Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

«Ορφέας» του Ζαν Κοκτώ

Η σιωπή πηγαίνει

πιο γρήγορα

οπισθοδρομώντας.

Ορφέας και Ευρυδίκη

Η Ευρυδίκη είναι το ακρότατο σημείο που μπορεί να φτάσει η δύναμη, η δύναμη ενός βλέμματος. Πίσω από ένα όνομα που την αποκρύπτει και πίσω από ένα πέπλο που την καλύπτει, είναι το βαθιά σκοτεινό σημείο προς το οποίο φαίνεται πως τείνουν ο πόθος, ο θάνατος και η νύχτα. Η Ευρυδίκη είναι η στιγμή όπου η ουσία της νύχτας προσεγγίζεται ως η άλλη νύχτα.
Το έργο του Ορφέα δε συνίσταται στο να εξασφαλίσει με την κάθοδό του στα βάθη, την προσέγγιση αυτού του «σημείου». Το δικό του έργο είναι να σύρει αυτό το «σημείο» στη μέρα και, μέσα στη μέρα , να του δώσει σχήμα, πρόσωπο και πραγματικότητα. Ο Ορφέας μπορεί τα πάντα εκτός από το να κοιτάξει καταπρόσωπο αυτό το σημείο, εκτός από το να κοιτάξει το κέντρο της νύχτας μέσα στη νύχτα. Μπορεί να κατέβει προς αυτό, μπορεί να το ελκύσει προς το μέρος του και να το εφελκύσει, μαζί με τον εαυτό του, προς τα επάνω, αποστρεφόμενος όμως το πρόσωπό του απ’ αυτό. Η αποστροφή αυτή είναι το μοναδικό μέσο για να το προσεγγίσει: αυτό είναι το νόημα της απόκρυψής του η οποία αποκαλύπτεται μέσα στη νύχτα. Ο Ορφέας όμως, με την κίνηση της αποδημίας του, ξεχνά το έργο που οφείλει να πραγματοποιήσει, και το ξεχνά αναγκαστικά διότι η ύστατη απαίτηση της κίνησής του δεν είναι το να υπάρξει έργο αλλά το να βρεθεί κάποιος πρόσωπο με πρόσωπο μ’ αυτό το σημείο, και να συλλάβει την ουσία του εκεί που φανερώνεται, εκεί που είναι ουσιώδης και ουσιωδώς φανέρωμα.
Η μοίρα του Ορφέα είναι να μην υποταχθεί στους νόμους των ελληνικών μύθων που στηρίζονται στην υπέρογκη εμπειρία του βάθους και στην δοκιμασία της ύβρεως και με το να στρέφεται προς την Ευρυδίκη καταλύει το έργο, το έργο ακαριαία αποσυντίθεται, και η Ευρυδίκη επιστρέφει μόνη της στη σκιά. Στο δικό του βλέμμα, η ουσία της νύχτας αποκαλύπτεται πως είναι το μη – ουσιώδες. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ορφέας προδίδει και το έργο και την Ευρυδίκη και την νύχτα. Το να μην στραφεί όμως προς την Ευρυδίκη θα ισοδυναμούσε επίσης με προδοσία, με απιστία στη χωρίς μέτρο και φρόνηση δύναμη της κίνησης η οποία δε θέλει την Ευρυδίκη με την ημερήσια αλήθεια της και την καθημερινή της χάρη αλλά με το νυχτερινό σκοτάδι της , με το κορμί της σφαλισμένο και με το πρόσωπό της σφραγισμένο, η οποία θέλει να τη βλέπει όχι όταν είναι ορατή μα όταν είναι αόρατη, και όχι ως την ενδεχόμενη περιοχή μιας ζωής οικείας αλλά ως την παραξενιά εκείνου που αποκλείει κάθε τι ενδόμυχο. Όλος ο πόθος του Ορφέα θυσιάζεται στην μοναδική του μέριμνα: να κοιτάξει μέσα στη νύχτα αυτό που η νύχτα αποκρύβει, να κοιτάξει την άλλη νύχτα, την απόκρυψη που εμφανίζεται.
Πρόκειται για κίνηση απέραντα άδηλη, την οποία καταδικάζει η μέρα ως αναιτιολόγητη τρέλα ή ως έκτιση της ύβρεως. Για τη μέρα, είναι ήδη ύβρις η κάθοδος στον Άδη, η κίνηση προς το μάταιο βάθος. Είναι αναπόφευκτο το να αντιπαρέρχεται ο Ορφέας την απαγόρευση «να στραφεί», εφόσον από τα πρώτα κιόλας βήματά του προς τους ίσκιους , την έχει παραβιάσει. Μπορούμε να διαισθανθούμε πως, στην πραγματικότητα, ο Ορφέας δεν έπαψε ποτέ να είναι στραμμένος προς την Ευρυδίκη αφού την είδε αόρατη, αφού την άγγιξε ανέγγιχτη, μέσα στην απουσία της, που είναι παρουσία της απεριόριστης απουσίας της. Εάν δεν την είχε κοιτάξει, δεν θα την είχε ελκύσει, αυτή, βέβαια, δεν είναι παρούσα, αυτός όμως, μέσα σ’ αυτό το βλέμμα, είναι απών, είναι νεκρός όσο κι αυτή, όχι νεκρός μ’ εκείνον τον ήρεμο θάνατο που δίνει ο κόσμος και που είναι ανάπαυση, σιωπή και τέλος, αλλά μ’ εκείνον που είναι δοκιμασία της απουσίας του τέλους.
Κρίνοντας η μέρα την ενέργειά του, του προσάπτει ακόμα ότι συμπεριφέρθηκε με ανυπομονησία. Στην περίπτωση αυτή, το σφάλμα του Ορφέα φαίνεται πως έγκειται στον πόθο ο οποίος τον οδηγεί στο να κοιτάξει και να αποκτήσει την Ευρυδίκη, αυτός που άλλη μοίρα δεν έχει από το να την τραγουδήσει. Χάνει τη Ευρυδίκη επειδή την ποθεί πέρα από τα μετρημένα όρια και μαζί χάνεται κι αυτός. Ο πόθος αυτός και η χαμένη Ευρυδίκη και ο διασκορπισμένος Ορφέας είναι απαραίτητα, όπως απαραίτητη είναι και η δοκιμασία της αιώνιας αργίας.
Ο Ορφέας είναι ένοχος ανυπομονησίας. Το σφάλμα του είναι ότι θέλησε να εξαντλήσει το απεριόριστο, να θέσει τέρμα στο ατέρμονο, να μη διατηρήσει ατέρμονα την ίδια κίνηση της πλάνης του. Η ανυπομονησία είναι το λάθος όποιου θέλει να διαφύγει την απουσία χρόνου, η υπομονή είναι ο δόλος που επιδιώκει να επιβληθεί πάνω σ’ αυτήν τη απουσία χρόνου μετατρέποντάς την σ’ έναν άλλο χρόνο, σ’ ένα χρόνο που μετριέται αλλιώς. Η αληθινή υπομονή όμως δεν αποκλείει την ανυπομονησία, η αληθινή υπομονή είναι ενδόμυχη περιοχή της ανυπομονησίας, είναι η ανυπομονησία που υποφέρεται και υπομένεται ατέλειωτα. Κατά συνέπεια, η ανυπομονησία του Ορφέα είναι μια σωστή κίνηση διότι μέσα σ’ αυτήν αρχίζει εκείνο που θα γίνει το ίδιο του το πάθος, η ανώτατη υπομονή του, η απεριόριστη ενδιάτριψή του μέσα στο θάνατο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου