Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας


Λουί Φερντινάν Σελίν
Photo:  Paris, 1960
«….Τον καιρό του πολέμου, αντί να χορεύουμε στον ημιώροφο, χορεύαμε στο κελάρι. Οι μάχιμοι τ’ ανέχονταν, το γούσταραν κιόλας. Αυτό ζήταγαν με το που φτάνανε, και κανείς δεν έβρισκε ύποπτους τους τρόπους τους. Μόνο η παλικαριά είναι ύποπτη. Να’σαι παλικάρι με το κορμί που έχεις; Πες λοιπόν και στο σκουλήκι να’ ναι παλικάρι, που’ ναι ροδαλό και χλομό και μαλακό, σαν κι εμάς….» (σελ. 124)
Το μόνο που ξέρει ο κόσμος είναι να σε σκοτώνει, σαν τον κοιμισμένο είναι ο κόσμος που σε πλακώνει στον ύπνο του , όπως σκοτώνει ο κοιμισμένος τους ψύλλους του. Να ένας ηλίθιος τρόπος να πεθάνεις, έλεγα μέσα μου, όπως όλος ο κόσμος , δηλαδή. Η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους είναι ήδη λιγάκι θάνατος. (σελ. 215)
Παραδίνεσαι στον θόρυβο όπως παραδίνεσαι στον πόλεμο. Αφήνεσαι στις μηχανές με τις τρείς ψωροϊδέες που παραδέρνουν ακόμη πάνω ψηλά, πίσω από το κούτελο. Πάει τελείωσε. Ό,τι κοιτάς οπουδήποτε, ό,τι αγγίζει το χέρι, είναι τώρα σκληρό. Κι ό,τι καταφέρνεις ακόμη να θυμηθείς είναι άκαμπτο σαν σίδερο κι άνοστο πιά μες στην σκέψη. Γεράσαμε φριχτά μονομιάς. Πρέπει να καταργηθεί η έξω ζωή, να γίνει ατσάλι, κάτι χρήσιμο. Δεν την αγαπούσαμε αρκετά όπως ήταν, γι' αυτό. Πρέπει να γίνει αντικείμενο λοιπόν, στερεό, έτσι έχει ο Κανόνας. (σελ.271)
Με λίγα λόγια όσο είσαι στον πόλεμο, λές πως θα 'ναι καλύτερη η ειρήνη, κι έπειτα πιπιλάς αυτήν την ελπίδα σαν καραμέλα, κι έπειτα είναι σκατά και απόσκατα. Δεν τολμάς να το πείς στην αρχή, μην τυχόν και αναγουλιάσει κανένας. Το παίζεις καλό παιδί, κοντολογίς. Κι έπειτα, μιάν ωραία πρωία, καταλήγεις παρ' όλα αυτά να το ξεράσεις μπροστά σε όλον τον κόσμο. Έχεις βαρεθεί να τσαλαβουτάς στον βόθρο . Μα τότε ο κόσμος σε βρίσκει υπερβολικό. Και τέρμα. (σελ.281) 
Τί τρελοκομείο η στερημένη ζωή! Μια τάξη είναι η ζωή, κι η πλήξη είναι ο παιδονόμος της, που διαρκώς σε κατασκοπεύει. πρέπει πάση θυσία να μοιάζεις απασχολημένος με κάτι πολύ συναρπαστικό, ειδάλλως πλακώνει και σου ροκανίζει το μυαλό. ΄Οταν η μέρα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκέτο εικοσιτετράωρο, δεν υποφέρεται. Μια μακριά, σχεδόν αβάσταχτη ηδονή πρέπει να είναι η μέρα, μία μακριά συνουσία, θες δε θες. Σου κατεβαίνουν λοιπόν σιχαμερές σκέψεις, όσο σ' αποβλακώνει η ανάγκη, όσο μέσα στο κάθε σου δευτερόλεπτο στριμώχνεται ένας πόθος για χίλια άλλα πράγματα, ένας πόθος για αλλού. (σελ.415) [...] 
Βυθίζεσαι , τρομάζεις στην αρχή μες στην νύχτα, μα θες παρ' όλα αυτά να καταλάβεις, και τότε δεν εγκαταλείπεις πια τα βάθη. Είναι, όμως, πολλά τα πράγματα που πρέπει να καταλάβεις ταυτόχρονα. Κι είναι πολύ σύντομη η ζωή. Δεν θες να αδικήσεις κανέναν. Έχεις ενδοιασμούς, διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις, γιατί τότε θα 'χεις έρθει τζάμπα στην ζωή. Ό,τι χειρότερο. (σελ.446)

Όποια ανάγνωση και αν επιφυλάξει κανείς στο έργο του Σελίν, θα διακρίνει πάντα τον βασικό του στόχο: να ανασυνθέσει πιστά το συγκινησιακό φορτίο που απέθεσε πάνω του η ζωή. «Γράφω με ελλείψεις και ασύνδετες προτάσεις για να ενσωματώσω το ανθρώπινο συναίσθημα στη γραπτή γλώσσα», έλεγε.
Η μεταφράστρια του βιβλίου Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου αναφέρει στο Επίμετρο του βιβλίου τα εξής:
«Να ποια ήταν η τεράστια καινοτομία του Σελίν. Η συμμέτοχη γλώσσα, μια γλώσσα απολύτως προσωπική και γι’ αυτό συλλογική, τερατώδης και γι ΄αυτό αληθινή, λασπερή και γι’ αυτό δροσερή, τραγική και γι’ αυτό εκρηκτικά κωμική. Κράμα καθαρεύουσας και καθομιλουμένης, επιστημονικής διαλέκτου και αισχρολογίας, νεολογισμών και αρχαϊσμών αντλημένων από όλο το βάθος της γαλλικής λαλιάς Έμελλε, εν ολίγοις, να ειπωθεί με λέξεις της αληθινής λογοτεχνίας- δηλαδή με τις λέξεις της σακατεμένης, οργισμένης και καταγέλαστης σάρκας- η «δυστυχία του πολιτισμού», αποτυπωμένη ήδη το 1929 από τον Φρόυντ με τις λέξεις της ψυχανάλυσης.
…Διαβάζουμε το Σελίν, γιατί μαθαίνουμε τα δράματα, τις φάρσες, τις οιμωγές και τις σιωπές του 20ου αιώνα, που είναι και ο 21ος. Τον διαβάζουμε γιατί αναγνωρίζουμε στην εκθαμβωτική πρόζα του την τραγική ανθρώπινη συνθήκη μας και γιατί μας καταδικάζει να της γελάμε κατάμουτρα….»

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Το παιδί εγκληματίας, Jean Genet


ζαν ζενέ
Σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκό, σε διάλεξή του τη δεκαετία του ’80, ετεροτοπία σημαίνει το αμφίσημο, το μεταιχμιακό  διάστημα μεταξύ τόπου και ουτοπίας. Ήτοι, η ετεροτοπία είναι παρούσα και ταυτόχρονα απούσα. Με άλλα λόγια, είναι εδώ, καθώς καταλαμβάνει έναν φυσικό χώρο και εμφορείται από κάποιες ιδιότητες, αλλά και δεν είναι εδώ, γιατί αντιπροσωπεύει την αναστολή και την αντιστροφή της κανονικότητας. Η ετεροτοπία είναι χώρος δισήμαντος  και ταυτόχρονα «πειραματικός», εφόσον περικλείει εναλλακτικά μοντέλα δόμησης της κοινωνίας, τα οποία, ενώ προέρχονται από την άρχουσα τάξη, ταυτόχρονα την αμφισβητούν ή την υπονομεύουν. Ένα τέτοιο παράδειγμα ετεροτοπίας είναι και η φυλακή, όπου συμβαίνει σωφρονισμός και  απομόνωση περιθωριακών σωμάτων.
Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο Ζαν Ζενέ, πριν μεταμορφωθεί σε συγγραφέα αλλά και στα πρώτα χρόνια της λογοτεχνικής του πορείας πριν αρχίσει να καθιερώνεται. «Το παιδί εγκληματίας» είναι μια ελεγεία για τους νεαρούς εγκληματίες, όπως τους ονομάζει η καλή κοινωνία. Κείμενο γραμμένο για μια εκπομπή της κρατικής γαλλικής ραδιοφωνίας, το 1947, που ποτέ δεν έγινε. Κόπηκε πριν καν οι υπεύθυνοι λάβουν γνώση των γραπτών του Ζενέ. Και αυτό, λόγω της «κακής» φήμης που συνόδευε τον συγγραφέα και φυσικά για τα μπλεξίματα που είχε τότε με την αστική δικαιοσύνη. Δυο χρόνια μετά, τυπώθηκε από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και έκανε αίσθηση με τον οξύ κοινωνικό του λόγο. Σε αυτό το κείμενο ο Ζενέ προκαλεί με την πένα του και απορρίπτει την ηθική που ασπάζεται το πλήθος. Ανατρέπει κάθε αίσθηση που καταλήγει σε στερεότυπο για τον κόσμο της ετεροτοπίας-φυλακής. Κάθε δαιμονοποίηση των μικρών παραβατών και την ανακούφιση μιας κοινωνίας που κοιμάται ήσυχη, γιατί οι εκκολαπτόμενοι «κακοί» βρίσκονται όλοι πίσω από τα σίδερα.
Γράφει: «Εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας. Και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να ομορφύνουμε ακόμη περισσότερο την περιπέτειά μας, γιατί γνωρίζουμε ότι η ομορφιά της εξαρτάται από την απόσταση που μας χωρίζει από σας… Αν οι μοχθηροί, οι βάναυσοι εκπροσωπούν την δύναμη που εσείς αντιμάχεστε, εμείς θέλουμε να ενσαρκώνουμε αυτή ακριβώς τη δύναμη του κακού». Αναστρέφει πλήρως την σωφρονιστική  άποψη για τον εγκλεισμό και το μετριασμό της βίας των φυλάκων απέναντι στους νεαρούς εγκληματίες, σε μια «δημοκρατική» προοπτική, ώστε σε εύθετο χρόνο οι παρεκκλίνοντες να επιστρέψουν «ψυχικά υγιείς» στις αγκάλες της κοινωνίας. Απορρίπτοντας πλήρως το παραπάνω σκεπτικό απαιτεί  τη μεγίστη βαναυσότητα: «Ο νεαρός, όμως, εγκληματίας αρνείται ήδη την επιεική μεταχείριση και την ειδική μέριμνα μιας κοινωνίας ενάντια στην οποία είχε μόλις ξεσηκωθεί διαπράττοντας την πρώτη αξιόποινη πράξη. Έχοντας, στα δεκαπέντε ή δεκαέξι του χρόνια, ίσως και νωρίτερα, ενηλικιωθεί με τρόπο που οι έντιμοι άνθρωποι δεν θα έχουν γνωρίσει ούτε στα εξήντα τους, περιφρονεί την καλοσύνη τους. Απαιτεί η τιμωρία του να είναι ανάλγητη. Πρώτη του απαίτηση είναι οι όροι που την ορίζουν να εκφράζουν τη μεγίστη βαναυσότητα… Απαιτεί η δοκιμασία να είναι τρομερή. Προκειμένου να εξαντλήσει ίσως,  μια διαβολέμενη ανάγκη για ηρωισμό». Ο Ζενέ αισθάνεται και αυτός εχθρικά απέναντι στην γαλλική κοινωνία, τόσο που δε διστάζει να δηλώσει την έμμεση ικανοποίησή του για τα όσα υπέστησαν οι συμπατριώτες του στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιπλέον, μιλάει για το πώς οι καλλιτέχνες εξυμνούν το  έγκλημα στις δημιουργίες τους -«Η δική σας λογοτεχνία, οι δικές σας καλές τέχνες, η ψυχαγωγία σας εκθειάζουν το έγκλημα. Το ταλέντο των ποιητών εκθειάζει τον εγκληματία τον οποίο στην καθημερινότητά σας απεχθάνεστε. Ανεχθείτε, λοιπόν, το ότι εμείς με τη σειρά μας περιφρονούμε τους ποιητές και τους καλλιτέχνες σας.»
Για τον Ζενέ η έννοια της παρανομίας συνάδει με αυτήν της παραβατικότητας. Ενάντια σε ένα καθεστώς, εγκαθιδρυμένο από την άρχουσα ελίτ, κομμένο και ραμμένο στα μετρά των ευυπόληπτων μεσοαστών, δεν υπάρχει κανένα έλεος, καμιά παραχώρηση. Οι μικροί εγκληματίες είναι άτομα εξεγερμένα και, αν θέλετε, σύμμαχοι των εν γένει εξεγερμένων. Επαναστατούν απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνία με βίαιους τρόπους και η όποια επιβολή σωφρονισμού τους κόβει την κάθε διάθεση αμφισβήτησή της: «Αν η δουλειά τους (σημ. των ψυχίατρων) είναι η μεταβολή της ηθικής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό γίνεται για να οικειοποιηθούν ποια διαφορετική ηθική; Ξέρω πως ουσιαστικά πρόκειται για την τρέχουσα ηθική και ότι ο ψυχίατρος ξεμπερδεύει αποδίδοντας στα παιδιά το όμορφο όνομα του απροσάρμοστου».
Πέραν της άγριας σαγήνης του κειμένου, ενδιαφέρον έχουν και οι δυο φωτογραφίες που υπάρχουν στην πρώτη έκδοση, καθώς η Άγρα στάθηκε πιστή σε αυτήν. Στο εξώφυλλο η σχισμένη στις άκρες του και ρετουσαρισμένη εικόνα ενός νεαρού τρόφιμου με τη στολή εργασίας της φυλακής και στην αρχή της αφήγησης το πορτρέτο του Ζενέ στα δεκάξι του χρόνια.  Αν η πρώτη εμφανίζει πάλι τον ίδιο αυτό δεν είναι σίγουρο. Το εντυπωσιακό είναι πώς αυτή η φωτογραφία βρέθηκε στα χέρια του Ζενέ και πως κατάφερε να την βγάλει έξω από τη φυλακή. «Το παιδί εγκληματίας» ατύχησε στο επίσημο κρατικό ραδιόφωνο, και πως αλλιώς, ευτύχησε, όμως, στο να δώσει φωνή σε ένα πρόσωπο, τον Ζενέ,  που θα μεσουρανούσε για πολύ καιρό στα γαλλικά γράμματα πιστός στο δόγμα του πως «την τραγωδία πρέπει να τη ζεις και όχι να την παίζεις»

Στα θετικά του βιβλίου και η δυναμική μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Une lettre de Magritte à Lacan

not-to-be-reproduced
 En furetant dans une salle des ventes j'ai trouvé par hasard, parmi un paquet de vieux documents, une lettre de René Magritte, lettre supposée, d'après son contenu, avoir été adressée à Jacques Lacan sans qu'on puisse en être certain. Il faudrait bien sûr pouvoir l'authentifier.
« Cher ami,
comme vous devez vous en souvenir, nous nous sommes rencontrés au sein du groupe des surréalistes. C'est à ce titre, que je vous écris. J'ai toujours eu horreur de la psychanalyse et ce n'est donc surtout pas en tant que psychanalyste que je m'adresse à vous, mais j'aimerais savoir ce que vous pensez de mon tableau intitulé « La reproduction interdite » car il reste pour moi-même une véritable énigme.
Pourriez-vous au moins me suggérer quelques raisons qui restent inconnues de moi et qui m'ont poussé à faire ce portrait du poète anglais sous la forme de cet homme qui se regarde dans un miroir. Il ne se voit que de dos, ce qui donne, je trouve, à cette toile une impression de très inquiétante étrangeté. Le modèle est un poète anglais que vous connaissez peut-être. Il a pour nom Edward James, c'est l'un de nos plus fidèles mécènes, mais représenté ainsi de dos, nul ne peut le reconnaître. Peut-être même, en rajoutant mon chapeau sur sa tête, pourrait-on croire qu'il s'agit d'un auto-portrait.

Posé sur ce qui est une tablette de cheminée, j'ai peint un livre qui se reflète lui aussi dans le miroir mais dans sa forme normale, inversée. J'y ai inscrit son titre : « Aventures d’Arthur Gordon Pym de Nantucket ». Il s'agit comme vous le savez d'un livre d'Edgar Allan Poe, auteur que j'aime beaucoup. Je me suis posé certes la question de savoir pour quelle raison je l'avais choisi plutôt que de peindre un des livres de celui qui me servait de modèle, Edward James, cela aurait été plus logique.
Peut-être est-ce lié au fait qu'à la fin de ce roman il y a en effet la description d'un événement impossible à décrire, une apparition onirique neigeuse, une forme humaine de grande taille toute blanche vient se substituer à une impossible description de la découverte pourtant jusque là inédite de ce qu'il y avait réellement au pôle sud. Cette apparition vient certes rendre impossible cette découverte mais aussi en protège les trois héros qui sont en grand danger d'être engloutis avec leur fragile rafiot dans une sorte de gouffre qu'ils entrevoient au travers de ce voile. Je sais que Marie Bonaparte en a fait il y a quelques années une longue étude.

Mais il m'est plutôt venu à l'idée, en y repensant, qu'une des anecdotes de ce livre pouvait être mise en relation avec cette reproduction interdite. Edgar Poe décrit en effet la terreur qui a saisi l'un des personnages de son roman, le chef d'une peuplade inconnue vivant près du pôle sud, lorsqu'il a découvert un double miroir dans la goélette qui venait d'aborder sur leur île. Ce qui avait provoqué sa terreur ce n'était pas de se voir de dos, mais de se voir deux fois de face, sur chacun des deux miroirs disposés l'un en face de l'autre.
Je sais en effet que vous avez eu un certain succès au cours d'un congrès de psychanalyse, en y développant ce que vous avez appelé le stade du miroir. C'est là, de ce que j'en ai compris, que l'enfant découvre en se regardant dans un miroir sa propre image et constitue son moi, ce d'autant plus qu'il le fait sous le regard admiratif de sa mère. Mais c'est aussi ce qui lui permet d'aimer les autres et de leur ressembler.

Je me suis demandé si ce qui donnait à ce tableau cet aspect étrange ce n'était pas le fait qu'il rendait impossible à ce personnage de se regarder dans ce miroir tel Narcisse, de s'y admirer ou de s'y détester mais au-delà d'y aimer ou d'y détester quelqu'un d'autre.

La réponse de Lacan ne nous est pas parvenue, peut-être avait-il joué, dans sa lettre, sur l'équivoque du titre de ce tableau car les hommes aussi se reproduisent et, pour le maintien de la vie, il est en effet souhaitable que cette reproduction ne leur soit pas interdite. Comme le disait notre cher Rabelais, « La tête perdue, ne périt que la personne ; les couilles perdues, périrait toute nature humaine ».

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η μαθητεία του Ταίρλες


Το 1906, ο τότε πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ δημοσίευσε στον εκδοτικό οίκο «Wiener Verlag» το μυθιστόρημα «Die Verwirrungen des jungen Törleß». Η επικρατέστερη απόδοση στα ελληνικά είναι «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες»  Του  Ν. Σκοπλάκη
          
Ωστόσο, η γερμανική λέξη «Zögling» αποκαθιστά ένα έμψυχο υπόλοιπο, αφού δηλώνει όχι μόνο τον οικότροφο και τον τρόφιμο, αλλά και τον μαθητή. Ο Ταίρλες συγκροτείται σαν μια προσωποπαγιωμένη μαθητεία, οι διαστάσεις και οι άλλες εκδοχές της οποίας διαποτίζουν όλο το αφηγηματικό υλικό: χαρακτήρες, πράγματα και καταστάσεις. Αυτές είναι οι αναστατώσεις που μορφοποιούνται ως κράμα παροξυσμού και νηφαλιότητας σε μια συσχετιστική λειτουργία, καθιστώντας το μυθιστόρημα ίσως το προορατικότερο για τον ευρωπαϊκό 20ο αιώνα. Η λογοτεχνική αποτύπωση της αμφιθυμικής σχέσης ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχικό στη στρατηγική καθυπόταξης των υποκειμένων από την εξουσία το έχει ήδη καταστήσει επίκαιρο και στον 21ο αιώνα.

Ι. Ο χρονότοπος του Ταίρλες:
 Σημαίνοντες στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι τόσο οι προσδιορισμοί του περιεχομένου όσο οι διαδικασίες του προσδιορισμού τους. Το λογοτεχνικά αισθητό τοπίο (αστικό, της υπαίθρου ή μίξεις και υποδιαιρέσεις τους) διαβάζεται ως διανοητικό τοπίο της συνείδησης ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, ο οποίος μορφοποιείται και σε μια συνάρτηση που αναδεικνύει η λογοτεχνική θεωρία: χαρακτήρας = «cityscape» = «inscape». Συνάρτηση του «σημασιοδοτημένου χώρου» στη λογοτεχνία. Η λειτουργία αυτής της διαδικασίας προσδιορισμού βασίζεται στη μεταβίβαση της γνωσιακής χαρτογράφησης (cognitive mapping) από τον κόσμο που μας περιβάλλει στον μυθοπλαστικό κόσμο, στον χώρο και τον χρόνο του. Ειδικά για τον χώρο, η προοπτική του συνάγεται ως εξελισσόμενη ολοκλήρωση ευρετηριακών και εικονιστικών σημείων στην αφηγηματική του σύλληψη. Οι ασυμμετρικοί, αλλά αδιαχώριστοι προσδιορισμοί χώρου και χρόνου αποτυπώνονται ανάγλυφα στον «χρονότοπο» του Μπαχτίν: «Στον καλλιτεχνικό-λογοτεχνικό χρονότοπο συντήκονται διακριτικά του χώρου και του χρόνου σε ένα πολυσήμαντο και συγκεκριμένο όλο. Ο χρόνος εκεί πυκνώνει, συστέλλεται και γίνεται ορατός με τους τρόπους της τέχνης. Ο χώρος κερδίζει σε ένταση, εμπλέκεται στην κίνηση του χρόνου, του υποκειμένου, της ιστορίας». Ο χώρος, ο χρόνος και οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας γίνονται κατάφορτοι με σημασία, όπως και τα σώματα, τα οποία ως επενέργεια και αλληλουχία εκτείνονται σκοπίμως, μέσω της γνωσιακής χαρτογράφησης του πραγματικού, στην αφηγηματική επιφάνεια.


Ο χρονότοπος του δεκαεξάχρονου Ταίρλες αναφέρεται σε συγκεκριμένα ευρετηριακά και εικονιστικά σημεία της Αυστρο-Ουγγαρίας, αλλά και ευρύτερα της Ευρώπης, από το 1870 μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα: όταν οι κυρίαρχες τάξεις απομόνωναν τους γόνους τους σε εκπαιδευτικά κάτεργα, πειθαρχικά ιδρύματα, ώστε να τους απομακρύνουν από την κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της εποχής τους, από τις ζωντανές αντιθέσεις και τις ανατρεπτικές πρωτοπορίες, οι οποίες ως (σύμφωνα με τον Μούζιλ) «δελεαστικά πρότυπα» μπορούσαν να περιπλέξουν τις ψυχο-κοινωνικές προϋποθέσεις στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου. Κυρίαρχες τάξεις είναι το παραπληρωματικό σύνθεμα από κατάλοιπα της αριστοκρατίας, μεγαλοαστικά και ανερχόμενα μεσαία στρώματα, όπως τα περιγράφει στην κλασική του μονογραφία ο ιστορικός Άρνο Μάγιερ [1]: Ιεροποιώντας τον χωρίς κανόνες ανταγωνισμό στην οικονομία της αγοράς, αναγνωρίζονται σε έναν πεσιμιστικό και άκαμπτο συντηρητισμό, στην αντιδιαφωτιστική αντίδραση. Η ανασυγκρότηση των συντηρητικών δυνάμεων μέσα στον κοινωνικό δαρβινισμό και τις ιδεολογικές επιρροές από το ancien régime αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση περισσότερων δημοκρατικών και κοινωνικών αλλαγών, όπως και στην αποδόμηση ορισμένων από όσες είχαν συντελεστεί στο πρόσφατο παρελθόν. Η έννοια του πολέμου, σε όλες τις διαστάσεις της, γινόταν μυστικιστικό αντικείμενο λατρείας των ελίτ εναντίον των κυριαρχούμενων τάξεων και διευκόλυνε την κοινωνική κυριαρχία μετατρέποντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό σε εθνικό. Μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα κοινωνικού δαρβινισμού και αντιδιαφωτιστικών επιρροών, ο πόλεμος επικρατούσε ως πανάκεια και ένα από τα ορατά σύμβολά του ήταν οι σχολές αξιωματικών για τις ελίτ: τις καθιερωμένες και τις επίδοξες [2].

Ο γόνος της εύπορης μεσαίας τάξης Ταίρλες συναντά με διπλό βλέμμα («με τα μάτια της νόησης και με τα μάτια του συναισθήματος»), σε μια στρατιωτική σχολή με οικοτροφείο για τις ελίτ, τον Ράϊτινγκ, τον Μπάϊνεμπεργκ και το θύμα τους, Μπαζίνι. «Ένας μικρός σταθμός στη σιδηροδρομική γραμμή που οδηγεί στη Ρωσία». Ένα αποπραγματοποιημένο (όπως στον Κάφκα) τοπίο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται κάπου στα ανατολικά σύνορα της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. «Αντικείμενα και άνθρωποι είχαν κάτι αδιάφορο, άψυχο, μηχανικό, σαν να είχαν βγει από τη σκηνή ενός κουκλοθεάτρου». Στο διανοητικό τοπίο της συνείδησής του, ο Ταίρλες μετεωρίζεται ανάμεσα στη μηχανική αδιαφορία και τα συναισθήματα που προκαλούν οι εμπειρίες στις οποίες παρασύρεται: εμπειρίες από το οπλοστάσιο της βαρβαρότητας και εμπειρίες αναστοχασμού με αφετηρία την καθυπόταξη. Στον χρονότοπο του Ταίρλες αναδεικνύονται οι αιτιώδεις συνάφειες των αναστατώσεών του με την κοινωνία και τους θεσμούς της, όπως έχει εύστοχα τονίσει ο κριτικός Ούβε Μπάουερ.


ΙΙ. Οι αναστατώσεις της ταυτότητας: Εξίσου εύστοχα, η Ρενάτε Σρέντερ-Βέρλε υπενθυμίζει ότι η ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του δεκαεξάχρονου Ταίρλες ως επίκεντρο του μυθιστορήματος είναι μια πανουργία της αφήγησης. Το μυθιστόρημα του Μούζιλ διατηρεί επιφανειακή μόνο σχέση με τα σύγχρονα (ή περίπου σύγχρονά του) μυθιστορήματα εφηβείας, ενώ υποσκάπτει όλα τα στοιχεία του «Bildungsroman» («μυθιστορήματος μαθητείας») που χρησιμοποιεί: Εδώ, δεν αναδύεται στο τέλος κάποια πλήρωση, κάποια λύση ή μια καινούργια μορφή ύπαρξης για τον χαρακτήρα, αλλά μια φυγή. Στο τέλος, με προοπτική που ανήκει στον Ταίρλες και όχι στον συγγραφικό αφηγητή, διαβάζουμε: «Ξέρω: τα πράγματα είναι τα πράγματα και μάλλον θα μείνουν για πάντα έτσι. Και εγώ θα τα ατενίζω πότε έτσι και πότε αλλιώς». Σύμφωνα με τον Ντίτμαρ Γκόλντσνιγκ, η επικίνδυνη διανοητική απάθεια του Ταίρλες απέναντι στην πρακτική των εμπειριών καθυπόταξης καταδεικνύει την αντιπολιτική στάση μιας κοινωνικής τάξης από την οποία προέρχεται. Μέσα στο διανοητικό τοπίο της συνείδησης του Ταίρλες, αναγνωρίζουμε το στρατιωτικό οικοτροφείο και τον περίγυρό του ως απείκασμα μιας ιστορικά προσδιορισμένης κοινωνίας, μαζί με την αντινομία του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού» κόσμου που αποπραγματοποιεί το κοινωνικό τοπίο. Η διάσταση ανάμεσα στο λεκτό και το μη-λεκτό είτε κάνει τις λέξεις να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες είτε αποδίδει σ’ αυτές μαγικές ιδιότητες. Έτσι, για τον Ταίρλες οι λέξεις είναι «τυχαίες διαφυγές για το αισθητό», ενώ η γλώσσα αποδίδεται ως μία διαδοχή από αστοχίες, όπως παρατηρεί ο Κλαούντιο Μάγκρις.

Η μαθητεία απαιτεί από τους μαθητές αποκλειστικά πράξεις αναπαραγωγής και προσαρμογής σε μια κυρίαρχη κανονικότητα, παρά τις εξωτερικές διακηρύξεις των αξιών της παιδείας. Η ισοπέδωση και η καταπίεση της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας συγκροτούν τη μαθητεία ως εθισμό στην ετερονομία. Η μακιαβελική εξουσιολαγνία του Ράϊτινγκ και ο σαδιστικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ μορφοποιούνται και εμπλέκονται με τις σχέσεις εξουσίας που ρυθμίζει και αναπαράγει η συγκεκριμένη μαθητεία: από την καταστροφή του αυτοκαθορισμού αναδύεται ο ατομικισμός του πολέμου ως πανάκεια. Φαινομενικά, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αντιτίθενται στην ιεραρχική διαστρωμάτωση της μαθητείας με το να στιγματίζουν, να εκμεταλλεύονται και να βασανίζουν τον Μπαζίνι. Στην πραγματικότητα, έρχονται στη θέση του ισχυρότερου και εφαρμόζουν το αξίωμα της εκπαίδευσής τους: μετατρέπουν τον Μπαζίνι σε αντικείμενο, καταστέλλουν τον αυτοκαθορισμό του, τη δυνατότητα αυτοτελούς ύπαρξής του. Η άσκηση στη βαρβαρότητα ενοποιεί, περιχαρακώνει, θεμελιώνει την αυταρχική περίκλειστη ταυτότητα και εγγυάται την αναπαραγωγή των ιεραρχικών της διαστρωματώσεων. Ο συγκλονισμός των δασκάλων με την αποκάλυψη αυτής της παραβατικότητας είναι η αναγκαία ρύθμιση της υποκρισίας, μέχρι να αποκατασταθούν οι ισορροπίες του μη-λεκτού ως επιβράβευση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ.

Όπως έχει επισημάνει ο Ζαν-Πιέρ Κομετί, ο Μπαζίνι στιγματίζεται ως «τέρας», διότι η υπό συγκρότηση ταυτότητα των διωκτών του αισθάνεται απειλημένη από την «πλαστικότητά» του, την ενδεχομενικότητά του. Ο Μπαζίνι αντιπροσωπεύει μια εμβάθυνση, ένα ριζοσπαστικό τράνταγμα, σαν κομβικότητα στην οντολογία της λίμπιντο. Είναι ικανός να προσανατολίζει την επιθυμία του στον Ράϊτινγκ και στον Ταίρλες και να αποστρέφεται τον Μπάϊνεμπεργκ. Αντιθέτως, ο Ράϊτινγκ όσο διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον Μπαζίνι «δεν είναι ερωτευμένος», αλλά «τον διασκεδάζει, το πολύ να τον δελεάζει αισθητηριακά» (βλ. 5ο κεφάλαιο). Άλλωστε, τόσο το πεδίο της ετεροφυλόφιλης όσο και της ομοφυλόφιλης επιθυμίας δεν διαχωρίζονται, αλλά αποικίζονται από την ίδια εξουσία, η οποία στον δημόσιο χώρο καταδίδει και ιατρικοποιεί το πεδίο της ομοφυλόφιλης επιθυμίας. Τόσο η εκδιδόμενη Μποζένα όσο και ο Μπαζίνι γίνονται επανεδαφοποιήσεις μιας ενέργειας διαχειρίσιμης από την κυρίαρχη τάξη σαν ανάχωμα που την στηρίζει, αντί να ανοίγει νέες διεξόδους [3].     

Στο επόμενο στάδιο, η ταυτότητα ανατάσσει τη δια-σκέδασή της με τον στιγματισμό και την τιμωρία του Μπαζίνι. Με τις μαγικές αστοχίες των λέξεων, ο Μπαζίνι γίνεται αρπακτικός, αναξιοπρεπής παλιάνθρωπος, ο οποίος αντέταξε στις πιο καλοπροαίρετες απόπειρες βελτίωσής του καινούργια ανοσιουργήματα. «Η ποινή του θα δράσει καθαρτήρια. Το να είσαι απλώς άνθρωπος δεν σημαίνει τίποτα», είναι η ετυμηγορία. Η κάθαρση της ταυτότητας από την απειλή του μη ανατάξιμου Άλλου πρέπει να διεξάγεται διαρκώς, συλλογικά και αδυσώπητα. Ο πολεμικός ανορθολογισμός του Μπάϊνεμπεργκ επιμετρά στην «ανάξια ζωή» τις «εγκληματικές πράξεις» της με το μεροληπτικό φίλτρο της ερώτησης: «δεν ντρέπεσαι, λοιπόν, καθόλου;». Ο Γκύντερ Μπάϊν εντοπίζει στην «αξιακή κλίμακα που κατασκευάζεται [...] τις τροπές της “ανάξιας ζωής”, οι οποίες γίνονται συνήθεις μετά το 1933». Ο ίδιος ο Μούζιλ συνειδητοποιεί το 1937 «τη σχέση με την πολιτική», τη σχέση του Ράϊτινγκ και του Μπάϊνεμπεργκ με τον φασισμό στο μυθιστόρημά του: «οι σημερινοί δικτάτορες εν σπέρματι. Επίσης, η αντίληψη της “μάζας” σαν πλάσμα προς εξαναγκασμό» [4].

ΙΙΙ. Οι μεταμορφώσεις του Ταίρλες-«now you see him, now you don’t!»: Αν, όμως, ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ είναι δικτάτορες εν σπέρματι, τι είναι ο Ταίρλες; Ο Ταίρλες απορρίπτει τον ανορθολογισμό και τον πόλεμο ως πανάκεια, αλλά δρα συμπληρωματικά προς αυτά, με την ενέργεια μιας ορθολογικότητας κλεισμένης στον εαυτό της, η οποία διαφαίνεται στους τροπισμούς του άγχους και της αμφιθυμίας. Μετεωρίζεται ανάμεσα στον ερεθισμό και στην αδιαφορία, ξένη προς την ερμηνεία των αντιθέσεων: «δεν γνωρίζω πια αινίγματα: τα πράγματα συμβαίνουν, να η μοναδική σοφία». Αντιπαρατίθενται εντός του «τα δύο μισά της ζωής», αλλά η ψυχική κρίση επί του εαυτού συγκαλύπτεται με τον λεπτό φλοιό μιας ιστορικά προσδιορισμένης αστικής αυτεπίγνωσης, ώστε «να δώσει την προσοχή του, ελεύθερος από κάθε δυσφορία, στα βήματα που θα τον έκαναν να προοδεύσει». Το κοινό έδαφος με τους εν σπέρματι δικτάτορες είναι η συνείδηση σαν τεχνική και μέσο της αυτομέθεξης: όπως μέσα από ένα κενό, ξεπηδά η διαρκής επαναληπτικότητα της πράξης. Ο Ράϊτινγκ και ο Μπάϊνεμπεργκ αναζητούν την επιβεβαίωσή της στον εξουσιαστικό καταναγκασμό. Στην περίπτωση του Ταίρλες, η συμπληρωματικότητα στη φρίκη για τη γνωσιοθεωρητική και κοινωνική του προαγωγή γίνεται ο δικός του εθισμός στην ετερονομία της μαθητείας του.

Είναι ρητή η έλξη του για τον Μπαζίνι («δεν μπορούσε να αποφύγει τη δύναμη αυτής της ομορφιάς»), αλλά ταυτοχρόνως η εσωτερική κραυγή «δεν είμαι εγώ! δεν είμαι εγώ! Αύριο θα ξαναγίνω ο εαυτός μου, αύριο!», εκφράζει τα ερείσματα νομιμοποίησης των εν σπέρματι δικτατόρων, αλλά και τις αξιώσεις του για την κυρίαρχη κανονικότητα. Με τον έλεγχο του γυναικείου σώματος (της Μποζένα), τον ερεθισμό διαδέχεται η αδιαφορία. Οι παλινωδίες του απέναντι στον Μπαζίνι και ο φόβος απέναντι στους Ράϊτινγκ και Μπάϊνεμπεργκ αίρονται στην καθαρτήρια κανονικότητα με την παρατηρητικότητα του αισθητή και τη συμμετοχή του στην «τιμωρία». Όταν οι παραχωρήσεις του απέναντι στη βαρβαρότητα σταματούν από τη λύση της υπόθεσης, ο κόσμος στον οποίο προπαρασκευάζεται να εισέλθει είναι το αισθητικό αντισχέδιο στην πραγματικότητα, το ρηγματωμένο διανοητικό πεδίο της συνείδησής του. Αυτό δεν τον κατατάσσει λιγότερο στους φιλοσοφούντες δήμιους: «ήθελε να ξεφορτωθεί έτσι τις παλιές του αποσκευές [...] αυτή η αδυναμία να βρίσκουμε τις λέξεις είχε γούστο». Ο «φανταστικός αριθμός i» της εξουσίας, η βιοπολιτική της, συστηματοποιεί τις μεταμορφώσεις του, σαν άλλη χροιά των λόγων του Ντ’ Αλαμπαίρ υπό τις μεταπτώσεις της αστικής συνείδησης: «Προχωρείστε μπροστά και η πίστη θα σας έρθει». Ο Ζαν Αμερύ, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Πέτερ Χαίρτλινγκ το 1971 [5], είδε τον Ταίρλες να γράφει άρθρα για τον Γκαίμπελς κι έπειτα να εισέρχεται αθόρυβα στην μεταπολεμική αυστριακή κοινωνία. Ποιός ξέρει;

_____________

Σημειώσεις

[1]  Αrno Mayer, The Persistence of the Old Regime. Europe to the Great War, εκδ. Verso, Λονδίνο, 1981. 
[2] Βλ. αναλυτικά για τις παραμέτρους που τέθηκαν, Αrno Mayer, ο.π., σελ. 284, 290, 306-307.
[3] Βλ. αναλυτικά γι’ αυτή τη διεργασία στο: Klaus Theweleit,Männerphantasien, τόμος 2, Μόναχο-Ζυρίχη, 2000, σελ. 317-319.
[4] Βλ. Robert Musil, Tagebücher, τόμος α’, εκδ. Rowohlt, σελ. 914.
[5] Βλ. στο Peter Härtling (επιμ.), Leporello fällt aus der Rolle, εκδ. Fischer, Φρανκφούρτη, 1971, σελ. 185-197.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

η εγκε-φαλλική γυναίκα

Η φαλλική γυναίκα είναι ένα απόκοσμο πλάσμα που ταυτόχρονα είναι  και έχει και τα δυο φύλα, που είναι και έχει το φαντασιακό φαλλό και τη δύναμη που αυτός υπαινίσσεται. Πρόκειται για  μια καρικατούρα φύλου μέσα από την κατοχή και ταυτότητα που τελικά ούτε έχει ούτε είναι. Δεν κατορθώνει να είναι ούτε ετεροφυλόφιλη, ούτε ομοφυλόφιλη, ούτε καν ερμαφρόδιτη. Γι’ αυτό παραμένει απροσπέλαστη, βίαιη, ασύνδετη και εξωπραγματική.
Κάποιες γυναίκες υιοθετούν μια φαλλική συμπεριφορά. Η έλλειψη του πέους στην περίπτωσή τους αναπληρώνεται με την φαντασία κατοχής του φαλλού δηλαδή της ισχύος, και η διαφορά των φύλων δεν αναγνωρίζεται αλλά διαψεύδεται. Η αγάπη σε αυτή την πρώιμη αδιαφοροποίητη κατάσταση δεν ξεχωρίζει από το μίσος καθώς οι ορμές παραμένουν συγχωνευμένες και αρχαϊκές, όπως συγχωνευμένα είναι τα δύο φύλα σε αυτή την πρώιμη φάση.
Η τυπολατρία της αγάπης και του δικαίου, είναι ουσιαστικά η αγάπη  της τυπολατρίας που διαπνέεται και διακινείται από τον υποκείμενο φθόνο. Ο ορθός λόγος, η ορθολογιστική πρακτική είναι υποκατάστατες μορφές στύσης. Ακριβώς επειδή η στύση αυτή είναι φαντασιακή, δεν ικανοποιείται ποτέ, είναι αστείρευτη, ασταμάτητη, αχαλίνωτη, διαρκής και επαναληπτική. Έχει τα χαρακτηριστικά του αδιάκοπου ανταγωνισμού και καθόλου της ικανοποίησης η οποία φυσιολογικά έχει αρχή και τέλος. Συγχρόνως, επικρατεί μια ψευδαισθητική κατάσταση πληρότητας, προκλητικής αυτάρκειας και απουσίας αναγκών. Θεσμοί , ιδιότητες, ρόλοι καθίστανται τροφοδότες της φαντασιακής στύσης και για αυτό το λόγο ενώ η φαλλική γυναίκα επιχειρεί να μιλήσει δήθεν θεσμικά γίνεται αντιληπτό πως οι θεσμοί είναι το μέσο και όχι ο σκοπός. Οι θεσμικές ιδιότητες, της μητέρας ή οποιεσδήποτε άλλες, καταχρώνται σε μία άκρως επιθετική και διχαστική χρήση στην υπηρεσία της ικανοποίησης των εσωτερικών αναγκών.

Η φαλλική γυναίκα είναι μια παρωδία θωρακισμένης πάνοπλης «Αθηνάς» , μιας κόρης μόνον του πατέρα, ενός πατέρα «Δία» από το κεφάλι και τον εγκέφαλο του οποίου προήλθε και τον οποίο εξιδανικευμένα πρεσβεύει και διαιωνίζει. Ο λόγος είναι το αιχμηρό δόρυ με το οποίο εκδηλώνεται η ανάγκη για ισχύ. Είναι ένας λόγος που δομείται όχι από τη γλώσσα αλλά από τα δόντια. Η ψευδαισθητική συνθήκη της κατοχής του εγκεφαλικού φαλλού οδηγεί την γυναίκα στην υιοθέτηση μιας σαδομαζοχιστικής ανταγωνιστικότητας με τους άλλους, άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως, μέχρι την εξόντωσή τους σε ακραίες περιπτώσεις. Η επιβολή της φαντασιακής ισχύος καθίσταται ένας καταναγκαστικός φασισμός.  
Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι η φαλλική γυναίκα είναι στην ουσία μια ευνουχισμένη γυναίκα και τίποτα παραπάνω. Ο ευνουχισμός άλλωστε κρύβεται πίσω από κάθε μορφή φασισμού. 

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Ψυχική ενηλικίωση

Απ' το "Θέλω" στο "πόσο το μπορώ;"


Η Μαρία, ήδη από τα λίγα λόγια που ανταλλάξαμε στο σύντομο τηλεφώνημα μας, μου φάνηκε πως ήταν ευάλωτη, εύθραυστη, «καρφωμένη» στο παιδικό της κομμάτι.

Έδειχνε να φοβάται τον πραγματικό κόσμο, τον «ενήλικο» κόσμο των ανθρώπων.

Ήρθε συνοδευμένη με τον άνδρα της στην πρώτη συνεδρία, τον οποίο άφησα να καθήσει μαζί μας στην αίθουσα. Έτσι θα μπορούσα ίσως να σχηματίσω μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την Μαρία.

Κι εκείνος, στιγματισμένος με βαθιά σημάδια ευαλωτότητας που άφησαν να διαφανούν η αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας, με αμφιθυμία τον έβλεπα να παραπαίει ανάμεσα σε δυο κόσμους: την πρώιμη παιδική του ηλικία και την χειραφετημένη ενήλική του ταυτότητα.

Δυο μεγάλοι – μικρά παιδιά σ’ έναν χώρο-δωμάτιο που προορίζεται να συμβάλλει στην οργάνωση και την αυτονόμηση των ψυχικά παιδιών σε ενήλικες…

«Μπορώ όποτε νιώθω την ανάγκη να σας παίρνω τηλέφωνο να μιλάμε;…» με ρώτησε η κοπέλα προς το τέλος της πρώτης συνεδρίας.

Κάθε ερώτησή τους μια κραυγή αγωνίας, ένα σημάδι αποφευκτικής αντίδρασης σε αυτό που μέσα τους μεταφράζεται πως είναι η ψυχοθεραπεία -και πραγματικά είναι: ένας ακριβής καθρέφτης των ψυχικών και υπαρξιακών επιπέδων αυτο-οργάνωσης, απ’ το οποίο οι άνθρωποι απλώνουν το χέρι τους προς κάποιον ειδικό για βοήθεια.

«Φαντάζομαι πως θα μπορούμε να μιλάμε σαν φίλοι…. Εγώ θα σας λέω τα δικά μου προβλήματα κι εσείς.. τα δικά σας…!», μου πρότεινε χαριτολογώντας, προσπαθώντας να δώσει χιουμοριστική νότα στην εμφανή της αμηχανία.

Καθώς άκουγα αυτά και άλλα που έλεγε, εγώ σκεφτόμουν…

…Δεν θέλω να σε ματαιώσω, αλλά πως μπορώ να μην είμαι ειλικρινής!
Πώς να επιβιώσει και να ανθίσει αυτή η αρχόμενη σχέση χωρίς όρια;
Χωρίς την δική σου ανάγκη για συγκατάθεση στα ενήλικά όρια της θεραπευτικής σχέσης;
Χωρίς την σαφή διατύπωση από μέρους μου των βασικών θέσεών μου ως ψυχολόγου πάνω σ’ αυτό που εμείς, οι επί πληρωμή βοηθοί ονομάζουμε ψυχοθεραπεία…;

Δεν είναι στο χέρι μου να σε κρατήσω κοντά μου, αν εσύ ζητάς κάτι άλλο απ’ αυτό που εγώ είμαι σε θέση σήμερα να σου προσφέρω.

Λίγες μέρες μετά την πρώτη μας συνεδρία, διαβάζω σ’ ένα e-mail της:
«Λυπάμαι αλλά δεν μου κάνατε καθόλου καλή εντύπωση. Εγώ περίμενα έναν άνθρωπο και απογοητεύτηκα όταν είδα μόνο έναν επαγγελματία… Ούτε σε σας τον ίδιο, αλλά ούτε και στον χώρο σας βρήκα κάτι … του Θεού. Λυπάμαι…».

……………………………….
Είναι δίκοπο μαχαίρι η σαφήνεια. Ακόμη πιο τρομαχτική είναι η αντιπαράθεση με την αδυναμία σου να ανταποκριθείς σε πιο ενήλικα αιτήματα ενός άλλου…

(Πολύ συχνά οι άνθρωποι αναζητούν στο «άνθρωπο του Θεού» αυτόν που θα τους βοηθήσει να παραμείνουν πληγωμένα παιδιά. Που εξιδανικεύουν και αποκαθηλώνουν τους άλλους, στην ασυνείδητη «μανία» τους να παραμένουν αγκιστρωμένοι στην μακάρια απένδυση των ευθυνών, χαρακτηριστικό γνώρισμα της παιδικής ηλικίας. Μιας παιδικότητας που –πολύ πιθανόν- βιώθηκε μερικώς, ή με κακοποιητικό τρόπο. Θυμώνουν όταν στην θέση του απόλυτα επιτρεπτικού και διάτρητου ως προς την οριοθέτηση πατρικού προτύπου που περίμεναν, συναντούν έναν περιορισμένο, «ανθρώπινο» και ανθρωπόμορφο «πατέρα», που σκοπεύει σύντομα να αποδομήσει θεραπευτικά και να απενδυθεί τον πατρικό του ρόλο, προς όφελος της ψυχοθεραπευτικής σχέσης…)

Αυτό που στην πραγματικότητα γύρευες από μένα ήταν να σε βοηθώ μόνο από… αγάπη. Χωρίς όρους και όρια.

Υποπτεύομαι Μαρία πως βαθιά σου έλειψε η εμπιστοσύνη και η απροϋπόθετη αγάπη στα πολύ τρυφερά σου χρόνια.

Δεν θα παραξενευόμουν αν μάθαινα από σένα στην πορεία της θεραπείας σου –που δεν της επέτρεψες να υπάρξει - πως τις στενές και τις ερωτικές σου σχέσεις τις έχτιζες πάντα με γνώμονα το ασυνείδητο δίπολο «εξιδανίκευσης – προδοσίας».

Πως ονειρεύεσαι μια ιδανική σχέση με μια τέλεια μητέρα (σύντροφο, φίλη, ψυχοθεραπευτή) που θα της έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη. Θα περιμένεις από κείνη τα πάντα κι αυτή δεν θα σε πληγώσει ποτέ. Που θα σε φροντίζει χωρίς όρους και όρια. Που δεν θα χρειάζεται ποτέ να ελέγχεις την αξιοπιστία αυτής της σχέσης… Να μην ελέγχεις;! Τι ονειρική κατάσταση…! Πόσο όμως το αντέχεις να αποσύρεις την ανάγκη σου για έλεγχο μέσα σε μια τέτοια βαθιά συγχωνευτική σχέση…; Που εσύ έχεις την ανάγκη να λειτουργήσει ως πρωτογενώς συγχωνευτική…;

Όχι! Αυτό δεν είναι δυνατόν!!!

Για σένα δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομαχτικό από μια τέτοια σχέση. Μια σχέση που δεν θα χρειάζεται να έχεις τον έλεγχο.

Αφού μια εν λευκώ εμπιστοσύνη μπορεί ξανά να σε καταστήσει ανεπανόρθωτα ευάλωτη.

Ξανά εκτεθειμένη στην χωρίς έλεος προδοσία από τον γονιό σου που, αντί να σε προστατέψει, εκείνος ανεπανόρθωτα σε τραυμάτισε…

Τι παράδοξο! Και στην δική μας και σε άλλες σου σημαντικές σχέσεις θα ήθελες ταυτόχρονα να ελέγχεις απόλυτα τις σκέψεις και τα συναισθήματα αυτού που βαθιά… «εμπιστεύεσαι» να σε βοηθήσει…

Μέρος λοιπόν της διορθωτικής εμπειρίας στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας είναι να σε «εκπαιδεύσω» στις λειτουργικές ποιότητες αυτού του κόσμου, του κόσμου της ανθρώπινης σχεσιακής πραγματικότητας, και των ωραίων της προοπτικών. Είναι κι εσύ να μπορέσεις σταδιακά να εμπεριέξεις αυτόν τον κόσμο – τα όρια και τους όρους του- αναγνωρίζοντας πως δεν χρειάζεσαι απελπισμένα τον αντίστοιχο φαντασιωσικό για να ζήσεις καλά.

Πώς να χωρέσει όμως ένα «παιδί», μονάχο του, ασυνόδευτο, σε μια ψυχοθεραπεία ενηλίκων…;
Η ψυχοθεραπεία είναι ένας χώρος που δεν μπορεί κανείς να μπει και να λειτουργήσει αν είναι «κλειδωμένος» εμμονικά αγκιστρωμένος αποκλειστικά στην ψυχική θέση του παιδιού.

Είναι απαραίτητο να συνοδεύεται αυτό το παιδί κι από ένα σχετικά ενήλικο πλάσμα, ένα σχετικά υγιές κομμάτι εαυτού, αν πρόκειται, θεραπευτής και θεραπευόμενος, να περιμένουμε μαζί ευχάριστα αποτελέσματα και θετικές ανατροπές… 

G. Vasiliadis - Ph.D, psy.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Ο χρόνος των ώριμων ανθρώπων

Ένα κείμενο του Βραζιλιάνου Mario de Andrade (9 Οκτώβρη 1893 – 25 Φεβ. 1945)  o οποίος ήταν ποιητής, μυθιστοριογράφος, μουσικολόγος, ιστορικός, κριτικός τέχνης και φωτογράφος. Ιδανικό για όσους από μια ηλικία και μετά συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος τους είναι πολύτιμος και δεν θέλουν να τον σπαταλούν σε ανοησίες:
Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά την χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν την θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο. – Συζητούν μετά κόπου για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται. Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα.
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση:
  • Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
  • Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους.
  • Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
  • Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
  • Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στην ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων.
Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής δίδαξαν το πώς μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνον η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν.
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με την συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ.”