Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Συμπλήρωμα για την έννοια της Transgression

Του Δ. Βεργέτη

Η transgression, παράβαση, είναι μια έννοια με ονομασία προελεύσεως. Αυτή δεν φέρει  το όνομα του Λακάν. Φέρει την υπογραφή του Μπατάιγ, ο οποίος την επινόησε, την σφυρηλάτησε και την τοποθέτησε στο επίκεντρο του τεράστιου έργου του.
Ο Λακάν την ενστερνίστηκε,[i] την αναβάθμισε και την αναβάπτισε στην κολυμβήθρα της ψυχανάλυσης καθαγιάζοντας την ως τον ακρογωνιαίο λίθο του 7ουσεμιναρίου του για την Ηθική της Ψυχανάλυσης, συναρθρώνοντάς την με τον  δεύτερο ακρογωνιαίο λίθο, τον  Χάιντεγκερ του Das Ding και του είναι-προς-θάνατο, αναπλαισιωμένο από τη ριζικά αναθεωρημένη φροϋδική ενόρμηση θανάτου και τον σαντικό «δεύτερο θάνατο». Στο ένα τρίτο περίπου του σεμιναρίου ο Λακάν εκθέτει την προβληματική του Μπατάιγ, την σχολιάζει εκτενώς, την μετατοπίζει κριτικά,  χρησιμοποιεί ορισμένες αρθρώσεις της και θεμελιώνει σε αυτή την εισαγωγή της απόλαυσης ως μείζον πραγματικό. Τα κεφάλαια ΧΙΙΙ έως και ΧVIII αποτελούν μια ενότητα με γενικό τίτλο Το παράδοξο της απόλαυσης (Le paradoxe de la jouissance). To κεφ. ΧV έχει ως τίτλο Ljouissance de la transgressionΗ απόλαυση της παράβασης.  Η ανάγνωση τους είναι άκρως διαφωτιστική και συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους  έχουν πρόσβαση στα γαλλικά ή στα αγγλικά να τα απολαύσουν. Είναι εμπνευσμένα. «Παραβιάζουν», τουτέστιν υπερβαίνουν κατά πολύ, το ως τότε διαμορφωμένο πλαίσιο της Επιστροφής στον Φρόυντ.  Εκτός από απόλαυση παρέχουν πρόσβαση σε μια ουσιαστική κατανόηση  προσφιλών  επεξεργασιών του Λακάν. Οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: O θάνατος του θεού, Η αγάπη για τον πλησίον, Η ενόρμηση θανάτου, Η λειτουργία του αγαθού, Η λειτουργία του ωραίου( ή του κάλλους). Ο Μιλέρ, που έχει επιλέξει εύστοχα τους τίτλους, παρατηρούσε ότι πρόκειται για το σεμινάριο του πάθους – εκείνο όπου ο Λακάν, σε συνήχηση με τις πιο προσωπικές ευαισθησίες του,  μιλά όχι με τη γλώσσα του «mathème», αλλά με τη γλώσσα του «pathème». Είναι ιδιαίτερα σημαντικό που μεταφράζεται στα ελληνικά.
Η προβληματική της transgression κατέχει επίσης στρατηγική θέση και στο 17ο σεμινάριο, To αντίστροφο της ψυχανάλυσης, γιατί μέσα από την ρηξικέλευθη αναθεώρησή της, ο Λακάν οριοθετεί ένα άλλο καθεστώς της απόλαυσης, όπως έχει επισημάνει ο Μιλέρ. Η μπαταϊγική προβληματική της transgression επηρέασε ανεξίτηλα όχι μόνο τον Λακάν, αλλά όλη τη σύγχρονη σκέψη. Αξίζει να διαβάσει κανείς, έστω και επιλεκτικά,  το Ο Ερωτισμός (και εσωτερικό υπότιτλο Απαγόρευση και παράβαση και Το καταραμένο απόθεμα), καθώς και  λογοτεχνικά έργα του, όπως τα κολασμένα ευαγγέλια Ιστορία του ματιού, Μαντάμ Εντουάρντα, Η μητέρα μου, κτλ. – δεν ενδείκνυται να τα προτείνετε σε ευαίσθητες ψυχές. Εκδόθηκε στη Γαλλία το 1957 – το 7ο σεμινάριο (1959) μόλις έπεται της έκδοσης του. Η πρώτη έκδοση, του 1957, είχε ως εξώφυλλο μια  εκστασιασμένη αγία του Bernini, της οποίας το ισοδύναμο ξανασυναντάμε όλως τυχαίως στο εξώφυλλο του 20ουΣεμιναρίου! Ομοίως, ο σχεδόν άγνωστος πίνακας του Zucchi, Έρωτας και ψυχή (Psiche sorprende Amore), τον οποίο ο Λακάν υποβάλλει σε μια λεπτομερή και συναρπαστική ανάλυση στο 8ο σεμινάριο, Η μεταβίβαση, είχε αποτελέσει ήδη αντικείμενο αισθητικού ενδιαφέροντος για τον Μπατάιγ. Το αντικείμενο α, επίσης, κατάγεται εμφανώς από την Ετερολογία του Μπατάιγ, κάτι που έχει επικυρώσει και ο Μιλέρ. Η φιλία και η συνοδοιπορία του Λακάν με τον Μπατάιγ είναι γνωστότατη και χρόνια – από το σεμινάριο του Κοζέβ και τους κύκλους των σουρρεαλιστών τη δεκαετία του 1930. Είναι αρκετά ενδιαφέρον να ανακαλύπτει κανείς ότι, μετά από την γυναίκα του, ο Μπατάιγ προσέφερε στον Λακάν και πρωτότυπα εννοιολογικά μοτίβα, ποικιλοτρόπως  αξιοποιημένα, ενίοτε από αντιδιαστελλόμενες οπτικές γωνίες. 
 ΥΓ. (1) Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε το ιστορικό κείμενο του Φουκώ, “Préface à la transgression”, (Πρόλογος στην παράβαση, βλ. Critique, 195-196, σ. 751-769, Minuit, Παρίσι 1963, σσ. 751-769, και Dits et écrits, τόμος 1, σσ. 233-250, Gallimard, Παρίσι 1994). Αν μη τι άλλο γιατί ξαναβρίσκουμε εκεί το λακανικό ζεύγος Ο Καντ με τον Σαντ.
ΥΓ. (2) Το παρόν σημείωμα γράφτηκε στον απόηχο της πρόσφατης συζήτησης, στην Κλινική ομάδα του ΚΨΕ, του κειμένου του Ζακ-Αλέν Μιλέρ για την απόλαυση και ειδικότερα για την σχέση της transgression με την απόλαυση. Προτείνω μερικές σημαντικές βιβλιογραφικές αναφορές  για την περίπτωση που υπάρχει ενδιαφέρον εμβάθυνσης σε αυτή την  έννοια, η οποία μάλιστα  έχει περάσει στην καθομιλουμένη με ανοριοθέτητες  πλέον σημασιακές αποχρώσεις
[i] Όπως ενστερνίστηκε, ανασυντάσσοντάς την όμως, την μπαταϊγική συνάρθρωση της transgression με τον Σαντ και το Κακό, μοτίβα που δεσπόζουν στο σεμινάριο.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Συνέντευξη στη lifo για τη φύση του έρωτα

Του  Δημήτρη Βεργέτη

Οι φαντασιώσεις αποτελούν τον κατ' εξοχήν συνομιλητή της σεξουαλικότητας, ο παρτενέρ καλείται απλά να τις ενσαρκώσει, να τους προσδώσει σάρκα και οστά. Οποιαδήποτε έμφυλη σχέση συνάπτεται υπό την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο. 


— Πόσο διαφορετική είναι η έννοια του έρωτα από την αρχαιότητα έως σήμερα; Άλλο ο έρως ο αρχαίος και άλλος ο σύγχρονος... 
Δ.Β. Και άλλος ο μεσαιωνικός ή ο Αναγεννησιακός. Υπάρχει μια πλήρης διαφοροποίηση. Το μόνο που μπορεί να πει κανείς ότι έχει επιβιώσει ανά τους αιώνες, σαν κοινό σημείο στήριξης όλων των εκδοχών του έρωτα, είναι η σχεδόν αυθόρμητη διαίσθηση ότι αυτό που διακυβεύεται στο επίπεδο του έρωτα έχει να κάνει με την έλλειψη, ότι κάπου ο έρωτας βρίσκεται σε συνάφεια, σε εγγύτητα με ένα ορισμένο καθεστώς της έλλειψης, η οποία λειτουργεί και σαν αρχή ερωτικοποίησης και επιθυμητότητας ενός αντικειμένου. Δηλαδή ένα αντικείμενο καθίσταται επιθυμητό στο βαθμό που έρχεται να λειτουργήσει στις παρυφές της έλλειψης, υποσχόμενο την αναπλήρωσή της. Ήταν πάντα σαφές ότι ο έρωτας, σε όλες του τις εκδοχές, διατηρούσε προνομιακές σχέσεις με την επιθυμία. Ο έρωτας και η επιθυμία αποτελούν ένα αδιάσπαστο ζευγάρι και σε πολλές περιπτώσεις η μία έννοια τείνει να αφομοιώσει την άλλη. Υπάρχει μια εκτεταμένη συνωνυμική επικάλυψη της επιθυμίας και του έρωτα. Η σκέψη και η διαίσθηση ανίχνευαν πάντα την εμπλοκή μιας θεμελιώδους έλλειψης στην αφύπνιση του έρωτα, κάτι που πιστοποιείται εξαρχής και στην αρχαιοελληνική σύλληψή του όπου ο Έρωτας πολιτογραφείται ως τέκνο του Πόρου και της Πενίας, και η πενία καταγράφεται σαν ένα συστατικό κληροδότημα της έλευσής του στο πάνθεον των Θεών. Ο έρωτας φέρει, λοιπόν, το στίγμα της πενίας, της έλλειψης, της ένδειας. Πηγή της ακαταμάχητης ισχύος του είναι το ανεξάντλητο κοίτασμα της έλλειψης. Στους αιώνες, βέβαια, εξελίχθηκε όχι σαν μια εννοιολογική κατηγορία, αλλά πρωτίστως μέσα από κοινωνικές πρακτικές και μέσα από συμβολικά συστήματα που οριοθετούσαν τον τρόπο πρόσβασης του ανθρώπου στη σεξουαλικότητα και έτσι από εποχή σε εποχή οι διαφορές είναι όντως αβυσσαλέες. Όπως θα δούμε, πιστεύω, και στη συνέχεια. Ο Λακάν επισημαίνει ότι άλλο ένα κοινό στοιχείο που μπορεί να εντοπίσει κανείς στον έρωτα, με διαχρονική παρουσία στις εκδοχές που διατυπώθηκαν για το καθεστώς εγγραφής του στον ανθρώπινο ψυχισμό, είναι ότι συγκροτείται σαν μια μεταφορά. Υπάρχει ένας μινιμαλιστικός φορμαλισμός που υπεισέρχεται στη μορφοποίηση της ερωτικής εμπειρίας. Η ερωτική εμπειρία μορφοποιείται ακριβώς σε συνάρτηση με έναν ορισμένο μινιμαλιστικό φορμαλισμό, τον οποίο τον κομίζει κατά κάποιο τρόπο η αλγοριθμική συγκρότηση της μεταφοράς. Η μεταφορά είναι δομημένη σαν μια υποκατάσταση. Είναι ένα σημαίνον στη θέση ενός άλλου σημαίνοντος, όπως λέει ο Λακάν, ακολουθώντας το γλωσσολογικό υπόδειγμα. Στην περίπτωση του έρωτα πρόκειται για δύο υποκείμενα, των οποίων η σχέση διαρθρώνεται ακριβώς σαν μια μεταφορά. Και συγκεκριμένα, μπορούμε να μιλήσουμε για έρωτα από τη στιγμή που υπάρχει διυποκειμενική σύμπραξη ανάμεσα σε δύο παρτενέρ, και, πιο συγκεκριμένα, από τη στιγμή που πραγματοποιείται ένα είδος αντιστροφής, από τη στιγμή που ο εραστής αντιμετατίθεται στη θέση του ερωμένου και ο ερώμενος στη θέση του εραστή. Η μεταφορά είναι το σχήμα που οικοδομεί μια ορισμένη ερωτική γέφυρα ανάμεσα σε δύο υποκείμενα. Γιατί υπάρχει πάντα ένα υποκείμενο που πρώτο πέφτει στα δίχτυα και την γοητεία του έρωτα, καθώς υποκύπτει στη σαγήνη μιας μοναδικής συνάντησης, από την οποία εξέρχεται με το σημάδι και το πάθος του ερωτευμένου υποκειμένου, και που εν συνεχεία απευθύνει τον έρωτά του σε κάποιον ή σε κάποια που συγκροτείται ως δυνητικός παραλήπτης. Για να υπάρξει ακριβώς μια ερωτευμένη διυποκειμενικότητα, θα πρέπει αυτός που αρχικά ήταν σε ρόλο παραλήπτη, να υποστεί ένα είδος μεταμόρφωσης και να μετατοπιστεί στη θέση του εραστή, να λειτουργήσει σαν εραστής, να αναλάβει και αυτός μέσα το ρόλο την έξαψη ενός υποκειμένου που ζει τον έρωτα. Όπως λέμε κάπως απλοϊκά στην καθημερινή διάλεκτο, ο παρτενέρ ανταποκρίνεται ή δεν ανταποκρίνεται. Αυτή όμως η ανταπόκριση ενθυλακώνει μια ορισμένη μεταφορά, μια ορισμένη μεταμόρφωση της υποκειμενικότητας, μια μεταφορική μετάλλαξη της υποκειμενικότητας, που παραμένει άδηλη ή δυσδιάκριτη, και φυσικά αδιανόητη για τον σεξολόγο ή τον σύμβουλο γάμου. Από τη θέση του παθητικού δέκτη, μετατρέπεται κανείς ένα ενεργητικό, ερωτευμένο υποκείμενο και συμπεριφέρεται διαφορετικά απέναντι στον αρχικό παρτενέρ, αυτόν που εγκαινιάζει τη διαδικασία, τοποθετώντας τον πλέον στη θέση του ερωμένου, του αντικειμένου ενός έρωτα. Αντιλαμβανόμαστε εδώ ότι ο έρωτας, όταν συγκροτείται σαν ένα διυποκειμενικό κύκλωμα, συνεπάγεται πάντα μια διαδικασία απο-υποκειμενικοποίησης κατά την οποία ο εραστής αποδέχεται σε έναν δεύτερο αποδέχεται, κατά κανόνα με ικανοποίηση, το ρόλο του αντικείμενο. Ο εραστής επανεγγράφεται στη σχέση ως αντικείμενο του έρωτα. Στο σεξ αρκεί ο δέκτης να συναινέσει σε ρόλο αντικειμένου για να κουμπώσει η σχέση. Στον έρωτα απαιτείται ένας επιπλέον χρόνος όπου συντελείται το θαύμα της μεταφορικής αντιστροφής των ρόλων, ένα είδος υποκειμενικής μετάλλαξης. Ο έρωτας δεν είναι το σεξ, πασπαλισμένο με συναισθήματα. Αναφέρομαι στον έρωτα στο βαθμό που υπάρχει σαν μια αδιαίρετη εμπειρία ανάμεσα σε δυο παρτενέρ και όχι απλά σαν εσωτερικό συναίσθημα και ιδιωτική ονειροπόληση μιας μοναχικής συνείδησης.
— Υπάρχει κάποια στιγμή αμοιβαίου έρωτα, ή ο έρωτας είναι πάντα μονόπλευρος; Ο έρωτας ξεκινάει πάντα κατά τρόπο μονόπλευρο. 
Δ.Β. Ο ένας εκ των δύο κεραυνοβολείται κατά κάποιο τρόπο, υφίσταται αυτή την ερωτική κεραυνοβόληση και καταλαμβάνεται από το ερωτικό πάθος, το οποίο το απευθύνει σε κάποιον και παραμένει όντως δεσμώτης μιας μοναχικής εμπειρίας στο βαθμό που δεν υπάρχει ανταπόκριση. Ενώ, αντίθετα, στο βαθμό που ενεργοποιείται αυτός ο μινιμαλιστικός φορμαλισμός της μεταφοράς, επέρχεται αυτή η μεταφορική αντιμετάθεση των ρόλων και ο έρωτας καθίσταται αμοιβαίος, καθώς ο ερώμενος μεταμορφώνεται σε εραστή. Δεν λέει απλά και μόνο ένα ναι, δεν παρέχει απλά και μόνο μια συναίνεση. Αλλά, αντίθετα, μεταλλάσσονται οι ταυτίσεις του και οι υποκειμενικές συντεταγμένες του. Η μαρτυρία της λογοτεχνίας είναι ανεξάντλητη επί του θέματος. Το παράδειγμα που επικαλείται ο Λακάν, το μείζον παράδειγμα που αντλεί από την αρχαιοελληνική γραμματεία, είναι η σχέση του Αχιλλέα και του Πατρόκλου. Ο Αχιλλέας, αμούστακος νεαρός, είναι σαφές ότι βρίσκεται σε θέση και ρόλο ερωμένου. Είναι το αντικείμενο της ερωτικής σχέσης και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του Πατρόκλου κατά κάποιο τρόπο αναλαμβάνει αυτός -μέσα σε μια συγκυρία αναμφίβολα ιδιόμορφη μια και ο παρτενέρ του είναι νεκρός- το ρόλο του εραστή απέναντι στο σύντροφό του.  
— Ήταν πιο μεγάλος ο Πάτροκλος; 
Δ.Β. Σαφώς ήταν πολύ μεγαλύτερος, ο Αχιλλέας ήταν νεαρούλης έφηβος.  
— Ποια η διαφορά έρωτα αγάπης και σεξ; 
Δ.Β. Στην ουσία σεξ, καύλα, καψούρα όλα πάνε μαζί. Είναι λέξεις οι οποίες αναμφίβολα δεν κυκλοφορούν μόνες τους μέσα στην γλώσσα, αλλά υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα, ένα σμήνος επινοημένων λέξεων, οι οποίες αναφέρονται στη σεξουαλικότητα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αγάπη είναι μια έννοια ανύπαρκτη στον αρχαϊκό κόσμο ως τέτοια, είναι μια εκχριστιανισμένη, αποσαρκωμένη και μαραγκιασμένη εκδοχή του έρωτα, τουλάχιστον έτσι έφτασε στους νεότερους χρόνους. Πιθανώς στις προγενέστερες κοινωνίες να υπήρχε όντως αυτό το συναίσθημα, αλλά ποια ήταν ας πούμε η συμβολική του στοιχείωση, πώς λειτουργούσε στις προσωπικές σχέσεις, με ποιες μορφές εκφραζόταν κ.τ.λ., έχουμε μάλλον μια αποσπασματική και θολή εικόνα. Αυτό που γνωρίζουμε για την αγάπη είναι ότι έχει προέλθει από την εκχριστιανισμένη ανασύνταξη της ερωτικής εμπειρίας που ήταν ταυτόχρονα και ένα είδος πτώχευσης και λιμπιντικής αφυδάτωσης. Ο εκκλησιαστικός θεσμός ευνούχισε τον έρωτα, καθυπόταξε τη σεξουαλικότητα στην ανηδονική τελεολογία της αναπαραγωγής, εξόρισε την επιθυμία από το κρεβάτι και εξύψωσε την εγκράτεια σε θεάρεστο ιδεώδες. Είναι δεδομένο ότι στη χριστιανική, αγαπητική εκδοχή του, ο έρωτας ήταν ευνουχισμένος. Στην καλύτερη περίπτωση, συρρικνώνεται σε μια φιλεύσπλαχνη, αλτρουιστική διαθεσιμότητα απέναντι στον πλησίον. Ο έρωτας προϋποθέτει ακριβώς μια εξορκιστική αποστασιοποίηση, ή μάλλον μια φοβική αποποίηση της σεξουαλικότητας που καταλήγει στη διφορούμενη ενοχοποίηση της σάρκας. Λέω διφορούμενη γιατί οι πρακτικές ενοχοποίησης μπορούν να λειτουργήσουν και σαν ανομολόγητοι φορείς εντατικοποίησης του ερωτισμού, τον οποίο στιγματίζουν. Χρωστάμε πολλά στον Φουκώ και στον Λακάν που μας υποψίασαν επαρκώς για τα διφορούμενα της ενοχοποίησης. Επιπλέον, στο εσωτερικό του χριστιανισμού ανά τους αιώνες συνυπήρξαν ετερογενή ρεύματα ενστερνιζόμενα συχνά αποκλίνοντες προσανατολισμούς. Για την δεσπόζουσα χριστιανική δογματική, πάντως, υπάρχει ασυμβίβαστο ανάμεσα στην αγάπη και το σεξ, τη σεξουαλικότητα. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι ο Ωριγένης, ένας από τους επιφανείς στοχαστές της χριστιανικής δογματικής και πρωτεργάτης της αλληγορικής ερμηνείας των Γραφών, είχε θεωρήσει σκόπιμο, προκειμένου να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών, να υιοθετήσει κατά γράμμα το χωρίο 19-12 από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και να προσφέρει τα γεννητικά του όργανα στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της Αλεξανδρείας όπου διέπρεπε με το κήρυγμά του, προκειμένου να αποκτήσει το περιπόθητο διαβατήριο εισόδου στον Παράδεισο. Δηλαδή στο Παράδεισο μπαίνει κανείς παραδίδοντας στην είσοδο τα αχαμνά του στον Άγιο Πέτρο. Δεν μπαίνει κανείς στον Παράδεισο με όλες του τις αποσκευές. Ευτυχώς για τους πιστούς, η Εκκλησία δεν συνέστησε το παράδειγμά του. Αναμφίβολα, όμως, υπήρξε μια πτώχευση του ανθρώπινου έρωτα μέσα σε όλη την παράδοση της χριστιανικής διαχείρισης των σωμάτων. Το ερωτικό πάθος, όπως μας υπενθυμίζουν οι μυστικιστικοί έρωτες ορισμένων αγίων γυναικών, είχε ως μοναδικό σημείο επιτρεπτής αναφοράς την υπερβατική φιγούρα του Κυρίου ως εξιδανικευμένου μνηστήρα. Η διαφορά ανάμεσα στον έρωτα και το σεξ είναι πιο περίπλοκη. Καταρχήν, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Ο έρωτας ακόμη και στην κεραυνοβόλα έκλαμψή του, προϋποθέτει αυτό που Λακάν αποκαλούσε «la parole d'amour», το ερωτόλογο, την ερωτική φράση, μια ορισμένη κινητοποίηση της γλώσσας. Μάλιστα, έρωτας ήταν πάντα συνυφασμένος με μια ορισμένη ποιητική αναβάθμιση της εμπειρίας του κόσμου και όχι μόνο της φιγούρας του παρτενέρ. Η ερωτική σύμπλευση έχει ως εναρκτήρια προϋπόθεση μια ερωτική εξομολόγηση, μια κατάθεση του ερωτικού συναισθήματος μέσα στη γλώσσα. Ο έρωτας ερωτοτροπεί με τις λέξεις , εμφιλοχωρεί και ενσωματώνεται στα ερωτόλογα που επιστρατεύει για την εκφορά του. Υπάρχει, λοιπόν, μια βαθύτατη αλληλεγγύη ανάμεσα στον έρωτα και την ποιητική του λόγου, ενώ αντίθετα το σεξ είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιείται μέσα σε ατμόσφαιρα και καθεστώς κατανυκτικής σιωπής, το πολύ-πολύ να διακόπτεται από κάποια βογγητά, αλλά μέχρι εκεί. Δεν χρειάζεται να μιλάει κανείς. Παρότι και στο σεξ φυσικά παρεισφρέει η γλώσσα, πολλές φορές ερωτικοποιημένη, αλλά εκεί οι λέξεις και τα σημαίνοντα που παρεισφρέουν στη σεξουαλική δραστηριότητα, είναι σαφώς εμποτισμένα με λίμπιντο, στάζουν λίμπιντο κατά κάποιον τρόπο. Είναι διεγέρτες, καταλύτες και αυτή η ερωτικοποίηση, η σεξουαλικοποίηση μάλλον της γλώσσας, ποσώς ενδιαφέρεται για την ποιητική των λέξεων. Αντίθετα, αυτή η σεξουαλικοποίηση των λέξεων είναι σαφές ότι, μεταξύ άλλων, στη σημερινή εποχή αποτελεί αντικείμενο κερδοσκοπικής και χρηματοπιστωτικής αξιοποίησης θα έλεγα, δεδομένου ότι υπάρχει το ροζ τηλέφωνο, υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί που είναι θεμελιωμένοι πάνω στη διακίνηση της λίμπιντο μέσα από τη σεξουαλικοποίηση ορισμένων λέξεων και φραστικών στερεότυπων. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να συντάξει μια πλήρη λίστα σεξουαλικών διεγερτικών λέξεων και φράσεων. Ενώ, αντίθετα, ο έρωτας είναι ανοιχτός στην ποιητική. Ο έρωτας εγκαθίσταται στη σάρκα σαν μια ποιητική ενόρμηση.
— Κύριε Βεργέτη, πόση σημασία έχουν τα φύλα στον έρωτα; 
Δ.Β. Ανοίγετε ένα περίπλοκο και συναρπαστικό ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της ψυχανάλυσης, της σύγχρονης σκέψης, της λογοτεχνίας και πολλών κινημάτων χειραφέτησης: τη σχέση του έρωτα με την έμφυλη διαφορά. Υπάρχει μια φράση του Λακάν, αποσπασμένη από μια ερωτική επιστολή που είχε απευθύνει σε μια γυναίκα, στην οποία έγραψε «tu ne saura jamais combien je t'ai aimé", «ποτέ δεν θα μπορέσεις να αντιληφθείς πόσο σε έχω αγαπήσει» και παρατηρεί ότι είχε παραλείψει να προσθέσει στη μετοχή aimé ένα δεύτερο e (aimée), το οποίο σύμφωνα με τη γλωσσική σύμβαση θα υποδήλωνε ακριβώς το φύλο του προσώπου στο οποίο απευθυνόταν η ερωτική επιστολή, γιατί ανάλογα με το αν απευθύνεται κανείς σε έναν άνδρα ή μια γυναίκα υπάρχει μια διαφοροποίηση σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει ένας γραμματολογικός δείκτης που πιστοποιεί το φύλο του αποδέκτη. Παραδόξως, όπως εντυπώθηκε αυτή η φράση, αυτή η επιστολή ήταν σαν να απευθυνόταν σε έναν άνδρα, αλλά ο Λακάν παρατηρεί ότι στην πραγματικότητα σε αυτό το σημείο οι διαφοροποιήσεις αίρονται και ο έρωτας δεν είναι πρωτίστως υπόθεση φύλου. Πρωτογενώς, η εμπλοκή του φύλου στον έρωτα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σε αντίθεση, φυσικά, με το σεξ. Γιατί αυτό που αγαπάει κανείς στον έρωτα, όσον αφορά τουλάχιστον μια ορισμένη προσέγγιση, είναι ο ίδιος του ο εαυτός ή μια εξιδανικευμένη εκδοχή του ιδίου του τού εαυτού. Με αυτήν την έννοια, ο έρωτας έχει πάντα κάποιες ναρκισσιστικές καταβολές και αυτό είναι ένα μοτίβο που διατρέχει όλη τη δυτική σκέψη πάνω στον έρωτα. Ναρκισσιστικές καταβολές, ναρκισσιστική αφετηρία, ναρκισσιστική ρίζα του ερωτικού συναισθήματος. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο έρωτας εμπλέκει ένα σώμα, το οποίο στοιχειοθετείται μέσα στη ναρκισσιστική εμπειρία της φαντασιακής, κατοπτρικής ακεραιότητάς του. Πρόκειται για το σώμα που μορφοποιείται μέσα στο στάδιο του καθρέπτη, για ένα σώμα ολοπαγές, ένα σώμα που δεν είναι τραυματισμένο από τον ευνουχισμό, ένα σώμα που δεν είναι προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες και ενορμητικά χάσματα. Ήδη από αυτό το επίπεδο βλέπουμε ότι ο έρωτας απευθύνεται στην ολότητα του άλλου, δεν ερωτεύεται κανείς το στήθος μιας γυναίκας, τα έφυγρα χείλη της ή την ψιμυθιωμένη εικόνα της. Ο ερωτευμένος μπορεί μεν να καψουρεύεται το στήθος μιας γυναίκας, να καψουρεύεται τις καμπύλες της, να καψουρεύεται το γοβάκι της, αλλά ο έρωτας ως έρωτας απευθύνεται σε ένα είδος ολότητας του άλλου, τοποθετούμενου σε τελική ανάλυση πέραν του φαντασιακού, πέραν του ναρκισσισμού, πέραν της σαγήνης της εικόνας. Για την ακρίβεια, απευθύνεται στο είναι του άλλου. Λέγοντας ότι ο έρωτας απευθύνεται στο είναι του άλλου εννοούμε ότι όντως σε αυτό το επίπεδο το είναι του άλλου δεν προσδιορίζεται από την εγγραφή του στο πεδίο της έμφυλης διαφοράς. Σε αντίθεση ακριβώς με την εμπειρία της σεξουαλικότητας, η οποία απευθύνεται σε ένα έμφυλο σώμα, προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες, με ιδιαιτερότητες, ένα σώμα που λειτουργεί ως αποδέκτης των φαντασιώσεων. Οι φαντασιώσεις αποτελούν τον κατ' εξοχήν συνομιλητή της σεξουαλικότητας, ο παρτενέρ καλείται απλά να τις ενσαρκώσει, να τους προσδώσει σάρκα και οστά. Οποιαδήποτε έμφυλη σχέση συνάπτεται υπό την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο. Ενώ η αμιγώς ερωτική σχέση δεν έχει ως πρωτογενή καταλύτης της κάποια σεξουαλική φαντασίωση. Αυτή είναι, λοιπόν, η τεράστια διαφορά. Ο έρωτας σπεύδει προς το είναι του υποκειμένου και από αυτή την άποψη δεν είναι μια αναλώσιμη διαμεσολάβηση για την ικανοποίηση της σεξουαλικής ενόρμησης, δεν είναι η κόσμια πρόσοψη των φαντασιώσεων. Ο έρωτας δεν αναδύεται από τις λιμνάζουσες υγρές εμμονές της σεξουαλικότητας. Δεν είναι φιλήδονη μέθη μπροστά στη σαγήνη του σεξουαλικού αντικειμένου, παρότι όχι μόνο προσφέρει φιλόξενη στέγη σε φαντασιώσεις και ενορμήσεις, αλλά και λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής της έντασής τους, αποδομητής των αναστολών και συνήγορος των απαιτήσεών τους. Ο έρωτας τέμνει τη διαφορά των φύλων σε πολλά επίπεδα, χωρίς να ταυτίζεται με κανένα απ' αυτά. Σε τι συνίσταται όμως η ιδιάζουσα και εξέχουσα λειτουργία του μέσα σε αυτήν; Θα παρατηρήσω καταρχάς ότι η διαφορά των φύλων είναι σχεδόν πανταχού παρούσα σε αυτό το πεδίο εμπειριών. Άμεσα ή έμμεσα εγγράφεται σε όλες τις σχέσεις, ετεροφυλόφιλες, ομοφυλόφιλες, φετιχιστικές, μαζοχιστικές κ.τ.λ., όχι βέβαια με τον ίδιο τρόπο ούτε κατ' ανάγκη υπό τη μορφή του Δύο, όπως επισημαίνει και ο Αλαίν Μπαντιού στο εξαίρετο Εγκώμιο περί έρωτος που μεταφράσαμε πρόσφατα. Η διαφορά των φύλων δεν είναι ένα ουδέτερο ανατομικό ή ορμονικό δεδομένο. Στην πραγματική ζωή των ανθρώπων, εντεύθεν των ηθικοπλαστικών μυθοπλασιών, η διαφορά των φύλων δεν σημαίνει απλά ότι τα φύλα διαφέρουν, σημαίνει πρωτίστως ότι τα δύο φύλα έχουν διαφορές μεταξύ τους και, για να είμαι ακριβής, προσθέτω: αγεφύρωτες διαφορές. Η διαφορά των φύλων αποδεικνύεται πηγή ανεξάντλητων εντάσεων, συγκρούσεων, ασυμφωνιών. Επ' αυτού, οι ατέλειωτοι τσακωμοί των ζευγαριών κομίζουν την εύλογη και πληθωρική μαρτυρία τους, για να μην μιλήσουμε για την βάναυση κακοποίηση των γυναικών σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η οποία δεν είναι μια υπόθεση έρευνας, αλλά μια ανατριχιαστική στατιστική πραγματικότητα, παρότι συγκαλυμμένη. Όσο η ισχύς του εκκλησιαστικού θεσμού σφυρηλατούσε δια βίου τα συζυγικά δεσμά, μπορούσε κανείς να ονειρεύεται ή να βαυκαλίζεται με την παραδείσια μυθοπλασία της συμπληρωματικότητας των φύλων, που διέθετε ένα σημαντικό ακροατήριο. Στο σύγχρονο κόσμο οι στατιστικές των διαζυγίων δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για ψευδαισθήσεις. Προοπτικά, οι γαμήλιες ενώσεις είναι άτυπα συμβόλαια με ημερομηνία λήξης. Στην κλινική πρακτική μου ακούω καθημερινά τους άνδρες να παραπονούνται για τις γυναίκες ότι δεν τους καταλαβαίνουν και ομοίως τις γυναίκες για τους άνδρες. Παίζοντας με τις λέξεις, θα έλεγα ότι τα δύο φύλα κατ' άλλα βαίνουν! Όχι μόνο δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, δηλαδή αρμονική συμπληρωματικότητα, αλλά ο καθείς και η καθεμιά παραπονούνται ότι ο παρτενέρ τους ζει στην 'κοσμάρα' του, όπως είθισται να λέγεται. Ελάχιστη, λοιπόν, διαύγεια χρειάζεται για να αναγνωρίσει κανείς ότι η διαφορά των φύλων είναι η μεγάλη αρρώστια της ανθρωπότητας, μια ανίατη πληγή. Απ' αυτή την άποψη ο έρωτας κατέχει μια θέση εξαίρεσης στην ανθρώπινη εμπειρία. Είναι ο μόνος που ξέρει να θεραπεύει την πληγή της διαφοράς των φύλων. Χαριτολογώντας και μετατοπίζοντας τη σημασία των λέξεων, θα έλεγα ότι ο έρωτας είναι η τρανς-σέξουαλ θεραπαινίδα της! Η αποκλειστική και γαμάτη νοσοκόμα της! Και μάλιστα χωρίς ετεροφυλόφιλες ή ομοφυλόφιλες διακρίσεις και προκαταλήψεις.   
— Είναι αλήθεια ότι, όταν στην αρχαιότητα μιλούσαν για έρωτα, αναφέρονταν μόνο στον ομοφυλοφιλικό έρωτα; Δ.Β. Στον αρχαίο κόσμο ο μοναδικός δυνητικός παραλήπτης του ερωτικού συναισθήματος θα έπρεπε να ήταν, όντως, πάντα μια ανδρική φιγούρα. Ο έρωτας στην ιδεώδη και περιπαθή μορφή του, ο έρωτας που ήταν ικανός να υπερβεί ακριβώς όλες αυτές τις συντεταγμένες της τεκνοποίησης, της αναπαραγωγής και της σεξουαλικής καψούρας, απευθυνόταν κατ' ανάγκη σε μια εξιδανικευμένη ανδρική φιγούρα. Για αυτό το λόγο, όλα τα ζευγάρια που άφησαν ένα ανεξίτηλο ίχνος στο φαντασιακό του αρχαίου κόσμου ήταν ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Τα ετεροφυλόφιλα ερωτικά ζευγάρια που άφησαν και αυτά κάποιο ίχνος στο φαντασιακό του αρχαίου κόσμου και στα κείμενα που έφτασαν ως εμάς, μετρώνται στα δάκτυλα της μιας χειρός, π.χ. Ορφέας και Ευρυδίκη, Άδμητος και Άλκηστις. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ο έρωτας γίνεται αντικείμενο μιας εξύμνησης, μιας αποθέωσης όταν διαδραματίζεται ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους παρτενέρ. Στον αρχαίο κόσμο, ο έρωτας που θεμελιώνεται πάνω στη διάρκεια, πάνω στην περιπαθή εξιδανίκευση, είναι σχεδόν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος.
— Αυτό είχε σχέση με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία; Αφορά περισσότερο τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της; 
Δ.Β. Γενικότερα οι ιστορικοί, και ο Λακάν συνομολογεί μαζί τους, τείνουν να επισημάνουν μια ιστορική καμπή. Τον δωδέκατο αιώνα, ας πούμε, κατά προσέγγιση, όπου η κυρίαρχη, εξιδανικευμένη μορφή της ερωτικής εμπειρίας παύει να είναι εκείνη στην οποία συμπράττουν ομοφυλόφιλοι συστατικοί όροι. Ο έρωτας στην ετεροφυλόφιλη εκδοχή του, όπως τουλάχιστον αποτυπώθηκε στη νεοτερικότητα, έχει σαν σημείο ιστορικής απαρχής τον δωδέκατο αιώνα και ειδικά το έργο και τη στάση ζωής των τροβαδούρων. Ο έρωτας όπως τον γνωρίζουμε εμείς στις νεωτερικές κοινωνίες είναι μια επινόηση ακριβώς των τροβαδούρων και εκεί συναντά κανείς τη σύμφυση της ποίησης και του έρωτα. Οι τροβαδούροι αφιέρωναν κατά κανόνα τη ζωή τους στη Κυρά των λογισμών τους, ένα απρόσιτο κατά κανόνα γυναικείο αντικείμενο –αντικείμενο σχήμα λόγου, στην ψυχαναλυτική ιδιόλεκτο τη χαρακτηρίζουμε έτσι, στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος εγκόσμιας θεότητας- και εκεί υπάρχει ένα είδος αποθέωσης, θεοποίησης της γυναίκας, η λατρευτική εξύψωσή της σε ρόλο απόλυτου ερωτικού παρτενέρ, ανέγγιχτου, σχεδόν απρόσιτου σε πολλές περιπτώσεις, αντικείμενο μιας αδιάψευστης αφοσίωσης από την πλευρά του τροβαδούρου, του οποίου φυσικά στοιχειώνει τους λογισμούς, στοιχειώνει τη γλώσσα και είναι το σημείο αναφοράς της ύπαρξής του. Μιλάμε για 11ο-12ο αιώνα. Ο ετεροφυλόφιλος έρωτας έχει ακριβώς ιστορικά μια εντοπισμένη αφετηρία και οι αναλύσεις και του Γάλλου ιστορικού Ζωρζ Ντιουμπί (G. Duby) και του Φουκώ, μεταξύ άλλων, επανέρχονται σε αυτή τη περίοπτη και ρηξιγενή ιστορική ζώνη όπου αναδύεται μια νέα φυσιογνωμία της ερωτικής εμπειρίας.  
— Η εκκλησία τι ρόλο έχει παίξει στον στιγματισμό της ομοφυλοφιλίας; 
Δ.Β. Η στάση της εκκλησίας είναι ένα μεγάλο θέμα ανεξάντλητων συζητήσεων. Ήταν όντως παντού και πάντα εχθρική απέναντι στους ομοφυλόφιλους; Πρόκειται για ένα μεγάλο και αμφιλεγόμενο ζητούμενο στα πλαίσια αυτής της συζήτησης που επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από μελέτες των ιστορικών τις τελευταίες δεκαετίες πάνω στους λόγους της στιγματιστικής προσήμανσης της ομοφυλοφιλίας στη χριστιανική Δύση.   
— Στις επιστολές δεν υπήρχε αυτό; Εκεί δεν είχε αρχίσει να στιγματίζεται η ομοφυλοφιλία; 
Δ.Β. Εκείνους τους χρόνους δεν υπήρχαν εσωτερικοί διωγμοί κατά των ομοφυλόφιλων, οι πρωτοχριστιανικοί εκκλησιαστικοί θεσμοί δεν είχαν υιοθετήσει στάση εχθρότητας απέναντι στην ομοφυλοφιλία, δεν την είχαν σηματοδοτήσει ως αποδιοπομπαία παρέκκλιση. Η καχυποψία απέναντι στους πειρασμούς της σεξουαλικότητας είχε γενικό χαρακτήρα. Οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες δεν επινόησαν μια αστυνομία ηθών. Δεν οργάνωσε πογκρόμ κατά των ομοφυλόφιλων. Επίσης, σε όλα τα κείμενα που συναπαρτίζουν τη Βίβλο, δεν υπάρχει πουθενά μια ανελαστική, μαινόμενη καταδίκη της ομοφυλοφιλίας, με εξαίρεση ένα χωρίο από το Λευιτικό. Οι θέσεις που διατυπώνονται παντού συνοδεύονται από αποχρώσεις ακόμα και όταν υπάρχει ειδική καχυποψία και αποστασιοποίηση από αυτό το ερωτικό μοτίβο ας πούμε, το ομοφυλοφιλικό ερωτικό μοτίβο. Το βέβαιο είναι ότι ο ιδεοληπτικός στιγματισμός της ομοφυλοφιλίας και η ποινικοποίησή της στην Ευρώπη, δεν είχε σαν εμπνευστή τον εκκλησιαστικό λόγο. Πουθενά δεν ανιχνεύονται επαρκή τεκμήρια για τη θεμελίωση μιας τέτοιας υπόθεσης. Παραμένει ένα αίνιγμα πώς πνευματικά και πολιτισμικά συγκροτήθηκε σε αυτό το μέγα αμάρτημα, το μέγα όνειδος όπως λέει και ο Φουκώ. Ο Φουκώ διατυπώνει την υπόθεση ότι τον 15ο-16ο αιώνα αν θυμάμαι καλά, όταν αρχίζει πλέον να εκλείπει στο δυτικό κόσμο το πρότυπο της φιλίας στην κλασσική του μορφή, τίθεται το ερώτημα, σε σχέση με αυτές τις προνομιακές, εξευγενισμένες, στενές διυποκειμενικές συναναστροφές, τι διάολο κάνουν οι άνδρες όταν βρίσκονται μεταξύ τους και εκεί αρχίζει να επανασημασιοδοτείται λίγο-πολύ η ομοφυλοφιλία. Το μόνο πράγμα που υποψιάζονται ότι μπορεί να συνδέει τους άνδρες που τη βρίσκουν μεταξύ τους, είναι η σεξουαλικότητα, η ομοφυλόφιλη έλξη, έκδηλη ή απωθημένη και ανομολόγητη- πιθανόν να ήταν ένα είδος στροφής στο τρόπο προσέγγισης της σεξουαλικότητας στη Δύση. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λυσσαλέα εχθρότητα δεν πηγάζει από τον εκκλησιαστικό λόγο και την εκκλησιαστική δογματική. Τα βιβλικά κείμενα για παράδειγμα καταδικάζουν χωρίς αποχρώσεις την υποκρισία. Αλλά σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος, σε καμία δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία δεν θεσπίστηκαν νόμοι καταδίωξης των υποκριτών. Πουθενά δεν καταγράφηκαν ευνουχισμοί ανδρών επειδή αποδείχθηκαν υποκριτές. Επίσης βιβλικά κείμενα καταδικάζουν αναφανδόν και με πολύ πιο οξύ τρόπο την πορνεία σε σύγκριση με την ομοφυλοφιλία. Παρόλα αυτά οι πόρνες σε όλη την Ευρώπη κατάφερναν να εξασφαλίσουν πιστοποιητικά νομιμότητας ή ανοχής, να ενταχθούν στην κοινότητα και πουθενά η πορνεία δεν απετέλεσε αιτία μαζικών διωγμών, μαζικού στιγματισμού σε διαχρονική βάση, όπως συνέβη με την ομοφυλοφιλία. Είναι ένα μυστήριο τι ακριβώς υπαγόρευσε αυτή τη στροφή. 
— Πότε έγινε; 
Δ.Β. Η πιο ενδιαφέρουσα η υπόθεση διατυπώνεται από τον Τζον Μπόσγουελ που έχει κάνει τις πιο εκτεταμένες και διεισδυτικές μελέτες. Θεωρεί ότι με τη διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τον 4ο περίπου αιώνα συντελείται ένα είδος αποσάθρωσης των κοινωνιών και μια μετάβαση από τις αστικές στις αγροτικές κοινωνίες. Στα πλαίσια των στενών αγροτικών κοινωνιών όπου υπερισχύουν οι οικογενειακοί δεσμοί, για λόγους που τους αναλύει εκτενώς, η ομοφυλοφιλία επαναπροσδιορίζεται πλέον ως ένας τύπος σεξουαλικής σχέσης καταδικαστέος. Αντίθετα, υπάρχει μια πολύ μεγάλη ανεκτικότητα στις –διαχρονικά πιστοποιημένη- σε αστικές κοινωνίες. Στην Αθήνα, στη Ρώμη η ομοφυλοφιλία ήταν απόλυτα αποδεκτή, ουδείς θεσμός διανοήθηκε να την στοχοθετήσει ως αντικείμενο διωγμών. Η Ρώμη, για παράδειγμα, παρήγαγε μια ιδιαίτερα πλούσια ομοφυλοφιλική ποίηση, ενώ εν Αθήναις ως και ο εγκρατής Αριστοτέλης αναγνώριζε στην ομοφυλόφιλη έξη τίτλους φυσικότητας (φύσει). Αντίθετα, σε μικροκοινωνίες όπου πλέον κυριαρχούν κοινοτικοί θεσμοί πυκνά συνυφασμένοι με δίκτυα συγγένειας, καταγράφεται μια έκλειψη του πολιτικού στοιχείου, μια έκλειψη του δημοσίου χώρου, και οι σχέσεις μεταξύ των ανδρών αποκτούν εκρηκτικό χαρακτήρα μέσα στο στενό κέλυφος των οικογενειακών συστημάτων γύρω από τα οποία συρρικνώνεται η κοινωνικότητα. Η συνάντηση της ομοφυλοφιλίας και των δεσμών αίματος δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Μια άλλη υπόθεση επίσης διατυπωμένη από τον Μπόσγουελ και η οποία όντως έχει απτά ιστορικά ερείσματα, είναι ότι η συγκρότηση της ομοφυλοφιλίας σε αντικείμενο διώξεων και περιθωριοποιήσεων συμβαδίζει με την άνοδο κινημάτων μισαλλοδοξίας και καταδίκης των μειονοτήτων. Γενικότερα, όπου υπάρχουν τάσεις στραγγαλισμού των μειονοτήτων παρατηρούνται ομόρροπα μέτρα που στοχοθετούν τις ομοφυλόφιλες πρακτικές. Το αποδεικνύει η εν παραλλήλω καταδίωξη των Εβραίων, της ομοφυλοφιλίας, των μαγισσών και μιας σειράς άλλων μειονοτήτων που αποκλίνουν από τον κυρίαρχο κανόνα κονφορμιστικής ομογενοποίησης του κοινωνικού σώματος. Επομένως, δεν είναι ένα φαινόμενο που έχει ένα προνομιακό καθεστώς σε αυτή την ιστορία στιγματισμού και διώξεων που αναπτύσσεται προοδευτικά στην Ευρώπη, αλλά αντίθετα εγγράφεται μέσα σε αυτό το γενικότερο κίνημα στοχοθεσίας και έλλειψης ανεκτικότητας απέναντι στις μειονότητες. Ο Μπόσγουελ αναφέρει και μια άλλη υπόθεση. Οι Σταυροφόροι που κινούντο στον Αραβικό κόσμο έπρεπε να θωρακίσουν την πολιτιστική και ταυτοτική ιδιαιτερότητά τους και ένα από τα στοιχεία που προσφερόταν σαν μηχανισμός διαφοροποίησης ήταν η καταδίκη των ομοφυλόφιλων πρακτικών, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένες και ενταγμένες στους Αραβικούς πληθυσμούς. Η καταδίκη της ομοφυλοφιλίας ενσωματώθηκε στην κατάφαση της ευρωπαϊκής ιδιαιτερότητας. Είναι υποθέσεις συζητήσιμες, μεταξύ άλλων, φαντάζομαι, δεν είμαι ιστορικός για να αποφανθώ. Με εξαίρεση όμως εκείνη που επισημαίνει μια σύγκλιση των διωκτικών πρακτικών εις βάρος των μειονοτήτων. Η ιστορία της Ευρώπης είναι όντως διάστικτη από δυναμικές ιδεολογικές εκστρατείες με στόχο τον εσωτερικό εχθρό και την εξάλειψη της μιασματικής παρουσίας του και βλέπουμε αυτό το φαινόμενο να υποτροπιάζει σαν ανίατη αρρώστια. Στην Ελλάδα, ας πούμε, βλέπουμε πραγματικά πώς μετά τους μετανάστες η Χρυσή Αυγή σχεδιάζει να βάλει στο στόχαστρο τους ομοφυλόφιλους- και μετά τους ομοφυλόφιλους έχουν σειρά οι ψυχικά πάσχοντες, εν συνεχεία τα άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως συνέβη ακριβώς και στη Γερμανία. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ακριβώς στη Γερμανία, αυτός ο αστερισμός μειονοτήτων και ο συγχρωτισμός των θυμάτων μέσα στο τερατώδες στόχαστρο της ναζιστικής θηριωδίας καταγράφτηκε ιστορικά με τα πλέον ανατριχιαστικά και ανεξίτηλα χρώματα. Επανέρχομαι στο ρόλο της εκκλησίας που αναφέρατε προηγουμένως. Ένα δείγμα απρόσμενης αλλά αποκρυπτογραφήσιμης ανεκτικότητας της εκκλησίας απέναντι στις ομοφυλόφιλες σχέσεις είναι τα τελετουργικά γαμήλιας ένωσης τα οποία επεξεργάστηκε ο εκκλησιαστικός θεσμός για να ανταποκριθεί ακριβώς σε αυτή την ανάγκη. Υπήρχαν ειδικές τελετές προοριζόμενες στη θρησκευτική επισημοποίηση του ομοφυλόφιλου κοινού βίου. Υπάρχει το περίφημο χειρόγραφο Barberini 336, το οποίο βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού, είναι το αρχαιότερο τελετουργικό κείμενο, ένα λειτουργικό πρωτόκολλο γαμήλιας συνένωσης μεταξύ ανδρών, συνταγμένο στα ελληνικά εκείνων των χρόνων, το οποίο χρονολογείται από τον 8ο αιώνα περίπου, που σημαίνει ότι αυτές οι πρακτικές για να έχουν κωδικοποιηθεί τον 8ο αιώνα ήσαν προγενέστερες, άρα η εκκλησία ήδη από τον 5ο-6ο αιώνα είχε θεσπίσει ειδικές μορφές τελετουργίας απευθυνόμενες σε ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Το χειρόγραφο Μπαρμπερίνι γνώρισε μια εκτεταμένη διάδοση στον τότε κόσμο, εκείνη την εποχή μέσω αντιγράφων, πιστών στο πρωτότυπο ή τροποποιημένων, υιοθετήθηκε σε διάφορες γεωγραφικές ζώνες. Στο πέρασμα του χρόνου πολλαπλασιάστηκαν τέτοιου είδους λειτουργικά κείμενα. Τέτοια χειρόγραφα αντίγραφα διασώζονται στο Άγιο Όρος, στην Πάτμο, στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, στη Γρότταφερράτα, στην Πάτμο, στο Βατικανό και στο Παρίσι. Το περίφημο χειρόγραφο Μπαρμπερίνι περιελάμβανε τέσσερις τύπους τελετουργίας: ο πρώτος ονομαζόταν μνηστεία και απευθυνόταν σε άτομα που επιθυμούσαν να συνάψουν ένα είδος αρραβώνα, δύο άλλοι τύποι τελετουργικού που απευθύνονταν στις ετεροφυλόφιλες ενώσεις «εις γάμος» και το τέταρτο απευθυνόταν αποκλειστικά στη συνένωση ανδρών. Επισημοποιούσε τον κοινό βίο, τη συνένωση, τη συναδέλφωση, το ζευγάρωμα μεταξύ δύο ανδρών. Υπήρξαν βέβαια απόπειρες καθοδηγούμενες από την πρόθεση να μειωθεί η βαρύτητα και ο προορισμός αυτών των χειρογράφων. Ο Μπόσγουελ έχει κάνει μια εξαιρετική δουλειά στην οποία, προβαίνοντας σε μια χαρισματική συγκριτική ανάλυση των κειμένων που περιλαμβάνονται μέσα σε αυτό το χειρόγραφο και ανατέμνοντας όλη την ρητορική τους στοιχείωση και την τελετουργική τους σημειολογία, αποδεικνύει ότι αυτό το τέταρτο κείμενο είναι το ακριβές αντίστοιχο του 2ου και του 3ου, δηλαδή είναι το ακριβές ισοδύναμο τελετουργικό για την εις γάμο κοινωνία μεταξύ ανδρών. Αργότερα, με την αναγκαία σεξιστική καθυστέρηση, επινοήθηκαν και τελετουργικά που απευθύνονταν σε γυναίκες. 
— Και πότε άλλαξε αυτό; 
Δ.Β. Με τη στροφή που υπήρξε στη προσέγγιση της ομοφυλοφιλίας. Όπως είπα, αυτές οι τελετές ήσαν διαδεδομένες. Πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας ότι στον αρχαίο κόσμο ο γάμος παρέμενε ένα παγανιστικό τελετουργικό και μεταξύ των χριστιανών. Η εκκλησία απλώς παρενέβαινε και έδινε την ευλογία της την επομένη ή την μεθεπομένη του γάμου. Ο γάμος προήχθη σε εκκλησιαστικό μυστήριο πολύ καθυστερημένα, στη σύνοδο του Λατερανού το 1215, αν θυμάμαι καλά. Μέχρι τότε δεν εθεωρείτο μυστήριο και γι' αυτό το λόγο η εκκλησία είχε την άνεση να ευλογεί κατά κάποιο τρόπο, αυτού του τύπου τις ομοφυλόφιλες ενώσεις. Το να τις αποκαλέσει κανείς γάμο, πιθανόν να είναι μια προβολή της σημερινής ρητορικής σε παρελθόντες χρόνους. Είναι πολύ πιο ακριβές να μιλάμε για ενώσεις, συζεύξεις, συζυγικές σχέσεις κτλ. Ο γάμος με τη σημερινή ή σύγχρονη μορφή δεν υπήρχε από καταβολής κόσμου. Οι άνθρωποι συχνά σκέφτονται με βάση τα δεδομένα της εποχής τους. Ο γάμος καλύπτει ετερογενείς συμβολικούς θεσμούς και πρακτικές. Αλλά αυτό που αναμφίβολα ισχύει και αυτό που ο Μπόσγουελ αποκαθιστά με αδιάβλητη πειστικότητα είναι ότι υπήρχαν λειτουργικά κείμενα, τα οποία ενεργοποιούνταν ως πρωτόκολλα ευλογίας και επισημοποίησης της σχέσης ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Πριν χιλιετίες η εκκλησία είχε αυτή την ανεκτικότητα. Στη σημερινή εποχή αυτή την ανεκτικότητα δεν την έχει κάνει ούτε καν το εκκοσμικευμένο ελληνικό κράτος. Δεν έχει αυτή τη στοιχειώδη ανεκτικότητα που θα του υπαγόρευε να επεκτείνει το σύμφωνο συμβίωσης και στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Δεν μιλάμε καν για καθιέρωση του γάμου όπως έχει θεσπιστεί στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ανεξαρτήτως φύλου. Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα δεν είναι καν χριστιανική, είναι μάλλον η μόνη 'μουσουλμανική' χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Σε πλήρη σύμπνοια με τους αγιοταλάχ του Ιράν.  
— Τι είναι ο πλατωνικός έρωτας; 
Δ.Β. Επρόκειτο για την υπόθεση ότι μπορεί να υπάρχει έρωτας ικανός να αυτοευνουχιστεί, να αποκοπεί από τις φαντασιώσεις, τα σώματα, την έξαψη της σάρκας και οτιδήποτε ταξινομούμε στο κατάστιχο της σεξουαλικότητας. Μπορεί μεν ο έρωτας πρωτογενώς να είναι εκτός φύλου και από αυτή την άποψη οι ομοφυλόφιλοι έρωτες και οι ετεροφυλόφιλοι έρωτες ελάχιστα διαφέρουν, αλλά στο βαθμό που συγκροτείται μια ερωτική διυποκειμενικότητα ο καθένας κομίζει εκεί μέσα το σώμα του και φυσικά σε ένα δεύτερο, η ερωτική εμπειρία καλείται να συμπράξει με το ενορμητικό σώμα και τις απαιτήσεις του.   Υπάρχει το περίφημο χειρόγραφο Barberini 336, το οποίο βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού, είναι το αρχαιότερο τελετουργικό κείμενο, ένα λειτουργικό πρωτόκολλο γαμήλιας συνένωσης μεταξύ ανδρών, συνταγμένο στα ελληνικά εκείνων των χρόνων, το οποίο χρονολογείται από τον 8ο αιώνα περίπου, που σημαίνει ότι αυτές οι πρακτικές για να έχουν κωδικοποιηθεί τον 8ο αιώνα ήσαν προγενέστερες, άρα η εκκλησία ήδη από τον 5ο-6ο αιώνα είχε θεσπίσει ειδικές μορφές τελετουργίας απευθυνόμενες σε ομοφυλόφιλα ζευγάρια.   
— Γιατί δεν υπάρχει διάφυλη σχέση; Τι είδους σχέση υπάρχει; 
Δ.Β. Όπως ήδη αναφέραμε, όντως δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Δεν υπάρχει στο ανθρώπινο είδος τυπική μορφή σχέσης, ενστικτικά παγιωμένη. Τα δύο φύλα είναι αποσυζευγμένα, το καθένα στον κόσμο του και αυτό που λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους δεν είναι κάποια προκαθορισμένη, προδιαμορφωμένη, τυποποιημένη σχέση η οποία εσωτερικεύεται και ενεργοποιείται, αλλά μια αλληλουχία συμπτωμάτων, φαντασιώσεων, ασυνείδητων σημασιών που προβάλλονται στον ερωτικό παρτενέρ. Με άλλα λόγια, σε μια διάφυλη σχέση, είτε ομοφυλόφιλη, είτε ετεροφυλόφιλη, εκτός από τους δύο παρτενέρ υπάρχουν τα συμπτώματά τους, υπάρχουν οι φαντασιώσεις τους, υπάρχουν οι ταυτίσεις τους, υπάρχουν σημασίες του ασυνειδήτου και όλα αυτά καθιστούν τον έναν για τον άλλο 'αντικείμενο επιλογής' προνομιακής και περιπαθούς. Πρόκειται για μια έννοια που σφυρηλάτησε ο Φρόυντ για να υπογραμμίσει ότι το άλλο ή το ίδιο φύλο υπεισέρχεται σε μια ερωτική σχέση ως ένα ιδιότυπο αντικείμενο μορφοποιημένο ακριβώς μέσα σε αυτό το καλούπι των συμπτωμάτων, των φαντασιώσεων, των σημασιών, των ταυτίσεων. Ο καθένας ξέρει από την προσωπική του ζωή ότι η γυναίκα ή άνδρας που τον ελκύει δεν είναι ο πρώτος τυχόντας ή η πρώτη τυχούσα. Πρέπει να έχει κάποια ιδιόμορφα χαρακτηριστικά ικανά εξάψουν το ερωτικό του πάθος. Το ερωτικό πάθος δεν υπακούει σε ένα είδος βιολογικού ρολογιού, όπως συμβαίνει στα ανώτερα θηλαστικά όπου υπάρχουν περίοδοι του χρόνου με υπερέκκριση ορμονών και επιτακτικό ζευγάρωμα. Στους ανθρώπους το ερωτικό πάθος υπακούει στις πιο παράδοξες και αλλόκοτες λογικές. Επιπλέον, η διάφυλη σχέση παίρνει πλέον αινιγματικές μορφές. Για παράδειγμα, ποια είναι η διάφυλη σχέση στην οποία εγγράφεται ο φετιχιστής φερ' ειπείν. Ο φετιχιστής είναι κάποιος που το ερωτικό του πάθος αναφλέγεται και πυρακτώνεται στην επαφή με ένα άψυχο κομμάτι ρούχου ή με μια τούφα μαλλιών. Αν βάλει κανείς το φετιχιστή δίπλα στη πιο θεσπέσια γκόμενα που λικνίζεται και του κουνιέται μπροστά στη μύτη του, μπορεί να παραμένει παγερά αδιάφορος. Αρκεί όμως να κουνήσει κανείς το κιλοτάκι της μπροστά στον λιγούρη οφθαλμό του για να πέσει σε κατάσταση έκστασης. Ή αρκεί να κουνήσει κανείς μπροστά στη μύτη του το σοσονάκι της πρώτης τυχάρπαστης και βρωμοπόδαρης σταχτοπούτας, για να εκτοξευτεί στα ουράνια. Ποιος είναι λοιπόν ο έμφυλος παρτενέρ του φετιχιστική; Ο αναξιοπαθών μαζοχιστής φαντασιώνει, ηδονίζεται και εκστασιάζεται κατά την περίπτυξη με την κροταλίζουσα θηριωδία του μαστιγίου, ή με τα ανάλγητα τσιγκέλια από τα οποία τον κρεμούν στο σεξουαλικό κρεοπωλείο. Αδιαφορεί παντελώς για τα σεξουαλικά χαρίσματα της ασθμαίνουσας ντομινατρίς που χειρίζεται με επιδοτούμενη αυταπάρνηση τα σχετικά εργαλεία. Ούτε η γοητεία της τον συναρπάζει, ούτε τα ματόκλαδά της και ούτε φυσικά θα της δώσει ραντεβού στο σεληνόφως. Ομοίως ο σαδιστής μπορεί να βασανίζει κάποιον και να την βρίσκει, αλλά από σεξουαλική άποψη ο άλλος να τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Θα κατακρεουργήσει τον δύστυχο παρτενέρ του, αλλά τα σεξουαλικά του χαρίσματα είναι νεκρές ζώνες. Η έξαψή του απευθύνεται σε ένα σώμα που δεν έχει ερωτογόνες ζώνες και η έμφυλη διάστασή του έχει υποβαθμιστεί. Αντικείμενο του πόθου του δεν είναι το ερωτικό σώμα, αλλά το άγχος που θα αποσπάσει από αυτό η σαδιστική θηριωδία του. Ο παρτενέρ του σαδιστή δεν είναι ένα σώμα που ενεστοποιεί την έμφυλη χάρη του, αλλά τον πανικό του παγιδευμένου ζώου. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο παρτενέρ του έμφυλου υποκειμένου δεν είναι κατ' ανάγκη το αντίθετο φύλο, όπως φαντάζεται με αφέλεια η ψυχιατρική ή η θεολογία. Η σχέση του ανθρώπου με τη σεξουαλικότητα βοά και διακηρύσσει με χίλιους δυο τρόπους αυτό που διατυπώνει με μινιμαλιστική παρρησία το αξίωμα του Λακάν: δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, υπάρχει χάσμα. Και από αυτό το χάσμα τα ανθρώπινα υποκείμενα που συνάπτουν σχέσεις και εγκλωβίζονται σε πάθη, το γεφυρώνουν όπως όπως με τα συμπτώματά τους, τις φαντασιώσεις τους, το ασυνείδητό τους, σπανίως δε με τον έρωτα. 
— Ακούμε όλο και πιο συχνά ότι υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας του φύλου, ισχύει αυτό; 
Δ.Β. Αυτό φαίνεται να δείχνει η εποχή μας, ότι δεν υπάρχουν φύλα, υπάρχουν ταυτότητες, με τη διαφορά ότι οι ταυτότητες είναι κατασκευασμένες και στη θέση της ταυτότητας αυτό που ανακαλύπτουμε χάρη στην ψυχανάλυση είναι ταυτίσεις. Οι ταυτότητες χαρακτηρίζονται από μια ατέρμονη ρευστότητα στο σύγχρονο κόσμο και ουσιαστικά οι σχετικές προβληματικές, ο πολλαπλασιασμός της θεωρητικής μέριμνας για τις ταυτότητες, τα πανεπιστημιακά τμήματα που είναι οικοδομημένα γύρω από τη θεματική της ταυτότητας στο σύγχρονο κόσμο, όλη αυτή η ατέρμονη φιλολογία στην πραγματικότητα καταμαρτυρά την κατάρρευση ουσιαστικά των έμφυλων ταυτοτήτων στο σύγχρονο κόσμο, το γεγονός ότι η έμφυλη διαφορά δεν λειτουργεί πια σαν μια οργανωτική μήτρα της υποκειμενικοποίησης του φύλου και αυτή η χασματική, εύθραυστη υποκειμενικοποίηση του φύλου οδηγεί τον καθένα στο σύγχρονο κόσμο να επινοήσει εμβαλωματικά μια ταυτότητα, να προσπαθήσει να λειτουργήσει στο επίπεδο της διαφοράς των φύλων με τρόπο που είναι συμβατός με τα συμπτώματά του, τις φαντασιώσεις του, με το ασυνείδητό του, με τις σημασίες που οργανώνουν τον εσωτερικό του κόσμο και να έχει πρόσβαση σ' ένα σενάριο απόλαυσης.  
— Οι ασέξουαλ τι είναι; 
Δ.Β. Όπως επισήμανα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου η διαφορά των φύλων δεν λειτουργεί πια σαν μια ισχυρή οργανωτική μήτρα της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα στο επίπεδο της απόλαυσης. Η βία και η ρητορική του πατριαρχικού θεσμού διασφάλιζαν ότι οι άντρες γίνονται άντρες, οι γυναίκες γίνονται γυναίκες και επομένως κάθε ομιλ-ον υποκείμενο θα καταλήξει να ταυτιστεί με το ανατομικό του φύλο. Οι ταυτίσεις θα έπρεπε να ευθυγραμμίζονται με τις ανατομικές προδιαγραφές του φύλου γιατί οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες και επομένως η απόλαυση των σωμάτων φιλτράρεται στη διάφυλη σχέση που είναι εκ φύσεως καιν θεϊκής βουλήσεως, ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα. Στη σημερινή εποχή που η πατριαρχία έχει φάει τα ψωμιά της, που αδυνατεί να λειτουργήσει διαμορφωτικά σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των φύλων, την υποκειμενικοποίηση των έμφυλων ταυτίσεων και την επιλογή του αντικειμένου απόλαυσης, κάθε υποκείμενο επινοεί λίγο πολύ τη δική του ταυτότητα, αποπειράται να λειτουργήσει με βάση περισσότερο το σώμα του, τις απαιτήσεις του ενορμητικού του σώματος, με βάση τις εμπειρίες του, τον κύκλο του. Θεωρώ ότι η άνοδος της προβληματική πάνω στον πολλαπλασιασμό των ταυτοτήτων συμπορεύεται με την κατάρρευση της πατριαρχίας. Και επίσης με την αποικιοποίηση των σωμάτων από τα αποτελέσματα της επιστήμης και την μικροφυσική διάχυση της εξουσίας στα έμφυλα σώματα μέσω των τεχνολογιών. Αλλά αυτό είναι μεγάλο θέμα. 
— Ο άνθρωπος έχει πολλά ερεθίσματα γύρω του, βλέπει τα πάντα. Κατά πόσο αυτό έχει επηρεάσει την ταυτότητά του; 
Δ.Β. Ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σε ένα πιο ευρύ φάσμα εμπειριών, επίσης όλες αυτές οι κλασικές απαγορεύσεις και οριοθεσίες των οποίων η πατριαρχία ήταν ο θεματοφύλακας έχουν καταστεί τελείως πορώδεις. Η υπερεγωτική πίεση που ασκείτο στα ανθρώπινα πλάσματα να ταυτιστούν είτε κατ' ανάγκη είτε με μια ανδρική φιγούρα είτε με μια γυναικεία και παράλληλα να επισφραγίσουν αυτή την ταύτιση με την επιλογή ενός παρτενέρ που ανήκει στο άλλο φύλο, τείνει προοπτικά να εκλείψει. Ζούμε σε κοινωνίες που δεν είναι πια απαγορευτικές αλλά μάλλον επιτρεπτικές, αν όχι προτρεπτικές προς κάθε μορφή εμπειρίας. Υπάρχει γενικευμένη και ξέφρενη κυκλοφορία των σημείων, των απόψεων των ανθρώπων και εκεί αποδεικνύεται ότι η διαφορά των φύλων υπό αυτή τη δυαδική σχηματοποίηση σε άνδρες και γυναίκες ήταν μια ιστορική κατασκευή. Ναι μεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες από βιολογική άποψη με βάση κάποια ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί κάθε υποκείμενο στο επίπεδο της απόλαυσης, της σεξουαλικής εμπειρίας, στο επίπεδο των ερωτικών του παθών δεν καθορίζεται από το ατομικό του φύλο. Αυτό ίσχυε πάντα αλλά ο πατριαρχικός θεσμός κατάφερνε να βάλει τους ανθρώπους σε δύο καλούπια και όποιοι ξέφευγαν από αυτό το πράγμα ήταν είτε αδερφές είτε λεσβίες είτε ανώμαλοι, είτε εκφυλισμένοι και πάντα διωκόμενοι, τουλάχιστον στο σύγχρονο κόσμο πάντα γιατί στον αρχαίο κόσμο υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Αυτή η μυθοπλασία της διαφοράς των φύλων που θα υπόκειτο σε κάποιες βιολογικές προδιαγραφές έχει πλήρως αποσαρθρωθεί και οι άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο βιώνουν εμπειρίες απόλαυσης, ερωτικών παθών, στο επίπεδο των οποίων δεν είναι κατ'ανάγκη υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν μια στερεότυπη έμφυλη ταυτότητα. Σε ορισμένες εμπειρίες η έμφυλη ταυτότητα είναι αναγκαία, σε ορισμένες άλλες εμπειρίες, η ενεργοποίηση της διάστασης του φύλου για πρόσβαση σε μια συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι αναγκαία. Όπως ανέφερα, ο φετιχιστής για παράδειγμα, τουλάχιστον σε ένα φαινομενολογικό επίπεδο, δεν έχει ανάγκη να ενεργοποιήσει μια έμφυλη ταυτότητα απέναντι σε ένα κομμάτι ύφασμα. Ως ένα σημείο, το σώμα τείνει να εκτοπίσει το φύλο.  
— Γιατί οι άνθρωποι αισθάνονται ενοχή με το σεξ; 
Δ.Β. Γιατί υπάρχει ενοχικό συναίσθημα ακόμα και στον αυνανισμό; Σε ορισμένες κοινωνίες εξακολουθεί να υπάρχει ενοχή. Η ενοχή είναι κάτι το οποίο εισάγεται απ' έξω στην εμπειρία της σεξουαλικότητας, δεν είναι εμμενής διάσταση της σεξουαλικής εμπειρίας, εισάγεται κατά κάποιο τρόπο αρτηριογραφικά στην εμπειρία της σεξουαλικότητας. Και εδώ συναντάμε τον απόηχο της φράσης ενός βαθιά ενημερωμένου επί του θέματος στοχαστή, του Αποστόλου Φαύλου, αν μου επιτρέπετε, που είχε πει την περίφημη θέση «την αμαρτία ουκ έγνω ει μη δια νόμου». Με άλλα λόγια, για να υπάρξει αμαρτία πρέπει πρώτα να αναλάβει υπηρεσία ο νόμος. Η αμαρτία, δηλαδή, αποτελεί κατασκεύασμα του νόμου. Η αμαρτία είναι το εξώγαμο του νόμου. Στο βαθμό που ο νόμος εισάγεται στη σεξουαλική εμπειρία μεταφέρει εκεί το σπέρμα της ενοχοποίησης. Ο νόμος ενοχοποιεί εκ των προτέρων, συγκροτεί το υποκείμενο εκ προοιμίου ως ένοχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ενοχής που αναδύεται από την επαφή με το σεξ, από τον τρόπο πρόσβασης στη σεξουαλικότητα, εκεί ο καθοριστικός φορέας του νόμου είναι αυτό που ο Φρόυντ ονόμασε υπερεγώ. Όπου λειτουργεί το υπερεγώ ενεργοποιείται ένας μηχανισμός ενοχοποίησης της απόλαυσης και της σεξουαλικότητας. Γιατί σ ' όλες τις οιδιπόδειες μυθοπλασίες, η απαγόρευση της αιμομιξίας στοιχειοθετεί εκ προοιμίου το ερωτικό αντικείμενο ως απαγορευμένο, επομένως οποιαδήποτε ερωτική έφεση κατευθυνόμενη προς το ερωτικό αντικείμενο, σηματοδοτείται ευθύς εξ αρχής ως ένοχη. Ο νόμος και πολύ περισσότερο το υπερεγώ είναι ένα εσωτερικευμένο υποκείμενο της γνώσης, ένας ενδόμυχος παντογνώστης. Αν έχουμε, για παράδειγμα, αδυναμία στα μπούτια της αδερφής μας, το υπερεγώ είναι το πρώτο που το ξέρει. Το υπερεγώ εισάγει στην εμπειρία της σεξουαλικότητας θεσπίσματα ενοχοποίησης, είναι μια καφκαϊκή μηχανή που εγκαθίσταται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και ενοχοποιεί όχι μόνο κάθε εμπειρία, αλλά και κάθε ερωτικό σκίρτημα της σάρκας που εντοπίζει. Ο Λακάν επισημαίνει ότι υπάρχει και μια άλλη πιο σκοτεινή όψη στη λειτουργία του υπερεγώ. Λειτουργεί ως προτροπή, σου λέει πού πρέπει να στρέψεις τη προσοχή σου, ποιο είναι το ποθητό αντικείμενο και έτσι λειτουργεί ως μηχανισμός προτροπής για την παράβαση του κανόνα. Το υπερεγώ επιτάσσει την απόλαυση. Μόνο που αυτό διχάζει, γιατί το επιθυμητό αντικείμενο το σηματοδοτεί ταυτόχρονα ως απαγορευμένο και με αυτή την έννοια εισάγει στον ανθρώπινο ψυχισμό ένα είδος εσωτερικού διχασμού, συγκροτεί το υποκείμενο ως διχασμένο και το παραπέμπει κάθε φορά όπου επιθυμεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Υπάρχει και ένα είδος ενοχής διαφορετικό από όλα αυτά, που το ανθρώπινο πλάσμα καταφέρνει να προσποριστεί εις βάρος του κατά την πρόσβαση στο περιπόθητο αντικείμενο, καθότι η αντλούμενη απόλαυση υπολείπεται πάντα των προσδοκιών του. Επειδή η απόλαυση είναι πεπερασμένη, υπάρχει ένα πέραν της απόλαυσης και αυτό το πέραν της απόλαυσης που δεν καταφέρνω να το ιδιοποιηθώ μού δημιουργεί την αίσθηση μιας απώλειας για την οποία νιώθω υπεύθυνος και η οποία μετατρέπεται σε συναίσθημα ενοχής. Στο βαθμό που δεν καταφέρνω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες της φαντασίωσής μου, είμαι ένοχος απέναντί τους, γιατί αδυνατώ να τις εκπληρώσω στο ακέραιο. Η σεξουαλικότητα δεν είναι μόνο το κατ'εξοχήν πεδίο της απόλαυσης , είναι επίσης προνομιακό πεδίο για την έκλυση ενοχών.
— Τι είναι η διαστροφή; 
Δ.Β. Υπάρχει αύξηση στις διαστροφές; Θα επικαλεστώ τις ανυπέρβλητες αναλύσεις του Φουκώ πάνω στη γενεαλογία των διαστροφών. Η έννοια της διαστροφής είναι μια σύγχρονη έννοια, ανύπαρκτη στους προγενέστερους ιστορικούς χρόνους και κοινωνίες. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχαν τρεις βασικοί κώδικες που σηματοδοτούσαν τη σχέση του υποκειμένου με τη σεξουαλικότητα: το εκκλησιαστικό δίκαιο, η χριστιανική ποιμαντορία και το αστικό δίκαιο. Αυτοί οι τρεις κώδικες ήταν κεντροθετημένοι στις γαμήλιες σχέσεις. Και ο κύριος όρος που συνέτασσε όλη την προβληματική πάνω στο συζυγικό καθεστώς και λειτουργούσε ενοχοποιητικά μέσα σε αυτή την προβληματική ήταν ο όρος του Λιμπερτινάζ, των εξωσυζυγικών σχέσεων και του ακόλαστου λίγο πολύ βίου. Οι απαγορεύσεις ήταν νομικού χαρακτήρα χωρίς να εξυπακούουν τον ψυχολογικό στιγματισμό του υποκειμένου. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, αρχές το 19ου, το σύστημα της βιοεξουσίας που αρχίζει να διαμορφώνεται επεξεργάζεται πλέον μια άλλη προσέγγιση, επεξεργάζεται μια σειρά από νέους λόγους οι οποίοι είναι πλέον κεντροθετημένοι όχι στο γαμήλιο ζευγάρι, αλλά στις αποκλίνουσες σεξουαλικότητες, όπως η παιδική σεξουαλικότητα, ο παιδικός αυνανισμός, η σεξουαλικότητα των τρελών, οι μονομανίες κτλ και με αυτή την έννοια συντελείται μια μετάβαση όλης της προβληματικής από την οικονομία των εσωτερικών σχέσεων του ζευγαριού προς την κατηγορία της ομαλότητας. Και αυτό το παρά τον νόμον που ίσχυε μέχρι τότε αντικαθίσταται από το παρά φύσιν, μια έννοια που σφυρηλατείται από το λόγο της σύγχρονης ιατρικής, της ψυχιατρικής και της παιδαγωγικής. Αυτοί οι λόγοι οριοθετούν, στιγματίζουν και καταδικάζουν μια σειρά από μορφές σεξουαλικότητας επειδή αποκλίνουν από ένα κατασκευασμένο πρότυπο ομαλότητας. Εκεί σμιλεύεται η έννοια της διαστροφής ως αποκλίνουσας μορφής σεξουαλικότητας σε σχέση με την υποτιθέμενη ομαλότητα. Η ιατρική και η ψυχιατρική επινοούν, λοιπόν, μια άλλη εκδοχή της ομοφυλοφιλίας. Μάλιστα, ο όρος ομοφυλοφιλία είναι πρόσφατος, εμφανίζεται τέλη του δέκατου ένατου αιώνα σε ένα άρθρο ενός Γερμανού ψυχίατρου ονόματι Βέστφαλ, που δημοσιεύει ένα άρθρο για την αντιστροφή του ψυχικού φύλου. Ο ομοφυλόφιλος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως νομικό υποκείμενο. Στοιχειοθετείται ως διεστραμμένο υποκείμενο. Η ίδια η πράξη προσεγγίζεται με ένα ριζικά νέο τρόπο. Εμφανίζεται στο προσκήνιο η φιγούρα του εκφυλισμένου υποκειμένου και σφυρηλατείται η τερατώδης κατηγορία του εκφυλισμού η οποία λειτούργησε καταλυτικά σε όλη την ιατρική και ψυχιατρική σκέψη του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα και είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η κατηγορία υιοθετήθηκε ως έρεισμα στη ναζιστική προβληματική, προκειμένου να οργανωθούν προγράμματα κοινωνικής κάθαρσης γιατί οι ομοφυλόφιλοι στιγματίζονταν ως ηθικά και βιολογικά εκφυλισμένοι. Οι διαστροφές πραγματικά επινοήθηκαν από την ιατρική και ψυχιατρική και εμφυτεύτηκαν στα σύγχρονα σώματα και απετέλεσαν εργαλεία για προγράμματα κοινωνικής κάθαρσης. Η ιστορία σήμερα τείνει να υποτροπιάσει.  
— Τον έρωτα τον συντηρούν οι άντρες ή οι γυναίκες; 
Δ.Β. Οι γυναίκες ονειρεύονται έρωτες και οι άνδρες παρτούζες. Τον έρωτα τον συντηρούν οι γυναίκες γιατί είναι 'ερωτομανείς', έχουν μια ανεξάντλητη έφεση προς το ερωτικό πάθος, ενώ οι άντρες είναι σεξομανείς και αδιαφορούν για τον έρωτα και γι' αυτό το λόγο δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. 

*Ο Δημήτρις Βεργέτης είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Παγκόσμιας Ψυχαναλυτικής Εταιρίας, διευθυντής του περιοδικού "αληthεια". 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Paul Celan - Todesfuge

Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ,
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε νύχτα,
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες, εκεί δεν είναι στενάχωρα.
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια, γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
γράφει και βγαίνει από το σπίτι και αστράφτουν τα άστρα και σφυρίζει ένα γύρο τα λυκόσκυλά του.
Σφυρίζει να’ρθουν οι Εβραίοι του και βάζει να σκάψουν ένα τάφο στη γη
Μας διατάζει να παίξουμε τώρα όργανα για χορό.

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι, παίζει με φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει η Γερμανία το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις σκάβουμε ένα τάφο στους αιθέρες εκεί δεν είναι στενάχωρα.

Φωνάζει σκάψτε πιο βαθιά στην γήινη σφαίρα εσείς οι άλλοι τραγουδάτε και παίζετε
πιάνει το σίδερο στην ζώνη και το κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά
σκάψτε πιο βαθιά με τα φτυάρια εσείς οι άλλοι παίξτε συνέχεια για χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Το σταχτένιο μαλλί σου Σουλαμίτις παίζει με φίδια

Φωνάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από τη Γερμανία
Φωνάζει παίξτε πιο σκοτεινά τα βιολιά τότε ανεβαίνετε σαν καπνός στον αέρα
Τότε έχετε ένα τάφο στα σύννεφα εκεί δεν είναι στενάχωρα

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία το μάτι του είναι γαλανό
σε πετυχαίνει με μολυβένια σφαίρα σε πετυχαίνει με ακρίβεια
ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο στον αιθέρα
παίζει με φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία

το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
το σταχτένιο σου μαλλί Σουλαμίτις.

*Το όνομα Σουλαμίτις συμβολίζει την εβραϊκή φυλή (βλ. Άσμα Ασμάτων) και η Μαργαρίτα (βλ. Φάουστ του Γκαίτε) την Γερμανική. Μετάφραση Νίκος Δήμου.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Η αγάπη σε χρεοκοπία


Ψυχαναλυτές, καλλιτέχνες, κοινωνιολόγοι και άλλοι στοχαστές του σύγχρονου κόσμου συμφωνούν  στο σύνολό τους ότι η παγκοσμιοποίηση που επέφερε ο καπιταλισμός, οδήγησε σε ένα χωρίς προηγούμενο κατακερματισμό των κοινωνικών δεσμών. Η ανασφάλεια, η προσωρινότητα και η αποτυχία των κοινωνικών σχέσεων προκύπτουναπό τον τρόπο που ο καπιταλιστικός λόγος προωθεί την απευθείας σχέση του αντικειμένου με το υποκείμενο χωρίς τη διαμεσολάβηση του συμβολικού. Το μόνο πεπρωμένο που επιφυλάσσει η κυριαρχία των αγορών είναι εκείνο των παραγωγών- καταναλωτών.
 Ελάχιστα πράγματα από τη ζωή μας ξεφεύγουν από την εμπορευματοποίηση. Είναι σίγουρο ότι η λίμπιντο που μας διαπερνάει ως ομιλούντα όντα υφαρπάζεται από την παραγωγή του κεφαλαίου και καταναλώνεται μέσα από διαφορετικούς τρόπους απόλαυσης, οι οποίοι όντας επικερδείς για το χρηματιστηριακό κεφάλαιο μετατρέπονται έτσι σε πηγή δυστυχίας.
Ο Λακάν το ορίζει ως εξής : «υπεραξία είναι το αίτιο της επιθυμίας το οποίο μια οικονομία το μετατρέπει σε θεμελιώδη αρχή της. Συσσωρεύεται για να επεκτείνει τα μέσα παραγωγής υπό τη μορφή του κεφαλαίου από την μια πλευρά, διευρύνοντας από την άλλη την κατανάλωση, χωρίς την οποία  αυτή η ίδια η παραγωγή θα ήταν περιττή, ακριβώς λόγω της αδυνατότητάς της να προσφέρει μια απόλαυση, η οποία θα της επέτρεπε να ανακοπεί».
          Ο ίδιος ο καπιταλιστικός λόγος μας εξαπατά με την ιδέα ότι η μόνη δυνατότητα ηδονισμού και ικανοποίησης η οποία μπορεί να υπάρξει είναι αυτή η οποία επιτυγχάνεται μέσα από τα αντικείμενα υπερ-απόλαυσης της αγοράς, αποβλέποντας έτσι σε μια υπεραγορά της αγάπης και της επιθυμίας δια μέσου της κατανάλωσης, η οποία παράγει συναισθηματικές σχέσεις που διέπονται από μια συμβατική λογική. Στο πλαίσιο αυτής της απατηλής προοπτικής άνδρες και γυναίκες, με το σώμα τους να μιλά και να απολαμβάνει, θα μετατρέπονταν έτσι για το υποκείμενο σε αντικείμενα απόλαυσης μέσα από μια άμεση και απευθείας σχέση.
        Ο καθένας θα ήταν εκεί για να ικανοποιήσει τον άλλο επί ίσοις όροις σαν αντικείμενο. Αυτή  είναι η νέα μορφή  προαγωγής της ιδέας της προσωπικής σχέσης. Στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής η αγάπη, ως διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δυο πρόσωπα,  θα καθίστατο δευτερεύουσα, ως μη αναγκαία. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο, γιατί όπως το αποδεικνύει και η κλινική, τα σύγχρονα υποκείμενα υποφέρουν από τα ίδια τους τα συμπτώματά. Τα υποκείμενα επιζητούν την αγάπη, την αναζητούν απελπισμένα και διαμαρτύρονται για το προσωρινό χαρακτήρα των σχέσεων, ο οποίος γεννάει νέες μορφές μοναξιάς. Το θέμα είναι ότι ο καπιταλιστικός λόγος αφήνει τον καθένα να είναι ένα άτομο ή ένα σώμα.
      Κατά συνέπεια, το υποκείμενο περιορίζεται σε μια αυτιστική, αυτοερωτική απόλαυση, σε μια επιστροφή των ενορμήσεων στο ίδιο του το σώμα, ανακυκλώνοτας αυτό που του λείπει μέσα από τη σχέση του με τους άλλους ενώ όταν δεν περιορίζεται σ’ αυτό, καταλήγει να εκλιπαρεί την αγάπη. Κι αυτό, γιατί μόνον η αγάπη υπερβαίνει την συμβατική λογική και τον υπολογισμό ανάμεσα σε κέρδη και απώλεια, θέτοντας ένα όριο στην απαίτηση της απόλαυσης.
         Η αγάπη είναι ο μεγάλος αποστάτης του καπιταλιστικού λόγου γιατί έρχεται να αναπληρώσει αυτό που λείπει στην λιβιδινική ζωή. Η αγάπη έρχεται να επικαλύψει αυτό που είναι αδύνατο να αρθρωθεί ως αρμονία, εν ολίγοις την λιβιδινική επιθυμία στη σχέση της με την πραγματικότητα της αγοράς. Έτσι, η ολοένα αυξανόμενη επίκλησή της έρχεται σε αντίθεση με τη λεγόμενη απελευθέρωση των παθών η οποία στηρίζεται στην αντίληψη περί μιας ελευθερίας χωρίς όρια, όπως υποστηρίζουν και  οι διάφοροι ιδεολόγοι. Αυτή η αντίληψη της αγάπης φέρνει στο φως ότι το είναι του υποκειμένου του ασυνειδήτου δε μπορεί να εξισωθεί με ένα αντικείμενο απόλαυσης σεξουαλικό ή μη και ακόμα λιγότερο με τα αντικείμενα υπεραπόλαυσης τα οποία παράγει η βιομηχανία.
         Η αγάπη σε όποια εποχή της ιστορίας και να αναφερθούμε, στους διαφορετικούς λόγους που την κωδικοποίησαν στο επίπεδο του συμβολικού, στα ήθη και τα έθιμα του ερωτικού βίου, στις διαφορετικές μορφές της κοινωνίας, είναι αυτό το «πάθος του είναι» που δεν προσαρμόζεται, που δεν βολεύεται ούτε μ’ αυτή την απληστία του «έχω», ούτε με τη λατρεία του «φαίνεσθαι» της κοινωνίας του θεάματος. Ο Λακάν σημειώνει ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό λόγο είναι : «η άρνηση, η διάκλειση του ευνουχισμού έξω απ’ όλα τα συμβολικά πεδία…κάτι που αφήνει στην άκρη τις υποθέσεις της αγάπης»
           Το να απορρίπτει κανείς τον ευνουχισμό στο Συμβολικό επίπεδο σημαίνει την απόρριψη της έλλειψης και, όπως ο ίδιος ο Λακάν ανακάλυψε, το να λείπει η έλλειψη, αυτό επιτρέπει την ανάδυση της αγωνίας. Το να απορρίπτεις τον ευνουχισμό ισοδυναμεί με εκείνη την εκδοχή του λόγου του  καπιταλιστή ο οποίος απομακρύνει το ερώτημα του φύλου και καταργεί την διαφορά των φύλων.
        Στο σεμινάριο «Ακόμα» ο Λακάν διασαφηνίζει πως η διαφορά ανάμεσα στα φύλα δεν  αποτελεί απλά και μόνο μια «πολιτισμική κατασκευή», άποψη η οποία κυριάρχησε μετά τον Φουκώ. Η άποψη αυτή σύμφωνα με την οποία «δεν υπάρχουν δυο και μόνο φύλα αλλά χίλια ή κανένα » οδηγεί  στις  θεωρίες “queer”, οι οποίες τελικά υποτάσσονται, ακόμα κι αν αυτό δεν συμβαδίζει  με την ανατρεπτική τους απληστία, στο “unisex” της ομογενοποίησης των ατόμων και της εκποίησής τους στην κοινή φαλλική αξία της αγοράς ως ίσων ανταγωνιστών. Αλλά η πιο μεγάλη αποτυχία του λόγου του καπιταλιστή βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν καταφέρνει να αποκλείσει την αγάπη από τους ανθρώπινους δεσμούς, ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.
            Πριν να αναρωτηθούμε για το πεπρωμένο της αγάπης στην υπερσύγχρονη κοινωνία, θα πρέπει να εξετάσουμε πώς ο ίδιος ο Φρόϋντ τοποθετεί την αγάπη σε σχέση με τον κοινωνικό δεσμό σ’ αυτό το ιδιοφυές κείμενο του 1930 το οποίο φέρει το τίτλο Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας [ Η δυσφορία του Πολιτισμού]. Στις τελευταίες γραμμές του κειμένου αυτού ο Φρόυντ εξαγγέλλει  τα δεινά τα οποία προαναγγέλλονται  κατά την εποχή του, μέσα από την ενόρμηση του θανάτου έτσι όπως αυτή εκφράζεται από το έργο της σύγχρονης επιστήμης: την μεταξύ των ανθρώπων εξολόθρευση την οποία θα πραγματοποιήσουν οι ναζιστές..
           Οι θέσεις του Φρόϋντ πάνω στον πολιτισμό της εποχής μας και τη δυσφορία που προκαλεί στα υποκείμενα, δεν είναι αισιόδοξες και θέτουν αρκετά ερωτήματα σε σχέση με τα λόγια παρηγοριάς που  επιδιώκουν να αρθρώσουν εξίσου «παθιασμένα οι πιο φρενήρεις επαναστάτες  και οι πιο θαρραλέοι και ευσεβείς πιστοί».
Η αγάπη κατά τον Φρόϋντ : σκυρόδεμα κ διαλυτικό του κοινωνικού δεσμού.
           Αυτό που είναι ουσιαστικό για το στοχασμό του, ως προς τη σημασία της αγάπης για την ανθρώπινη ζωή, το οποίο αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, αναδεικνύεται μέσα από δυο αντιτιθέμενες εκδοχές : από τη μια πλευρά η αγάπη είναι κίνητρο για τον πολιτισμό,  σκυρόδεμα του κοινωνικού δεσμού, από την άλλη όμως και ιδιαίτερα λόγω των απαιτήσεων που έχουν οι γυναίκες για την αγάπη, αντιτίθεται στις προθέσεις του πολιτισμού και οδηγεί στην διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Η αγάπη αποδεικνύεται γι’ αυτόν «μια εφαρμογή της τέχνης της ζωής» με την οποία οι άνθρωποι αναζητούν την ευτυχία μέσω της στοργικότητας των δεσμών με άλλους ανθρώπους προς τους οποίους μετατίθεται η λίμπιντο. Ο Φρόϋντ περιγράφει κατ αυτό τον τρόπο, αυτό το οποίο τα υποκείμενα οποιασδήποτε εποχής νοιώθουν: εάν η σεξουαλική αγάπη είναι το αποκορύφωμα της ικανοποίησης και καθιστά ευτυχισμένο το υποκείμενο, «αυτή η εφαρμογή της ζωής» γίνεται επίσης  πηγή της πιο μεγάλης οδύνης, της πιο μεγάλης δυστυχίας. Μάλιστα η απώλεια της αγάπης του αγαπημένου αναδεικνύει ότι η αγάπη δεν εξασφαλίζει τον δεσμό αλλά αφήνει το υποκείμενο αποσβολωμένο, μετατρέποντας την αγάπη σε μίσος απέναντι στο προηγουμένως αγαπημένο υποκείμενο. Η αγωνία απέναντι στην αβεβαιότητα της αγάπης και του μίσους, το οποίο διαδέχεται την αγάπη και την απώλειά της, δρομολογεί και την πορεία που παραμονεύει κατά την έκβαση της αγάπης.
                Ο Λακάν στο σεμινάριό του 73-74, [ Τα μη- κορόϊδα περιπλανιώνται], αποδεικνύει πως η αγάπη ξαστοχεί στην ένωση που το Φαντασιακό της αγάπης συνάπτει μεταξύ του πραγματικού του είναι της απόλαυσης και του Συμβολικού της ασυνείδητης γνώσης, της ομιλίας.  Η απόλαυση, σεξουαλική ή μη, και η αγάπη δεν συμβαδίζουν, παρά μόνο ως ενδεχόμενο. Εφόσον λοιπόν μπορούν να λειτουργήσουν ξεχωριστά αγάπη και σεξουαλική επιθυμία – είναι κάτι που διείδε ο Φρόϋντ στην κλινική του εμπειρία-  το πάθος της αγάπης σαν ευχή ένωσης ανάμεσα σε δυο όντα, μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία- «καθαρή αποτυχία» θα  χαρακτηρίσει ο Λακάν την εν λόγω απόπειρα.
                Στη Δυσφορία του Πολιτισμού, ο Φρόϋντ θέτει το ερώτημα της διπλής όψης της αγάπης : σκυρόδεμα και διαλυτικό του κοινωνικού δεσμού ο οποίος επιτρέπει την κυριαρχία των συμφερόντων της κοινότητας επί των ατόμων, πράγμα που θα πει ότι έρωτας και ανάγκη εντάσσοντας το άτομο ως « γείτονα, βοηθό, σεξουαλικό αντικείμενο κάποιου άλλου, μέλος μιας οικογένειας, ενός κράτους» γίνονται οι«γονείς» του πολιτισμού με στόχο την διευκόλυνση της συμβίωσης και της ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων
                 Ο ίδιος ανακαλύπτει τις ερωτικές και λιβιδινικές βάσεις της οικογένειας στο ενδιαφέρον του αρσενικού να κρατάει δίπλα του το σεξουαλικό αντικείμενο και στο ενδιαφέρον του θηλυκού για τα παιδιά. Αλλά, εάν η οικογένεια είναι ο πυρήνας του οικογενειακού δεσμού, αναδεικνύεται ταυτόχρονα το λίκνο του διαζυγίου ανάμεσα στην αγάπη και τα συμφέροντα του πολιτισμού.  Τέσσερις είναι οι λόγοι που καταδεικνύει :
-          Ο πρώτος, αφορά την σύγκρουση μεταξύ οικογένειας και κοινωνικού βίου, τη δυσχέρεια των παιδιών να αποσπασθούν από τα ερωτικά οικογενειακά δεσμά και να ενταχθούν μέσα στον κοινωνικό ιστό, την απαιτούμενη εξωγαμία για την δόμηση της κοινωνίας με νέες λιβιδινικές συγγένειες, όπως επισήμανε ο Λέβι- Στρως. Ο Φρόϋντ το γνώριζε αυτό από την αναλυτική του εμπειρία, από τις δυσκολίες των νευρωτικών να το καταφέρουν.
-           Ο δεύτερος, αφορά  τον υποχρεωτικό περιορισμό, μέσα στο πλαίσιο του συζυγικού και μονογαμικού βίου, στο όνομα της οικογενειακής συνοχής. ιδίως όταν η αγάπη γίνεται αντιληπτή ως ετερόφυλη. Έτσι, η παθιασμένη αγάπη και η γεύση της αγάπης, για να το πούμε με τους όρους του Σταντάλ,απέμενε εκτός γαμήλιων δεσμών και   κοινωνικού δεσμού. Η ερωτική αγάπη και τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα δεν φαίνεται να ταιριάζουν.
-          Ο τρίτος, υποδηλώνει ότι, εάν ο πολιτισμός είναι η οδός που οδηγεί από την οικογένεια στην κοινότητα, τα προνόμια της αναγκαιότητας της εργασίας δεν αρκούν για να ενώσουν την κοινότητα, και μόνο οι λιβιδινικοί δεσμοί και το διακύβευμά τους επιτρέπουν την συγκρότηση της ίδιας της κοινότητας. Στην Ψυχολογία των μαζών η άποψη αυτή διατυπώνεται ως εξής : η ενορμητική παραίτηση και η συρρίκνωση της σεξουαλικής ζωής είναι ό,τι επιτρέπει στους ανθρώπους να αφιερώνονται στους συλλογικούς στόχους του πολιτισμού. Η αγάπη με την συνδρομή της στον κοινωνικό δεσμό,  δεν είναι η αγάπη των δύο, αλλά εκείνη που εισάγει το «τρίτο» στοιχείο, εκείνο που καλλιεργεί την αγάπη του Leader, ο οποίος εκπροσωπεί το σημαίνον του ιδανικού και το αντικείμενο της αγάπης. Η αγάπη καθιστά αδέλφια τους ανθρώπους της μάζας με οριζόντιο τρόπο, αλλά έχει την αναφορά στο Ένα της εξαίρεσης, ενσάρκωση του S1. Απ’ αυτό συνάγεται πώς : « ό, τι άρχισε με την σχέση με τον πατέρα ολοκληρώνεται με την μάζα»
-          Ο τέταρτος, στον οποίο δίνει και το μεγαλύτερο βάρος, είναι η «διχόνοια η οποία προκαλείται από τις γυναίκες». Και εδώ βλέπει ένα παράδοξο : εάν οι γυναίκες «με την απαίτηση της αγάπης τους έθεσαν τα θεμέλια του πολιτισμού» εκπροσωπώντας τα « συμφέροντα της οικογένειας και της σεξουαλικής ζωής», θα είναι αυτή η ίδια η απαίτηση της αγάπης τους που θα τις φέρνει αντιμέτωπες με ό, τι απαξιώνεται από τους άνδρες αλλά και με ό,τι τους κάνει να αποφεύγουν τα «καθήκοντά τους  ως σύζυγοι και πατέρες»  γυρίζοντας τη πλάτη τους στα δεσμά της  αγάπης,  για ν’ ασχοληθούν  με τη καλλιέργεια  της κοινωνικής τους θέσης. Η αγάπη, σύμφωνα με τον Φρόϋντ, καθιστά τις γυναίκες «αντι-κοινωνικές» δεδομένου ότι  στερούνται ενός δυνατού υπερεγώ.
Η διχόνοια της γυναικείας αγάπης σύμφωνα με τον Λακάν : «μια αντίσταση στην κοινωνική επιδείνωση»
          Θα επικεντρωθώ σ’ αυτό το σημείο της «διχόνοιας της γυναικείας αγάπης» με τα κοινωνικά συμφέροντα που ο Λακάν την ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο ο Λακάν θέτει υπό εξέταση την φροϋδική ιδέα, θρησκευτική κατά την γνώμη του, σύμφωνα με την οποία η ζωτική αρχή του Έρωτα είναι ενοποιητική, και θα σχολιάσει ειρωνικά, θέτοντας το ερώτημα : Πότε είδε κανείς δυο σώματα να συγχωνεύονται σε ένα ; Το σώμα του άνδρα και της γυναίκας δεν ενώνονται ποτέ εις σάρκα μία, αντίθετα με ότι λέει η Βίβλος. Η σεξουαλική αγάπη δεν κάνει Ένα τουτέστιν Άλλο, αναδεικνύοντας την ετερότητα και το απύθμενο του πραγματικού του Άλλου φύλου. Η αγάπη που στοχεύει το Ένα και το ιδανικό,  συνιστά  μια προσδοκία της νεύρωσης, ειδικότερα της ιδεο-ψυχαναγκαστικής, απομακρυσμένης από την ερωτική συνάντηση.  Ο Λακάν δεν θεωρεί ότι η γυναικεία αγάπη είναι ακοινώνητη, αλλά αντίθετα προσδίδει μια κοινωνική αξία στην γυναικεία αγάπη. Θα προσθέσει επίσης μια νέα διευκρίνιση με στόχο την δομική διχογνωμία της γυναικείας απαίτησης της αγάπης, θεωρώντας ότι αυτή αντιτίθεται σε ό, τι λιβιδινικά συνδέει τους άνδρες μεταξύ τους «με ένα είδος εντροπίας, η οποία ασκείται προς επιδείνωση της κοινότητας».
            Συμπεραίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε να θέτουμε το ερώτημα: «Γιατί η κοινωνική βαθμίδα της γυναίκας είναι υπερβατική ως προς την τάξη του συμβολαίου που εξαπλώνει η εργασία»;
             Αυτή η προσέγγιση του Λακάν, ότι στην γυναικεία θέση ενυπάρχει κάτι το οποίο υπερβαίνει έναν καθορισμένο κοινωνικό δεσμό που προσδιορίζεται από το καθεστώς της εργασίας και ότι ο γυναικείος Έρωτας είναι αντίθετος με την κοινωνική επιδείνωση που το καθεστώς αυτό επιφέρει, μου φαίνεται περισσότερο εν ισχύ παρά ποτέ στην σύγχρονη κοινωνία του νεοκαπιταλισμού. Η επιδείνωση των δεσμών αυτών γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτή ενώ υπερισχύει μόνον ο συμβατικός δεσμός, ο οποίος δεν παύει να εμπορευματοποιεί την αγάπη ως επικερδή παραγωγή όχι μόνο μέσω της εργασίας, αλλά και μέσω της συναισθηματικής επίδρασης που ασκείται σε κάθε δραστηριότητα που συνδέει τα υποκείμενα μεταξύ τους, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι
          Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα , τίθεται από τον Λακάν στο γραπτό του 1958 «Κατευθυντήριες προτάσεις για ένα συνέδριο πάνω στη γυναικεία σεξουαλικότητα», δίδεται το 1970, όταν ορίζει τη γυναικεία θέση  σε σχέση με την απόλαυση και το μη φαλλικό Όλο και πιο συγκεκριμένα όταν φέρνει στο φώς την άποψη  ότι η γυναικεία αγάπη αποτελεί μια μορφή αντίστασης στο φαλλικό Όλο των ανδρών. Είναι οι γυναίκες οι οποίες θα δείξουν στους άνδρες ότι η φαλλική απόλαυση -  η οποία πρυτανεύει στις επαγγελματικές και κοινωνικές αξιώσεις τους και η οποία τελικά ισοδυναμεί με την απόλαυση μιας εξουσίας, ακόμα κι αν είναι φαντασιακού χαρακτήρα - δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Η ανταγωνιστικότητα στην οποία προτρέπει ο καπιταλιστικός λόγος τροφοδοτείται από την κούρσα ταχύτητος σε σχέση με την σταδιοδρομία που, όσο ερεθίζει άλλο τόσο και αγχώνει εισάγοντας το  unisex της ισοτιμίας. Έτσι, σήμερα οι γυναίκες μην αποτελώντας εξαίρεση στην κούρσα  προαγωγής, αγωνίζονται, για να τους δοθεί μια αξία στην αγορά εργασίας
       Στο σεμινάριο στο οποίο αναφερθήκαμε, του 73-74 [ Τα μη κορόιδα περιπλανώνται ], ο Λακάν θα πει : « Για τον άνδρα, η αγάπη, συγκατατίθεται, ως κάτι που κρατιέται και τοποθετείται μες τη κατηγορία του Φαντασιακού, δε συνοδεύεται από λόγια. Η αγάπη του, οδευει χωρίς λόγια γιατί του αρκεί η απόλαυσή του, και είναι γι’ αυτό ακριβώς που δεν καταλαβαίνει τίποτα. Για μια γυναίκα όμως, πρέπει να πάρουμε κάπως τα πράγματα από μια άλλη σκοπιά. Εάν για τον άνδρα κυριαρχεί το δίχως λόγια είναι γιατί η απόλαυση επικαλύπτει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι δεν υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά το θέμα της αγάπης, η απόλαυση όμως της γυναίκας, δεν λειτουργεί χωρίς λόγια, δηλαδή χωρίς την σχέση με την αλήθεια» η οποία πάντα είναι μισο- ειπωμένη γιατί ολάκερη είναι αδύνατο να ειπωθεί.
         Αργότερα θα ολοκληρώσει την προβληματική του με κάτι που δεν ήταν και τόσο αστείο : « αυτό που ενδιαφέρει την σεξουαλικότητα, είναι το κωμικό στοιχείο, είναι το ότι όταν ένας άνδρας είναι γυναίκα μόνο τότε αγαπά, δηλαδή λειτουργεί μ’ αυτό που λέγεται,  μου σηκώθηκε». Εν ολίγοις η αγάπη εισάγει την εκθήλυνση, καθιστώντας τον άνδρα πιο ευάλωτο καθώς τον βγάζει από την φαλλική του απόλαυση.  Το ίδιο ισχύει και για μια γυναίκα, όταν αυτή, την αναζητά στα μοναδικά ερωτόλογα που απαιτεί από έναν άνδρα ο οποίος μόνο έτσι μπορεί να ξυπνήσει την γυναικεία της απόλαυση. Γι’ αυτήν η αγάπη γίνεται το καλύτερο βάλσαμο για το δικό της ευάλωτο, για την απώλεια της δικής της ταυτότητάς μέσα στην Άλλη απόλαυση.
Οι ασυνείδητες καταβολές της αγάπη
          Κατά συνέπεια η αγάπη καθιστά ευάλωτο τον καπιταλιστικό λόγο γιατί δεν μπορεί ούτε να πουληθεί αλλά ούτε και ν’ αγορασθεί. Η αγάπη δεν συνιστά έναν άμεσο δεσμό με τον άλλο ως αντικείμενο, γιατί αυτό το τελευταίο είναι κάτι που προκύπτει μες την φαντασίωση, η οποία δίνει και τη μορφή του επιθυμητού ή του αγαπητού αντικειμένου  στο επίπεδο της πλοκής μιας σημαίνουσας αφήγησης. Πρόκειται για την θεμελιώδη φαντασίωση χωρίς την οποία το υποκείμενο είναι αδύνατον να στηρίξει την δυνατότητα της αγάπης  ως ερωτική προσδοκία, ούτως ή άλλως πάντα ανικανοποίητης.
         Στο τέλος του σεμιναρίου Ακόμα, ο Λακάν, τοποθετεί την αγάπη που ικανοποιείται, ως εκείνη που παρέχεται μέσα από το ενδεχόμενο της μεταξύ των δύο συνάντησης, στις ασυνείδητες καταβολές της και όχι στην δυνατότητα που παρέχει η φαντασίωση η οποία εγκαθιδρύει την ερωτική συνθήκη της επιθυμίας αλλά δεν εξασφαλίζει την συνάντηση στην οποία αναδεικνύεται η αμοιβαιότητα της αγάπης. Στη συνέχεια θα πει για την αγάπη ότι είναι μια σχέση ανάμεσα σε υποκείμενο προς υποκείμενο ανάμεσα σε δυο υποκείμενα ενός ασυνειδήτου. Το ενδεχόμενο, το τυχαίο μιας συνάντησης συντελεί στην ανάδειξη της αγάπης ως λεκτικό γεγονός το οποίο υποστηρίζει τη συνάντηση ως μια ορισμένη σχέση μεταξύ των δυο ασυνειδήτων.
          Στη προκειμένη περίπτωση η αγάπη στοχεύει όχι τον άλλο ως φαντασιακό αντικείμενο αλλά εκείνο το οποίο αποτελεί το ανείπωτο του γλωσσικού όντος,  αυτό το οποίο δεν αποκρυπτογραφείται από το υποκείμενο του είναι του ασυνείδητου. Αυτή η αληθινή αγάπη, βάζοντας τον άλλο σ αυτή τη θέση τον καθιστά μοναδικό, απαράμιλλο σε σύγκριση με τα άλλα αντικείμενα, όπως είναι τα αντικείμενα της επιθυμίας τα οποία υποκαθίσταται μες την φαντασίωση, μην χωρώντας σε καμία λογιστική ή σε κανέναν υπολογισμό της απόλαυσης. Στο ίδιο σεμινάριο, ο Λακάν λέει επίσης ότι η αγάπη είναι αναπλήρωση στην  αδυνατότητα της σεξουαλικής σχέσης, σ’ αυτό που δεν μπορεί να επιτύχει την απόλαυση του Άλλου ως σώμα μεταξύ των δυο φύλων. Γιατί κανείς δε μπορεί να απολαύσει στη θέση του άλλου ούτε να γνωρίσει την απόλαυση του Άλλου φύλλου.
           Ο ερωτικός δεσμός υποκειμένου με υποκείμενο λειτουργεί ανατρεπτικά στον καπιταλισμό γιατί αφαιρεί από το υποκείμενο την θηλιά  η οποία πιάνει το αντικείμενο της απόλαυσης της αγοράς, εξωθώντας το στην πραγματοποίηση της φαντασίωσης, ως κατοχή του αντικειμένου της επιθυμίας το οποίο τόσο απατηλά προαγάγει. Γι αυτό οι «κακές αγάπες» είναι εκείνες, των ανθρώπων οι οποίοι είναι προσκολλημένοι στο παραλήρημα της φαντασίωσής τους, εκείνες που τους κάνουν  να πιστεύουν ότι κατέχουν μια γυναίκα ως αντικείμενό τους.
         Απ’ αυτό το σημείο αυξάνεται στο ζευγάρι η κακομεταχείριση, σε μια κοινωνία που εξωθεί στην πραγματοποίηση της φαντασίωσης με τις καταστροφές που παράγονται στο πραγματικό. Δεν είναι μια απλή υπόθεση, όπως λέμε, του αναπόφευκτου αρσενικού φαλλοκρατισμού που προέρχεται από τις παραδοσιακές μορφές της κοινωνίας. Είναι οι σύγχρονες μορφές του «κακάσχημου έρωτα» παράγωγου της ναρκισσιστικής φαντασίωσης των ιδεο- ψυχαναγκαστικών.
         «Κακάσχημος» όπως επίσης οι υστερικοί έρωτες, με την παραληρηματική φαντασίωση ότι θα υπήρχε μια γυναίκα η οποία θα ήξερε να πληροί έναν άνδρα, κάθε άνδρα. Η υστερική δεν αγαπά έναν άνδρα για την μοναδικότητά του βγάζοντάς τον από το σύνολο των ανδρών. Οι υστερικές υπερηφανεύονται πως είναι « οι γυναίκες που αγαπάνε πολύ παρισσότερο»- τίτλος βιβλίου που γνώρισε μεγάλη επιτυχία – πράγμα που τους επιτρέπει να επιχειρήσουν την εξήγηση της διάλυσης των ερωτικών σχέσεων και την αποτυχία των ζευγαριών, δίχως να αντιλαμβάνονται ότι σ’ αυτό το «πολύ» εμπεριέχεται ο τρόπος που υιοθετούν κατά την αποστολή τους να μετατραπούν στο πολύτιμο εκείνο αντικείμενο που θα γίνει το αίτιο της επιθυμίας του Άλλου, το παραπάνω για έναν άνδρα τον οποίο κα βλέπουν σαν Κύριο που δεν επιθυμεί. Το να διεκδικείς την αγάπη του Άλλου δεν είναι σημάδι της αγάπης, γιατί η αγάπη έχει σημασία, μόνο όταν μπορεί να προέλθει από τον Άλλο.            Αγαπώ σημαίνει ότι δίνω τα σημάδια στον άλλο πως σημαίνει κάτι σαν υποκείμενο και ότι τα λεγόμενά του μετράνε. Κι αυτή την περίοδο ο οδυρμός των ανθρώπων συνίσταται στο να πνίγονται μέσα σε καταθλιπτικά συναισθήματα τα οποία προέρχονται από το ότι αισθάνονται ότι δεν είναι τίποτα για τον Άλλο Απ’ αυτόν τον Άλλο που δεν ενσαρκώνεται πλέον ως υποκείμενο, αλλά μετατρέπεται κάθε φορά σ’ έναν Άλλο όλο και περισσότερο ανώνυμος στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου.
Η αγάπη στον καπιταλισμό : αναπλήρωση του κοινωνικού δεσμού.
Αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ανανεωτικό, σ’ αυτή τη περίοδο προχωρημένου καπιταλισμού είναι αυτό που επισημαίνει η Κολέτ Σολέρ εδώ και πολύ καιρό, διαφοροποιούμενη από τον Φρόϋντ που επέμενε στην διάκριση ανάμεσα σε αγάπη και κοινωνικό δεσμό : η αγάπη αποτελεί αναπλήρωση του κοινωνικού δεσμού. Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο κραυγαλέο, ότι στην εποχή της προσωρινότητας του κοινωνικού δεσμού και της χρεοκοπίας του, αλλά και της πυροδότησης της αγωνίας και των πιο ασυνήθιστων βιαιοπραγιών,  η αγάπη όχι μόνο λειτουργεί ως αναπλήρωση της σεξουαλικής σχέσης που δεν υπάρχει στην απόλαυση των σωμάτων, αλλά έρχεται να αποκτήσει και μια νέα μορφή και λειτουργία, αυτήν της αναπλήρωσης του εφήμερου του κοινωνικό δεσμό. Σ’ αυτή την προσέγγιση καταλήγουν κάποιοι κοινωνιολόγοι και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι είναι γυναίκες.
Αυτό το οποίο είναι σίγουρο είναι ότι η αγάπη δημιουργεί δεσμό τουλάχιστον ανάμεσα σε δύο υποκείμενα, λόγω ίσως του ενδεχόμενου της συνάντησης, αφού το ζευγάρι έρχεται αντιμέτωπο με το πραγματικό το οποίο είναι το μόνο που τροφοδοτεί τις υπερσύγχρονες κοινωνίες στην αγορά των απολαύσεων καταδικάζοντας τα υποκείμενα στην ολοένα αυξανόμενη μοναξιά.
Ο κοινωνιολόγος Anthony Giddens υπογράμμισε το πώς οι κοινωνικοί υπερπροσδιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που έχουμε να κάνουμε με ερωτικές σχέσεις. Κατά την άποψή του στην οποία παραπέμπουν πολλές βιβλιογραφικές αναφορές,  η σύγχρονη αγάπη έχει συρρικνωθεί στην «προσωπική σχέση» η οποία ορίζεται ως ένωση η οποία βασίζεται στον « συνεταιρισμό με ένα άλλο πρόσωπο το οποίο παράγει την επαρκή ικανοποίηση για τον καθένα». Συχνά στις αναλύσεις ακούγεται ότι « έχει κανείς σχέση με ένα πρόσωπο» χωρίς να διευκρινίζεται εάν είναι άνδρας ή γυναίκα.
Το προβληματικό σημείο σ’ αυτή την σχέση εμφανίζεται όταν το ένα άτομο δεν ικανοποιεί αρκετά το άλλο. Πρόκειται για μια κακή επένδυση ; Τι συμβαίνει όταν αυτό το πρόσωπο χάνει την « εμπορευματική» του αξία ή την κοινωνική εξουσία που τροφοδοτούσε την φαλλική λάμψη της εικόνας του ; Όταν δέχομαι συμβουλευτικά κάποιες τέτοιες περιπτώσεις διαπιστώνει κανείς ότι δεν μπορούν να ελέγξουν την επιθετικότητα την οποία απευθύνουν στον παρτεναίρ τους ενώ ανακαλύπτουν πόσο βαθειά η αγάπη τους στηρίζονταν στον ναρκισσισμό ή στον ναρκισσοκυνισμό έννοια την οποία επινόησε η Κολετ Σολέρ συμπυκνώνοντας σε μια τις λέξεις ναρκισσισμός και κυνισμός. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι οι οποίοι όταν η σχέση «δηλητηριάζεται» θέλουν να την ξεφορτωθούν χωρίς καμία απώλεια, όπως ακριβώς ξεφορτώνονται οι τράπεζες τα υποθηκευμένα «τοξικά ομόλογα». Η λογική του χρηματιστηριακού καπιταλισμού στις διαπροσωπικές σχέσεις επιδιώκει να επιτύχει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος χωρίς απώλειες και ελλείμματα ενώ η απουσία της αγάπης γίνεται πιο εμφανής όταν διαρρηγνύεται  το πέπλο που συντηρεί το καθρέφτισμα της φαντασίωσης που στηρίζει την απόλαυση του ναρκισσιστικού και φαλλικού Ενός.
Στην καλύτερη περίπτωση, και αυτό το παρατηρούμε στην κλινική, η επιθετικότητα  και η αγωνία αναδύονται, είτε με τη μορφή του πανικού, ιδιαίτερα στον ιδεο-ψυχαναγκαστικό είτε με την αγχώδη διαταραχή που κατακλύζει το σώμα στην περίπτωση της υστερικής. Η σύγχρονη αγάπη δεν έχει τα πρότυπα που καλλιέργησε το συμβολικό άλλων ιστορικών περιόδων, ενσαρκώνοντας τη ρευστότητα των αξιών του καπιταλιστικού λόγου και τον εφήμερο και ασταθή χαρακτήρα  της στιγμιαίας ικανοποίησης.
 Η αγοραία  και διαρκής αναζήτηση παρτεναίρ στο διαδίκτυο συρρικνώνει την έννοια στην παροχή υπηρεσιών αγάπης , εισάγοντας την έλλειψή της ακόμα και στα δείγματα γραφής τα οποία περιορίζονται στα επιλεκτικά προφίλ της προσωπικότητας του άλλου της γνωριμίας. Το πρόβλημα με τις διαδικτυακές συνδέσεις οι οποίες αποτελούν ένα είδος αναπλήρωσης του κοινωνικού δεσμού είναι ότι δεν εξασφαλίζουν τους λιβιδινικούς δεσμούς οι οποίοι δένουν το Πραγματικό και το Συμβολικό με το Φαντασιακό  αποσταθεροποιώντας έτσι τη σχέση με τον συνάνθρωπό. Μ’ αυτή την έννοια το διαδίκτυο είναι πιο ευνοϊκό στις «ρευστές σχέσεις» στις οποίες δεν δένουν τα σώματα, οι απολαύσεις και τα λεγόμενα του υποκειμένου. Για να καλύψουν αυτή την έλλειψη οι επιχειρήσεις μεταχειρίζονται μια σειρά τεχνικές γνωριμίας ανάμεσα στα μέλη τους ή τα μέλη ενός club όπου οι προβλεπόμενες σύντομες συναντήσεις συμβάλλουν στο να υπολογίζεται ακόμα και η πιθανότητα του κεραυνοβόλου έρωτα και της διαχείρισής του.
Ανάδειξη νέων ερωτικών δεσμών με εκπληκτικά επιτήδειους τρόπους
Εάν η αγάπη οφείλει να φθάσει υποκειμενικά στο ενδεχόμενο της συνάντησης, αυτό μπορεί  να αναδειχθεί μόνο ανάμεσα σ’ εκείνους οι οποίοι χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους συγκλίνουν όχι με γνώμονα τις κοινές απολαύσεις, κάτι το οποίο μέχρι πρότινος ήταν συνηθισμένο, αλλά με βάση ένα κοινό κοινωνικό σύμπτωμα από το οποίο πάσχουν. Είναι ενδεικτικό το σύνθημα το οποίο είχε αναγραφεί σε πανό από τους νέους Ισπανούς του κινήματος 15-Μ το οποίο έλεγε « αυτό δεν είναι ένα “Botelon”» ( συνήθως στις μαζώξεις των νέων στις πλατείες συνηθίζονταν η κατανάλωση αυτού του αλκοολούχου παρασκευάσματος  μαζικά), ενώ το πιο σπουδαίο είναι ότι στις πρόσφατες μαζικές συγκεντρώσεις αποκλείεται η όποιαδήποτε χρήση του αλκοόλ και των ναρκωτικών ενώ και αυτό είναι το πιο εκπληκτικό,  η τεράστια μάζα των νέων διαδηλωτών δεν πρόβαλε καμία αντίσταση στην συλλογική απόφαση, απέχοντας συλλήβδην από κάθε κατανάλωση.
                Πώς να ερμηνεύσουμε αυτή την παραίτηση από τις αναλώσιμες απολαύσεις ; Το κοινωνικό σύμπτωμα όντας το κίνητρο που εμψυχώνει και καθοδηγεί την πλειοψηφία των πολιτών κάθε ηλικίας και συνθήκης, νέους, γέρους τείνει να γίνει αντίδοτο στη δυσφορία της προσωρινότητας στην οποία καταδικάζει, το σύστημα, το πλήθος των ανθρώπων που πληρώνουν με την ζωή τους τις κυβερνητικές ενέργειες και τις συνέπειες της κρίσης των χρηματαγορών η οποία πήρε εκρηκτικές διαστάσεις το 2008 στην Ισπανία και καταστροφικές σε άλλες χώρες.
                Στην Ισπανία διαπιστώνουμε ότι τα πλήθη δεν σχηματίζουν πλέον μια μάζα η οποία έχει την αναφορά της σ’ έναν ηγέτη, σ’ ένα συλλογικό κυρίαρχο σημαίνον που επαφίεται στη οργάνωση της κοινότητας μέσα από την συμβολική τάξη. Τα πλήθη μπορούν σήμερα  να πειραματίζονται σε νέους λιβιδινικούς δεσμούς οι οποίοι καλλιεργούνται μέσα από μια κοινή υπόθεση, η οποία έχει ως σημείο εκκίνησης την προσωπική δυσχέρεια του καθενός πριν καταλήξει σε συλλογική υπόθεση της κοινωνίας. Η σκληρότητα της κρίσης αφόπλισε τους πολίτες και η πηγή της συλλογικής κοινωνικής δυστυχίας αναδείχθηκε πιο σοβαρή και μαζική απ’ ότι οι ατομικές πληγές των «ρευστών σχέσεων».
                Εδώ και τρία χρόνια στην Ισπανία οι ευκαιρίες για εργασία ρευστοποιήθηκαν και εξανεμίστηκαν, και μετά απ’ αυτό κανείς πλέον πιστεύει ότι καμία κυβέρνηση ανεξαρτήτου ιδεολογίας και πολιτικής τοποθέτησης δεν θα καταφέρει να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας που θίγει το 24 % του πληθυσμού και στους νέους κάτω των 35 ετών το 55%. Η δυσαρέσκεια που προκάλεσε η επιλογή της κυβέρνησης να υποταχθεί στις αγορές, να στερήσει το μέλλον και να ελαττώσει τις συντάξεις και τις κοινωνικές αποδοχές οδήγησε τους νέους να συνεργαστούν έχοντας’ ένα κοινό στόχο. Επινοούν νέες μορφές συλλογικότητας  δημιουργώντας επιτροπές με διαφορετικά θέματα επεξεργασίας και δεσμούς «οριζόντιας δημοκρατίας» ενώ μετά από εβδομήντα χρόνια φρανκισμού επανασυνδέονται με την χαμένη δημοκρατική παράδοση της Ισπανίας.
                Η αλληλεγγύη και ανταλλαγή υπηρεσιών ανάμεσά τους δίχως την διαμεσολάβηση του  χρήματος εισήγαγε νέες μορφές κοινωνικών δεσμών. Το πιο δύσκολο διακύβευμα σ’ αυτές τις νέες αναδυόμενες μορφές κοινωνικού δεσμού βρίσκεται, όπως και στο τέλος μιας ανάλυσης, στον τρόπο με τον οποίο η ικανοποίηση ως απόρροια της υποκειμενικής λύσης που δίδει ο καθένας μας συνάδει  με την ετερότητα των ομοίων μας,  με ή χωρίς αγάπη.