Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Psy-Analysis / Belle de jour*

Belle de jour* film français de Luis Bunuel  1967 *Based on the 1928 novel Belle de jour by Joseph Kessel

D.V: Το Υπερεγώ έχει αρχές φυσικά! Ο Κος Υσόν ενσαρκώνει το impératif de jouissance. Ο Husson ( Michel Piccoli –που εκπροσωπεί το Υπερεγώ) λέει στην Severine (Catherine Deneuve) απόλαυσε! Η απόλαυση είναι πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης που είναι πέρα από την οικονομία του νόμου, πέρα από την οικονομία του οίκου και της λέει απόλαυσε!.
Dziolas: Στο βιβλίο του Lacan «Kant and Sade» αναφέρει το παράδειγμα του λοχαγού που ο στρατηγός γνωρίζοντας ότι έχει ερωτική σχέση με την γυναίκα του, τον προειδοποιεί ότι αν ξαναπάει με την γυναίκα του θα τον εκτελέσει. Ο λοχαγός λογω της ακατανίκητης δύναμης της επιθυμίας πηγαίνει με την γυναίκα του και την επόμενη μέρα το πρωί ο στρατηγός τον σκοτώνει. Με αυτό ο Sade αποδεικνύει ότι η επιθυμία είναι πιο δυνατή από τον νόμο του Kant και ο Lacan στηριζόμενος στο Αριστοτελικό  «παράβασις» (transgression) μας εξηγεί ότι όντως μέσα στον νόμο υπάρχει παράβαση του νόμου, δηλαδή η επιθυμία (απόλαυση) παραβαίνει τον νόμο. ( Η παράβασις του Νομου του Θεού είναι αμαρτία. ) Η Αμαρτία!
- Αναφέρει κάτι σχετικά με τον μύθο του Ιππολύτου (Ιππόλυτος είναι ο γιος. Φαίδρα η μητριά του)
D.V:  Πολλά παπούτσια δεν υπήρχαν στην ταινία? Δεν το παρατηρήσατε?
- Ναι, το παπούτσι είναι φετίχ!
D.V: Μας δείχνει την Severine να βαδίζει προς το πεπρωμένο των φαντασιώσεων της και οι άντρες αποκλειστικά και μόνο στα υποδήματα της. Δείχνει τον νεαρό να κουβαλάει στην πλάτη του ένα ζευγάρι παπούτσια, τις περίφημες μπότες της. Μετά υπάρχει αυτό το ζευγάρι παπούτσια όταν (στην ταινία) η Severine ανοίγει την πόρτα στον νεαρό που έχει πάει σπίτι της και τα μαζεύει η υπηρέτρια στη συνέχεια. Υπάρχουν και άλλες σκηνές με παπούτσια (πχ οι κόκκινες γόβες, παπούτσια κάτω από τις σκάλες) παντού! μια πληθωριστική παρουσία του παπουτσιού! Οι γυναίκες έχουν μια αδυναμία στα υποδήματα!
Υπάρχει ένας ανομολόγητος γυναικείος φετιχισμός του παπουτσιού, ο όποιος έρχεται κυριολεκτικά να στηρίξει την φαλλική ανάταση του γυναίκειου σώματος. Οποιαδήποτε γυναίκα μπορεί να σας το πει αυτό το πράγμα.
Θα πρέπει να σας το υπενθυμίζει μερικές φορές! Γιατί όπως λέει ο Lacan υπάρχει μια γνώση η όποια δεν έχει αυτογνωσία.
J.Constantinides: Στην φαντασίωση της μονομαχίας δεν είναι λίγο ανάποδες οι ροπές σε σχέση με τις άλλες φαντασιώσεις της? Εγώ κατάλαβα ότι ο σύζυγος σκοτώνει τον Husson και η σφαίρα του Husson πετυχαίνει την Severine.
D.Vergetis:  Αγαπητέ μου, από πού συνάγεις ότι στην διάρκεια της μονομαχίας ο ένας πυροβολεί τον άλλον? Και οι δυο στοχεύουν την Severine. Και ο σύζυγος που δεν μπορεί να την χτυπήσει, δεν μπορεί να την φτάσει διότι υπάρχει αυτό το τείχος  ψυχρότητας που τον αποτρέπει κάθε φόρα, από την επιθυμία προσπέλασης που εκδηλώνει απέναντι της και φυσικά ο άλλος (Husson) στον ρόλο ακριβώς αυτού, σε συντεταγμένη υπηρεσία του Υπερεγώ κυριολεκτικά την παραπέμπει-στοχεύει κάθε φόρα με φράσεις οι όποιες της επιβάλουν την προστακτική της απόλαυσης. Και οι δυο ακριβώς την στοχεύουν. Η διαφορά είναι ότι την πετυχαίνει μονό ένας εξ’ αυτών, ο κύριος Husson!
- ΄Αρα η δίκη του σφαίρα τον πετυχαινει!
D.Vergetis:  (Γελώντας) Μα δεν πρόκειται για σφαιρες, αυτά τα πράγματα δεν γίνονται με σφαίρες, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ματώσεις μια γυναίκα! Και επανέρχεται αυτό το μοτίβο της κηλίδας αίματος στο Bunuel, επανέρχεται στο μπουρδέλο και σε αυτή την σκηνή που είναι πραγματικά η παραπομπή στην διακόρευση. Η σφαίρα είναι κάτι που μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα σε ένα σώμα. Η μεταφορά είναι προφανής.
(σχόλια των παρισταμένων)
D.V: Κοιτάξτε δεν πρόκειται για ένα ιεραποστολικό γαμησι σε αυτή τη σκηνή. Δείχνει μια ματωμένη γυναίκα δεμένη η οποία απολαμβάνει μέσα από μια σαδομαζοχιστική φαντασίωση! Ο σύζυγος βγαίνει από το νοσοκομείο και βλέπει μια αναπηρική πολυθρόνα. Τι βλέπει σ΄ αυτήν την άδεια πολυθρόνα? Το κατοπτρικό του είδωλο! Εκεί θα τον δείξει στην συνέχεια, αυτή η άδεια πολυθρόνα προορίζεται για αυτόν και μας φανερώνεται στο τέλος της ταινίας.
Ο Bunuel δείχνει ότι αυτό είναι το πεπρωμένο του, η θέση του σε όλη την ιστορία είναι η θέση του ευνούχου.
Όλη η ταινία είναι, σε ένα σκέλος της, η έκθεση του συζυγικού ευνουχισμού, αυτής της αναπηρίας του νόμου και της νόμιμης απόλαυσης την οποία ενσαρκώνει ο σύζυγος. Κάθε φόρα που την πλησιάζει στο κρεβάτι αυτή λέει όχι όχι όχι!  Η Severine καταφεύγει στις φαντασιώσεις στις όποιες δεν έχει θέση αυτός υπό την μορφή του συζύγου.
- Αυτός όμως πως απολαμβάνει με μια γυναίκα ψυχρή;
D.V: Αυτός απολαμβάνει τον ευνουχισμό του! Δεν είναι όμως ο μόνος άντρας που απολαμβάνει τον ευνουχισμό του έξω από τον κόσμο, μεταξύ μας είναι λεγεώνα αντρών που απολαμβάνει μ΄ αυτόν τον τρόπο (γέλια), αλλά μην το πεις παραπέρα… Αποδέχεται αυτήν την κατάσταση και την αναπαράγει μετωνυμικά στο άπειρο, μέσα από τις υποσχέσεις που κάθε τόσο του παρέχει, αυτή, ότι προσπαθεί να έρθει πιο κοντά του. Και όλο πιο κοντά του και όλο πιο κοντά του και όλο καβαλάει την άμαξα, που λέμε, για να πάει (γέλια..)
- Μήπως όμως δεν την θέλει ως γυναίκα; διότι κάποια στιγμή της λέει.. - δεν θα ωριμάσεις ποτέ;
D.V: Πιθανόν, αλλά όμως ζει μέσα σ΄ αυτήν την αυταπάτη, είναι ένας τύπος ανυποψίαστος για την απόκρυφη ζωή της γυναίκας του και δείχνει πράγματι ότι είναι ένα φενακισμένο υποκείμενο απέναντι σ΄ αυτήν την ηφαιστειακή νυμφομανή αθωότητα που εκρήγνυται 2 με 5 στο μπουρδέλο καθημερινά.  Αδυνατεί να υποψιαστεί το παραμικρό!
- Για την άμαξα και το όνειρο της που βγαίνει από το μπάνιο και για τις φαντασιώσεις της;
D.V: Προφανώς είναι μια παραπομπή στο αλλού! που όντως βρίσκεται η γυναίκα του που δεν του αποκαλύπτει τις φαντασιώσεις της, πράγμα που το κάνει και στο τελικό πλάνο αναλαμβάνει ο κος Υσόν για τον σύζυγο, να τον ενημερώσει για την άτακτη ζωή της συμβίας του.
- Ναι αλλά και ότι εκείνη που αποφάσισε να πάει στο μπουρδέλο, δεν είναι σίγουρο ότι θα συναντούσε κάποια στιγμή τον Υσόν, πηγαίνοντας με μαθηματική ακρίβεια προς την ταπείνωση;
D.V: Μα ο Υσόν είναι μέσα της! Είναι αυτή η προστακτική που την βοηθάει να συντάξει τον οδηγό χάρτη που θα την οδηγήσει από το συζυγικό μαντρί στο χαμαιτυπείο των ηδονών!
-  Λέει κάποια στιγμή για το τελετουργικό της άμαξας που την πάει προς τον θάνατό της με έναν Σύμβουλο του θανάτου. Εκεί τι συμβαίνει; Με τον νεκρόφιλο Δούκα. Είναι μια επιθυμία θανάτου;
D.V: Τι εννοείτε τι συμβαίνει; Όλα τα τελετουργικά σχεδόν γελοιοποιούν, όλες οι φαντασιώσεις έχουν ως τερματικό σημείο στίξης ένα επεισόδιο, μια φράση, μια χειρονομία, που λειτουργεί σαν μια σκηνή αναδρομικής παρωδίας.  Η σκηνή του γιατρού με την Μαρκησία είναι υποδειγματική υπό αυτή την άποψη. ΄Ολες οι σκηνές δείχνουν πως η φαντασίωση στην κορύφωση της έντασης σπάει σαν μια φούσκα, το σχάσιμο υλικό ως ανάφλεξη της επιθυμία που ταυτόχρονα καταγράφεται ως σχάση της φαντασίωσης, ως κωμωδία της φαλλικής σημασίας, σ΄ όλες τις φαντασιώσεις, δείχνει την αμφισημία αυτής της φαντασίωσης. Η τοπολογική αυτή παρωδία της απόλαυσης στο τέλος της σκηνής (που τον παίζει ο νεκρόφιλος κάτω από το φέρετρο) όπου στο επάνω μέρος του επιτάφιου τελετουργικού έχει τη σωρό της νεκρής, έχει την ενσάρκωση του θανάτου και από κάτω την εμπύρετο και έγκαυλο έξαψη του μπαμπά σαν ‘’την ζωή εν τάφω’’ (αντιστροφή).
Η ζωή εν τάφω είναι μια παρτούζα (αυτή είναι η φαντασίωση του τύπου, - Δούκα) !! 
Το καλύτερο μέρος, ο ιδανικός τόπος για την πλήρη στύση, της φαλλικής σημασίας, είναι ακριβώς αυτή η εν τάφω αποδημία και η απόλαυση τίθεται υπό την αιγίδα, υπό την κηδεμονία του θανάτου. Το οποίο σημαίνει, πολύ απλά, ότι και στο υπερπέραν και στην μετά θάνατον ζωή, ναι μεν ο ίδιος θα αποσυντεθεί στα εξ΄ ων συνετέθει, αλλά τουλάχιστον θα επιβιώσει η αιωνιότητα της φαλλικής σημασίας. Αυτός ο έγκαυλος φαλλός θα συνεχίσει να εκσπερματώνει μέχρι την δεύτερη παρουσία! Είναι ιδιοφυές και του αξίζει μια υπόκλιση για τις σκηνές που δημιουργεί!!!
-  Αυτή η σκηνή με την ‘’όστια’’ που αρνείται από τον παπά;
D.V: Ναι! αυτό που λέει η μικρή Σεβερίν στον παπά, είναι, ότι αυτό το στόμα το έχουμε για να παίρνει πίπες και όχι για να παίρνουμε την όστια! Και γι΄ αυτό πηγαίνει στο μπουρδέλο. Είναι όλη αυτή η εικονοκλαστική στάση, του Ιησουίτη. Του ανθρώπου του εμποτισμένου με τη χριστιανική παράδοση, όπως ήταν ο Μπουνιουέλ, που πηγαίνει παιδάκι από το Νηπιαγωγείο κιόλας και γαλουχείται με τα προτάγματα της χριστιανικής ηθικής και που κατέληξε τελικά; Που οδηγεί η χριστιανική ηθική; Στο μπουρδέλο! Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος ‘ότι δια του νόμου γνωρίζω την αμαρτία’! Υπάρχει ένας οδοδείκτης, ένας οδικός χάρτης για να γνωρίσουμε την αμαρτία… και είναι ο νόμος!
Αν δεν υπήρχε ο νόμος δεν θα υπήρχε ‘’παράβαση’’ (η αμαρτία). Ο νόμος ήρθε για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους! Ο πραγματικός υπέρτατος νταβατζής, είναι ο νόμος που διαχειρίζεται όλα τα μπουρδέλα του κόσμου!
Είναι ένα ερώτημα, όμως, γιατί στο τέλος την πετάνε έτσι έξω; Γιατί την πετάνε στο δρόμο έτσι; Της πετάνε και το παλτό! Γιατί την πετάνε στον δρόμο έτσι μέσα στη βροχή; όταν την πετάνε έτσι στον δρόμο της συμπεριφέρονται σαν να είναι ζωντανή!
Για τους νεκρούς έχουμε έναν σεβασμό κατά κανόνα. Δεν τους συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο. Έχουμε έναν σεβασμό για τους νεκρούς τους αποδίδουμε κάποιες τιμές, έχουμε κάποια σεμνότητα απέναντί τους, στην διαδρομή που ακολουθούν… Γιατί της συμπεριφέρονται έτσι την στιγμή που εννοείται ότι είναι νεκρή;
Γιατί ο Μπουνιουέλ επινοεί αυτή την μορφή ταπείνωσης ή εξευτελισμού; Υπάρχει ένα είδος έξωσης…, ένας είδος έξωσης από την σκηνή της φαντασίωσης.., ένα είδος λακτίσματος από την σκηνή της φαντασίωσης! Γιατί θέλει να δείξει ότι την πετάνε έξω από την φαντασίωσή της;  Διότι η ίδια την κατασκευάζει αυτή την σκηνή της φαντασίωσης,  μαζί με τον Κο Υσόν φυσικά…(Το Υπερεγώ).
-  Δείχνει η Σεβερίν να έχει μια απορία για το παρακάτω;
D.V: Τι απορία έχει; Που φαίνεται ότι έχει απορία; Υπάρχει μια χρονικότητα σε όλες τις φαντασιώσεις. Αν παρατηρήσατε όλες οι φαντασιώσεις διέπονται από ένα αυστηρό χρονικό πρωτόκολλο, με υποδειγματική διαγνωστική απεικόνιση, αυτών των χρονικών καταναγκασμών (π.χ. με τον γιατρό στο μπουρδέλο). Είναι μια διαδοχή πράξεων αυστηρά με καθορισμένο τρόπο, που πρέπει να γίνονται με ένα τρόπο απόλυτα σεβαστό. Σε όλα τα τελετουργικά, υπάρχει ένας χρόνος, ένα τέμπο που πρέπει να τηρείται! Δεν πρέπει να υπερπηδάται μια στιγμή του τελετουργικού.  Όχι!! Όχι!! της λέει ο γιατρός.., είναι πολύ γρήγορα!!, χαλάς το τέμπο… της ξαναλέει ο γιατρός και την αποπέμπει από το μαζοχιστικό τελετουργικό. Ο Μπουνιουέλ ιδιοφυώς στήνει την σκηνή της αποπομπής που την πετάνε έξω από τη σκηνή της φαντασίωσης!
Ποια είναι η τύχη του υποκειμένου πάνω στη σκηνή της φαντασίωσης; που αποπέμπεται, απορρίπτεται, αποβάλλεται από το νεκροφιλικό, το μαζοχιστικό, τη σκηνή με τον νεαρό γκάγκστερ, που ταπεινώνεται και εξευτελίζεται το υποκείμενο; Τι διακυβεύεται για το υποκείμενο σε αυτές τις σκηνές εξόδου από την φαντασίωσή του; Θα μπορούσε ο τρόπος που σκηνοθετεί ο Μπονιουέλ να είναι ένα σεμινάριο για ψυχαναλυτές!
(Σχολιάζουν άλλες ταινίες του Μπουνιουέλ, οι παριστάμενοι, προσπαθώντας να βρουν το τελετουργικό που εκτελείται στις σκηνές αυτές. –ο νεαρός απόλυτος εραστής, ο ευνουχισμένος σύζυγος, ο σαδομαζοχιστής γιατρός, ο νεκρόφιλος πατέρας -εραστής της κόρης, κ.λπ. / κανείς δεν πάει με την συμβία του ή με τη μαμά του ή τον μπαμπά του, είναι όλοι παράνομοι, λέει ο Βεργέτης…!)
Ρωτάει η x αν υπάρχει τρίγωνο Πατέρα – γιου –κόρης;
D.V: Η σχέση με τον νεαρό γκάγκστερ σ’ αυτήν την ταινία, κατ΄ αρχήν, δεν υπόκειται σε ένα τριγωνικό επικαθορισμό. Είναι μια σχέση μεταξύ δύο ερωτευμένων. Εν απουσία τρίτου. Δεν υπάρχει πουθενά τρίτος! Είναι όντως ο απόλυτος εραστής; Τι τον καθιστά αυτόν απόλυτο εραστή; ο μικρός γκάγκστερ, έχει μια θνησιγενή αντίσταση από μέρους του στην έλξη που ασκεί αυτή πάνω του ( η Σεβερίν). Διαφαίνεται αυτό, όταν παίρνει διαζύγιο και έρχεται σε ρήξη με τον πνευματικό του πατέρα και παύει να είναι ο μικρός του γιος / μετά από μεγάλη απουσία γυρίζει στη Σεβερίν και παίζει το ρόλο ενός ανθιστάμενου αντρισμού με το μπαστουνάκι του που βάζει ανάμεσα σε αυτόν και αυτήν. Είναι σαφώς μια μετωνυμία αυτής της φαλλικής διεκδίκησης. Βάζει κυριολεκτικά τον φαλλό του ανάμεσα σε αυτόν και αυτήν (όταν επιστρέφει μετά από μεγάλη απουσία και επισκέπτεται την Σεβερίν στο σπίτι της με σκοπό να την μαστιγώσει με τη ζώνη του) και βρίσκει ένα γελοίο πρόσχημα για να παίξει έτσι το θέατρο ενός ανθιστάμενου αντρισμού που καταρρέει αφθονεί και παραχρήμα. Αν και τελικά, μετά από αυτή τη θεατρική χειρονομία ματσισμού, πέφτει στα πόδια της προσπαθώντας να περισώσει κάτι από τον θνησιγενή αντρισμό του… Τον εναποθέτει στα πόδια της, εξ΄ου και η εμμονή αυτή στα παπούτσια της…   (Σχολιάζουν πως δεν έχει δόντια, έχει τρύπια κάλτσα, κ.λπ.)
Τι τον καθιστά λοιπόν αυτόν υπέρτατο εραστή;
Η εικόνα της πιο αγαλιακής έκστασης, την οποία αναδίδει η Σεβερίν, αντιστοιχεί μόνο στην συνάντηση με εκείνον τον Ασιάτη που περιφέρει το κουτάκι του…, όταν γυρίζει με ένα πρόσωπο κυριολεκτικά φωτισμένο, από μια ανείπωτη, μια ανέκφραστη, μια απροσπέλαστη ηδονή και λέει στην άλλη: ‘Τι ξέρεις εσύ αγαπητή μου; Παλάδα μου; που σε λένε Αθηνά της σοφίας και που από όλα αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν, εσύ δεν καταλαβαίνεις γρι…

Julia Kristeva.

Είσαι πάντα μόνος στον έρωτα; 

Ναι, αν και ακούγεται παράδοξο. Όταν είμαστε ερωτευμένοι, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βιώνουμε την επικοινωνία στην πιο αυθεντική της μορφή. Αυτό που διαπιστώνουμε αργότερα -αναλύοντας την εμπειρία αυτή- είναι ότι επρόκειτο για μια αυταπάτη που δημιούργησαν ο ναρκισσισμός και η εξιδανίκευση. Μέσα σε αυτήν την αυταπάτη, οι ερωτευμένοι χάνουν την ατομικότητά τους. Είναι αδύνατο να διατηρήσεις το δικαίωμά σου στην ατομικότητα όσο είσαι μέσα σε μια κατάσταση παθιασμένου έρωτα... Ακριβώς επειδή το πάθος κι η επιθυμία για το απόλυτο αναλώνονται, εξατμίζονται, πρέπει διαρκώς να εφευρίσκουμε νέες μορφές αγάπης. Να κατασκευάζουμε νέα μοντέλα έρωτα. Νομίζω πως το ιδανικό είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην αυταπάτη, την ψευδαίσθηση της απόλυτης και της αυθεντικής επικοινωνίας και τον σεβασμό στην ατομικότητα.

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Patrick Avrane:V. Trierweiler - F. Hollande .

Jusqu'où peut on aller par vengeance après une rupture ?

Pour le psychanalyste Patrick Avrane:
«La vengeance amoureuse révèle avant tout l'incapacité à dépasser l'épreuve de la séparation.»

« Celui qui recherche la vengeance devrait creuser deux tombes », disait Confucius. Après une rupture amoureuse, chacun arpente un chemin de croix en plusieurs étapes avant de refaire surface, sillonnant entre tristesse, colère et acceptation. Sur la route des cœurs brisés, qui n'a pas rêvé une fois de torturer l'être aimé pour lui rendre la monnaie de sa pièce ? Pour alléger sa souffrance, on envisage de crever des pneus, saboter les affaires de l'autre... ou écrire un livre assassin. Cela peut arriver lors d'une rupture médiatisée, mettant en scène notre propre échec sur la place publique. S'il surgit comme un réflexe d'autodéfense, le désir de vengeance ne sert pourtant à rien, si ce n'est à faire aveu de faiblesse. Le psychanalyste Patrick Avrane, auteur du livre Les Chagrins d'amour, (Éd. du Seuil), nous éclaire.
LeFigaro.fr/madame.– La vengeance est-elle un réflexe d'auto-défense naturel après une rupture ? Patrick Avrane.– Certes, c'est une réponse habituelle. Le problème, c'est que la vengeance empêche la rupture de se faire. L'autre est toujours là. Le chagrin d'amour est quelque chose à traverser pour se retrouver soi-même, c'est-à-dire sans la nécessité de la présence de l'autre. En se vengeant, la personne aimée existe toujours.
Quels sont les exemples de vengeance les plus fréquents ? 
Ce sont souvent des attaques commises sur ce qui pourrait remplacer la personne, faire figure de substitut. Par exemple, on crève les pneus d'une voiture à défaut de pouvoir lui crever les yeux. La vengeance s'exerce aussi en dénonçant l'autre auprès de l'entourage, pour le desservir et casser son image.
Y a-t-il un facteur dans la rupture qui va encore plus nourrir le désir de vengeance ?
Quand on est quitté, on fait face à une déception insurmontable. Et qu'est-ce que cette déception sinon le fait d'avoir trop idéalisé la personne que l'on aime ? Plus on est déçu, plus on veut se venger car on se rend compte qu'elle n'est pas aussi idéale que ce qu'on voulait croire. On veut lui faire payer de ne pas être cette personne. 

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Blandine Rinkel - Figaro Vox

En été, les réseaux sociaux rassemblent tous les cultes du moi. Qui d'y poster son selfie sur la plage de Paloma, qui sa géo-localisation à Oxford Circus et qui son panorama familial devant la Grande Muraille. La critique, en face, déplore la stérilité de ces échanges égocentrés. Elle soupire devant ces parades exhibitionnistes. Que l'égocentrisme soit synonyme de stérilité n'est pourtant pas donné: de Montaigne à Proust, c'est bien par des omnubilés du moi qu'ont été produites les oeuvres les plus universelles. Ce n'est donc pas de la montée des exhibitions qu'il faut s'alarmer, mais bien plutôt de la monotonie de ces exhibitions. Le moi, à l'ère de sa reproductibilité technique, est-il condamné au mimétisme?
Contre l'opinion courante qui condamne le réseau social pour incitation au narcissisme, rappelons qu'un outil n'est jamais ni dangereux ni stérile en lui-même: seul compte l'usage qu'on en fait. En dépit de tout les tort qu'on leur impute, les réseaux sociaux demeurent des réservoirs d'idées insoupçonnés, d'incomparables outils à

même de servir cette nouvelle intelligence qui est celle de l'hypertexte. Plutôt que de condamner Facebook, Twitter et autres Instagram dans un énième bâillement réactionnaire, intéressons-nous donc plutôt à leur usage ; le sentiment de stérilité inspiré par la toile sociale ne proviendrait-il pas moins des réseaux en eux-même que de l'utilisation homologue que certains de ses utilisateurs en font? Et si, pour le dire autrement, la limite de nos boites à avatars résidait moins dans cette «culture du narcissisme» (voire Christopher Lasch) qu'à la tendance de cette culture à, paradoxalement, dé-singulariser le moi, à parler de soi comme d'un autre?
Dans l'usage courant des réseaux, «je» parle souvent moins de moi que d'un certain soi, conforme et borné. Narcisse n'a plus de visage mais s'obstine pourtant, aux côtés de millions d'autres Narcisses défigurés, à adresser des oeillades à son reflet. Pulvérisant sur la toiles des selfies muets accompagnés de géo-localisations minimales, le moi devient celui de n'importe qui. Il se change en un soi générique: en un soi vidé. Dans le monde globalisé du tourisme likable, il ne s'agit plus tant de communiquer pour (se) découvrir que pour se couvrir. Des pelées de pixels identiques nous servent à boucher nos expériences singulières. Et le vacancier, homogénéisant sa représentation, d'unifier du même coup ses perceptions, ramenant l'exotique du voyage au familier des clichés touristiques.
Aucun moi n'est pourtant voué à devenir un un objet générique et reproductible. Les vacances ne sont pas condamnées à être celles d'un troupeau de siamois dans un paradis de cartes digitales. Pourquoi faudrait-il, à coups de clichés balnéaires baignant dans la fatigue des choses comprises, toujours ramener l'inconnu au connu?


«Je crois que tout homme doit avoir sur toute chose sur laquelle il est possible de se faire une opinion, écrivait Nietzsche dans Humain trop humain, une opinion propre, parce que lui-même est une chose spéciale, n'existant qu'une fois et qui occupe par rapport à toutes les autres choses une situation nouvelle, laquelle n'a jamais existé»: n'importe quelle vacance, traversée par cette «chose spéciale» qu'est l'homme, s'avère en ce sens être une «situation nouvelle», une expérience singulière digne d'être racontée et partagée. Dans ce monde des combinaisons illimités qu'est le monde virtuel, quittons donc la facilité des images identiques, ces simulacres de souvenirs produits à la chaîne. Au moi de copie, préférons l'original.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ο Sig Freud είπε...

Σε κάποια πελάτισσά του, μητέρα, όταν τον ρώτησε:" Μήπως γιατρέ μου δεν ήταν σωστό αυτό που είπα στον γιό μου...;"  -" Μην ανησυχείτε! Ό,τι και να πείτε, ό,τι και να κάνετε, είναι λάθος".

Αυτό δεν είναι μόνο ένα χαριτωμένο ευφυολόγημα. Κρύβει μεγάλο κομμάτι της αλήθειας για την σχέση ανάμεσα σε πολλούς γονείς με τα παιδιά τους.

Μια πολύ μεγάλη μερίδα γονιών δεν έχουν ασχοληθεί αυτογνωστικά, επομένως, ούτε έχουν αντιμετωπίσει αποτελεσματικά πολλά ψυχολογικά τους προβλήματα. Αυτά είναι φυσικό να παρεμβαίνουν στην ψυχική τους ζωή επηρεάζοντας την ποιότητα των σκέψεων, των επιθυμιών, των αποφάσεων και των επιλογών που κάνουν σε όλες τους τις σχέσεις, και στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους.

Πάρα πολλοί άνθρωποι γίνονται γονείς, για να μεταθέσουν, ασυνείδητα, το ασήκωτο για τους ίδιους υπαρξιακό βάρος -που έχει προκαλέσει η αδυναμία τους, ή η απροθυμία τους να αναλάβουν την προσωπική τους ευθύνη για την κατάσταση της ψυχικής, συντροφικής, σχεσιακής κι επαγγελματικής τους ζωής- στους απογόνους τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, βιώνουν ως "φυσιολογική" γονεϊκή φροντίδα την επικίνδυνα εξαρτητική σχέση με τα παιδιά τους, "ανασαίνοντας" υπαρξιακά την ψυχή και την ζωή των παιδιών τους, και αφαιρώντας τους το δικαίωμα της αυτόνομής τοποθέτησης στην δική τους σκέψη, επιθυμία και προσωπική ζωή.

Αναπόφευκτα, οι συγκεκριμένοι γονείς αυτογνωστικά «νυχτωμένοι», βιώνουν τον κυρίαρχο και ασφυκτικά απαιτητικό γονεϊκό τους ρόλο ως «φυσιολογικό». Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να επενεργούν με κάθε λόγο και πράξη τους στα "βλαστάρια" τους ως πηγή άγχους, δυσφορίας, και ψυχικής αποδιοργάνωσης.

Η παραπάνω αδιέξοδη σχέση μπορεί να σταματήσει μόνο εφόσον ο γονιός αποφασίσει να αναλάβει το μερίδιο της δικής του ευθύνης που αναλογεί στην ποιότητα της ζωής του, και δεσμευόμενος στην διαλεύκανση κι αντιμετώπιση των τραυμάτων του και των επιλογών, μέσω της προσωπικής του ψυχοθεραπείας, αποφορτίσει τα παιδιά του, επιτρέποντάς τα να αναζητήσουν και να βρουν το νόημα της δικής τους ζωής, δημιουργώντας τον εαυτό τους.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Σε μια περαστική - Μπωντλαίρ

Κάρολος Μπωντλαίρ, XCIII, Σε μια περαστική (1860)

O δρόμος γύρω μου εκκωφαντικός είχε βαλθεί να ουρλιάζει...
Ξάφνου, ψηλή, λεπτή, σε βαθύ πένθος, μ’ έκφραση πόνου μεγαλοπρεπή,
Πέρασε μια γυναίκα, που με χειρονομία λαμπρή
Αρμονικά ανασήκωνε τον κεντητό ποδόγυρό της `

Ευκίνητη κι ευγενική, με κνήμη πλαστική.
Κι εγώ, να πίνω, από ‘κείνη γαντζωμένος μανικά,
Μέσα στο μάτι της, γαλάζιο απαλό ή σπέρμα καταιγίδας,
Τη γλύκα που θαμπώνει και τη φονική ηδονή .

Μια λάμψη ...κι έπειτα η νύχτα ! - Φευγάτη ομορφιά
Όπου το βλέμμα σου μ’έκαμε αιφνίδια να γεννηθώ ξανά,
Δεν θα σε ξαναδώ παρά μονάχα στον αιώνα ;

Αλλού, πολύ μακριά από δω ! Πολύ αργά ! Ποτέ ίσως !
Αφού αγνοώ που έφυγες, δεν ξέρεις καν που πάω ,
Ω, πως θα σ’είχα αγαπήσει, ω , που τό γνώριζες εσύ!

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Άνθη του κακού. Στον αναγνώστη (1855)

Κάρολος Μπωντλαίρ
 
Βλακεία , σφάλμα , γλίστρημα κι απάτη
Φουντώνουν το φτωχό μυαλό και το κορμί παιδεύουν
Τις προσφιλείς μας ενοχές ως καλοτρέφουν
Καθώς ο ζήτουλας την ψώρα του τιμά..

Τα πάθη μας πεισμάτωσαν, μουδιάσαν οι μετάνοιες...
Για κάθε εξομολόγηση ζητάμε κι αμοιβή
Κι ευθύς αλαφρωμένοι μες τη λάσπη μας γυρνάμε
Με δάκρυα κούφια να ξεπλύνουμε την κάθε μας ντροπή.

Στο προσκεφάλι του κακού ο Σατανάς Τρισμέγιστος
Το μαργωμένο μας μυαλό γλυκοκοιμίζει
Τη θέλησή μας, μέταλλο του νου ακριβό, σαν άθλιο καπνό την εξατμίζει
Τι είν’ άπιαστος στις τέχνες του ο σπετσιέρης ο σοφός .

Σαν τον ακόλαστο αχόρταγa φιλιά τρυγώντας
σ’ αρχαίας πόρνης κρεμασμένοι το μαρτυρικό μαστό
Τις άνομές μας ηδονές ξεκλέβουμε περνώντας
Το ξεραμένο πορτοκάλι άγρια στίβοντας να βγάλει και χυμό.
 

Ο Διάολος κρατάει τα σχοινιά που μας ορίζουν!
Τα πιο αποκρουστικά μάς είναι άκρως ποθητά
Και κατεβαίνουμε στην Κόλαση βήμα το βήμα,
Ατάραχοι, κυλώντας μες στα σκότη που σαπίζουν.

Κι όμοια εκατομμύριο, μυρμηγκιά λεβίθες στριμωγμένοι,
Στο κουφιοκέφαλό μας στήνουν κολληγιά λαός ολάκερος Δαιμόνια
Κι ο θάνατος στην κάθε ανασαμιά μας στα πνευμόνια
Κλάματα σέρνοντας βουβά, αόρατο ποτάμι κατεβαίνει

Κι αν βιασμοί, φαρμάκια, μαχαιριές, φλόγες του εμπρησμού
Δεν χάραξαν ακόμη το εράσμιο σχέδιό τους
Στο άθλιο τσιτάκι του φτηνού μας ριζικού, είναι που,
Δυστυχώς! απ’ την ψυχή μας απολείπει το πλέριο θράσος του κακού.

Κι ωστόσο, ανάμεσα σ’ αυτές τις σκύλες, τα τσακάλια,
Μαϊμούδες, όρνια, φίδια, πάνθηρες αγριωμένους και σκορπιούς,
Τέρατα που ουρλιάζουν και βρυχώνται και συστρέφουν
Θρηνωδώντας, μες των παθών μας τους κλωβούς,

Ειν’ κι ένα, το χειρότερο, πιο μοχθηρό, το όντως αποτρόπαιο!
Κι αν δε χειρονομεί ούτε θεατρικά κομπάζει
Με μια του μόνο κίνηση μπορεί όλο τον κόσμο να ρημάξει
Τη γη να κάνει μια χαψιά σ’ ένα βαριεστημένο του χασμουρητό.

Ειν’ η βαρυθυμιά *μας! Το μάτι της ακούσια βουρκωμένο
Κρεμάλες νείρεται καπνίζοντας την πίπα του αφιονιού
Την ξέρεις αναγνώστη μου καλά τη λεπτεπίλεπτη εικόνα του θεριού
Συ αναγνώστη υποκριτή – όμοιέ μου – εικόνα του αδερφού !

«Τόσο το χειρότερο για τον αναγνώστη, αν του λείπει η φιλοσοφική και θρησκευτική σκευή που του είναι απαραίτητη για να κατανοήσει τα ποιήματά μου.» Σ. Μπωντλαίρ .*Ennui, στον Σ.Μπ. με τη θεολογική έννοια ήγουν αμαρτία και τύψεις