσει, δεν αισθανόταν καμία έλξη προς την κοπέλα του, και το χειρότερο, θεωρούσε τον εαυτό του, ανίκανο προς εργασία. Είχε πάρει μια τρίμηνη άδεια στη διάρκεια της οποίας είχε μείνει μέσα στο σπίτι, και μετά παρέλευση τριών μηνών δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να επιστρέψει στη δουλειά του.
Ήταν νευρικός μας αφηγείται η Garland, ευέξαπτος στις συνεδρίες, και ήθελε να ξέρει σε ποιό στάδιο βρισκόταν η κατάστασή του σε σχέση με τη θεραπεία, και γιατί εγώ δεν τον βοηθούσα με την γνωμάτευσή μου γύρω από το τι του συμβαίνει. Του επεσήμανα ότι καθώς και ο ίδιος ήταν γιατρός έπρεπε να γνωρίζει ότι αυτό που πρόσφερα ως ψυχολογική βοήθεια ήταν η «ομιλητική θεραπεία». Του επεσήμανα επίσης ότι είχε έρθει σε μένα επειδή ήθελε να μιλήσει για κάτι που τον απασχολούσε, και ότι και εγώ με τη σειρά μου διερωτόμουν τι μπορεί να ήταν αυτό.
Γεμάτος νευρικότητα και με έντονο βλέμμα σκεπτικισμού άρχισε με μεγάλη επιφύλαξη να μου μιλάει για τον εαυτό του. Φάνηκε ότι κατά την διάρκεια των παιδικών του χρόνων – προήρχετο από μια αγροτική οικογένεια της Ουαλίας η οποία πάλευε ατελείωτα να τα φέρει βόλτα – δεν είχε ποτέ διακοπές. Εργαζόταν πάντα για τους γονείς του στον αγρό, και εκείνοι ως αμοιβή του έβαζαν τον μισθό του σε ένα τραπεζικό λογαριασμό, για να έχει μία καλή πανεπιστημιακή μόρφωση, όταν θα μεγάλωνε όπως ήταν το όνειρο και η προτεραιότητα των γονιών του. Ο ίδιος πράγματι πήγε στο πανεπιστήμιο με το οποίο τα πήγαινε πολύ καλά,και ήταν κάτι που συνέβαλε στο να αισθάνεται και να περνάει καλά και ευχάριστα στη ζωή του.
Παρ όλο δε που αναγνώριζε ότι τα κίνητρα των γονιών του ήταν αγαθά, μέσα του είχε ένα παράπονο που μεγάλωνε μαζί του, σχετικά με το γεγονός ότι του είχαν στερήσει την ανεμελιά των παιδικών του χρόνων, όπως το έβλεπε ο ίδιος. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην εντατική όπου παρέμεινε κλινήρης με ρήξη του πνεύμονος βαριάς μορφής, πήρε πολύ στραβά ένα αστείο της προϊσταμένης, η οποία του είπε ότι, οι τραυματίες γιατροί είναι πολύ πιο παράξενοι και κάνουν περισσότερη φασαρία από τους ασθενείς που δεν είναι γιατροί. Μετά από αυτήν της τη φράση ο αναισθησιολόγος ασθενής πίστευε, ότι δεν τον πρόσεχε καθόλου η προϊσταμένη, ότι του μπέρδευε τις δοσολογίες των φαρμάκων της θεραπείας του, και τον έκανε να υποφέρει από φρικτούς πόνους.
Αιστάνθηκε τρομοκρατημένος, απελπιστικά αβοήθητος, και  πολύ εξοργισμένος. Σκέφθηκε δε, ότι αν τα έφερνε ποτέ η τύχη και είχε την ευκαιρία να έχει ως ασθενή την προϊσταμένη για κάποια χειρουργική της επέμβαση, θα της έβαζε λίγο αναισθητικό στον ορό αναισθησίας, ώστε να νοιώσει όλους τους πόνους της εγχείρησης. Στην πραγματικότητα ευχόταν να την δει νεκρή.
Η ανάλυση του ιστορικού του καθώς και των σκέψεων και των αισθημάτων σχετικά με το  ατύχημα – γιατί η φίλη του που ταξίδευε μαζί του στο πίσω αυτοκίνητο δεν του άναψε τα φλας να τον προειδοποιήσει σχετικά με την επερχόμενη καταστροφή, αφού είπε ότι την έβλεπε να έρχεται – δεν άφησε ούτε σε μένα αλλά ούτε και στο ίδιο καμία αμφιβολία, ότι εμφάνιζε δολοφονικές και επιθετικές παρορμήσεις, και προς την προϊσταμένη, αλλά και προς την φίλη του, και πίσω από αυτές, στο μακρινό παρελθόν, και προς τη μητέρα του, καθώς όλες τους έπρεπε να αναλάβουν την προστασία του, και να τον φροντίσουν καλύτερα,  και όχι να του συμπεριφερθούν έτσι άσχημα όπως και εγώ η ίδια, η οποία με το να τον περιμένω να μιλήσει και να τον ακούσω, αποτύγχανα να του παράσχω την κατάλληλη  φροντίδα. Αυτές οι σκέψεις τον είχαν τρομοκρατήσει καθώς ένας αναισθησιολόγος στη πραγματικότητα, δεν ελέγχει μόνο τον πόνο, αλλά τη ζωή και τον θάνατο επίσης.
Ο αναισθησιολόγος μας, είχε  απωθήσει την ανάμνηση αυτών των δολοφονικών παρορμήσεων αλλά είχε αποκτήσει ένα σύμπτωμα (ανικανότητα προς εργασία) η οποία μετέφερε μια αρκετά αισθητή συμβολική σημασία – απέφευγε να βάλει τον εαυτό του στη θέση αυτού, ο οποίος θα είχε τη ζωή κάποιου στα χέρια του.
Τρεις συνεδρίες αργότερα, ανακουφισμένος από τις ανακαλύψεις μας, και διασκεδάζοντας την αναγνώριση του ότι και ο ίδιος είχε ασυνείδητο – νόμιζε ότι τα συμπτώματα ανήκουν μόνο στους νευρωτικούς – επέστρεψε στην εργασία του, άρχισε να οδηγεί και πάλι, ενώ από κοινού με τη φίλη του προγραμμάτιζαν τη δημιουργία οικογένειας. Βραχυχρόνια τουλάχιστον, φάνηκε ότι τα προβλήματα είχαν επιλυθεί στο βαθμό που να επιτρέπουν την εμφάνιση της πράξης ως κίνησης.
Τι πέτυχε τελικά η τραυματική αφήγηση του αναισθησιολόγου μας στα πλαίσια της  ψυχαναλυτικής διάταξης (psychoanalytic setting);
Πέτυχε τελικά να ανασύρει το απωθημένο στο ασυνείδητο, φανταστικό, και δολοφονικό αίσθημα του αναισθησιολόγου απέναντι στη μητέρα του, αναγκάζοντας τον να το βιώσει ως τέτοιο, και να το χωρέσει μέσω της αφήγησης στο λόγο του, ο οποίος ενώνοντας τους δύο χρόνους (παρελθόν-παρόν) το έφερε στην αλήθεια του παρόντος, καταστρέφοντας με το τρόπο αυτό,  τον φανταστικό χαρακτήρα της εικόνας της ψυχικής ενέργειας, που το είχε δημιουργήσει, και μαζί με αυτήν και το σύμπτωμα.
Και αν όλα αυτά συμβαίνουν σε ατομικό επίπεδο τότε τι μπορεί να συμβαίνει σε πολιτικό η πολιτισμικό;

Όταν ο συμβολισμοί ησυχάζουν τα συναισθήματα, τους εμπιστευόμαστε όταν οδηγούν σε αδιέξοδα προκαλούν, την δυσπιστία και την μηδενιστική μας επιθετικότητα εναντίον των θεσμών η των ατόμων τα οποία τους ενσαρκώνουν. Η συμβολική που μεταδίδει συναισθηματική ηρεμία είναι το πολιτικώς ενδεδειγμένο ζητούμενο. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, δεν ενδιαφέρει η αυστηρή χειραγώγηση των συναισθημάτων είτε η παρορμητική τους απελευθέρωση, αλλά η μετά λόγου παρακολούθηση της αλογίας των, κάτι διόλου απλό αφού πρόκειται για ψυχικούς αυτοματισμούς με δύναμη ενστίκτου. Σκοπός δεν είναι να υποτάξουμε τα συναισθήματα είναι να τους δώσουμε μία μορφή η οποία να τα ευγενίζει όπως συμβαίνει με τα έργα τέχνης. Όταν νοιώθω απειλούμενος δεν προλαβαίνω να σκεφθώ: φοβάμαι η εξαγριώνομαι. Το ποντίκι η κατσαρίδα, το ερπετό, ο τρομοκράτης, το μνημόνιο,  δεν είναι ο ίδιος ο φόβος. Ο φόβος έχει να κάνει με τις διαστάσεις των συμβολισμών του στις ψυχές, καταπολεμείται δε εφ όσον οι εικόνες τους επανασυνδεθούν με την πραγματικότητα τους. Διαφορετικά ο φετιχισμός των φοβικών εικόνων θα διαιωνίζεται κι εκείνες θα ελλοχεύουν στην ψυχή απειλητικά, αυτοβεβαιούμενες στην επανάληψή τους. Εξου και η πολιτική σκέψη οφείλει να χρησιμοποιεί και εργαλεία ανθρωπολογικής προελεύσεως, ώστε να προσεγγίζει μαζί με τα εξωτερικά δεδομένα τις νοοτροπίες  και τις συμπεριφορές.
Είναι αξιοσημείωτη η επενέργεια του φαντασιακού στοιχείο, που συνδέει υποδόρια τη σκέψη με τα ένστικτα, και τα πράγματα με τις επιθυμίες μας διαχωρίζοντας τα από την αντικειμενική τους συνθήκη. Φαντασιακό συγκροτούν ατομικές η συλλογικές οδηγητικές αντιλήψεις, με περιεχόμενο εικόνες του ασυνειδήτου, οι οποίες υποκαθίστανται χωρίς καμία λογική στις παραστάσεις της εμπειρικής πραγματικότητος, και συν τω χρόνω υποβάλλονται σε επεξεργασία συμβολικής μεταλλάξεως. … Η εικόνα της πατρικής αυθεντίας και αρχής, η οποία στο ασυνείδητο μεταλλάσσεται σε ζοφερή αυταρχική εξουσία, εναντίον της οποίας εξεγείρονται ως έφηβοι και ως νέοι, κατά μόνας ή ομαδικά, οι οιδιπόδειοι ανέστιοι ριζοσπάστες αριστεροί, και γενικώς λαϊκιστές παντός καιρού, όλοι τους με απώτερη επιδίωξη να την καταλάβουν και να την απολαμβάνουν, μεταβαλλόμενοι από θύματα σε θύτες. Το παιδί παίζει για να μεγαλώσει, ο ενήλικος παίζει για να μην έχει την ευθύνη των πράξεων του, και για να του φέρονται σαν να ήταν ταλαίπωρο πλάσμα. Σε συνθήκες ομαλότητος ναυαγούν,  διότι εκεί η σχέση με τον εαυτό προϋποθέτει να εκτεθούν μέσα τους, να αναλάβουν την ευθύνη της υπάρξεώς τους, αντί να φορτώνουν σε άλλους το εσωτερικό τους κενό.
Oι ζαλισμένοι πολίτες εμπιστεύονταν μόνο τις επιθυμίες τους, διευκολύνοντας την παράδοση σε παραισθησιογόνα ιδεολογήματα, και εκλαμβάνοντας τα ψυχικά γεγονότα σαν αντικειμενικά.
Μετά την σύντομη ανάλυση των ψυχικών αντιδράσεων σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο  θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στο βαθμό που αναγνωρίζουμε την ψυχική αλήθεια του ασυνειδήτου, κατανοώντας παράλληλα ότι η λογική δεν στηρίζει απόλυτα το υποκείμενο, μας παρέχεται η δυνατότης να επιλέξουμε τρόπους, ώστε οι πράξεις μας στη ζωή να είναι μέσα στο νόημα των πραγμάτων, και όχι στα σύμβολα και στις λέξεις τους. Με τον τρόπο αυτό, ακολουθούμε την ψυχή μας στον αναβαθμό της, βιώνοντας τη ζωή μας στην ποιητική της διάσταση και όχι στην λογική διατύπωση των συμβολισμών, που κάποιοι θέλουν να μας επιβάλουν για δικό τους όφελος.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

περί ''αόρατης κλωστής''...


Δολοφονικός ευνουχισμός 
με τα δηλητηριώδη μανιτάρια της...

https://youtu.be/bT_XjcdgT6g

Η δολοφόνος Βίκι Κριπς (ερμηνεία-αποκάλυψη) 
του φιλμ «Αόρατη Κλωστή», 
σ΄ενα κομψοτέχνημα ντυμένο με τα ρούχα ενός φαρμακερού 
και μακάβριου, αστείου love story...

Μία Δυτική μεταφορά της Αυτοκρατορίας των αισθήσεων 
του Ναγκίσα Οσιμα!

Το θέμα της ταινίας του Πωλ Τόμας Άντερσον, 
που έγραψε και το σενάριο, είναι:
- Ο γυναικείος ερωτισμός εξωθημένος ως τα άκρα 
- Ερωτισμός που αποκορυφώνεται στη φαντασίωση του θανάτου 
και του ευνουχισμού του άντρα...

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Μαρσέλ Προυστ για τον έρωτα


 "Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο",  France  

1. "Ο έρωτας είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο μικρή σημασία έχει για μας η πραγματικότητα".   

2. "Σε ένα χωρισμό, αυτός που δεν είναι πραγματικά ερωτευμένος είναι αυτός που θα πει και τα πιο τρυφερά λόγια".   

3. "Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες στους άντρες εκείνους που δεν έχουν φαντασία".   

4. "Οι αληθινοί παράδεισοι είναι οι παράδεισοι που έχουν χαθεί".   

5.  "Η επιθυμία για κάτι τα κάνει όλα να ανθίζουν. Η απόκτηση αυτού του κάτι τα κάνει όλα να μαραίνονται και να ξεθωριάζουν".   

6. "Έρχεται τόσο γρήγορα η στιγμή που δεν υπάρχει πια τίποτα για να περιμένουμε".   

7. "Τα ψέματα είναι απαραίτητα στον άνθρωπο. Είναι -ίσως- εξίσου σημαντικά με την αναζήτηση της ηδονής και, επιπλέον, υπαγορεύονται από αυτήν την αναζήτηση".   

8. "Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν πολλά διαφορετικά πάθη. Το αληθινό είναι αυτό, για χάρη του οποίου είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους άλλους".   

9. "Αφήστε μας να είμαστε ευγνώμονες στους ανθρώπους που μας έκαναν ευτυχισμένους. Είναι οι γοητευτικοί κηπουροί που κάνουν τις ψυχές μας να ανθίζουν".   

10. Ο χρόνος, αυτός που αλλάζει τους ανθρώπους, δεν αλλοιώνει την εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς   

11. Οι άνθρωποι που δεν είναι ερωτευμένοι, δεν καταλαβαίνουν πως έναν έξυπνος άντρας μπορεί να υποφέρει πραγματικά από μία συνηθισμένη γυναίκα. Είναι σα να εκπλήσσεσαι που η χολέρα μπορεί να προσβάλλει τους πάντες. Αυτός ο ασήμαντος βάκιλος…». 

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Η επιθυμία στη Λακανική θεωρία

(Τετράδια Ψυχιατρικής, Αθήνα, Μάρτιος 2009)  
Ανάγκη, Επιθυμία, Αίτημα
Σύμφωνα με τον Lacan, η έννοια της επιθυμίας, του αιτήματος και της ανάγκης διαφοροποιούνται. Η διάκριση αυτή αρχίζει να εμφανίζεται στο έργο του από το 1957 και εκφράζεται με την πιο ώριμη μορφή της το 1958 στο Σεμινάριο VI, Le désire et son interprétation.
Στα πλαίσια αυτής της διάκρισης, η έννοια της ανάγκης πλησιάζει στον όρο ένστικτο (instinct) έτσι όπως τον χρησιμοποιούσε ο Freud , δηλαδή σχετίζεται καθαρά με την βιολογική πλευρά, σε αντιπαράθεση με τις ενορμήσεις που αποτελούν μια σταθερή εσωτερική ψυχική διέγερση.
Η ενόρμηση, όπως λέει ο Freud, «εμφανίζεται σαν οριακή έννοια ανάμεσα στο ψυχικό και το σωματικό, σαν ψυχικός αντιπρόσωπος των διεγέρσεων που πηγάζουν στο εσωτερικό του σώματος και αναδύονται στο ψυχισμό». Η ενόρμηση είναι το «έργο» δηλαδή η διαφορά δυναμικού, που επιβάλλεται στο ψυχικό σαν συνέπεια του δεσμού του με το σωματικό. Σύμφωνα με την αρχή της ηδονής το δίπολο ηδονή- οδύνη, που ρυθμίζει τις ενορμητικές διεργασίες, έχει σαν σκοπό την μείωση της έντασης. Το αίσθημα της δυσαρέσκειας συνδέεται με την αύξηση της διέγερσης, ενώ το αίσθημα της ηδονής με την μείωση της.
Η ανάγκη σχετίζεται ολοκληρωτικά με τα βιολογικά ένστικτα και υποχωρεί τελείως, έστω και προσωρινά, όταν ικανοποιηθεί. Η ενόρμηση αρχικά εκδηλώνεται στο παιδί με την εμφάνιση μιας απαρέσκειας που προκλήθηκε από την κατάσταση έντασης, και είναι σύμφυτη με την πηγή πρόκλησης της. Το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, που απαιτεί ικανοποίηση σε ένα πλαίσιο βασικά οργανικό. Την πρώτη φορά που του προτείνεται ένα αντικείμενο προς ικανοποίηση της ανάγκης, δεν υπάρχει ακόμα ψυχική αναπαράσταση. Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης απορρέει από μια αμιγή ανάγκη, διότι έχουμε ικανοποίηση της ανάγκης χωρίς ψυχική διαμεσολάβηση. Εδώ βρίσκεται και η απαρχή της άμεσης ευχαρίστησης, η οποία επιτυγχάνει την μείωση της έντασης που είχε προκληθεί.
Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης αφήνει ένα μνημονικό ίχνος στο ψυχικό όργανο. Η ικανοποίηση πλέον θα συνδεθεί με την εικόνα του αντικειμένου που έδωσε την ικανοποίηση και θα αποτελέσει την αναπαράσταση του φαινομένου της ενόρμησης. Έκτοτε, όταν η κατάσταση έντασης επανεμφανίζεται, το μνημονικό ίχνος θα ενεργοποιείται μαζί με την εικόνα του αντικειμένου που παρείχε ικανοποίηση. Στην αρχή θα υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ αναπαριστούμενου αντικειμένου και πραγματικού αντικειμένου ικανοποίησης, με έμφαση στην επένδυση της μνημονικής εικόνας. Αυτό θα αποτελέσει και τον «δείκτη πραγματικότητας» του υποκειμένου. Το παιδί αρχικά θα έχει την τάση να ικανοποιείται με ένα ψευδαισιακό τρόπο μια και ο πιο άμεσος τρόπος μείωσης της έντασης είναι αυτός. Με την επανάληψη όμως των πραγματικών ικανοποιήσεων των αναγκών του, το παιδί θα αποκτήσει την ικανότητα να διαφοροποιεί την μνημονική εικόνα ικανοποίησης από την πραγματική ικανοποίηση και θα στραφεί προς το πραγματικό αντικείμενο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.
Η μνημονική εικόνα, θα αποτελέσει το πρότυπο που θα αναζητήσει το παιδί για την κάλυψη των ενορμήσεων του και θα λειτουργήσει στο ψυχικό όργανο ως μια «προκαταβολική αναπαράσταση ικανοποίησης».
Για τον Freud, η επιθυμία γεννιέται από την ψυχική επανεπένδυση ενός μνημονικού ίχνους που συνδέεται με την αναγνώριση της ενόρμησης. Από την στιγμή που η ανάγκη του βρέφους αναπαρίσταται χάρη στη μνημονική εικόνα, επανασυστήνει την κατάσταση της πρώτης ικανοποίησης. Αυτή την κίνηση για επανασύσταση της πρώτης ικανοποίησης την ονομάζουμε: επιθυμία.
Το μωρό που όταν γεννιέται είναι σε μια παντελή κατάσταση ανημπόριας, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρέπει να πάρει βοήθεια από τον Άλλον, δηλαδή την μητέρα. Για να πάρει αυτή την βοήθεια πρέπει να εκφράσει την ανάγκη του, δηλαδή πρέπει να αρθρώσει την ανάγκη του σε αίτημα.
Τα πρώτα αιτήματα του βρέφους εκδηλώνονται με άναρθρες κραυγές αλλά χρησιμεύουν για να κάνουν τον άλλον να φροντίσει της ανάγκες του. Η παρουσία του Άλλου όμως σύντομα αποκτά διπλή σημασία. Από την μια ικανοποιεί την ανάγκη του βρέφους και από την άλλη η παρουσία του έρχεται να συμβολίσει την αγάπη του για αυτό. Έτσι το αίτημα γρήγορα γίνεται η έκφραση για ικανοποίηση της ανάγκης και αίτημα για αγάπη. Αυτή η διττή λειτουργία του αιτήματος γεννά την επιθυμία. Ενώ οι ανάγκες που αρθρώνονται μέσα στο αίτημα μπορούν να ικανοποιηθούν, η δίψα για αγάπη είναι ακόρεστη, κι έτσι αφήνει πάντα ένα υπόλοιπο ακόμα και μετά την ικανοποίηση των αναγκών.
Το αίτημα συνδέεται άρρηκτα με την αρχική ανημπόρια του ανθρώπινου υποκειμένου.
Το αίτημα όσο αφορά την ικανοποίηση των αναγκών είναι δυνατόν να καλυφθεί από τον Άλλον, όσο αφορά όμως την απαίτηση για «απεριόριστη αγάπη» την οποία αναζητά το βρέφος, αυτή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Διότι η ουσία της επιθυμίας βρίσκεται στην δυναμική τάση αναβίωσης της εμπειρία της πρώτης «αυτόματης» ικανοποίησης της ανάγκης του υποκειμένου. Συνεπώς η ικανοποίηση της επιθυμίας δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στην πραγματικότητα αλλά μόνο μέσα στην διάσταση της ψυχικής πραγματικότητας.
Ο Lacan έλεγε: «Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από την δεύτερη»
Αυτό το υπόλοιπο, που προκύπτει μεταξύ της αίτησης για ικανοποίηση της ανάγκης και του αιτήματος για αγάπη, ονομάζουμε επιθυμία.
Για τον Lacan η επιθυμία εμφανίζεται συνδεδεμένη με μια έλλειψη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από κανένα πραγματικό αντικείμενο. Ενώ η ενόρμηση έχει αντικείμενο, η επιθυμία στερείται αντικειμένου. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι πάντα ένα μετωνυμικό αντικείμενο της ίδιας της επιθυμίας.
Ο Lacan, στο Σεμινάριο XI, Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, υπενθυμίζει τις τέσσερις παραμέτρους της ενόρμησης έτσι όπως τις ανέπτυξε ο Freud : Την ώση, την πηγή, τον σκοπό και το αντικείμενο. Και θέτει το θέμα σε σχέση με την μετουσίωση, όπου η ενόρμηση δεν ικανοποιείται από το αντικείμενο της ούτε απωθείται και όμως επέρχεται ικανοποίηση. Επίσης αναφέρεται στην ικανοποίηση που αντλείται μέσω του συμπτώματος για να καταλήξει στην σαφή διάκριση μεταξύ ανάγκης και ενόρμησης. Η ανάγκη είναι μια βιολογική λειτουργία που ρυθμίζεται από την διαμεσολάβηση του αντικειμένου, ενώ η ενόρμηση υπόκειται σε μια σταθερή ώση όπου κατά τον Lacan, το αντικείμενο δεν έχει καμία σημασία ποιο θα είναι. Η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί, η πίεσή της είναι συνεχής και «αιώνια». Η πραγμάτωση της επιθυμίας δεν συνίσταται στην ικανοποίηση της, αλλά στην αναπαραγωγή της επιθυμίας καθεαυτής .
Το αντικείμενο της ενόρμησης δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ανάγκης. Το μόνο αντικείμενο το οποίο μπορεί να ανταποκριθεί στην ενόρμηση είναι το αντικείμενο της επιθυμίας. Δηλαδή το χαμένο αντικείμενο, αυτό που πάντα λείπει και που λόγο του κενού που δημιουργεί η απουσία του, οποιοδήποτε αντικείμενο καταλαμβάνει την θέση του. Αυτό το αντικείμενο της επιθυμίας, το χαμένο αντικείμενο, που κατέχει ταυτόχρονα την θέση του αίτιου και του αντικειμένου της επιθυμίας, ο Lacan το ονόμασε μικρό αντικείμενο α.
Το αντικείμενο α καθώς είναι αιωνίως ελλείπον, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιθυμία δεν σχετίζεται με ένα αντικείμενο αλλά με μια «έλλειψη».
Επίσης η επιθυμία με την έννοια που έχει προσεγγισθεί, προϋποθέτει πέραν της ανάγκης, την παρουσία του Άλλου. Η ανικανότητα του παιδιού να ικανοποιήσει το ίδιο της σωματικές του ανάγκες καθιστά αναγκαία προϋπόθεση την παρουσία του Άλλου. Οι σωματικές εκδηλώσεις αποκτούν την αξία που ο Άλλος εκτιμά και αποφασίζει για το παιδί. Δηλαδή αυτές αποκτούν νόημα εφ’ όσον ο Άλλος τους αποδίδει κάτι τέτοιο. Αν οι εκδηλώσεις αυτές αποκτούν νόημα για τον Άλλον το παιδί τοποθετείται σε ένα κόσμο επικοινωνίας, όπου η παρέμβαση του άλλου γίνεται απάντηση στην αρχική σωματική εκδήλωση που υποτίθεται ότι ήταν «αίτημα». Με αυτόν τον τρόπο το παιδί εγγράφεται στον χώρο της συμβολικής αναγωγής. Όμως δεν μπορούμε να μη θεωρήσουμε αυτό το υποτιθέμενο αίτημα και ως προβολή της επιθυμίας του Άλλου.
Κατά τον Lacan, η έννοια της επιθυμίας γεννιέται σε σχέση με τον Άλλον και μέσω της επιθυμίας του Άλλου και εγγράφεται στην συμβολική τάξη.
Η φράση που συχνά διατύπωνε ήταν : «η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου» (Lacan, 1964). Αυτό είναι δυνατόν να γίνει κατανοητό με τους εξής τρόπους:
α) Η επιθυμία είναι «η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου». Κάτι που σημαίνει ότι η επιθυμία είναι να είναι κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας κάποιου άλλου και να «αναγνωρίζεται» από αυτόν τον άλλον.
Η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου, παραπέμπει στην πρωταρχική ικανοποίηση της ανάγκης του, εκείνη την πρώτη φορά που ούτε το ζήτησε ούτε το περίμενε, συμπεριλαμβανομένου κάτι «επί πλέον».
Αύτή η επιθυμία για αναγνώριση, λέει ο Lacan, έχει τις ρίζες της στην αναγνώριση και στην σηματοδότηση από την πλευρά της μητέρας, αυτών των πρώτων αντιδράσεων σωματικής εκτόνωσης που η μητέρα «αναγνώρισε» ως αίτημα, ανταποκρίθηκε σε αυτό, εισάγοντας έτσι το παιδί στη γλώσσα του συμβολικού. Όμως, αυτό σημαίνει ότι το παιδί υποτάσσεται στην έννοια του νοήματος και για να κάνει την επιθυμία του να ακουστεί είναι υποχρεωμένο να ζητήσει μέσω του αιτήματος. Αυτή η λεκτική μεσολάβηση εισαγάγει μια αναντιστοιχία μεταξύ της επιθυμίας της πρώτης ικανοποίησης και του αιτήματος. Διότι από την στιγμή που εισήχθηκε το αίτημα δεν μπορεί να βρεθεί ξανά η πρωταρχική ικανοποίηση, με αποτέλεσμα το παιδί να επιθυμεί την επιθυμία η οποία δεν μπορεί να σηματοδοτηθεί ποτέ επαρκώς. Η επιθυμία θα βρίσκεται πάντα εγγεγραμμένη ανάμεσα στο αίτημα και την ανάγκη.
Ο Lacan ακολουθεί τα χνάρια του Kojève και του Hegel, διατυπώνοντας ότι η επιθυμία για επίτευξη της αναγνώρισης του υποκειμένου, φθάνει στο σημείο της διακινδύνευσης της ίδιας του της ζωής μέσα από έναν αγώνα καθαρά γοήτρου. Η επιθυμία αυτή, συνιστά την επιθυμία να γίνει κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας του άλλου, και φαίνεται στην αρχή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, όταν το παιδί επιθυμεί να είναι ο φαλλός για την μητέρα.
β) «Το αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου… είναι να επιθυμείται από κάποιον άλλον» (Lacan, 1951). Αυτός ο τρόπος επιθυμίας μέσω της επιθυμίας του άλλου, μας είναι ιδιαίτερα γνώριμος στην υστερία. Το υποκείμενο υιοθετεί την επιθυμία αυτού με τον οποίο ταυτίζεται. Βλέπουμε και εδώ ότι το αντικείμενο της επιθυμίας δεν παίζει κανένα ρόλο, αλλά αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι όταν κάποιος επιθυμεί το υποκείμενο, αυτό αποκτά αξία δηλ. αναγνωρίζεται, ακριβώς επειδή είναι επιθυμητό.
γ) «Η επιθυμία είναι πάντοτε η επιθυμία για κάτι άλλο» (Lacan, 1957). Λόγω του ότι η επιθυμία καθορίζεται από το αδύνατον της ανεύρεσης της πρώτης απόλαυσης με τον Άλλον, το αντικείμενο της επιθυμίας είναι «το αντικείμενο που λείπει αιώνια». Αφού είναι αδύνατον κανείς να βρει αυτό που εξ ορισμού αιώνια λείπει, το αντικείμενο της επιθυμίας μετατίθεται διαρκώς μετονομαζόμενο.
δ) «Η επιθυμία ανακύπτει αρχικά στο πεδίο του Άλλου». Αυτή την φράση του Lacan μπορούμε να την αντιληφθούμε με την έννοια ότι ο πρώτος άνθρωπος που καταλαμβάνει την θέση του τόπου του Άλλου είναι η μητέρα που το παιδί στην αρχή βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας της. Όταν το παιδί περάσει στην οιδιπόδεια διαλεκτική και αναγνωρίσει την έλλειψη στον Άλλον, δύναται να αποδεχτεί την έλλειψη, και το ότι η επιθυμία. του θα μένει πάντα ανεκπλήρωτη. Η επιθυμία του να «είναι» απωθήθηκε προς όφελος της επιθυμίας του να «έχει» δια μέσου του λόγου και γίνεται αίτημα. Γινόμενη όμως αίτημα χάνεται όλο και πιο πολύ μέσα σε μια αλυσίδα σημαινόντων του λόγου.
Η επιθυμία παραπέμπει πάντα σε μια σειρά υποκατάστατων επιθυμιών με υποκατάστατα συμβολικά αντικείμενα που παραπέμπουν στην πρωταρχική επιθυμία, ασυνείδητα.
Η επιθυμία θα μετονομάζεται διαρκώς μένοντας πάντα ανικανοποίητη, λόγω της αναγκαιότητας να γίνει λόγος. Εγκαταλείπει δηλαδή την θέση του αντικειμένου της επιθυμίας και γίνεται το ίδιο υποκείμενο το οποίο είναι ελλειμματικό και μπορεί να επιθυμεί.
Η επιθυμία στην αναλυτική διαδικασία
Όταν αναφερόμαστε στην επιθυμία του αναλυτή μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο καταστάσεις. Η πρώτη αφορά την επιθυμία που ο αναλυόμενος προσδίδει στον αναλυτή και η δεύτερη σχετίζεται με την επιθυμία που κινητοποιεί τον αναλυτή μέσα στην ψυχανάλυση.
Όσο αφορά τον αναλυόμενο, η θέση που τοποθετεί τον αναλυτή είναι αυτή «του υποκειμένου που υποτίθεται ότι γνωρίζει», αλλά επίσης και του υποκειμένου «που υποτίθεται ότι επιθυμεί». Ο αναλυόμενος θέτει το ερώτημα « Τι θέλεις από μένα;». Αυτό κινητοποιεί την εμφάνιση της θεμελιακής φαντασίωσης του υποκειμένου στο επίπεδο της μεταβίβασης, που καθίσταται η κινητήριος δύναμη της αναλυτικής διαδικασίας (Lacan, 1965).
Κατά τον Lacan, η επιθυμία του αναλυτή οφείλει να παραμένει άγνωστος χ για τον αναλυόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να μην προβεί σε μια ταύτιση με την επιθυμία του αναλυτή, αλλά να βρει την δική του σχέση με την επιθυμία.
Σχετικά με την επιθυμία του αναλυτή και την μη-προβολή της πάνω στον αναλυόμενο, η ουσιαστική προϋπόθεση είναι η δική του προσωπική ανάλυση, συνθήκη sine qua non για να γίνει κανείς αναλυτής. Μέσα από την επεξεργασία που έχει κάνει ο ίδιος στην δική του ανάλυση, καλείται να πραγματοποιήσει μια οικονομική μετάλλαξη της επιθυμίας του, τέτοια ώστε να είναι σε θέση να λειτουργήσει σαν αναλυτής, έχοντας αναδιοργανώσει την επιθυμία του.
Η επιθυμία δεν αντικατοπτρίζεται, αποτελεί μια άδεια θέση.
O Freud, στο «Εγώ και το Εκείνο» , παρουσιάζει το Ιδεώδες του Εγώ και το Υπερεγώ σχεδόν αδιαφοροποίητα.
Αργότερα (1914) στο «Εισαγωγή στο Ναρκισσισμό» εμφανίζει το Ιδεώδες του Εγώ να παίζει ένα ρόλο προτύπου σε σχέση με το Εγώ. Ο Freud φαίνεται να πιστεύει ότι το Ιδεώδες του Εγώ ανήκει βασικά στο ναρκισσιστικό πεδίο και είναι ένα πλεόνασμα του παιδικού Εγώ. Η γονική καταπίεση ενάντια στις ιδέες μεγαλείου ενδοβάλεται και παίζει ένα ρόλο λογοκρισίας και αυτοελέγχου δηλαδή έχουμε την δημιουργία του Υπερεγώ. Το Εγώ λοιπόν έρχεται σε αντιπαράθεση με την ναρκισσιστική ιδεώδη αξία που συνιστά τη βάση του Ιδεώδους του Εγώ.
Κατά τον Lacan αυτά τα τρία «μορφώματα του εγώ» αποτελούν διακριτές έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Στα μεταπολεμικά κείμενα του δίνει έμφαση στη διάκριση του ιδεώδους του εγώ (idéal du moi) από το ιδεώδες εγώ (moi idéal).
Το ιδεώδες του εγώ και το υπερεγώ σχετίζονται με το τέλος του οιδιπόδειου συμπλέγματος και συνιστούν προϊόντα ταύτισης με τον πατέρα. Το υπερεγώ αποτελεί ασυνείδητη οργάνωση και η λειτουργία του είναι να απωθεί τη σεξουαλική επιθυμία για την μητέρα. Το ιδεώδες του εγώ ασκεί μια συνειδητή πίεση προς την κατεύθυνση της μετουσίωσης και την θέση που παίρνει το υποκείμενο σε σχέση με το φύλο του.
Ο Daniel Lagache κάνει τη διάκριση ως εξής: «Το Υπερεγώ αντιστοιχεί στην εξουσία του Ιδεώδους του Εγώ με τον τρόπο που το υποκείμενο οφείλει να συμπεριφερθεί για να ανταποκριθεί στην προσδοκία της εξουσίας.»
Το ιδεώδες του εγώ είναι η εσωτερικευμένη μορφή του νόμου και λειτουργεί σαν οδηγός για να βρει το υποκείμενο την θέση του στην συμβολική τάξη. Από την άλλη, το ιδεώδες εγώ είναι η πηγή μιας φαντασιακής προβολής που έχει την καταγωγή της στην κατοπτρική εικόνα του σταδίου του καθρέφτη και συνδέεται με την παντοδυναμία της προοιδιπόδειας δυαδικής σχέσης.
«Η ιστορία του υποκειμένου είναι η εξέλιξη μιας σειράς περισσότερο ή λιγότερο τυπικών ιδεωδών ταυτίσεων που αντιπροσωπεύουν τα πιο καθαρά ψυχικά φαινόμενα, διακινώντας βασικά την λειτουργία των imago. Δεν γίνεται να αντιληφθούμε με άλλο τρόπο το Εγώ παρά σαν ένα κεντρικό σύστημα αυτών των δημιουργιών και μπορούμε να το κατανοήσουμε μέσα από την φαντασιακή και λιβιδινιακή δομή του» .
O Lacan για να δείξει ότι η συμβολική σχέση του υποκειμένου με τον Άλλον μπλοκάρεται πάντοτε, σε κάποιο βαθμό, από τη φαντασιακή σχέση, δημιούργησε το σχήμα L

Ανάμεσα στο εγώ και την κατοπτρική εικόνα παρεμβαίνει ο φαντασιακός άξονας. Ο λόγος του Άλλου φθάνει στο υποκείμενο με μια διακεκομμένη και αντεστραμμένη μορφή επειδή πρέπει να περάσει μέσα από το φαντασιακό τοίχος της γλώσσας. Η ομιλία όπως ο ίδιος ο Freud έδειξε, εμπεριέχει τμήμα του μηνύματος που είναι ασυνείδητο στον ομιλητή. Όταν κάποιος απευθύνει ένα μήνυμα σε κάποιον άλλον το απευθύνει συγχρόνως και στον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς όμως να το συνειδητοποιεί. Αυτό έχει μεγάλη σημασία στην αναλυτική διαδικασία όπου έργο του αναλυτή είναι να επιστρέψει στον αναλυόμενο την ασυνείδητη διάσταση του μηνύματος του, στο συμβολικό και όχι στο φαντασιακό επίπεδο.
Όσον αφορά την κατοπτρική εικόνα, γνωρίζουμε από το στάδιο του καθρέφτη ότι χάρη σε αυτήν συγκροτείται το εγώ του υποκειμένου και ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το φαντασιακό.
O Lacan λέει, ότι το υποκείμενο συγκροτείται μέσα στον άλλον με μια φαντασιακή διάσταση σαν ιδανικό εγώ. Το σχήμα που παραθέτει και όπου και εμείς αναπαράγουμε εδώ, φανερώνει ότι το υποκείμενο βλέπει τον εαυτό του και παίρνει για πραγματική μια αντιστραμμένη εικόνα του ίδιου του τού σώματος. Το υποκείμενο « δεν είναι εκεί απ’ όπου κοιτάζεται. Αλλά είναι, σίγουρα, μέσα στο χώρο του Άλλου που βλέπει τον εαυτό του, και το σημείο απ’ όπου κοιτάζεται κι αυτό επίσης είναι μέσα στον ίδιο χώρο. Λοιπόν, ακριβώς εδώ βρίσκεται και το σημείο απ’ όπου μιλάει, αφού, εφόσον μιλάει, στον τόπο του Άλλου είναι που αρχίζει να συγκροτεί αυτό το αληθοφανές ψέμα απ’ όπου ξεκινά εκείνο που μετέχει της επιθυμίας στο επίπεδο του ασυνειδήτου.»
(Σχήμα αντεστραμμένης ανθοδέσμης από το Σεμινάριο XI)
Στην οπτική, σε κάθε σημείο του πραγματικού, αντιστοιχεί ένα μόνο σημείο του φανταστικού. Το φανταστικό και το πραγματικό έτσι συγχέονται ενώ είναι διαφορετικά. Αυτό έχει μεγάλη σημασία όσο αφορά την ψυχική οικονομία του υποκειμένου.
Στο σχήμα της ανεστραμμένης ανθοδέσμης, το αντικείμενο αναπαριστάται από τη διατομή όλων των ακτίνων που συγκλίνουν στο οπτικό νεύρο, ενώ το είδωλο, αποτελείται από το σημείο διατομής των ακτίνων που αποκλίνουν από αυτό. Αν το σημείο διατομής των ακτίνων βρίσκεται μπροστά από το οπτικό όργανο, το αντικείμενο θα είναι πραγματικό, αν βρίσκεται πίσω, έχουμε ένα φανταστικό αντικείμενο.
Στην περίπτωση του επίπεδου καθρέφτη έχουμε λόγω της ιδιαιτερότητας του οπτικού φακού του ματιού την δημιουργία ενός φανταστικού ειδώλου ενός πραγματικού αντικειμένου.
Στην περίπτωση του κοίλου καθρέφτη παρουσιάζεται ένα πραγματικό είδωλο αντεστραμμένο και συμμετρικό του αντικειμένου.
Όλες αυτές οι αναφορές στην οπτική έχουν βέβαια αξία, για τον Lacan, ως μεταφορά που του επιτρέπει να διευκρινίσει τη θέση του υποκειμένου και την εξάρτηση του απ’ το Φαντασιακό, το Συμβολικό και το Πραγματικό, αλλά και τη δομή που προκύπτει αναφορικά με την εικόνα σε σχέση με το Ιδεώδες Εγώ και το Ιδεώδες του Εγώ.
Γιατί όπως αναφέρει ο ίδιος: «Το ανθρώπινο ον δεν βλέπει τη μορφή του πραγματωμένη, ολική, αντικατοπτρισμό του εαυτού του, παρά μόνο έξω από αυτό» Και προσθέτει: « Ο άλλος έχει για τον άνθρωπο δεσμευτική αξία, διότι η ενοποιημένη εικόνα, όπως γίνεται αντιληπτή στον καθρέφτη, υπάρχει ως πραγματικότητα του όμοιου»  Με άλλα λόγια η ανάδυση του πραγματικού ειδώλου εξαρτάται από τον τρόπο που το υποκείμενο θα τοποθετηθεί ιδεωδώς μέσα στον άλλον.
Το οπτικό μοντέλο φωτίζει, επίσης τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο παίρνει θέση σε σχέση με την συμβολική τάξη. « Η θέση μου στο φαντασιακό… είναι νοητή μόνο στον βαθμό που κανείς βρίσκει ένα οδηγό πέρα από το φαντασιακό, στο επίπεδο του συμβολικού πεδίου.» Το οπτικό μοντέλο δείχνει επομένως την πρωταρχική σημασία της συμβολικής τάξης στη δόμηση του φαντασιακού.
Το οπτικό μοντέλο εξηγεί επίσης τη λειτουργία του ιδεώδους εγώ, που αντιπροσωπεύεται στο διάγραμμα ως η πραγματική εικόνα, σε αντίθεση με το ιδεώδες του εγώ, που είναι ο συμβολικός οδηγός που ρυθμίζει τη γωνία του καθρέφτη και έτσι και τη θέση του υποκειμένου.
Ο άνθρωπος προβάλει αυτήν την εικόνα του σε όλα τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν στον κόσμο. Ωστόσο υπάρχουν και πράγματα που δεν διαθέτουν κατοπτρική εικόνα και αυτά είναι ο φαλλός και το αντικείμενο μικρό α.
Αυτό συμβαίνει διότι ο φαλλός είναι ένα σημαίνον . Είναι «το σημαίνον που δεν έχει σημαινόμενο» . Συγκεκριμένα είναι το «σημαίνον της επιθυμίας» και συμμετέχει στο φαντασιακό του καθρέφτη μόνο υπό την μορφή της έλλειψης. Όσο δε αφορά τον συμβολικό φαλλό πρόκειται για το σημαίνον της έλλειψης στον Άλλον. Το αντικείμενο α , δηλαδή το αντικείμενο της επιθυμίας- έλλειψης, καθώς και το σημαίνον της, δεν είναι δυνατόν να αναπαρασταθεί διότι η έλλειψη δεν κατοπτρίζεται. Η έλλειψη αποτελεί μια άδεια θέση. Συνεπώς δεν υπάρχει εικόνα της έλλειψης.
Το αντικείμενο μικρό α. Αντικείμενο/ αίτιο της επιθυμίας.
Ο Lacan το 1955, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το μικρό γράμμα α σαν αλγεβρικό σύμβολο στο σχήμα L. Το μικρό α αφορά τον μικρό άλλο σε αντιπαράθεση με το Α που αντιπροσωπεύει τον μεγάλο Άλλο. Ο μεγάλος Άλλος αναφέρεται στην ριζική ετερότητα που υπερβαίνει την απατηλή ετερότητα του φαντασιακού. Ο Lacan εξισώνει αυτή την ετερότητα με την γλώσσα και τον νόμο. Για αυτό ο μεγάλος Άλλος εγγράφεται στην τάξη του συμβολικού. Είναι επίσης για τον Lacan, ο «τόπος στον οποίο συγκροτείται ο λόγος». Αντίθετα ο μικρός άλλος είναι «ο άλλος που δεν είναι καθόλου άλλος, αφού τον συμπληρώνει κατ’ ουσία το εγώ, σε μια σχέση που είναι πάντοτε αντανακλαστική, εναλλακτική». Στο σχήμα L, τα σύμβολα α κα α΄ αντιστοιχούν στο Εγώ και στο όμοιο/καταπτρική εικόνα, και ανήκουν καθαρά στην φαντασιακή τάξη.
Το 1957, το σύμβολο α αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ως αντικείμενο της επιθυμίας. Πρόκειται για το φαντασιακό μερικό αντικείμενο που φαντασιώνεται ως κάτι που μπορεί να χωριστεί από το υπόλοιπο του σώματος. Ο Lacan αρχίζει να διακρίνει το α, το αντικείμενο της επιθυμίας, από την κατοπτρική εικόνα του υποκειμένου που συμβολίζει πλέον με το i(α).
Το 1960-1961, θα ορίσει το αντικείμενο μικρό α ως το αντικείμενο της επιθυμίας που αναζητούμε στον άλλο. Είναι ότι ήταν για τους αρχαίους έλληνες το άγαλμα, που σημαίνει ένα κόσμημα ή ένα γλυπτό που απεικονίζει ένα Θεό. Είναι το πολύτιμο αντικείμενο που είναι κρυμμένο μέσα στον άλλον.
Από το 1963 και μετά, το μικρό α συμβολίζει το αντικείμενο που δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί. Είναι το αίτιο της επιθυμίας και όχι αυτό στο οποίο τείνει η επιθυμία. Για αυτό ο Lacan το ονομάζει «αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας». Το μικρό α είναι κάθε αντικείμενο που θέτει σε κίνηση την επιθυμία, ιδίως τα μερικά αντικείμενα που καθορίζουν τις ορμές. Οι ορμές όμως δεν επιδιώκουν την απόκτηση του μικρού α, αλλά περιστρέφονται γύρω από αυτό.
Το 1974, ο Lacan θέτει το μικρό α στο επίκεντρο του κόμβου των Borromeo (Βορρόμβιος κόμβος). Στον τόπο που αλληλοδιασταυρώνονται οι τρεις τάξεις, το Πραγματικό (Réel), το Συμβολικό (Symbolique), και το Φαντασιακό (Imaginaire).


Κόμβος των Borromeo
Στον Βορρόμβιο κόμβο ή κόμβο των Borromeo, κάθε δακτυλίδι αντιπροσωπεύει μια τάξη. Ο κόμβος των Borromeo πρέπει να γίνει αντιληπτός περισσότερο σαν αλυσίδα τριών νημάτων, παρά κυριολεκτικά ως κόμβος ο οποίος σχηματίζεται συνήθως από ένα νήμα. Τα νήματα αυτά είναι συνδεδεμένα με τέτοιο τρόπο που όποιο από τα τρία κοπεί, διαλύεται ολόκληρη η αλυσίδα και αυτό έχει σαν συνέπεια την παθολογία της ψύχωσης.
Η σύνδεση των τριών τάξεων γίνεται στο μικρό α.
Διότι:
α) Όσο αφορά την Συμβολική τάξη, μπαίνουμε στην γλώσσα, δηλαδή στο συμβολικό, λόγω της έλλειψης. Πρέπει να χαθεί το αντικείμενο για να υπάρξει ανάγκη να συμβολοποιηθεί. Το μικρό α, είναι το κάθε αντικείμενο που έρχεται μέσω της μεταφοράς να καταλάβει την θέση αυτής της έλλειψης. Είναι η προσπάθεια να ονομαστεί η έλλειψη.
β) Σε σχέση με την Πραγματική τάξη, το μικρό α είναι το μη επικοινωνήσιμο. Είναι η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του αιτήματος και της ανάγκης. Είναι το άρρητο.
γ) Σε συνάρτηση με την Εικονοφαντασιακή τάξη, είδαμε ότι το εγώ του υποκειμένου και το ομοίωμα του, ο άλλος, τείνει σε μια αυταπάτη ενότητας των ιδεωδών εγώ σαν μια προσπάθεια ανάκτησης της προοιδιπόδειας δυαδικής σχέσης. Το φαντασιακό μερικό αντικείμενο, που καθορίζει τις ορμές, θέτει σε κίνηση την επιθυμία γύρω από το μικρό α, που φαντασιακά μπορεί να είναι όποιο από τα μερικά αντικείμενα, και φτιάχνει το ομοίωμα του εγώ ή του άλλου.
Στο κέντρο όλων αυτών, σύμφωνα με την λακανική τοπολογία, βρίσκεται το αίτιο της επιθυμίας το οποίο συγκρατεί της τρεις τάξεις στην δομή του υποκειμένου.
Συμπεράσματα
Για τον Lacan, όπως παλαιότερα και για τον Freud, η επιθυμία είναι η καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης και το κύριο ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης.
Ο Lacan διαχωρίζει την επιθυμία από την ανάγκη και το εκφερόμενο αίτημα.
Η ανάγκη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την βιολογική υπόσταση του ανθρώπου και μπορεί να ικανοποιηθεί.
Το αίτημα που εκφέρει το υποκείμενο έχει διπλή υπόσταση: από την μια είναι η έκφραση της ανάγκης και από την άλλη είναι πάντα ένα αίτημα για απεριόριστη αγάπη.
Η επιθυμία είναι το περίσσευμα που παράγεται από την άρθρωση της ανάγκης σε αίτημα. Η επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί, είναι η συνεχής αναζήτηση της πρώτης εκείνης άμεσης ικανοποίησης του βρέφους όταν δεν υπήρχε ακόμα αναπαράσταση της ικανοποίησης. Τότε, η κάλυψη της ανάγκης του βρέφους ήρθε αναπάντεχα χωρίς την διατύπωση αιτήματος, φέροντας μαζί της ένα πλεόνασμα, αυτό της φροντίδας και της αγάπης. Το άτομο, αυτήν την ικανοποίηση την οποία δεν ζήτησε αλλά του δόθηκε χωρίς άλλο προηγούμενο, θα την αναζητά σε όλη του την ζωή θέτοντας στην θέση της διάφορα αντικείμενα που ποτέ όμως δεν θα μπορέσουν να καλύψουν την επιθυμία. Το υποκείμενο θα κυνηγάει πάντα την ίδια την επιθυμία του να το επιθυμούν.
«Η επιθυμία του ανθρώπου βρίσκει το νόημα της μέσα στην επιθυμία του άλλου, όχι επειδή ο άλλος έχει το κλειδί για το επιθυμητό αντικείμενο, όσο γιατί το αντικείμενο της επιθυμίας είναι το ν’ αναγνωριστεί απ’ τον άλλον»
Ο άλλος όμως ως υποκείμενο είναι και αυτός ελλειμματικός.
Το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με αυτή την έλλειψη. Διότι η επιθυμία δεν συνιστά σχέση με κανένα αντικείμενο αλλά με την ίδια την έλλειψη. Η έλλειψη και η μετωνυμία του αντικειμένου της επιθυμίας ανοίγει στο υποκείμενο τον δρόμο της συμβολικής τάξης.
Το αντικείμενο/αίτιο της επιθυμίας ο Lacan το ονόμασε μικρό α και το έθεσε στο κέντρο της ένωσης των τριών τάξεων που απαρτίζουν την ανθρώπινη υπόσταση.
Σκοπός κάθε ψυχαναλυτικής θεραπείας, σύμφωνα με την λακανική θεωρία, είναι να οδηγήσει τον αναλυόμενο να αναγνωρίσει και να διατυπώσει παρουσία του άλλου την επιθυμία του.
«…Ονοματίζοντας την, το υποκείμενο δημιουργεί, φέρνει στο προσκήνιο, μια νέα παρουσία στον κόσμο»
Στην ανάλυση, ο αναλυτής για τον αναλυόμενο δεν κατέχει μόνο την θέση του «υποκείμενου που υποτίθεται ότι γνωρίζει» αλλά και του «υποκειμένου που υποτίθεται ότι επιθυμεί». Έργο του αναλυτή είναι να εξασφαλίσει ότι η επιθυμία του μένει αινιγματική οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τον αναλυόμενο, όχι στο να ταυτισθεί με τον αναλυτή και τις επιθυμίες του, αλλά να μπορέσει να εκφέρει στον τόπο του συμβολικού, την δική του επιθυμία.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

σχόλη & σχολαστικός

Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. Αυτοί οι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λέξη σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο (< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). Η αρχική σημασία της λ.έξης σχόλης είχε την έννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση: «Κυριακή γιορτή και σχόλη».
Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους τη συναντάμε με την ιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύμα του ( Γ. Μπαμπινιώτης). Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία της συστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; Την απάντηση θα την βρείτε αν αναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες και οι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τη λέξη σχόλη («τεμπελχανιό» θα λέγαμε σήμερα). Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό). Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική Ελληνική Σχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στη Αλεξάνδρεια από τον Ήρωνα
Από την αρχαιότητα, ήδη, παρουσιάζεται και το επίθετο σχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν, δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος.
Ο όρος σχόλη πέρασε και στη Δύση με την έννοια, κυρίως, του εκπαιδευτικού ιδρύματος (Λατινικά: scola, Ιταλικά: scuola, Γαλλικά: ecole , Αγγλικά: school, Γερμανικά : schule, Ισπανικά: escuela)
Στα Λατινικά η λέξη σχόλη είχε εκλάβει, επίσης, και την έννοια της ακινησίας, της απραξίας, της αναμονής ( π.χ. “schola labri” ήταν ο χώρος που ανέμεναν τη σειρά τους στα δημόσια λουτρά των Ρωμαίων. Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε στη Δύση η σχολαστική φιλοσοφία. Καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στις μοναστικές σχολές (scolae) και απ΄εδώ πήρε το όνομα της (scola > σχολαστικός). Θεωρούσαν την εκκλησία ως το μόνη ηθική δύναμη και θεματοφύλακα των ηθικών αξιών.Επηρεάστηκαν άμεσα από τον Αριστοτέλη (συγκεκριμένα, τον λάτρεψαν και τον θεώρησαν ως πρόδρομο του Χριστού) και, ευτυχώς για μας, διαφύλαξαν τα κείμενα του. Κύριοι εκπρόσωποι ήταν ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς, ο Ακινάτης.
Το αντιδάνειο “σκουλαρίκι”
Η περιπέτεια της λέξης “σχόλη” δεν τελειώνει εδώ. Στα Λατινικά ο όρος schola προσδιόριζε, επίσης, το στρατιωτικό Λόχο ή Τάγμα, κυρίως, της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι στρατιώτες της φρουράς, Scolares (: σχολάριοι), ήταν επίλεκτοι με ιδιαίτερη σωματική διάπλαση και φόραγαν εντυπωσιακά ενώτια (: σκουλαρίκια) ως δείγμα ανδρισμού. Με τον καιρό έμεινε στην ελληνική γλώσσα ο όρος σκουλαρίκι ( από το scholares ) και προσδιόριζε τα ενώτια ανδρών και γυναικών. Η άποψη ότι η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από τα ενώτια που φορούσαν οι μαθητές (!;), scuola > σκουλαρίκι, θεωρείται αβάσιμη.