Παροιμιώδης ο περφεξιονισμός του απαράμιλλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ (αγαπημένου μου
σκηνοθέτη) που είναι ευρέως γνωστός στους κύκλους των σινεφίλ και όχι μόνον, όμως
το παρασκήνιο της δημιουργίας του κορυφαίου θρίλερ όλων των εποχών κρύβει μια
από τις πιο έντονες, σκοτεινές και αμφιλεγόμενες ιστορίες ψυχολογικής
χειραγώγησης στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου...
Ο extremely τελειομανής Αμερικανός σκηνοθέτης δεν
αποζητούσε κάποιες απλώς πειστικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του προκειμένου
«Η Λάμψη» να βάλει τη δική της ανεξίτηλη σφραγίδα στο κινηματογραφικό σύμπαν,
αλλά αντιθέτως απαιτούσε από εκείνους να αποτυπώσουν on camera τον υπέρτατο
πρωτόγονο τρόμο και την απόλυτη ανθρώπινη εξαθλίωση...
Στο στόχαστρο αυτού του ακραίου σκεπτικού του
Κιούμπρικ βρέθηκε κυρίως η πρωταγωνίστρια Σέλεϊ Ντιβάλ, η οποία τελικά έδωσε
ρεσιτάλ ερμηνείας ως Γουέντι Τόρανς, σε μια παραγωγή που έμελλε να χαραχτεί
καθοριστικά στην ψυχή της... Οχι ότι δεν χαράχτηκε και στις δικές μας, τις
οποίες κυριολεκτικά έχει στοιχειώσει...
Το αρχικό πλάνο της Warner Bros προέβλεπε ότι τα
γυρίσματα στα αγγλικά Elstree Studios θα διαρκούσαν περίπου 16 βδομάδες...
Ωστόσο, η εμμονή του Κιούμπρικ με την παραμικρή λεπτομέρεια, η συνήθειά του να
αλλάζει το σενάριο καθημερινά και η απαίτησή του για δεκάδες λήψεις σε κάθε
σκηνή, τίναξαν το χρονοδιάγραμμα στον αέρα...
Τελικά, η παραγωγή επεκτάθηκε τόσο πολύ χρονικά που
διήρκεσε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο, με τα γυρίσματα να κρατούν περισσότερες
από 200 ημέρες... Αυτή η τεράστια χρονική διάρκεια μετέτρεψε το πλατό σε ένα
κλειστοφοβικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η πίεση συσσωρευόταν μέρα με τη μέρα,
εξαντλώντας τα ψυχικά αποθέματα όλων των συντελεστών...
Προκειμένου να καταφέρει να εξωτερικεύσει η Ντιβάλ την
απόλυτη υστερία και την ψυχολογική κατάρρευση της δύσμοιρης γυναίκας που
εγκλωβίζεται στο καταραμένο ξενοδοχείο «Overlook» και μαζί με το γιο της, τον
μικρό Ντάνι, προσπαθούν να σωθούν από τη δολοφονική μανία του ψυχοπαθούς
συζύγου της, του Τζακ Τόρανς, τον οποίο υποδύθηκε με χειρουργική ακρίβεια ο
ασύγκριτος Τζακ Νίκολσον, ο μεθοδικά ιδιόρρυθμος σκηνοθέτης εκμεταλλεύθηκε
αυτήν τη μακρά διάρκεια των γυρισμάτων και την έθεσε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς
απόλυτης απομόνωσης...
Ο Κιούμπρικ έδωσε ρητή και απαρέγκλιτη εντολή σε όλα
τα μέλη του τεχνικού συνεργείου, στους βοηθούς παραγωγής, αλλά και στους
υπόλοιπους ηθοποιούς να μην της μιλούν καθόλου, να μην τη χαιρετούν κατά την
άφιξή της στο πλατό, να μην της συμπαραστέκονται στις δύσκολες στιγμές και να
μην της δείχνουν την παραμικρή ανθρώπινη συμπάθεια επί μήνες ολόκληρους! Αυτή η
σκόπιμη κοινωνική αποξένωση είχε ως στόχο να νιώσει η ηθοποιός τελείως μόνη και
αβοήθητη, ώστε να μεταφέρει στο φακό το αυθεντικό συναίσθημα της απόγνωσης που
ένιωθε...
Ομως, η κατάσταση έγινε ακόμα πιο εφιαλτική για την
Ντιβάλ, με αποκορύφωμα την περίφημη σκηνή στην εσωτερική σκάλα της τεράστιας
σάλας του ξενοδοχείου (την οποία ο psycho συγγραφέας Τζακ χρησιμοποιούσε ως
προσωπικό χώρο του για να γράφει μονομανώς και κατ' επανάλειψη τη μνημειώδη
φράση «All work and no play makes Jack a dull boy»), όπου η τρομοκρατημένη
Γουέντι προσπαθεί να αμυνθεί απέναντι στον εντελώς φευγάτο σύζυγό της
κραδαίνοντας το ρόπαλο του μπέιζμπολ...
Αναζητώντας την τέλεια λήψη, ο Κιούμπρικ ανάγκασε την
Ντιβάλ (μπορεί να μη γούσταρε τη... φάτσα της! Τι να πω;) να επαναλάβει τη
θρυλική σκηνή, ούτε λίγο-ούτε πολύ, 127 φορές... Μιλάμε για ένα εξωφρενικό
νούμερο, το οποίο καταγράφηκε επισήμως στη «βίβλο» των βραβείων Γκίνες ως το
απόλυτο ρεκόρ των περισσότερων λήψεων που έγιναν ποτέ για μια ομιλούσα
κινηματογραφική σκηνή!
Η δε σωματική, ψυχολογική και πνευματική καταπόνηση
της ηθοποιού έπειτα από τόσους μήνες απομόνωσης και εξάντλησης ήταν
ολοκληρωτική, καθώς τα χέρια της μάτωναν από το παρατεταμένο κράτημα του
ροπάλου, τα μάτια της ήταν μονίμως πρησμένα από το ασταμάτητο κλάμα, ενώ λόγω
του αφόρητου ψυχολογικού στρες άρχισε να χάνει ολόκληρες τούφες από τα μαλλιά
της! επικρίθηκε αρχικά από μια μερίδα των κινηματογραφικών κριτικών, όμως με το
πέρασμα των δεκαετιών αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως μια αξεπέραστη ερμηνεία αγνού
ψυχολογικού τρόμου...
Πολλά χρόνια αργότερα, η Αμερικανίδα ηθοποιός
εξομολογήθηκε πως παρότι ο Κούμπρικ υπήρξε απίστευτα σκληρός και αυταρχικός
μαζί της και την εξώθησε στα απόλυτα όρια της ανθρώπινης αντοχής για έναν
ολόκληρο χρόνο, τελικά κατάφερε να την κάνει να αποδώσει μια ιστορική ερμηνεία,
την οποία η ίδια δεν πίστευε ποτέ ότι είχε την ψυχική και πνευματική δύναμη ή
το καλλιτεχνικό ταλέντο να προσφέρει...
Εδώ να σημειώσω ότι η ατέρμονη χρονική παράταση και οι
συνεχείς αλλαγές του Κιούμπρικ είχαν δοκιμάσει έντονα και τις αντοχές του Τζακ
Νίκολσον... Βλέποντας το σενάριο να αναθεωρείται διαρκώς, αυτή η μορφάρα έφτασε
σε τέτοιο σημείο εκνευρισμού που σταμάτησε να διαβάζει τις νέες σελίδες που του
έδιναν κάθε πρωί...
Μάλιστα, πετούσε τα προσχέδια στον κάλαθο των αχρήστων
και επέλεγε να μαθαίνει τις ατάκες του κυριολεκτικά λίγα λεπτά προτού ανάψουν
οι προβολείς, γνωρίζοντας ότι ο Κούμπρικ θα άλλαζε κάθε σκηνή ξανά και ξανά
κατά τη διάρκεια των λήψεων...
Παράλληλα, ο Νίκολσον έπρεπε να διαχειριστεί και την
εξάντλησή του από τις σωματικά απαιτητικές σκηνές, όπως εκείνη η all time
classic που σπάει την πόρτα του μπάνιου με το τσεκούρι, η οποία χρειάστηκε
τρεις ημέρες για να ολοκληρωθεί και οδήγησε στην καταστροφή 60 θυρών!
Αυτή η ακραία, σχεδόν τυραννική αφοσίωση στη
λεπτομέρεια και η απόλυτη άρνηση για οτιδήποτε λιγότερο από το τέλειο
χαρακτήρισαν ολόκληρη την καλλιτεχνική πορεία του ανθρώπου που επαναπροσδιόρισε
τους κανόνες της έβδομης τέχνης...
Η κινηματογραφική κληρονομιά του Κιούμπρικ δεν
βασίστηκε ποτέ σε συμβιβασμούς, παρά μόνο σε μια αδιάκοπη, σχεδόν επιστημονική
αναζήτηση της οπτικής και συναισθηματικής αλήθειας, ακόμα και όταν το τίμημα
για τους συνεργάτες του ήταν δυσβάσταχτο...
Η χρήση ιδιόμορφων τεχνικών, πρωτοποριακών φακών και
της ικανότητάς του να μετατρέπει τα γυρίσματα σε ένα πεδίο ακραίου ψυχολογικού
πειραματισμού, μόνο με την αντίστοιχη μεθοδολογία του Αλφρεντ Χίτσκοκ μπορεί να
συγκριθεί...
Εις το διηνεκές, οι συγκλονιστικά «πικάντικες»
ιστορίες (είναι πάρα πολλές!) που έχουν διαρρεύσει από τα
βασανιστικά γυρίσματα των αξεπέραστων ταινιών του Κιούμπρικ θα συνεχίσουν να
γοητεύουν, να σοκάρουν και να εμπνέουν γενιές και γενιές δημιουργών,
επιβεβαιώνοντας πως οι μεγάλες ιδιοφυΐες αφήνουν πίσω τους εξίσου μεγάλα
μυστικά...
Γεννήθηκε, 26 Ιουλίου 1928 ο
Στάνλεϊ Κούμπρικ... Αυτός ο «μάγος» του κινηματογραφικού περφεξιονισμού, ο
οποίος έγραψε με ανεξίτηλο μελάνι το όνομά του στην παγκόσμια πολιτιστική
ιστορία και αιωνίως θα είναι ένας από τους πλέον επιδραστικούς και
αινιγματικούς σκηνοθέτες που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα... Αθάνατος!
Φωτο: Η Σέλεϊ Ντιβάλ και ο Τζακ Νίκολσον τα λένε, ενώ ο
Στάνλεϊ Κιούμπρικ κοιτάζει κάπου στο υπερπέραν, γράφοντάς τους κανονικά και με
το νόμο στα paparia του...
Όλοι μιλάμε. Αλλά ακούμε ακόμα πραγματικά ο ένας τον άλλον;?
Ίσως η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας δεν είναι οικονομική, πολιτική ή τεχνολογική. Είναι η εξαφάνιση της συζήτησης. Ζούμε περιτριγυρισμένοι από μηνύματα, ειδοποιήσεις, φωνητικά μηνύματα, σχόλια και βίντεο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ιταλο φιλόσοφο-συγγραφέα.. Ουμπέρτο Γκαλιμμπέρτι, χάνουμε μια από τις πιο πολύτιμες ανθρώπινες ικανότητες: τον αυθεντικό διάλογο. Σήμερα, απλώς περιμένουμε τη σειρά μας να μιλήσουμε. Διακόπτουμε. Απαντάμε πριν καν καταλάβουμε. Ακούμε για να απαντήσουμε, όχι για να καταλάβουμε. Μια αληθινή συζήτηση, ωστόσο, είναι μια συνάντηση μεταξύ δύο κόσμων. Απαιτεί χρόνο, σιωπή, περιέργεια και την προθυμία να αλλάξεις από αυτά που λέει το άλλο άτομο. Αλλά ζούμε στην εποχή της ταχύτητας. Όλα πρέπει να είναι άμεσα. Ακόμα και οι σχέσεις. Έτσι, οι λέξεις γίνονται επιφανειακές, οι συναντήσεις χάνουν το νόημά τους και ο διάλογος δίνει τη θέση του σε μονολόγους που δεν τέμνονται ποτέ. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, παρά το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι, νιώθουμε ολοένα και πιο μόνοι. Η αποκατάσταση της συζήτησης σημαίνει αποκατάσταση της ανθρωπότητας. Επειδή στον ειλικρινή διάλογο γεννιούνται οι ιδέες, επιλύονται οι συγκρούσεις και χτίζονται οι βαθύτερες σχέσεις. Ίσως η αληθινή επανάσταση σήμερα είναι απλή. Κλείστε το τηλέφωνό σας. Κοιτάξτε κάποιον στα μάτια. Και αρχίστε να ακούτε ξανά. Φιλόσοφος--Συγγραφέας: Umberto Galimberti
Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του "On Politics Today" στο περιοδικό Commune, το κείμενο του Alain Badiou δημοσιεύτηκε τον περασμένο χειμώνα από τις Éditions des Lumières. Αυτό το "προσβάσιμο μικρό κόκκινο φυλλάδιο", σύμφωνα με τα λόγια του Maxime Cochard, του αρχισυντάκτη του και επίσης αρχισυντάκτη στο Commune, προσφέρει μια "σύνθεση των εμπειριών της αριστεράς και της σχέσης της με το κράτος την τελευταία δεκαετία, αντλώντας ιδιαίτερα από τις καταλήψεις δημόσιων πλατειών τη δεκαετία του 2010". Αυτή η κριτική της Vivian Petit συζητά την ανάλυσή της.
Οι πρώτες επαφές μεταξύ του εκδότη και του φιλοσόφου έγιναν το 2023: Ο Maxime Cochard πρότεινε, μεταξύ άλλων, στον Alain Badiou να αναπτύξει την αντίληψή του για το Κράτος, το οποίο περιγράφει ως «μοναδικό και ετερόδοξο», στο περιοδικό Commune . Η απόρριψη της συγχώνευσης της πολιτικής και της διαχείρισης της κρατικής εξουσίας είναι πράγματι μια από τις κεντρικές ιδέες που αναπτύσσονται στο On Politics Today , όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτός ο ορισμός του πολιτικού ενώνει τόσο τους καπιταλιστές όσο και όσους νοσταλγούν τον Στάλιν. Έτσι, όπως γράφει, «τα σοσιαλιστικά κράτη και τα δυτικά κοινοβουλευτικά κράτη έχουν μοιραστεί την απουσία πολιτικής, η οποία έχει αντικατασταθεί από την πρωτοκαθεδρία της οικονομικής διαχείρισης υπό την καθοδήγηση ενός αποπολιτικοποιημένου Κράτους » .
Όταν συμβαίνει πολιτική
Για τον Μπαντιού, η πολιτική δεν είναι ένας τρόπος διακυβέρνησης, αλλά μάλλον «το όνομα μιας στρατηγικής διαδικασίας» που συνδέεται με τη « σύγκρουση πολιτικών », δηλαδή την πάλη μεταξύ στρατοπέδων που υπερασπίζονται αντίθετες κοσμοθεωρίες. Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτικών προκύπτει όταν κάποιος αρνείται να μοιραστεί με τον αντίπαλο έναν κοινό ορισμό του τι είναι δυνατό ή αδύνατο.
Γραμμένο το 2016, κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών κατά του εργατικού νόμου στη Γαλλία, το κείμενο εξετάζει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία των κινημάτων κατάληψης, συμπεριλαμβανομένου του κινήματος «Nuit Debout» στη Γαλλία. Ενώ αναγνωρίζει ότι αυτές οι καταλήψεις στόχευαν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο σκέψης μας, αποσπώντας τον πολιτικό λόγο από το μονοπώλιο του κράτους, ο Μπαντιού επικρίνει αυτά τα κινήματα για την εμμονή τους με την ενότητα. «Η αδυναμία κάθε μαζικού κινήματος», γράφει, «είναι η εμμονή με την ενότητά του ». Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κινήματα κατάληψης, με την δηλωμένη επιθυμία τους να ενώσουν τον λαό και να επανεφεύρουν την πολιτική, δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πιθανών πολιτικών προσεγγίσεων - αυτή η αναζήτηση ενότητας συχνά θεωρείται ως μια κατοπτρική εικόνα της κρατικής εξουσίας, η οποία ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει τον λαό.
Ο Alain Badiou, ο οποίος παραδέχεται ότι δεν συμμετείχε σε αυτά τα κινήματα, δυστυχώς δεν επικεντρώνεται στις επικρίσεις για την αξίωση ενότητας ή ομοφωνίας που εκφράστηκαν ήδη από το 2016 στο πλαίσιο του αγώνα στη Γαλλία, ή τουλάχιστον στα περιθώριά του. Εκείνη την εποχή, ο Geoffroy de Lagasnerie ανέπτυξε ένα παρόμοιο επιχείρημα σε ένα άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στην Le Monde . Έγραψε: «Ο λαός, η λαϊκή κυριαρχία, η γενική βούληση, η κοινωνία, το κοινό καλό... αυτά δεν υπάρχουν. Και η ιδέα ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν στιγμές που ολόκληρος ο πληθυσμός θα συγκεντρωνόταν σε μια πλατεία είναι άνευ νοήματος. Δεν έχει συμβεί ποτέ. Ούτε κατά τη διάρκεια της «Αραβικής Άνοιξης» ούτε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Και δεν θα συμβεί ποτέ. Ένα κίνημα είναι πάντα αντιπολιτευτικό: στρέφει μια τάξη ατόμων εναντίον μιας άλλης».
Σε αντίθεση με τον Μπαντιού, ο οποίος έδινε ύψιστη σημασία στις ιδέες και εξέφραζε επανειλημμένα τον σκεπτικισμό του απέναντι στον ντετερμινισμό και τις αναλύσεις που βασίζονταν στην αλληλεξάρτηση μεταξύ υποδομών και υπερκατασκευής, ο Λαγκασνερί προσέφερε μια κοινωνιολογική ανάλυση του φαινομένου. Εξήγησε την παγίδα ενός κινήματος που διεκδικεί ομοφωνία ή εκπροσώπηση του λαού μέσω της κοινωνικής του σύνθεσης, υποστηρίζοντας ότι όσοι μπορούν «να εκπροσωπήσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ως συμφέροντα του 'λαού' (...) είναι αυτοί που βρίσκονται στις δημόσιες πλατείες: άτομα από την αστική λευκή μικροαστική τάξη, που συχνά ανήκουν στη δημόσια διοίκηση ή σε πολιτιστικούς και φοιτητικούς κύκλους».
Πολιτική και στρατηγική
Για τον Μπαντιού, το πρόβλημα φαίνεται να έγκειται πρωτίστως στην έλλειψη στρατηγικής και στον πολιτικό σκεπτικισμό που εκφράζεται στην καρδιά της εποχής μας. Υποστηρίζει ότι, όπως και στη Γαλλία, «στα μαζικά κινήματα στην Ισπανία, την Ελλάδα, την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Χονγκ Κονγκ και την Αίγυπτο, βρίσκει κανείς σημαντικά ίχνη πολιτικού σκεπτικισμού ». Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές στην ανάγκη να εφευρεθούν «νέες μορφές ζωής» ή να «αλλαχθεί η ζωή» θα ήταν σημάδια άρνησης της πολιτικής. Ενώ η κριτική του εναλλακτικισμού - δηλαδή, του ισχυρισμού για την υπεράσπιση ενός άλλου τρόπου ζωής χωρίς να αμφισβητηθούν τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα - αποδεικνύεται σχετική, είναι λυπηρό το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε εκείνους που, όπως η Αόρατη Επιτροπή στο παρελθόν ή οι Εξεγέρσεις της Γης σήμερα, επιχειρούν να αρθρώσουν την υπεράσπιση εναλλακτικών τρόπων ζωής, την ανάπτυξη ενός λόγου και ενός πολιτικού αγώνα.
Στα γραπτά τους, τόσο η Αόρατη Επιτροπή όσο και οι συγγραφείς του βιβλίου * Πρώτοι Τρέμοι*, που εκδόθηκε με την έκδοση *Εξεγερσεις της Γης*, αρνούνται να περιορίσουν τις ενέργειές τους στην υπεράσπιση ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής, χωρίς ωστόσο να γίνουν καθαρά διανοούμενοι ή μια στρατιωτικοποιημένη ομάδα έτοιμη για αντιπαράθεση. Ακολουθώντας τα βήματα του έργου του Georges Dumézil σχετικά με την τριλειτουργικότητα που ενώνει ιερείς, πολεμιστές και αγρότες, και αντλώντας από τις ιδέες και τους αγώνες της ριζοσπαστικής οικολογίας, επιχειρούν να αναπτύξουν μια δύναμη που είναι ταυτόχρονα διαλογική, μαχητική και υλική.
Για τον Alain Badiou, το κεντρικό ερώτημα είναι η υπεράσπιση μιας πολιτικής. Πρόκειται για την καθιέρωση «μιας πολιτικής εναντίον μιας άλλης ». Από τη δεκαετία του 1980, όλες οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν υπηρετήσει μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια καπιταλιστική ολιγαρχία, και πρέπει, μέσω του αγώνα, να αναγκάσουμε τη διαχείριση του καπιταλισμού να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως τέτοια.
Αν η κατάσταση στην Αίγυπτο, τώρα υπό την κυριαρχία του Στρατάρχη Αλ-Σίσι, είναι χειρότερη από ό,τι πριν από το ισχυρό ιστορικό κίνημα που ανάγκασε τον Μουμπάρακ να παραιτηθεί, αυτό οφείλεται, εξηγεί ο Αλέν Μπαντιού, στην επιμονή προϋπαρχουσών πολιτικών δομών. Έτσι, στο πλαίσιο των εκλογών που διεξήχθησαν το 2011 και το 2012 μετά την πτώση του Μουμπάρακ, η μακροχρόνια Μουσουλμανική Αδελφότητα αποτέλεσε την πιο άμεσα διαθέσιμη πολιτική δύναμη για να καταλάβει την εξουσία, προτού η κυβέρνησή της αμφισβητηθεί με τη σειρά της και η κατάσταση ανακτήσει τον έλεγχο από μια στρατιωτική δύναμη που παρέμεινε αμετάβλητη.
Όσον αφορά τις αριστερές δυνάμεις στην Ευρώπη, ο Μπαντιού εξηγεί ότι οι εμπειρίες του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία λόγω της εστίασής τους στη διαχείριση της κρατικής πολιτικής, «επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και το Podemos είναι τελικά απλώς κοινοβουλευτικοί οργανισμοί». Τα σύγχρονα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα δεν εμφανίζονται ως νέες δημιουργίες αλλά απλώς ως η ανάδυση μιας νέας σοσιαλδημοκρατίας μετά την απαξίωση των «σοσιαλιστικών κομμάτων», τα οποία «τα ίδια συσπειρώθηκαν στη συναίνεση γύρω από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό». Όσο για τις νέες δυνάμεις της θεσμικής αριστεράς, οι οποίες μερικές φορές ενσαρκώνουν την αντιπολίτευση εντός των ίδιων των θεσμών, πιστεύει ότι η ύπαρξη μιας ισχυρής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης κινδυνεύει, ελλείψει γνήσιας πολιτικής δημιουργίας, απλώς να επικυρώσει την καπιταλιστική-κοινοβουλευτική συναίνεση.
Μια νέα νεωτερικότητα ενάντια στην επιθυμία για τη Δύση Σήμερα, ο καπιταλισμός παρουσιάζεται συχνότερα ως μη έχων εναλλακτική λύση και εγγενώς συνδεδεμένος με τη νεωτερικότητα, η οποία γίνεται «το κύριο άλλοθι του ίδιου του καπιταλισμού ». Ο φασισμός, από την άλλη πλευρά, στοχεύει στη «σύνδεση του καπιταλισμού με κίνητρα που βασίζονται στην ταυτότητα, θρησκευτικά, εθνικά, οικογενειακά ή άλλα ». Ενάντια στον καπιταλισμό που αρθρώνεται με τη νεωτερικότητα και ενάντια στους φασίστες που επιδιώκουν να συνδέσουν την παράδοση με τη διατήρηση του καπιταλισμού, οι υποστηρικτές της χειραφέτησης πρέπει να δημιουργήσουν μια νέα μορφή που να ξεφεύγει τόσο από τον πειρασμό της πολιτικής της ταυτότητας όσο και από τη γοητεία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Όπως συνοψίζεται σε ένα διάγραμμα που αναπαράγεται στην έκδοση του κειμένου που δημοσιεύτηκε από τις Éditions des Lumières, ο κομμουνισμός πρέπει επομένως να διακρίνεται από τον αυταρχικό σοσιαλισμό, ο οποίος τον περασμένο αιώνα συνέδεε τον αντικαπιταλισμό με την παράδοση. Η αντίθεση πολλών κρατών του Ανατολικού Μπλοκ στις αμβλώσεις και η ύπαρξη απροκάλυπτου ρατσισμού, αντισημιτισμού και ομοφοβίας, που εμπόδισαν τα σοσιαλιστικά κράτη να αναπτύξουν μια νέα νεωτερικότητα, μαρτυρούν αυτή την προηγούμενη διατύπωση. Η πρόκληση σήμερα είναι να σπάσουμε τη δυτική επιθυμία, να σταματήσουμε τον ιμπεριαλισμό και την αύξηση της ανισότητας και να εφεύρουμε μια νέα νεωτερικότητα που δεν θα περιορίζεται πλέον στο μονοπώλιο της ιδιωτικής περιουσίας που κατέχουν λίγοι. Για να δημιουργήσει μια αντίπαλη επιθυμία, ο Alain Badiou προτείνει τρία πολιτικά καθήκοντα. Πρώτον, να διαπιστώσουμε ότι ο κύριος αντίπαλος είναι ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός. Δεύτερον, να προβούμε σε μια κριτική αξιολόγηση των πολιτικών που ακολουθούν τα σοσιαλιστικά κράτη. Τέλος, να καταπολεμήσουμε τον φασισμό. Το κείμενο, το οποίο ξεκινά με μια κριτική αξιολόγηση των κινημάτων διαμαρτυρίας της δεκαετίας του 2010 και των καταλήψεων δημόσιων πλατειών, προσεγγίζει το συμπέρασμά του προτείνοντας αρχές για την αξιολόγηση ενός κινήματος. Για να προσδιοριστεί εάν ένα κίνημα πρέπει να υπερασπιστεί ως όχημα για μια πολιτική ατζέντα, πρέπει να αναρωτηθεί κανείς εάν τηρεί τις ακόλουθες αρχές: ο καπιταλισμός δεν πρέπει να είναι το τέλος της ιστορίας· η παραγωγή μπορεί να οργανωθεί γύρω από κάτι διαφορετικό από τον καταμερισμό της εργασίας· είναι δυνατόν να οργανωθεί η ζωή χωρίς να βασιζόμαστε σε κλειστές ομάδες ταυτότητας όπως έθνη, θρησκείες και έθιμα· και μπορούμε να καταργήσουμε το κράτος, το μονοπώλιό του στη βία, το νόμο και τον καταναγκασμό υπέρ του ελεύθερου συνεταιρίζεσθαι και της ορθολογικότητας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Alain Badiou επιβάλλει εδώ το ζήτημα του κινήματος στο ζήτημα της οργάνωσης είναι υπό αμφισβήτηση. Ενώ οι προτάσεις του μας δίνουν τροφή για σκέψη, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θίγει το ζήτημα του πώς ένας σχετικά αυθόρμητος, μαζικός αγώνας ενάντια σε ένα κυβερνητικό μέτρο μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος γύρω από ένα κοινό δόγμα. Αυτό, μαζί με την περιορισμένη εξέταση των υποκειμενικών μετασχηματισμών που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του αγώνα, ίσως εξηγεί γιατί, το 2018, ο Alain Badiou αποστασιοποιήθηκε από τα Κίτρινα Γιλέκα, επικρίνοντάς τους ότι δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τα ζητήματα οργάνωσης και πολιτικής - μια κριτική παρόμοια με εκείνες που εκφράζονται σε αυτό το κείμενο σχετικά με την αιγυπτιακή επανάσταση και τα κινήματα Occupy.
Ρεμπώ και η χρήση οργάνων από αυτόν
Το μικρό κόκκινο βιβλίο του Alain Badiou ολοκληρώνεται με ένα σχόλιο στο ποίημα του Rimbaud «Ιδιοφυΐα ». Ενώ η ιδιοφυΐα, η κίνηση, η δημιουργική δύναμη, η πνοή και η δημιουργική δύναμη προσδιορίζονται στο ποίημα με την αντωνυμία «αυτό», ο Badiou προτείνει την ερμηνεία κάθε εμφάνισης αυτής της τριτοπρόσωπης ενικής αντωνυμίας ως «νέα πολιτική» ή «κομμουνισμό». Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο γεγονός ότι η δύναμη που περιγράφεται συνδυάζει, με τα λόγια του Rimbaud, «τη γοητεία των φευγαλέων τόπων» με «την υπεράνθρωπη απόλαυση της ακινησίας », την ακινησία με την κίνηση. Ακριβώς όπως ο Badiou σκοπεύει να βασιστεί σε μια προϋπάρχουσα ιδέα, μια προκαθορισμένη στρατηγική, για να φτάσει στην επινόηση νέων μορφών - δύο εννοιών που, για αυτόν, «δεν πρέπει να θυσιάζονται η μία για την άλλη» - γράφει ο Rimbaud, «αποδίδει στην ιδιοφυΐα αυτό που θα αποδώσουμε επομένως στη νέα πολιτική, στον κομμουνισμό, δύο αντιφατικά χαρακτηριστικά». Ωστόσο, το εν λόγω ποίημα είναι ουσιαστικά περιγραφικό και, όπως συμβαίνει συχνά στους Illuminations , παραμένει ασαφές αν μιλάει για μια επιθυμητή ουτοπία ή για μια νεωτερικότητα που έχει τρελαθεί. Προηγουμένως, στο A Season in Hell ή στα ποιήματα του 1872, ο Rimbaud, επικαλύπτοντας διαφορετικούς δρώντες μέσα σε μια ενιαία αντωνυμία, υπαινίσσεται ταυτόχρονα τη βία της Κομμούνας, τη βιαιότητα της καταστολής της και τι θα την αντικαθιστούσε. Αυτή η ποιητική σύγχυση φαινόταν να ενισχύεται από έναν θριαμβευτικό θετικισμό ο οποίος, υπό τη Δεύτερη Αυτοκρατορία και την Τρίτη Δημοκρατία, εκφράστηκε στη γλώσσα της ουτοπικής σκέψης. Ο εκδότης Maxime Cochard επαινεί «μια εξαιρετική ανάλυση ενός ποιήματος από τους Illuminations του Rimbaud ως μεταφορά για το πώς θα έπρεπε να είναι η νέα πολιτική ». Ωστόσο, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Alain Badiou στο να εξισώνει την ποιητική περιγραφή με τις κανονιστικές διακηρύξεις ή στο να συγχέει την εξαιρετική επίκληση με τη στρατηγική σκέψη, η οποία απουσιάζει εντελώς από τους Illuminations. Παρ ' όλα αυτά, το σύντομο βιβλίο του Alain Badiou μας δίνει τροφή για σκέψη και, όπως εξηγεί ο εκδότης, «αυτό το κείμενο έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει μια συνοπτική άποψη» σε μια εποχή που «οι πολιτικές αντιφάσεις οξύνονται και τα γεγονότα εκτυλίσσονται ραγδαία ». Για αυτούς τους λόγους, θα πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί.
Μια ριζοσπαστική νέα προσέγγιση του Αριστοτέλη για τον χρόνο, η οποία θέτει στο προσκήνιο την Ποιητική και την Ηθική
Μια φαινομενολογική ερμηνεία της αριστοτελικής φιλοσοφικής μεθόδου
Μια ριζικά νέα ερμηνεία της θεωρίας της τραγωδίας του Αριστοτέλη
Παρουσιάζει την ηθική του Αριστοτέλη ως θεμελιωδώς τραγική
Μια ευρεία μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας του χρόνου, αντιπαραβάλλοντας αρχαίες και σύγχρονες προσεγγίσεις
Το «Ο Αριστοτέλης και η Τραγική Χρονικότητα» ασχολείται με ένα θέμα που έχει τραβήξει την επιστημονική προσοχή εδώ και χιλιετίες: τον Αριστοτέλη για τον χρόνο και την εμπειρία μας από αυτόν. Το κάνει, ωστόσο, με έναν εντελώς πρωτοφανή τρόπο, βασίζοντας την ερμηνεία του στο έργο του «Ποιητική και Ηθική» , αντί για τη φυσική φιλοσοφία των Φυσικών . Ο Sean D. Kirkland ξεκινά πρώτα τη συζήτηση του Αριστοτέλη για την τραγική χρονική μας θέση - την ανάγκη μας να ενεργούμε, να σκεφτόμαστε και να ζούμε πάντα ανάμεσα σε ένα καθοριστικό παρελθόν που δεν μπορούμε ποτέ να κατακτήσουμε πλήρως και ένα προβλεπόμενο μέλλον που δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε πλήρως. Αυτή η συνθήκη έρχεται δυναμικά στο φως για τον Αριστοτέλη επί σκηνής στην παράσταση ενός τραγικού δράματος. Η οικεία αριστοτελική «ηθική της αρετής» γίνεται στη συνέχεια κάτι ριζικά νέο υπό το μεταμορφωτικό φως της χρονικότητας της Ποιητικής - ένα περίγραμμα του πώς οι άνθρωποι μπορούν να κατοικήσουν σε αυτή την ανεπανόρθωτα τραγική συνθήκη, χωρίς ποτέ να την ξεπεράσουν ή να την αναστείλουν, και να φτάσουν παρόλα αυτά σε κάτι σαν την ευτυχία και την αριστεία.
΄Ο βαθμός πολιτισμού σε μια κοινωνία μπορεί να κριθεί μπαίνοντας στις φυλακές της΄
Αυτό το απόσπασμα, ένα έντονο και
ακλόνητο κατηγορητήριο για κοινωνικά ελαττώματα, θέτει το σκηνικό για το ημι αυτοβιογραφικό
του Ντοστογιέφσκι "The House of the Dead". Μέσω του φακού ενός
στρατοπέδου αιχμαλώτων στη Σιβηρία, ο Ντοστογιέφσκι εξερευνά τα βάθη του
ανθρώπινου πόνου και της ανθεκτικότητας. Εδώ είναι οκτώ μαθήματα που πήραμε από
αυτό το ισχυρό έργο:
1. Η υποβάθμιση της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας: Ο Ντοστογιέφσκι απεικονίζει έντονα τις απανθρωπιστικές συνθήκες
της ζωής στη φυλακή, αποκαλύπτοντας πώς ο εγκλεισμός και η κτηνωδία μπορούν να
απογυμνώσουν τα άτομα την αξιοπρέπεια και την αίσθηση του εαυτού τους.
2. Η Ανθεκτικότητα του Ανθρώπινου
Πνεύματος: Παρά τις σκληρές πραγματικότητες της ύπαρξής τους, οι κρατούμενοι
επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Βρίσκουν τρόπους να διατηρήσουν την
ανθρωπιά τους, να δημιουργήσουν συνδέσεις και να διατηρήσουν την αίσθηση
ελπίδας.
3. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης:
Ο Ντοστογιέφσκι εμβαθύνει στις πολυπλοκότητες της ανθρώπινης φύσης,
απεικονίζοντας τους κρατούμενους ως άτομα με διαφορετικά υπόβαθρα, κίνητρα και
ηθικές πυξίδες. Αμφισβητεί τις απλοϊκές αντιλήψεις του καλού και του κακού.
4. Η Δύναμη της Κοινωνικής Απομόνωσης:
Το βιβλίο αναδεικνύει τις καταστροφικές επιπτώσεις της κοινωνικής απομόνωσης
και τη σημασία της ανθρώπινης σύνδεσης. Οι κρατούμενοι λαχταρούν την
αλληλεπίδραση και βρίσκουν παρηγοριά σε κοινές εμπειρίες.
5. Η αδικία του Ποινικού Συστήματος: Ο
Ντοστογιέφσκι επικρίνει τις αδικίες του ρωσικού ποινικού συστήματος, εκθέτοντας
τον αυθαίρετο χαρακτήρα της τιμωρίας και τη συστηματική κατάχρηση εξουσίας.
6. Η Αναζήτηση της Λύτρωσης: Κάποιοι
κρατούμενοι αναζητούν λύτρωση για τα προηγούμενα εγκλήματά τους, παλεύοντας με
ενοχές και τύψεις. Ο Ντοστογιέφσκι διερευνά την πιθανότητα ηθικού
μετασχηματισμού ακόμα και στα πιο υποβαθμισμένα περιβάλλοντα.
7. Η σημασία της ενσυναίσθησης και της
κατανόησης: Το βιβλίο ενθαρρύνει τους αναγνώστες να αναπτύξουν ενσυναίσθηση και
κατανόηση για όσους είναι περιθωριοποιημένοι και καταπιεσμένοι. Ο Ντοστογιέφσκι
εξανθρωπίζει τους κρατούμενους, προκαλώντας κοινωνικές προκαταλήψεις.
8. Η Διαρκής Ανάγκη για Ελευθερία: Το
Σπίτι των Νεκρών υπογραμμίζει τη θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη για ελευθερία, τόσο
σωματική όσο και πνευματική. Οι κρατούμενοι λαχταρούν την απελευθέρωση και την
ικανότητα να ζήσουν μια ζωή της επιλογής τους.
"Το Σπίτι των Νεκρών" είναι
μια βαθιά και ακλόνητη εξερεύνηση του ανθρώπινου πόνου και της ανθεκτικότητας.
Μέσα από τις ζωντανές περιγραφές και τις διορατικές παρατηρήσεις του, ο
Ντοστογιέφσκι εκθέτει τη σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και τη διαρκή δύναμη του
ανθρώπινου πνεύματος. Το βιβλίο λειτουργεί ως μια ισχυρή υπενθύμιση της
σημασίας της συμπόνιας, της δικαιοσύνης και της διατήρησης της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας, ακόμα και στις πιο ακραίες συνθήκες. Είναι ένα έργο που μας
προκαλεί να αντιμετωπίσουμε τις άβολες αλήθειες για τις δικές μας κοινωνίες και
να αγωνιστούμε για έναν πιο ανθρώπινο κόσμο.
«Ο σύγχρονος άνθρωπος, για τον Baudelaire, δεν είναι ο άνθρωπος που φεύγει για να ανακαλύψει τον εαυτό του, τα μυστικά του και την κρυμμένη αλήθεια του· είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να εφεύρει τον εαυτό του. " ~ Michel Foucault
Το 1857 ο Charles Baudelaire
δημοσίευσε το LES FLEURS DU MAL (Άνθη του Κακού), οδηγώντας στην καταδίκη του
με κατηγορίες βλασφημίας και αισχρότητας.
«Ύμνος στην ομορφιά»
Έρχεστε από τον ουρανό ή σηκωθείτε από
την άβυσσο,
Ομορφιά; Το βλέμμα σου, θεϊκό και
κολασμένο,
Ξεχύνει μπερδεμένα καλοσύνη και έγκλημα,
Και ένας μπορεί γι' αυτό, να σε
συγκρίνει με το κρασί.
Περιέχεις στα μάτια σου το ηλιοβασίλεμα
και την αυγή;
Σκορπίζεις αρώματα σαν νύχτα θυελλώδους;
Τα φιλιά σου είναι φιλτρα, το στόμα σου
αμφορέας,
Που κάνουν τον ήρωα αδύναμο και το παιδί
θαρραλέο.
Έρχεστε από τα αστέρια ή ανατέλλετε από
το μαύρο λάκκο;
Το πεπρωμένο, μαγεμένο, ακολουθεί τις
φούστες σου σαν σκύλος.
Σπέρνεις τυχαία χαρά και καταστροφή,
Και κυβερνάς τα πάντα αλλά δεν απαντάς
για τίποτα.
Περπατάς πάνω σε πτώματα που
κοροϊδεύεις, Ω ομορφιά!
Από τα κοσμήματά σου ο τρόμος δεν είναι
το λιγότερο γοητευτικός,
Και ο Φόνος, ανάμεσα στα πιο αγαπημένα
σου μπιχλιμπίδια,
Χορεύει ερωτικά πάνω στην περήφανη
κοιλιά σου.
Η εκθαμβωτική πεταλούδα πετάει προς το
μέρος σου, ω κερί!
Αναπαύεται, φλόγες και λέει:
"Ευλογημένος να είναι αυτό το φλαμπό! "
Ο εραστής που λαχανιάζει σκύβει πάνω από
την όμορφη του
Μοιάζει σαν ένας ετοιμοθάνατος που
χαϊδεύει τον ίδιο του τον τάφο,
Είτε έρχεστε από τον παράδεισο ή από την
κόλαση, ποιος νοιάζεται,
Ω ομορφιά! Τεράστιο, τρομακτικό, ευφυές
τέρας!
Αν η εκτίμηση σου, το χαμόγελό σου, το
πόδι σου, άνοιξε για μένα
Ένα Άπειρο που αγαπώ αλλά δεν έχω
γνωρίσει ποτέ;
Από τον Θεό ή τον Σατανά, ποιος
νοιάζεται; Άγγελος ή Σειρήνα,
Ποιος νοιάζεται, αν κάνεις, — fay με τα
βελούδινα μάτια,
Ρυθμός, άρωμα, λάμψη, η μία και μοναδική
βασίλισσά μου!
Ο κόσμος λιγότερο αποκρουστικός, τα
λεπτά λιγότερο μολύβδου;
Η σύγχρονη ποίηση ξεκινάει με τον
Charles Baudelaire (1821-67), ο οποίος χρησιμοποίησε την τεχνική του
μαεστρία για να δημιουργήσει το σκιώδες, απεγνωσμένα δραματικό αστικό τοπίο
-που κατοικείται από τους εξαρτημένους και τους καταραμένους- που καθρεφτίζει
τόσο επιβλητικά τη σύγχρονη κατάστασή μας. Βαθιά αν και σκοτεινά πνευματικός,
τιτάνιος στις αλλαγές που προκάλεσε, ο Baudelaire απεικονίζει όλο το έργο,
μεγάλο και μικρό, που δημιουργήθηκε στο πέρασμά του.