Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Une lettre de Magritte à Lacan

not-to-be-reproduced
 En furetant dans une salle des ventes j'ai trouvé par hasard, parmi un paquet de vieux documents, une lettre de René Magritte, lettre supposée, d'après son contenu, avoir été adressée à Jacques Lacan sans qu'on puisse en être certain. Il faudrait bien sûr pouvoir l'authentifier.
« Cher ami,
comme vous devez vous en souvenir, nous nous sommes rencontrés au sein du groupe des surréalistes. C'est à ce titre, que je vous écris. J'ai toujours eu horreur de la psychanalyse et ce n'est donc surtout pas en tant que psychanalyste que je m'adresse à vous, mais j'aimerais savoir ce que vous pensez de mon tableau intitulé « La reproduction interdite » car il reste pour moi-même une véritable énigme.
Pourriez-vous au moins me suggérer quelques raisons qui restent inconnues de moi et qui m'ont poussé à faire ce portrait du poète anglais sous la forme de cet homme qui se regarde dans un miroir. Il ne se voit que de dos, ce qui donne, je trouve, à cette toile une impression de très inquiétante étrangeté. Le modèle est un poète anglais que vous connaissez peut-être. Il a pour nom Edward James, c'est l'un de nos plus fidèles mécènes, mais représenté ainsi de dos, nul ne peut le reconnaître. Peut-être même, en rajoutant mon chapeau sur sa tête, pourrait-on croire qu'il s'agit d'un auto-portrait.

Posé sur ce qui est une tablette de cheminée, j'ai peint un livre qui se reflète lui aussi dans le miroir mais dans sa forme normale, inversée. J'y ai inscrit son titre : « Aventures d’Arthur Gordon Pym de Nantucket ». Il s'agit comme vous le savez d'un livre d'Edgar Allan Poe, auteur que j'aime beaucoup. Je me suis posé certes la question de savoir pour quelle raison je l'avais choisi plutôt que de peindre un des livres de celui qui me servait de modèle, Edward James, cela aurait été plus logique.
Peut-être est-ce lié au fait qu'à la fin de ce roman il y a en effet la description d'un événement impossible à décrire, une apparition onirique neigeuse, une forme humaine de grande taille toute blanche vient se substituer à une impossible description de la découverte pourtant jusque là inédite de ce qu'il y avait réellement au pôle sud. Cette apparition vient certes rendre impossible cette découverte mais aussi en protège les trois héros qui sont en grand danger d'être engloutis avec leur fragile rafiot dans une sorte de gouffre qu'ils entrevoient au travers de ce voile. Je sais que Marie Bonaparte en a fait il y a quelques années une longue étude.

Mais il m'est plutôt venu à l'idée, en y repensant, qu'une des anecdotes de ce livre pouvait être mise en relation avec cette reproduction interdite. Edgar Poe décrit en effet la terreur qui a saisi l'un des personnages de son roman, le chef d'une peuplade inconnue vivant près du pôle sud, lorsqu'il a découvert un double miroir dans la goélette qui venait d'aborder sur leur île. Ce qui avait provoqué sa terreur ce n'était pas de se voir de dos, mais de se voir deux fois de face, sur chacun des deux miroirs disposés l'un en face de l'autre.
Je sais en effet que vous avez eu un certain succès au cours d'un congrès de psychanalyse, en y développant ce que vous avez appelé le stade du miroir. C'est là, de ce que j'en ai compris, que l'enfant découvre en se regardant dans un miroir sa propre image et constitue son moi, ce d'autant plus qu'il le fait sous le regard admiratif de sa mère. Mais c'est aussi ce qui lui permet d'aimer les autres et de leur ressembler.

Je me suis demandé si ce qui donnait à ce tableau cet aspect étrange ce n'était pas le fait qu'il rendait impossible à ce personnage de se regarder dans ce miroir tel Narcisse, de s'y admirer ou de s'y détester mais au-delà d'y aimer ou d'y détester quelqu'un d'autre.

La réponse de Lacan ne nous est pas parvenue, peut-être avait-il joué, dans sa lettre, sur l'équivoque du titre de ce tableau car les hommes aussi se reproduisent et, pour le maintien de la vie, il est en effet souhaitable que cette reproduction ne leur soit pas interdite. Comme le disait notre cher Rabelais, « La tête perdue, ne périt que la personne ; les couilles perdues, périrait toute nature humaine ».

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η μαθητεία του Ταίρλες


Το 1906, ο τότε πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ δημοσίευσε στον εκδοτικό οίκο «Wiener Verlag» το μυθιστόρημα «Die Verwirrungen des jungen Törleß». Η επικρατέστερη απόδοση στα ελληνικά είναι «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες»  Του  Ν. Σκοπλάκη
          
Ωστόσο, η γερμανική λέξη «Zögling» αποκαθιστά ένα έμψυχο υπόλοιπο, αφού δηλώνει όχι μόνο τον οικότροφο και τον τρόφιμο, αλλά και τον μαθητή. Ο Ταίρλες συγκροτείται σαν μια προσωποπαγιωμένη μαθητεία, οι διαστάσεις και οι άλλες εκδοχές της οποίας διαποτίζουν όλο το αφηγηματικό υλικό: χαρακτήρες, πράγματα και καταστάσεις. Αυτές είναι οι αναστατώσεις που μορφοποιούνται ως κράμα παροξυσμού και νηφαλιότητας σε μια συσχετιστική λειτουργία, καθιστώντας το μυθιστόρημα ίσως το προορατικότερο για τον ευρωπαϊκό 20ο αιώνα. Η λογοτεχνική αποτύπωση της αμφιθυμικής σχέσης ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχικό στη στρατηγική καθυπόταξης των υποκειμένων από την εξουσία το έχει ήδη καταστήσει επίκαιρο και στον 21ο αιώνα.

Ι. Ο χρονότοπος του Ταίρλες:
 Σημαίνοντες στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι τόσο οι προσδιορισμοί του περιεχομένου όσο οι διαδικασίες του προσδιορισμού τους. Το λογοτεχνικά αισθητό τοπίο (αστικό, της υπαίθρου ή μίξεις και υποδιαιρέσεις τους) διαβάζεται ως διανοητικό τοπίο της συνείδησης ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, ο οποίος μορφοποιείται και σε μια συνάρτηση που αναδεικνύει η λογοτεχνική θεωρία: χαρακτήρας = «cityscape» = «inscape». Συνάρτηση του «σημασιοδοτημένου χώρου» στη λογοτεχνία. Η λειτουργία αυτής της διαδικασίας προσδιορισμού βασίζεται στη μεταβίβαση της γνωσιακής χαρτογράφησης (cognitive mapping) από τον κόσμο που μας περιβάλλει στον μυθοπλαστικό κόσμο, στον χώρο και τον χρόνο του. Ειδικά για τον χώρο, η προοπτική του συνάγεται ως εξελισσόμενη ολοκλήρωση ευρετηριακών και εικονιστικών σημείων στην αφηγηματική του σύλληψη. Οι ασυμμετρικοί, αλλά αδιαχώριστοι προσδιορισμοί χώρου και χρόνου αποτυπώνονται ανάγλυφα στον «χρονότοπο» του Μπαχτίν: «Στον καλλιτεχνικό-λογοτεχνικό χρονότοπο συντήκονται διακριτικά του χώρου και του χρόνου σε ένα πολυσήμαντο και συγκεκριμένο όλο. Ο χρόνος εκεί πυκνώνει, συστέλλεται και γίνεται ορατός με τους τρόπους της τέχνης. Ο χώρος κερδίζει σε ένταση, εμπλέκεται στην κίνηση του χρόνου, του υποκειμένου, της ιστορίας». Ο χώρος, ο χρόνος και οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας γίνονται κατάφορτοι με σημασία, όπως και τα σώματα, τα οποία ως επενέργεια και αλληλουχία εκτείνονται σκοπίμως, μέσω της γνωσιακής χαρτογράφησης του πραγματικού, στην αφηγηματική επιφάνεια.


Ο χρονότοπος του δεκαεξάχρονου Ταίρλες αναφέρεται σε συγκεκριμένα ευρετηριακά και εικονιστικά σημεία της Αυστρο-Ουγγαρίας, αλλά και ευρύτερα της Ευρώπης, από το 1870 μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα: όταν οι κυρίαρχες τάξεις απομόνωναν τους γόνους τους σε εκπαιδευτικά κάτεργα, πειθαρχικά ιδρύματα, ώστε να τους απομακρύνουν από την κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της εποχής τους, από τις ζωντανές αντιθέσεις και τις ανατρεπτικές πρωτοπορίες, οι οποίες ως (σύμφωνα με τον Μούζιλ) «δελεαστικά πρότυπα» μπορούσαν να περιπλέξουν τις ψυχο-κοινωνικές προϋποθέσεις στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου. Κυρίαρχες τάξεις είναι το παραπληρωματικό σύνθεμα από κατάλοιπα της αριστοκρατίας, μεγαλοαστικά και ανερχόμενα μεσαία στρώματα, όπως τα περιγράφει στην κλασική του μονογραφία ο ιστορικός Άρνο Μάγιερ [1]: Ιεροποιώντας τον χωρίς κανόνες ανταγωνισμό στην οικονομία της αγοράς, αναγνωρίζονται σε έναν πεσιμιστικό και άκαμπτο συντηρητισμό, στην αντιδιαφωτιστική αντίδραση. Η ανασυγκρότηση των συντηρητικών δυνάμεων μέσα στον κοινωνικό δαρβινισμό και τις ιδεολογικές επιρροές από το ancien régime αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση περισσότερων δημοκρατικών και κοινωνικών αλλαγών, όπως και στην αποδόμηση ορισμένων από όσες είχαν συντελεστεί στο πρόσφατο παρελθόν. Η έννοια του πολέμου, σε όλες τις διαστάσεις της, γινόταν μυστικιστικό αντικείμενο λατρείας των ελίτ εναντίον των κυριαρχούμενων τάξεων και διευκόλυνε την κοινωνική κυριαρχία μετατρέποντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό σε εθνικό. Μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα κοινωνικού δαρβινισμού και αντιδιαφωτιστικών επιρροών, ο πόλεμος επικρατούσε ως πανάκεια και ένα από τα ορατά σύμβολά του ήταν οι σχολές αξιωματικών για τις ελίτ: τις καθιερωμένες και τις επίδοξες [2].

Ο γόνος της εύπορης μεσαίας τάξης Ταίρλες συναντά με διπλό βλέμμα («με τα μάτια της νόησης και με τα μάτια του συναισθήματος»), σε μια στρατιωτική σχολή με οικοτροφείο για τις ελίτ, τον Ράϊτινγκ, τον Μπάϊνεμπεργκ και το θύμα τους, Μπαζίνι. «Ένας μικρός σταθμός στη σιδηροδρομική γραμμή που οδηγεί στη Ρωσία». Ένα αποπραγματοποιημένο (όπως στον Κάφκα) τοπίο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται κάπου στα ανατολικά σύνορα της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. «Αντικείμενα και άνθρωποι είχαν κάτι αδιάφορο, άψυχο, μηχανικό, σαν να είχαν βγει από τη σκηνή ενός κουκλοθεάτρου». Στο διανοητικό τοπίο της συνείδησής του, ο Ταίρλες μετεωρίζεται ανάμεσα στη μηχανική αδιαφορία και τα συναισθήματα που προκαλούν οι εμπειρίες στις οποίες παρασύρεται: εμπειρίες από το οπλοστάσιο της βαρβαρότητας και εμπειρίες αναστοχασμού με αφετηρία την καθυπόταξη. Στον χρονότοπο του Ταίρλες αναδεικνύονται οι αιτιώδεις συνάφειες των αναστατώσεών του με την κοινωνία και τους θεσμούς της, όπως έχει εύστοχα τονίσει ο κριτικός Ούβε Μπάουερ.


ΙΙ. Οι αναστατώσεις της ταυτότητας: Εξίσου εύστοχα, η Ρενάτε Σρέντερ-Βέρλε υπενθυμίζει ότι η ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του δεκαεξάχρονου Ταίρλες ως επίκεντρο του μυθιστορήματος είναι μια πανουργία της αφήγησης. Το μυθιστόρημα του Μούζιλ διατηρεί επιφανειακή μόνο σχέση με τα σύγχρονα (ή περίπου σύγχρονά του) μυθιστορήματα εφηβείας, ενώ υποσκάπτει όλα τα στοιχεία του «Bildungsroman» («μυθιστορήματος μαθητείας») που χρησιμοποιεί: Εδώ, δεν αναδύεται στο τέλος κάποια πλήρωση, κάποια λύση ή μια καινούργια μορφή ύπαρξης για τον χαρακτήρα, αλλά μια φυγή. Στο τέλος, με προοπτική που ανήκει στον Ταίρλες και όχι στον συγγραφικό αφηγητή, διαβάζουμε: «Ξέρω: τα πράγματα είναι τα πράγματα και μάλλον θα μείνουν για πάντα έτσι. Και εγώ θα τα ατενίζω πότε έτσι και πότε αλλιώς». Σύμφωνα με τον Ντίτμαρ Γκόλντσνιγκ, η επικίνδυνη διανοητική απάθεια του Ταίρλες απέναντι στην πρακτική των εμπειριών καθυπόταξης καταδεικνύει την αντιπολιτική στάση μιας κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται. Μέσα στο διανοητικό τοπίο της συνείδησης του Ταίρλες, αναγνωρίζουμε το στρατιωτικό οικοτροφείο και τον περίγυρό του ως απείκασμα μιας ιστορικά προσδιορισμένης κοινωνίας, μαζί με την αντινομία του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού» κόσμου που αποπραγματοποιεί το κοινωνικό τοπίο. Η διάσταση ανάμεσα στο λεκτό και το μη-λεκτό είτε κάνει τις λέξεις να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες είτε αποδίδει σ’ αυτές μαγικές ιδιότητες. Έτσι, για τον Ταίρλες οι λέξεις είναι «τυχαίες διαφυγές για το αισθητό», ενώ η γλώσσα αποδίδεται ως μία διαδοχή από αστοχίες, όπως παρατηρεί ο Κλαούντιο Μάγκρις.

Η μαθητεία απαιτεί από τους μαθητές αποκλειστικά πράξεις αναπαραγωγής και προσαρμογής σε μια κυρίαρχη κανονικότητα, παρά τις εξωτερικές διακηρύξεις των αξιών της παιδείας. Η ισοπέδωση και η καταπίεση της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας συγκροτούν τη μαθητεία ως εθισμό στην ετερονομία. Η μακιαβελική εξουσιολαγνία του Ράϊτινγκ και ο σαδιστικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ μορφοποιούνται και εμπλέκονται με τις σχέσεις εξουσίας που ρυθμίζει και αναπαράγει η συγκεκριμένη μαθητεία: από την καταστροφή του αυτοκαθορισμού αναδύεται ο ατομικισμός του πολέμου ως πανάκεια. Φαινομενικά, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αντιτίθενται στην ιεραρχική διαστρωμάτωση της μαθητείας με το να στιγματίζουν, να εκμεταλλεύονται και να βασανίζουν τον Μπαζίνι. Στην πραγματικότητα, έρχονται στη θέση του ισχυρότερου και εφαρμόζουν το αξίωμα της εκπαίδευσής τους: μετατρέπουν τον Μπαζίνι σε αντικείμενο, καταστέλλουν τον αυτοκαθορισμό του, τη δυνατότητα αυτοτελούς ύπαρξής του. Η άσκηση στη βαρβαρότητα ενοποιεί, περιχαρακώνει, θεμελιώνει την αυταρχική περίκλειστη ταυτότητα και εγγυάται την αναπαραγωγή των ιεραρχικών της διαστρωματώσεων. Ο συγκλονισμός των δασκάλων με την αποκάλυψη αυτής της παραβατικότητας είναι η αναγκαία ρύθμιση της υποκρισίας, μέχρι να αποκατασταθούν οι ισορροπίες του μη-λεκτού ως επιβράβευση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ.

Όπως έχει επισημάνει ο Ζαν-Πιέρ Κομετί, ο Μπαζίνι στιγματίζεται ως «τέρας», διότι η υπό συγκρότηση ταυτότητα των διωκτών του αισθάνεται απειλημένη από την «πλαστικότητά» του, την ενδεχομενικότητά του. Ο Μπαζίνι αντιπροσωπεύει μια εμβάθυνση, ένα ριζοσπαστικό τράνταγμα, σαν κομβικότητα στην οντολογία της λίμπιντο. Είναι ικανός να προσανατολίζει την επιθυμία του στον Ράϊτινγκ και στον Ταίρλες και να αποστρέφεται τον Μπάϊνεμπεργκ. Αντιθέτως, ο Ράϊτινγκ όσο διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον Μπαζίνι «δεν είναι ερωτευμένος», αλλά «τον διασκεδάζει, το πολύ να τον δελεάζει αισθητηριακά» (βλ. 5ο κεφάλαιο). Άλλωστε, τόσο το πεδίο της ετεροφυλόφιλης όσο και της ομοφυλόφιλης επιθυμίας δεν διαχωρίζονται, αλλά αποικίζονται από την ίδια εξουσία, η οποία στον δημόσιο χώρο καταδίδει και ιατρικοποιεί το πεδίο της ομοφυλόφιλης επιθυμίας. Τόσο η εκδιδόμενη Μποζένα όσο και ο Μπαζίνι γίνονται επανεδαφοποιήσεις μιας ενέργειας διαχειρίσιμης από την κυρίαρχη τάξη σαν ανάχωμα που την στηρίζει, αντί να ανοίγει νέες διεξόδους [3].     

Στο επόμενο στάδιο, η ταυτότητα ανατάσσει τη δια-σκέδασή της με τον στιγματισμό και την τιμωρία του Μπαζίνι. Με τις μαγικές αστοχίες των λέξεων, ο Μπαζίνι γίνεται αρπακτικός, αναξιοπρεπής παλιάνθρωπος, ο οποίος αντέταξε στις πιο καλοπροαίρετες απόπειρες βελτίωσής του καινούργια ανοσιουργήματα. «Η ποινή του θα δράσει καθαρτήρια. Το να είσαι απλώς άνθρωπος δεν σημαίνει τίποτα», είναι η ετυμηγορία. Η κάθαρση της ταυτότητας από την απειλή του μη ανατάξιμου Άλλου πρέπει να διεξάγεται διαρκώς, συλλογικά και αδυσώπητα. Ο πολεμικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ επιμετρά στην «ανάξια ζωή» τις «εγκληματικές πράξεις» της με το μεροληπτικό φίλτρο της ερώτησης: «δεν ντρέπεσαι, λοιπόν, καθόλου;». Ο Γκύντερ Μπάϊν εντοπίζει στην «αξιακή κλίμακα που κατασκευάζεται [...] τις τροπές της “ανάξιας ζωής”, οι οποίες γίνονται συνήθεις μετά το 1933». Ο ίδιος ο Μούζιλ συνειδητοποιεί το 1937 «τη σχέση με την πολιτική», τη σχέση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ με τον φασισμό στο μυθιστόρημά του: «οι σημερινοί δικτάτορες εν σπέρματι. Επίσης, η αντίληψη της “μάζας” σαν πλάσμα προς εξαναγκασμό» [4].

ΙΙΙ. Οι μεταμορφώσεις του Ταίρλες-«now you see him, now you don’t!»: Αν, όμως, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ είναι δικτάτορες εν σπέρματι, τι είναι ο Ταίρλες; Ο Ταίρλες απορρίπτει τον ανορθολογισμό και τον πόλεμο ως πανάκεια, αλλά δρα συμπληρωματικά προς αυτά, με την ενέργεια μιας ορθολογικότητας κλεισμένης στον εαυτό της, η οποία διαφαίνεται στους τροπισμούς του άγχους και της αμφιθυμίας. Μετεωρίζεται ανάμεσα στον ερεθισμό και στην αδιαφορία, ξένη προς την ερμηνεία των αντιθέσεων: «δεν γνωρίζω πια αινίγματα: τα πράγματα συμβαίνουν, να η μοναδική σοφία». Αντιπαρατίθενται εντός του «τα δύο μισά της ζωής», αλλά η ψυχική κρίση επί του εαυτού συγκαλύπτεται με τον λεπτό φλοιό μιας ιστορικά προσδιορισμένης αστικής αυτεπίγνωσης, ώστε «να δώσει την προσοχή του, ελεύθερος από κάθε δυσφορία, στα βήματα που θα τον έκαναν να προοδεύσει». Το κοινό έδαφος με τους εν σπέρματι δικτάτορες είναι η συνείδηση σαν τεχνική και μέσο της αυτομέθεξης: όπως μέσα από ένα κενό, ξεπηδά η διαρκής επαναληπτικότητα της πράξης. Ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αναζητούν την επιβεβαίωσή της στον εξουσιαστικό καταναγκασμό. Στην περίπτωση του Ταίρλες, η συμπληρωματικότητα στη φρίκη για τη γνωσιοθεωρητική και κοινωνική του προαγωγή γίνεται ο δικός του εθισμός στην ετερονομία της μαθητείας του.

Είναι ρητή η έλξη του για τον Μπαζίνι («δεν μπορούσε να αποφύγει τη δύναμη αυτής της ομορφιάς»), αλλά ταυτοχρόνως η εσωτερική κραυγή «δεν είμαι εγώ! δεν είμαι εγώ! Αύριο θα ξαναγίνω ο εαυτός μου, αύριο!», εκφράζει τα ερείσματα νομιμοποίησης των εν σπέρματι δικτατόρων, αλλά και τις αξιώσεις του για την κυρίαρχη κανονικότητα. Με τον έλεγχο του γυναικείου σώματος (της Μποζένα), τον ερεθισμό διαδέχεται η αδιαφορία. Οι παλινωδίες του απέναντι στον Μπαζίνι και ο φόβος απέναντι στους Ράϊτινγκ και Μπάϊνεμπεργκ αίρονται στην καθαρτήρια κανονικότητα με την παρατηρητικότητα του αισθητή και τη συμμετοχή του στην «τιμωρία». Όταν οι παραχωρήσεις του απέναντι στη βαρβαρότητα σταματούν από τη λύση της υπόθεσης, ο κόσμος στον οποίο προπαρασκευάζεται να εισέλθει είναι το αισθητικό αντισχέδιο στην πραγματικότητα, το ρηγματωμένο διανοητικό πεδίο της συνείδησής του. Αυτό δεν τον κατατάσσει λιγότερο στους φιλοσοφούντες δήμιους: «ήθελε να ξεφορτωθεί έτσι τις παλιές του αποσκευές [...] αυτή η αδυναμία να βρίσκουμε τις λέξεις είχε γούστο». Ο «φανταστικός αριθμός i» της εξουσίας, η βιοπολιτική της, συστηματοποιεί τις μεταμορφώσεις του, σαν άλλη χροιά των λόγων του Ντ’ Αλαμπαίρ υπό τις μεταπτώσεις της αστικής συνείδησης: «Προχωρείστε μπροστά και η πίστη θα σας έρθει». Ο Ζαν Αμερύ, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Πέτερ Χαίρτλινγκ το 1971 [5], είδε τον Ταίρλες να γράφει άρθρα για τον Γκαίμπελς κι έπειτα να εισέρχεται αθόρυβα στην μεταπολεμική αυστριακή κοινωνία. Ποιός ξέρει;

_____________

Σημειώσεις

[1]  Αrno Mayer, The Persistence of the Old Regime. Europe to the Great War, εκδ. Verso, Λονδίνο, 1981. 
[2] Βλ. αναλυτικά για τις παραμέτρους που τέθηκαν, Αrno Mayer, ο.π., σελ. 284, 290, 306-307.
[3] Βλ. αναλυτικά γι’ αυτή τη διεργασία στο: Klaus Theweleit,Männerphantasien, τόμος 2, Μόναχο-Ζυρίχη, 2000, σελ. 317-319.
[4] Βλ. Robert Musil, Tagebücher, τόμος α’, εκδ. Rowohlt, σελ. 914.
[5] Βλ. στο Peter Härtling (επιμ.), Leporello fällt aus der Rolle, εκδ. Fischer, Φρανκφούρτη, 1971, σελ. 185-197.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

η εγκε-φαλλική γυναίκα

Η φαλλική γυναίκα είναι ένα απόκοσμο πλάσμα που ταυτόχρονα είναι  και έχει και τα δυο φύλα, που είναι και έχει το φαντασιακό φαλλό και τη δύναμη που αυτός υπαινίσσεται. Πρόκειται για  μια καρικατούρα φύλου μέσα από την κατοχή και ταυτότητα που τελικά ούτε έχει ούτε είναι. Δεν κατορθώνει να είναι ούτε ετεροφυλόφιλη, ούτε ομοφυλόφιλη, ούτε καν ερμαφρόδιτη. Γι’ αυτό παραμένει απροσπέλαστη, βίαιη, ασύνδετη και εξωπραγματική.
Κάποιες γυναίκες υιοθετούν μια φαλλική συμπεριφορά. Η έλλειψη του πέους στην περίπτωσή τους αναπληρώνεται με την φαντασία κατοχής του φαλλού δηλαδή της ισχύος, και η διαφορά των φύλων δεν αναγνωρίζεται αλλά διαψεύδεται. Η αγάπη σε αυτή την πρώιμη αδιαφοροποίητη κατάσταση δεν ξεχωρίζει από το μίσος καθώς οι ορμές παραμένουν συγχωνευμένες και αρχαϊκές, όπως συγχωνευμένα είναι τα δύο φύλα σε αυτή την πρώιμη φάση.
Η τυπολατρία της αγάπης και του δικαίου, είναι ουσιαστικά η αγάπη  της τυπολατρίας που διαπνέεται και διακινείται από τον υποκείμενο φθόνο. Ο ορθός λόγος, η ορθολογιστική πρακτική είναι υποκατάστατες μορφές στύσης. Ακριβώς επειδή η στύση αυτή είναι φαντασιακή, δεν ικανοποιείται ποτέ, είναι αστείρευτη, ασταμάτητη, αχαλίνωτη, διαρκής και επαναληπτική. Έχει τα χαρακτηριστικά του αδιάκοπου ανταγωνισμού και καθόλου της ικανοποίησης η οποία φυσιολογικά έχει αρχή και τέλος. Συγχρόνως, επικρατεί μια ψευδαισθητική κατάσταση πληρότητας, προκλητικής αυτάρκειας και απουσίας αναγκών. Θεσμοί , ιδιότητες, ρόλοι καθίστανται τροφοδότες της φαντασιακής στύσης και για αυτό το λόγο ενώ η φαλλική γυναίκα επιχειρεί να μιλήσει δήθεν θεσμικά γίνεται αντιληπτό πως οι θεσμοί είναι το μέσο και όχι ο σκοπός. Οι θεσμικές ιδιότητες, της μητέρας ή οποιεσδήποτε άλλες, καταχρώνται σε μία άκρως επιθετική και διχαστική χρήση στην υπηρεσία της ικανοποίησης των εσωτερικών αναγκών.

Η φαλλική γυναίκα είναι μια παρωδία θωρακισμένης πάνοπλης «Αθηνάς» , μιας κόρης μόνον του πατέρα, ενός πατέρα «Δία» από το κεφάλι και τον εγκέφαλο του οποίου προήλθε και τον οποίο εξιδανικευμένα πρεσβεύει και διαιωνίζει. Ο λόγος είναι το αιχμηρό δόρυ με το οποίο εκδηλώνεται η ανάγκη για ισχύ. Είναι ένας λόγος που δομείται όχι από τη γλώσσα αλλά από τα δόντια. Η ψευδαισθητική συνθήκη της κατοχής του εγκεφαλικού φαλλού οδηγεί την γυναίκα στην υιοθέτηση μιας σαδομαζοχιστικής ανταγωνιστικότητας με τους άλλους, άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως, μέχρι την εξόντωσή τους σε ακραίες περιπτώσεις. Η επιβολή της φαντασιακής ισχύος καθίσταται ένας καταναγκαστικός φασισμός.  
Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι η φαλλική γυναίκα είναι στην ουσία μια ευνουχισμένη γυναίκα και τίποτα παραπάνω. Ο ευνουχισμός άλλωστε κρύβεται πίσω από κάθε μορφή φασισμού. 

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Ψυχική ενηλικίωση

Απ' το "Θέλω" στο "πόσο το μπορώ;"


Η Μαρία, ήδη από τα λίγα λόγια που ανταλλάξαμε στο σύντομο τηλεφώνημα μας, μου φάνηκε πως ήταν ευάλωτη, εύθραυστη, «καρφωμένη» στο παιδικό της κομμάτι.

Έδειχνε να φοβάται τον πραγματικό κόσμο, τον «ενήλικο» κόσμο των ανθρώπων.

Ήρθε συνοδευμένη με τον άνδρα της στην πρώτη συνεδρία, τον οποίο άφησα να καθήσει μαζί μας στην αίθουσα. Έτσι θα μπορούσα ίσως να σχηματίσω μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την Μαρία.

Κι εκείνος, στιγματισμένος με βαθιά σημάδια ευαλωτότητας που άφησαν να διαφανούν η αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας, με αμφιθυμία τον έβλεπα να παραπαίει ανάμεσα σε δυο κόσμους: την πρώιμη παιδική του ηλικία και την χειραφετημένη ενήλική του ταυτότητα.

Δυο μεγάλοι – μικρά παιδιά σ’ έναν χώρο-δωμάτιο που προορίζεται να συμβάλλει στην οργάνωση και την αυτονόμηση των ψυχικά παιδιών σε ενήλικες…

«Μπορώ όποτε νιώθω την ανάγκη να σας παίρνω τηλέφωνο να μιλάμε;…» με ρώτησε η κοπέλα προς το τέλος της πρώτης συνεδρίας.

Κάθε ερώτησή τους μια κραυγή αγωνίας, ένα σημάδι αποφευκτικής αντίδρασης σε αυτό που μέσα τους μεταφράζεται πως είναι η ψυχοθεραπεία -και πραγματικά είναι: ένας ακριβής καθρέφτης των ψυχικών και υπαρξιακών επιπέδων αυτο-οργάνωσης, απ’ το οποίο οι άνθρωποι απλώνουν το χέρι τους προς κάποιον ειδικό για βοήθεια.

«Φαντάζομαι πως θα μπορούμε να μιλάμε σαν φίλοι…. Εγώ θα σας λέω τα δικά μου προβλήματα κι εσείς.. τα δικά σας…!», μου πρότεινε χαριτολογώντας, προσπαθώντας να δώσει χιουμοριστική νότα στην εμφανή της αμηχανία.

Καθώς άκουγα αυτά και άλλα που έλεγε, εγώ σκεφτόμουν…

…Δεν θέλω να σε ματαιώσω, αλλά πως μπορώ να μην είμαι ειλικρινής!
Πώς να επιβιώσει και να ανθίσει αυτή η αρχόμενη σχέση χωρίς όρια;
Χωρίς την δική σου ανάγκη για συγκατάθεση στα ενήλικά όρια της θεραπευτικής σχέσης;
Χωρίς την σαφή διατύπωση από μέρους μου των βασικών θέσεών μου ως ψυχολόγου πάνω σ’ αυτό που εμείς, οι επί πληρωμή βοηθοί ονομάζουμε ψυχοθεραπεία…;

Δεν είναι στο χέρι μου να σε κρατήσω κοντά μου, αν εσύ ζητάς κάτι άλλο απ’ αυτό που εγώ είμαι σε θέση σήμερα να σου προσφέρω.

Λίγες μέρες μετά την πρώτη μας συνεδρία, διαβάζω σ’ ένα e-mail της:
«Λυπάμαι αλλά δεν μου κάνατε καθόλου καλή εντύπωση. Εγώ περίμενα έναν άνθρωπο και απογοητεύτηκα όταν είδα μόνο έναν επαγγελματία… Ούτε σε σας τον ίδιο, αλλά ούτε και στον χώρο σας βρήκα κάτι … του Θεού. Λυπάμαι…».

……………………………….
Είναι δίκοπο μαχαίρι η σαφήνεια. Ακόμη πιο τρομαχτική είναι η αντιπαράθεση με την αδυναμία σου να ανταποκριθείς σε πιο ενήλικα αιτήματα ενός άλλου…

(Πολύ συχνά οι άνθρωποι αναζητούν στο «άνθρωπο του Θεού» αυτόν που θα τους βοηθήσει να παραμείνουν πληγωμένα παιδιά. Που εξιδανικεύουν και αποκαθηλώνουν τους άλλους, στην ασυνείδητη «μανία» τους να παραμένουν αγκιστρωμένοι στην μακάρια απένδυση των ευθυνών, χαρακτηριστικό γνώρισμα της παιδικής ηλικίας. Μιας παιδικότητας που –πολύ πιθανόν- βιώθηκε μερικώς, ή με κακοποιητικό τρόπο. Θυμώνουν όταν στην θέση του απόλυτα επιτρεπτικού και διάτρητου ως προς την οριοθέτηση πατρικού προτύπου που περίμεναν, συναντούν έναν περιορισμένο, «ανθρώπινο» και ανθρωπόμορφο «πατέρα», που σκοπεύει σύντομα να αποδομήσει θεραπευτικά και να απενδυθεί τον πατρικό του ρόλο, προς όφελος της ψυχοθεραπευτικής σχέσης…)

Αυτό που στην πραγματικότητα γύρευες από μένα ήταν να σε βοηθώ μόνο από… αγάπη. Χωρίς όρους και όρια.

Υποπτεύομαι Μαρία πως βαθιά σου έλειψε η εμπιστοσύνη και η απροϋπόθετη αγάπη στα πολύ τρυφερά σου χρόνια.

Δεν θα παραξενευόμουν αν μάθαινα από σένα στην πορεία της θεραπείας σου –που δεν της επέτρεψες να υπάρξει - πως τις στενές και τις ερωτικές σου σχέσεις τις έχτιζες πάντα με γνώμονα το ασυνείδητο δίπολο «εξιδανίκευσης – προδοσίας».

Πως ονειρεύεσαι μια ιδανική σχέση με μια τέλεια μητέρα (σύντροφο, φίλη, ψυχοθεραπευτή) που θα της έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη. Θα περιμένεις από κείνη τα πάντα κι αυτή δεν θα σε πληγώσει ποτέ. Που θα σε φροντίζει χωρίς όρους και όρια. Που δεν θα χρειάζεται ποτέ να ελέγχεις την αξιοπιστία αυτής της σχέσης… Να μην ελέγχεις;! Τι ονειρική κατάσταση…! Πόσο όμως το αντέχεις να αποσύρεις την ανάγκη σου για έλεγχο μέσα σε μια τέτοια βαθιά συγχωνευτική σχέση…; Που εσύ έχεις την ανάγκη να λειτουργήσει ως πρωτογενώς συγχωνευτική…;

Όχι! Αυτό δεν είναι δυνατόν!!!

Για σένα δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομαχτικό από μια τέτοια σχέση. Μια σχέση που δεν θα χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο.

Αφού μια εν λευκώ εμπιστοσύνη μπορεί ξανά να σε καταστήσει ανεπανόρθωτα ευάλωτη.

Ξανά εκτεθειμένη στην χωρίς έλεος προδοσία από τον γονιό σου που, αντί να σε προστατέψει, εκείνος ανεπανόρθωτα σε τραυμάτισε…

Τι παράδοξο! Και στην δική μας και σε άλλες σου σημαντικές σχέσεις θα ήθελες ταυτόχρονα να ελέγχεις απόλυτα τις σκέψεις και τα συναισθήματα αυτού που βαθιά… «εμπιστεύεσαι» να σε βοηθήσει…

Μέρος λοιπόν της διορθωτικής εμπειρίας στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας είναι να σε «εκπαιδεύσω» στις λειτουργικές ποιότητες αυτού του κόσμου, του κόσμου της ανθρώπινης σχεσιακής πραγματικότητας, και των ωραίων της προοπτικών. Είναι κι εσύ να μπορέσεις σταδιακά να εμπεριέξεις αυτόν τον κόσμο – τα όρια και τους όρους του- αναγνωρίζοντας πως δεν χρειάζεσαι απελπισμένα τον αντίστοιχο φαντασιωσικό για να ζήσεις καλά.

Πώς να χωρέσει όμως ένα «παιδί», μονάχο του, ασυνόδευτο, σε μια ψυχοθεραπεία ενηλίκων…;
Η ψυχοθεραπεία είναι ένας χώρος που δεν μπορεί κανείς να μπει και να λειτουργήσει αν είναι «κλειδωμένος» εμμονικά αγκιστρωμένος αποκλειστικά στην ψυχική θέση του παιδιού.

Είναι απαραίτητο να συνοδεύεται αυτό το παιδί κι από ένα σχετικά ενήλικο πλάσμα, ένα σχετικά υγιές κομμάτι εαυτού, αν πρόκειται, θεραπευτής και θεραπευόμενος, να περιμένουμε μαζί ευχάριστα αποτελέσματα και θετικές ανατροπές… 

G. Vasiliadis - Ph.D, psy.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Ο χρόνος των ώριμων ανθρώπων

Ένα κείμενο του Βραζιλιάνου Mario de Andrade (9 Οκτώβρη 1893 – 25 Φεβ. 1945)  o οποίος ήταν ποιητής, μυθιστοριογράφος, μουσικολόγος, ιστορικός, κριτικός τέχνης και φωτογράφος. Ιδανικό για όσους από μια ηλικία και μετά συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος τους είναι πολύτιμος και δεν θέλουν να τον σπαταλούν σε ανοησίες:
Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά την χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν την θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο. – Συζητούν μετά κόπου για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται. Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα.
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση:
  • Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
  • Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους.
  • Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
  • Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
  • Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στην ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων.
Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής δίδαξαν το πώς μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνον η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν.
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με την συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ.”

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Tοξικοί άνθρωποι

Στο σύμπαν των ανθρώπινων σχέσεων τα άτομα που βρίσκονται γύρω μας μπορούν τα λειτουργήσουν με δύο τρόπους: είτε ως «ήλιος» είτε ως «μαύρη τρύπα». Η πρώτη κατηγορία είναι οι άνθρωποι που ασκούν απόλυτα ευεργετική επίδραση επάνω μας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν εκείνα τα άτομα που όπου και αν πηγαίνουν «ρουφάνε» από τους γύρω τους την καλή ενέργεια, την αισιοδοξία και την αυτοεκτίμηση. Είναι οι λεγόμενοι τοξικοί άνθρωποι και βρίσκονται παντού ανάμεσά μας.
Είναι εκείνος ο συνάδελφος που μόλις μπεις στο γραφείο, αντί για καλημέρα θα αναστενάξει βαθιά και θα σου πει - πάλι - για το πόσο χάλια είναι η δική του ζωή. Είναι εκείνη η ξαδέρφη που θα σου πει ότι αδυνάτισες, μόνο για να συμπληρώσει ότι σε κάνει να δείχνεις κουρασμένη. Είναι το αφεντικό σου που απορρίπτει κάθε πρωτοβουλία σου με συγκαταβατικό ύφος του στυλ «εγώ ξέρω καλύτερα» ή - ακόμα χειρότερα - με φωνές και μειωτικά επίθετα μπροστά σε όλους. Είναι κάποιος που μόλις του ανακοινώσεις γεμάτος χαρά ότι πήγες σε νέα δουλειά θα αρχίσει να σε ρωτάει για το ωράριο, μόνο και μόνο για να καταλήξει ότι «είσαι ζόρικα» και να νιώσει καλύτερα για τη δική του κατάσταση. Η λίστα είναι πραγματικά ατέλειωτη.
Σε αντίθεση, όμως, με τα τοξικά απόβλητα που έχουν επάνω τους τη χαρακτηριστική επιγραφή με τη νεκροκεφαλή, αυτό το είδος ανθρώπου, δυστυχώς για όλους μας, δεν φέρει καμιά προειδοποίηση επάνω του. Εκεί βρίσκεται η παγίδα: ο τοξικός άνθρωπος δεν είναι κανένας μανιακός που ουρλιάζει. Ο τοξικός άνθρωπος είναι πολύ χειρότερος, είναι ύπουλος, μοιάζει αθώος και πάντα είναι εκείνος που μπορεί να έχει κερδίσει τη συμπάθεια όλων επειδή είναι «ο καημένος που του πάνε όλα στραβά.»
Θέλει μαεστρία για να τους ξετρυπώσεις, αλλά μετά από μερικές επαφές με το «είδος» γίνεται ευκολότερο. Αρχικά, ένας τοξικός άνθρωπος δεν δίνει δεκάρα για σένα. Μπορεί να σου μιλάει ώρες ατέλειωτες για τη δουλειά του, την οικογένειά του και τα όσα έκανε από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά δεν θα ρωτήσει ποτέ, μα ποτέ για σένα. Συνήθως δεν σου δίνει καν την ευκαιρία να μιλήσεις, αλλά μόλις τολμήσεις να αναφέρεις κάτι, τότε αμέσως θα θυμηθεί κάτι που ο ίδιος έκανε σχετικά με αυτό.
Και ως φυσικό επακόλουθο, ένα άτομο που αρχίζει όλες τις φράσεις του με «εγώ» είναι αναμενόμενο να πιστεύει ότι τα γνωρίζει και όλα. Για τον τοξικό άνθρωπο, τίποτα και κανείς δεν είναι ανώτερος ή εξυπνότερος από αυτά που λέει και κάνει. Μην τους βλέπεις έτσι, χαμογελαστούς, καλούς με τους τριγύρω και πάντα πρόθυμους να βοηθήσουν. Για αυτόν είστε πολύ απλά κατώτεροι και τίποτα δεν ξεπερνά το πόσο ευχαριστημένος είναι με τον εαυτό του. Όπως είπαμε και πιο πάνω, αυτές τις «ανθρώπινες μαύρες τρύπες» δεν τις πιάνει εύκολα το ραντάρ μας. Οι τοξικοί άνθρωποι μπορεί να είναι τρομερά σαγηνευτικοί, αλλά έχουν κακό σκοπό: θέλουν όλα αυτά που μπορούν να «ρουφήξουν» από τους γύρω τους.
Για να το καταφέρουν, πρέπει να πάντα να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής. Και αυτό είναι το μεγάλο τους κόλπο, με όνομα «Drama Queen». Γνωρίζουν ότι με το να εκφράσουν ανοιχτά αυτό που νιώθουν, ότι είναι δηλαδή καλύτεροι από όλους, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να απομονωθούν, οι τοξικοί άνθρωποι επιλέγουν πολύ απλά τον ρόλο του «αιώνιου θύματος».
Τα πάντα στη ζωή ενός τοξικού ανθρώπου είναι δράμα και για ό,τι στραβό του συμβαίνει - και ως εκ θαύματος όλα τα στραβά πηγαίνουν σε αυτόν - φταίνε πάντα οι άλλοι. Θέλει όλοι να ακούν ενώ κλαίγεται και στο τέλος θα δεχτεί με μοναδική χαρά - που θα κρύψει επιμελώς - τα βλέμματα συμπόνοιας από όλους.
Μην αφήσετε όμως αυτό να σας ξεγελάσει. Όπως το οξύ που απλά χαράσσει το δρόμο του διαβρώνοντας τα πάντα στην πορεία, οι τοξικοί άνθρωποι θα επιστρέψουν σπίτι τους ικανοποιημένοι και εμείς οι υπόλοιποι νιώθοντας μίζεροι. Οι «μαύρες τρύπες» δεν φέρνουν τίποτα καλό στη ζωή μας, παρά μόνο την απομυζούν. Ποτέ ένας καλός λόγος δεν θα βγει από το στόμα ενός τοξικού ανθρώπου. Και αν βγει, θα είναι απλώς μια συγκαλυμμένη προσβολή. Μην πιστέψετε ούτε λεπτό ότι πρόκειται για αδιαφορία, αντιθέτως βλέπουν και ξέρουν τα πάντα, νιώθουν μόνο φθόνο, και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσουν εκεί που πονάει.
Το ίδιο κάνουν με όλους. Πώς θα το καταλάβετε; Είναι εκείνο το άτομο που πάντα έχει μια ιστορία να σας πει για κάποιον πίσω από την πλάτη του και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ για κάτι καλό. Αν υπήρχε «Βραβείο Χρυσό Φτυάρι», τότε θα ήταν δικαιωματικά δικό του. Πολύ συχνά μάλιστα, τα μισά από όσα λέει είναι ψέμματα. Επειδή ναι, κάτι ακόμα που ξέχασα να σας πω, είναι ότι οι τοξικοί άνθρωποι είναι και εξαιρετικοί ψεύτες.
Απόλυτη δικαίωση για αυτούς είναι να σας δουν να χάνετε σιγά σιγά την αυτοεκτίμηση σας, όπως ένα σαράκι που τρώει το πόδι μιας καρέκλας. Στον χώρο που αναπνέει ένας τοξικός άνθρωπος δεν υπάρχει οξυγόνο για τους άλλους.
Αν τους έχετε στη δουλειά θα χαρούν να σας δουν να αποκτάτε προβλήματα με όσα σας έχουν αναθέσει - και φυσικά θα βάλουν το χεράκι τους για να συμβεί. Αν τους καλέσετε σπίτι σας θα περάσετε από εξονυχιστικό έλεγχο για το φαγητό, τη διακόσμηση και το αν σας βοήθησε ο σύντροφος σας ή όχι. Αν τους έχετε στην παρέα σας θα σας τρελάνουν στη γκρίνια καταστρέφοντας όποιο κέφι και αν είχατε. Αν τους έχετε στο σόι σας θα ρωτήσουν με πονεμένο ύφος αν είστε καλά, επειδή τους φαίνεστε «κάπως» - και κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό γίνεται πάντα σε μέρες που νιώθετε υπέροχα.
Το να δέχεσαι την παρουσία ενός τέτοιου ανθρώπου στη ζωή σου είναι σαν να καταπίνεις λίγες σταγόνες δηλητήριο κάθε μέρα. Αργά αλλά σταθερά θα σε εξοντώσει. Συνήθως βέβαια πρόκειται για άτομα που δεν είναι εύκολο να βγουν τελείως από τη ζωή σας, επομένως το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να μειώσετε στο ελάχιστο την έκθεση στην τοξικότητά τους.
Όταν γκρινιάζουν, απλά βρείτε μια δικαιολογία για να φύγετε. Αν αρχίζουν να λένε άσχημα πράγματα για κάποιον, μην δώσετε τροφή για συνέχεια και πάνω απ' όλα μην αρχίσετε να κάνετε και εσείς το ίδιο. Ό,τι και αν πείτε θα χρησιμοποιηθεί σίγουρα εναντίον σας. Μην μοιράζεστε τίποτα προσωπικό μαζί τους, είτε καλό είτε κακό. Επικεντρωθείτε σε όλα τα όμορφα που συμβαίνουν στη ζωή σας και επιλέξτε να έχετε δίπλα σας τα άτομα που σας εκτιμούν και χαίρονται με τις χαρές σας. Τέλος, μην ενδίδετε στον πειρασμό να πέσετε στο επίπεδο τους και να γίνετε και οι ίδιοι τοξικοί. Μπορείτε να θέσετε τα όριά σας και να τους δείξετε ότι δεν θα τους ανεχθείτε άλλο, αλλά πάντα με ηρεμία και επιχειρήματα. Για τους τοξικούς ανθρώπους είναι η απόλυτη ικανοποίηση να σας δουν να χάνετε την ψυχραιμία σας. «Σκοτώστε τους με καλοσύνη» και πείτε όχι στα τοξικά απόβλητα.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Τόμας Μαν - Δόκτωρ Φάουστους, Το μαγικό βουνό

Δόκτωρ Φάουστους - Της Τιτίκας Δημητρούλια
Μτφρ. Θ. Παρασκευόπουλος.
Επίμετρο: Θανάσης Χατζόπουλος - Ολυ Ψυχοπαίδη. Εκδ. Πόλις
«Είναι ένας από τους ελάχιστους συγχρόνους μας, τον οποίο μπορούμε να θαυμάζουμε ανεπιφύλακτα. Το έργο του είναι αψεγάδιαστο, το ίδιο και η ζωή του», έλεγε το 1937 για τον Τόμας Μαν ο Αντρέ Ζιντ, επιδαψιλεύοντας επαίνους στη συνεπή αντιναζιστική στάση του Μαν, που προείδε τη ναζιστική λαίλαπα πολύ πριν αυτή ξεσπάσει στην Ευρώπη, αλλά και στο αδιαμφισβήτητο συγγραφικό ταλέντο του. Το πολυσύνθετο έργο του σφράγισε τον 20ο αιώνα. Στην Ελλάδα, άρχισε να μεταφράζεται σποραδικά αμέσως μετά τον θάνατό του, ουσιαστικά όμως έγινε γνωστό με τη μεταπολίτευση. Ωστόσο, μόλις την τελευταία δεκαετία οι μεταφραστικές απόπειρες προσεγγίζουν με σύγχρονη ματιά το πραγματικά δύσκολο αυτό έργο. Σ' αυτές εντάσσεται και ο ανά χείρας Δόκτωρ Φάουστους, το κύκνειο άσμα του Μαν ως συγγραφέα και διανοούμενου.
Ο Τόμας Μαν ήταν ο μικρότερος αδελφός του σημαντικού προοδευτικού συγγραφέα Χάινριχ Μαν και ήρθε σε ρήξη μαζί του στη νεότητά του όταν ασπάστηκε απολιτικές ώς βαθιά συντηρητικές ιδέες και υπήρξε πατέρας δύο συγγραφέων, του αυτόχειρα Κλάους και της Ερικα Μαν. Βρέθηκε από νωρίς στο επίκεντρο αυτής της συγγραφικής οικογένειας η οποία, στις κρίσιμες δεκαετίες του 1930 - 1940, θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη της «άλλης Γερμανίας», του Γκαίτε και του Σίλερ, του Μπετόβεν και του Σούμαν, ενάντια στη Γερμανία του Γκέμπελς και του Χίμλερ. Χωρίς ποτέ να προσχωρήσει σε ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις, ο Τόμας Μαν διαβλέπει από το 1922 κιόλας τη λαίλαπα που ναζισμού που ετοιμάζεται να ξεσπάσει στην Ευρώπη και στρατεύεται ενεργά εναντίον του. Το 1933, μαζί με μείζονες ομοτέχνους του, τον A. Ντέμπλιν, τη Ρ. Χουχ, τον Γ. Κάιζερ, τη Ρ. Σίκελε, τον Φ. φον Ούνρου, τον Γ. Βάσερμαν, τον Φ. Βέρφελ, παραιτείται από την Ακαδημία Ποίησης, καταγγέλλει την ταπεινωτική χιτλερική διάκριση μεταξύ δαφνοστεφούς ποιητή και ταπεινού γραφιά-συγγραφέα και σε λίγο αυτοεξορίζεται για το υπόλοιπο της ζωής του.
Διαποτισμένος από τον γερμανικό ρομαντισμό και βαθιά επηρεασμένος στα πρώτα του βήματα από τον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ, προσεκτικός παρατηρητής της πορείας του φροϋδισμού και μαγεμένος από τον Βάγκνερ, ο Τόμας Μαν θα ξεκινήσει ως νατουραλιστής, για να περάσει πολύ γρήγορα σε έναν ιδιότυπο, κριτικό ρεαλισμό, τα κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η αποστασιοποίηση και το υποδόριο χιούμορ. Εξίσου νωρίς εκδηλώθηκε η υπόγεια αλλά έντονη σύγκρουσή του με τη γερμανική κοινωνία. Οι συμπατριώτες του δεν του συγχώρησαν την οξεία αίσθηση της ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας που διέθετε, χάρη στην οποία διέβλεψε «τα προεόρτια του πνευματικού φασισμού» (Albrecht Betz), καταγγέλλοντας τους ναζιστές ότι υπεξαιρούν τη «γερμανικότητα» από τους νόμιμους κληρονόμους της.
Οι σχέσεις του ατόμου με την κοινωνία
Στα έργα του Μαν, η ζωή είναι ένα κάτοπτρο πολλαπλών και επανερχόμενων αρχετυπικών σχημάτων, μια διαρκής μεταμόρφωση, σύμφωνα με την αντίληψη του προτύπου του, του Γκαίτε. Στο επίκεντρο του έργου του, από τους Μπούντεμπρουκς, τον Τόνιο Κρέγκερ, τον Θάνατο στη Βενετία ώς το Μαγικό Βουνό και τον Δόκτορα Φάουστους, βρίσκονται οι σχέσεις του ατόμου με την κοινωνία και ειδικότερα η σύγκρουση του καλλιτέχνη με τις αστικές αξίες. Δημιουργώντας, ο Μαν ζούσε τα κείμενά του, η γέννησή τους τον μεταμόρφωνε. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο Δόκτωρ Φάουστους αποτελεί το επιστέγασμα του έργου του, έναν συνολικό απολογισμό της πορείας του, μια περίπλοκη αυτοβιογραφία, που μας λέει εντέλει πολύ περισσότερα για τον συγγραφέα απ' ό,τι πολλές εμπεριστατωμένες βιογραφίες του.
Καθολικό μυθιστόρημα
Ο Φάουστους είναι μια ιδιόμορφη παραλλαγή στο μεσαιωνικό θέμα του Φάουστ. Ο Αντριαν Λέβερκιν, ένας ταλαντούχος και φιλόδοξος μουσικός, εμπνευστής, υποτίθεται, του δωδεκαφθογγισμού, υπογράφει συμβόλαιο με τον διάβολο, κερδίζοντας 24 χρόνια έμπνευσης και δόξας, και κανένας καλός θεός δεν υπάρχει πια για να τον σώσει. Γραμμένο σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, ο Φάουστους αποτελεί στην πραγματικότητα το ρέκβιεμ του ανέκαθεν φιλόμουσου Μαν, που κατέφυγε μια τελευταία φορά στη μουσική για να αποχαιρετήσει τη νεότητά του, αλλά και τη χώρα των ονείρων του. Οταν γράφει τον Φάουστους, βρίσκεται στην Αμερική και στηλιτεύει τον χιτλερισμό, έχει γνωρίσει τον εξίσου κατακλυσμένο από τη μουσική Αντόρνο και έχει γοητευτεί από τη σειραϊκή μουσική, τον απασχολεί η όψιμη δημιουργία μειζόνων δημιουργών όπως ο Γκαίτε, ο Μπετόβεν ή ο Μάλερ και ενδιαφέρεται για τη λογική της ωρίμασης της φόρμας, όπως την εκφράζει ο Β. Ράιχ σε σχέση με τον Α. Μπεργκ. Ετσι, το τελευταίο έργο του Μαν θα είναι ένα πραγματικό καθολικό (total) μυθιστόρημα, ένα μουσικό, πολιτικό, φιλοσοφικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας κλείνει τους λογαριασμούς του με τα προηγούμενα έργα του, τα πρότυπά του, τη γερμανική κουλτούρα. Ο Αντριαν Λέβερκιν κλείνει τον κύκλο του Χάνο και του Κρέγκερ, του Ασενμπαχ και του Κάστορπ, όλων των καλλιτεχνών-ηρώων του Μαν, μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας διερευνούσε τη σχέση του δημιουργού με την άβυσσο, χαρτογραφούσε την ολισθηρή μεθόριο, όπου ο καλλιτέχνης θέτει εαυτόν εκτός νόμων και κανόνων και, σε αντίθεση με τον τρελό και τον εγκληματία, διασώζεται τελικά από την ιδιοφυΐα του. Παράλληλα, όμως, είναι και μια αλληγορία της Γερμανίας η οποία, όπως ο ίδιος εξηγούσε στο Η Γερμανία και οι Γερμανοί, «από καλή έγινε κακή». Στον Φάουστους, ο Μαν ανιχνεύει τις ρίζες της θεματικής του ναζισμού στη γερμανική πολιτιστική παράδοση και αναδεικνύει τα σκοτεινά σημεία που επέτρεψαν τη διολίσθησή της στη βαρβαρότητα. Αξίζει να αναφέρουμε δε ότι στο κείμενό του Αυτός ο άνθρωπος είναι αδελφός μου, το οποίο αναφέρεται στον Χίτλερ, ο Μαν παρουσιάζει τoν δικτάτορα ως την καρικατούρα μιας ιδιοφυΐας, φτάνοντας πραγματικά στα άκρα τον συλλογισμό του για τη σχέση της μεγαλοφυΐας με την τρέλα -ή τη βαρβαρότητα.
Η γερμανική ενοχή
Ο Δόκτωρ Φάουστους είναι το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφτεί ποτέ για τη γερμανική ενοχή. Και η αξία του αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο σήμερα, που με μια παράδοξη αλλά δεξιοτεχνική αντιστροφή, συγγραφείς όπως ο Γκίντερ Γκρας ή ο Γιοργκ Φρίντριχ κι ο Κλάους Ράινερ Ρολ, επιδίδονται σε μια επιλεκτική ανάγνωση της Ιστορίας, θυματοποιώντας άκριτα τους ναζιστές και τον γερμανικό λαό και ανοίγοντας πάλι τον ασκό του Αιόλου και για τη χώρα τους και για την Ευρώπη.
Ο Θ. Παρασκευόπουλος αναμετρήθηκε με το πρωτότυπο επιτυχώς, αντιμετώπισε εύστοχα τις ίδιες στο ύφος του Μαν δυσκολίες και μας χάρισε ένα ρέον και μεστό κείμενο, ενώ τα δύο εμπεριστατωμένα επίμετρα ολοκληρώνουν την εικόνα μας για ένα από τα σπουδαιότερα έργα του 20ού αιώνα.

Το μαγικό βουνό, εκδ. Εξάντας - Tοu Δημήτρη Παλάζη
Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν (1875-1955) είναι ένα μνημειώδες έργο που αποπειράται να φωτίσει βασικές προκλήσεις της ύπαρξης, όπως Θάνατος και ζωή, το μυστήριο του χρόνου, τον έρωτα, μέσα από μια περιπετειώδη διαδικασία που προσομοιάζει με μύηση.
Ο νεαρός μηχανικός Χανς Κάστορπ από το Αμβούργο μεταβαίνει στο διεθνές σανατόριο Μπέργκχοφ της Ελβετίας για να επισκεφτεί τον ξάδερφό του Γιοάχιμ Τσείμσεν. Όμως ένας παρατεταμένος ελαφρύς πυρετός και μια αντίστοιχη ιατρική διαπίστωση οδηγεί τον αυλικό σύμβουλο Μπέρενς, προϊστάμενο γιατρό του ιδρύματος, να του προτείνει μια πιο μακρόχρονη παραμονή. Η παραμονή ανανεώνεται, ώστε η αρχική διάρκεια της επίσκεψης των τριών εβδομάδων να καταλήξει τελικά σε μια επταετή παραμονή.
Ο νεαρός μηχανικός Χανς Κάστορπ από το Αμβούργο μεταβαίνει στο διεθνές σανατόριο Μπέργκχοφ της Ελβετίας για να επισκεφτεί τον ξάδερφό του Γιοάχιμ Τσείμσεν. Όμως ένας παρατεταμένος ελαφρύς πυρετός και μια αντίστοιχη ιατρική διαπίστωση οδηγεί τον αυλικό σύμβουλο Μπέρενς, προϊστάμενο γιατρό του ιδρύματος, να του προτείνει μια πιο μακρόχρονη παραμονή. Η παραμονή ανανεώνεται, ώστε η αρχική διάρκεια της επίσκεψης των τριών εβδομάδων να καταλήξει τελικά σε μια επταετή παραμονή.
Στην πραγματικότητα όμως, ή παράλληλα με τις ιατρικές αιτιάσεις και προτροπές, ο ανοιχτός σε εμπειρίες Χανς Κάστορπ παραμένει γιατί γοητεύεται ή παρασύρεται να γοητευτεί από την ιδιότυπη ατμόσφαιρα του μαγικού βουνού και, με τη διαδοχή των εμπειριών ενός καινούργιου κόσμου, υφίσταται μια συνειδησιακή μετάλλαξη που τον μεταφέρει σε περιπέτειες και «κυβερνητικούς» προβληματισμούς πολλαπλών επιπέδων, αισθησιακών, ηθικών, πνευματικών, που δεν θα είχε τολμήσει καν να ονειρευτεί στα «πεδινά».
Κρίσιμο ρόλο στην παρουσία του στο σανατόριο παίζουν ο μέντοράς του Σεττεμπρίνι, ουμανιστής και ηθικολόγος λογοτέχνης και τέκτων, σε συνδυασμό με τον ρητορικό αντίπαλο του Σεττεμπρίνι, τον Ιησουίτη Νάφτα, καθηγητή των κλασικών γλωσσών και της φιλοσοφίας, καθώς επίσης ο μεγάλος του έρωτας, η Κλάβντια Σωσά και φυσικά ο ξάδερφός του Γιοάχιμ Τσείμσεν.
Πλήθος άλλων ηρώων συμμετέχουν στις συνειδησιακές ανατροπές του νεαρού Κάστορπ: ο αυλικός σύμβουλος Μπέρενς, ο βοηθός Κροκόφσκι και προς το τέλος ο Μυνχέερ Πέπερκορν, άνθρωπος επιβλητικής παρουσίας και προσωπικότητας.
Το σανατόριο εκφράζει μια θανατερή ατμόσφαιρα, που λόγω της ιδιότητάς της διαβρώνει το χαρακτήρα του Κάστορπ, ελκύοντας παράλληλα το ενδιαφέρον του και την περιέργειά του. Μόνο ο μέντοράς του, ο Σεττεμπρίνι, του επισημαίνει ότι οι συνεχείς κατακλίσεις, τα πολυπληθή πλούσια γεύματα και η αποκοπή από το σύνηθες περιβάλλον στα «πεδινά» δεν είναι ό,τι καλύτερο για τον νεαρό μηχανικό.
Το στοιχείο του χρόνου αντιμετωπίζεται με δυο τρόπους στο μυθιστόρημα. Κατ’ αρχάς με την ιστορική έννοια, τοποθετώντας το ιστορικά. Εκεί όμως που εστιάζεται κυρίως ο συγγραφέας και μας δίνει εκπληκτικές στοχαστικές σελίδες είναι το είδος του χρόνου που βιώνει στο σανατόριο ο ήρωάς του. Ο χρόνος απεκδύεται το συνηθισμένο του ένδυμα, τις ανθρώπινες βάσεις του στην επανάληψη, στην κυκλικότητα, στην κίνηση και προσομοιάζει περισσότερο ως εμπειρία στο όριο της απώλειας της αίσθησής του, στην αχρονικότητα. Ο ίδιος ο ήρωας, επιζητώντας κάθε φορά να δίνει μια διαρκή ολοκληρωμένη παρουσία στον κόσμο των ιδεών του, καθιστά κάθε χρονική στιγμή ένα ανανεούμενο παρών.
Οι χαρακτήρες του έργου, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Χανς Κάστορπ εμφανίζονται να υπερβαίνουν εαυτούς, δηλαδή λειτουργούν και ως εκπρόσωποι από κόσμους, φυλές, πνευματικούς χώρους. Σε καμιά περίπτωση όμως χάρις στο διεισδυτικά αναλυτικό ύφος του συγγραφέα δεν χάνουν τη ζωντάνια και την πειστικότητά τους.