Ο Évariste Galois, (1811–1832) ήταν μια από τις πιο συγκλονιστικές, ιδιοφυείς και τραγικές μορφές στην ιστορία των επιστημών. Αν και πέθανε σε ηλικία μόλις 20 ετών σε μονομαχία, κατάφερε να φέρει επανάσταση στα μαθηματικά, θέτοντας τα θεμέλια της σύγχρονης άλγεβρας.
Η ιδιοφυΐα του εντοπίζεται στο ότι μετακίνησε το ενδιαφέρον από τους συγκεκριμένους αριθμούς και τις πράξεις, στην αναζήτηση βαθύτερων, αφηρημένων δομών και συμμετριών.
Αν θέλαμε να εξηγήσουμε το μαθηματικό του επίτευγμα με απλά λόγια, αυτό συνοψίζεται στα εξής:
Το πρόβλημα των 350 ετών: Από το σχολείο ξέρουμε πώς να λύνουμε εξισώσεις 2ου βαθμού με έναν συγκεκριμένο τύπο. Οι μαθηματικοί είχαν βρει αντίστοιχους (πολύ πιο περίπλοκους) τύπους για εξισώσεις 3ου και 4ου βαθμού. Για 350 χρόνια, όμως, προσπαθούσαν μάταια να βρουν έναν γενικό τύπο για εξισώσεις 5ου βαθμού και πάνω.
Η ανατροπή του Γκαλουά: Ο Γκαλουά δεν προσπάθησε να βρει έναν ακόμα τύπο. Αντίθετα, απέδειξε ότι είναι αδύνατον να υπάρξει τέτοιος γενικός τύπος για εξισώσεις 5ου βαθμού και άνω χρησιμοποιώντας ρίζες.
Το «εργαλείο» της Συμμετρίας: Για να το πετύχει αυτό, κοίταξε τις ρίζες μιας εξίσωσης όχι ως μεμονωμένους αριθμούς, αλλά ως ένα «σύνολο». Παρατήρησε πώς μεταβάλλονται αυτές οι ρίζες αν τους αλλάξουμε θέση (μεταθέσεις) χωρίς να χαλάσουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Αυτό το σύνολο των «επιτρεπτών αλλαγών» το ονόμασε Ομάδα (Group).
Η γέννηση της Αφηρημένης Άλγεβρας: Συνδέοντας τις ιδιότητες αυτών των Ομάδων με τις εξισώσεις, δημιούργησε τη Θεωρία Γκαλουά. Αυτή η προσέγγιση γέννησε τη Σύγχρονη Αφηρημένη Άλγεβρα, η οποία σήμερα είναι απαραίτητη στην κρυπτογραφία, τη θεωρία κωδικοποίησης (στα CD, τα DVD και τα δίκτυα 5G), ακόμα και στη μελέτη της σωματιδιακής φυσικής και της κβαντομηχανικής.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Γκαλουά τα σκέφτηκε όλα αυτά ως έφηβος, χωρίς πρόσβαση σε σύγχρονα πανεπιστημιακά συγγράμματα, και τα κατέγραψε με έναν τρόπο τόσο πυκνό και προχωρημένο που οι κορυφαίοι καθηγητές της εποχής του απλά δεν είχαν τα πνευματικά εργαλεία για να τον καταλάβουν.
Θα θέλατε να δούμε ένα απλό παράδειγμα για το πώς λειτουργεί η έννοια της «ομάδας» και της «συμμετρίας» (π.χ. με ένα γεωμετρικό σχήμα), ή να επικεντρωθούμε σε κάποια άλλη ιστορική μαθηματική ιδιοφυΐα (όπως ο Ramanujan ή ο Gauss);
Το Μαθηματικό του Έργο
Θεωρία Γκαλουά: Έλυσε ένα μαθηματικό γρίφο που βασάνιζε τους επιστήμονες για 350 χρόνια, προσδιορίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες ένα πολυώνυμο μπορεί να επιλυθεί με ριζικά.
Θεωρία Ομάδων: Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη «ομάδα» (groupe) με τη σύγχρονη τεχνική μαθηματική της έννοια, αποτελώντας τον θεμελιωτή της αφηρημένης άλγεβρας.
Πεπερασμένα Σώματα: Εισήγαγε την έννοια των πεπερασμένων σωμάτων (γνωστά σήμερα και ως Σώματα Γκαλουά προς τιμήν του), τα οποία αποτελούν τη βάση για τη σύγχρονη κρυπτογραφία και τη θεωρία κωδικοποίησης.
Μια Ζωή Γεμάτη Απορρίψεις και Τραγωδία
Ακαδημαϊκή ατυχία: Κανείς δεν καταλάβαινε τις ρηξικέλευθες ιδέες του. Απορρίφθηκε δύο φορές από την Πολυτεχνική Σχολή (École Polytechnique).
Χαμένα χειρόγραφα: Σπουδαίοι μαθηματικοί της εποχής (όπως ο Κωσί και ο Φουριέ) είτε έχασαν τις εργασίες που τους υπέβαλε είτε πέθαναν πριν τις αξιολογήσουν. Ο Πουασόν απέρριψε εργασία του χαρακτηρίζοντάς την «ακατανόητη».
Πολιτική δράση: Ήταν ένθερμος, ριζοσπάστης δημοκρατικός με ενεργή συμμετοχή σε εξεγέρσεις στο Παρίσι, γεγονός που οδήγησε στην αποβολή του από τη σχολή του και σε φυλάκιση.
Ο Θάνατος και το «Μνημειώδες» Τελευταίο Βράδυ
Στις 30 Μαΐου 1832, ο Γκαλουά τραυματίστηκε θανάσιμα σε μονομαχία με πιστόλι (πιθανότατα για τα μάτια μιας γυναίκας ή λόγω πολιτικών διαφορών) και πέθανε την επόμενη μέρα στο νοσοκομείο.
Το βράδυ πριν από τη μονομαχία, γνωρίζοντας ότι μάλλον θα πεθάνει, έγραφε πυρετωδώς όλη τη νύχτα για να αποτυπώσει τις μαθηματικές του ανακαλύψεις. Στο περιθώριο των σημειώσεών του είχε γράψει τη σπαρακτική φράση: «Δεν έχω χρόνο».
Το έργο του αναγνωρίστηκε τελικά 14 χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1846, όταν ο μαθηματικός Ζοζέφ Λιουβίλ συγκέντρωσε και δημοσίευσε τις σημειώσεις του.
«Η αλλοτρίωση της ανθρωπότητας έχει
φτάσει σε τέτοιο σημείο, που την κάνει να βιώνει την ίδια της την καταστροφή
σαν αισθητική απόλαυση πρώτου μεγέθους».
Βάλτερ Μπέντιξ Σένφλις Μπένγιαμιν
(γερμανικά: Walter Bendix Schönflies Benjamin)
Αυτή η φωτογραφία αξίζει απόλυτα όλα τα
βραβεία. Έχει μάλιστα τη θέση της στο Λούβρο. Αφηγείται με ακρίβεια την
αδράνεια του ατόμου απέναντι στην κατάρρευση.
Κοιτάξτε τη σύνθεση. Ένα αριστούργημα εν
αγνοία του.
Στο προσκήνιο, η χρυσαφένια άμμος, οι
εγκαταλελειμμένες σαγιονάρες, το ψυγείο.
Το συνηθισμένο σκηνικό της καλοκαιρινής
ευτυχίας. Δύο φιγούρες καθισμένες, με πλάτη, σαν σε πίνακα του Κάσπαρ Ντέιβιντ
Φρίντριχ. Εκτός ότι ο Φρίντριχ ζωγράφιζε άντρες να στοχάζονται το υψηλό. Εδώ,
στοχάζονται την καταστροφή.
Και δεν κουνιούνται. Στο κέντρο, η
ομπρέλα. Διαφημιστική, φανταχτερή, γελοία.
Ένα παστίς απέναντι στην αποκάλυψη.
Είναι σχεδόν υπερβολικά τέλειο: η Γαλλία που πίνει το απεριτίφ ενώ ο κόσμος
καίγεται.
Κανένας σεναριογράφος δεν θα τολμούσε. Και
μετά ο ουρανός. Τα δύο τρίτα της εικόνας. Αυτό το τείχος καπνού που καταπίνει
το φως, αυτό το ντεγκραντέ από ώχρα και μαύρο που θυμίζει Τέρνερ.
Η φύση που ξαναπαίρνει τη παλέτα των
δασκάλων για να ζωγραφίσει το δικό μας τέλος.
Η γυναίκα φωτογραφίζει την πυρκαγιά με
το τηλέφωνό της.
Πλήρης mise en abyme: τεκμηριώνουμε την
εξαφάνισή μας αντί να την εμποδίσουμε.
Αυτή η εικόνα τα λέει όλα. Η άρνηση, η
άνεση, η συνήθεια. Βρισκόμαστε όλοι σε αυτή την παραλία. Βλέπουμε όλοι το
σύννεφο. Και μένουμε καθισμένοι, γιατί το νερό είναι καλό και έχουμε πάρει
άδεια. Οι ιστορικοί της τέχνης θα μιλήσουν μια μέρα γι’ αυτή τη φωτογραφία όπως
μιλάμε για τη Σχεδία της Μέδουσας. Εκτός ότι, αυτή τη φορά, το ναυάγιο είμαστε
εμείς που το κοιτάμε από την παραλία.
*Η εξαιρετική φωτογραφία τραβήχτηκε από
τον φωτορεπόρτερ Maximilien Lamy για λογαριασμό του Γαλλικού Πρακτορείου
Ειδήσεων ΑFP , στη λίμνη Λακανώ, στη Δυτική Γαλλία, στις 24 Ιουλίου 2026
Παροιμιώδης ο περφεξιονισμός του απαράμιλλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ (αγαπημένου μου
σκηνοθέτη) που είναι ευρέως γνωστός στους κύκλους των σινεφίλ και όχι μόνον, όμως
το παρασκήνιο της δημιουργίας του κορυφαίου θρίλερ όλων των εποχών κρύβει μια
από τις πιο έντονες, σκοτεινές και αμφιλεγόμενες ιστορίες ψυχολογικής
χειραγώγησης στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου...
Ο extremely τελειομανής Αμερικανός σκηνοθέτης δεν
αποζητούσε κάποιες απλώς πειστικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του προκειμένου
«Η Λάμψη» να βάλει τη δική της ανεξίτηλη σφραγίδα στο κινηματογραφικό σύμπαν,
αλλά αντιθέτως απαιτούσε από εκείνους να αποτυπώσουν on camera τον υπέρτατο
πρωτόγονο τρόμο και την απόλυτη ανθρώπινη εξαθλίωση...
Στο στόχαστρο αυτού του ακραίου σκεπτικού του
Κιούμπρικ βρέθηκε κυρίως η πρωταγωνίστρια Σέλεϊ Ντιβάλ, η οποία τελικά έδωσε
ρεσιτάλ ερμηνείας ως Γουέντι Τόρανς, σε μια παραγωγή που έμελλε να χαραχτεί
καθοριστικά στην ψυχή της... Οχι ότι δεν χαράχτηκε και στις δικές μας, τις
οποίες κυριολεκτικά έχει στοιχειώσει...
Το αρχικό πλάνο της Warner Bros προέβλεπε ότι τα
γυρίσματα στα αγγλικά Elstree Studios θα διαρκούσαν περίπου 16 βδομάδες...
Ωστόσο, η εμμονή του Κιούμπρικ με την παραμικρή λεπτομέρεια, η συνήθειά του να
αλλάζει το σενάριο καθημερινά και η απαίτησή του για δεκάδες λήψεις σε κάθε
σκηνή, τίναξαν το χρονοδιάγραμμα στον αέρα...
Τελικά, η παραγωγή επεκτάθηκε τόσο πολύ χρονικά που
διήρκεσε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο, με τα γυρίσματα να κρατούν περισσότερες
από 200 ημέρες... Αυτή η τεράστια χρονική διάρκεια μετέτρεψε το πλατό σε ένα
κλειστοφοβικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η πίεση συσσωρευόταν μέρα με τη μέρα,
εξαντλώντας τα ψυχικά αποθέματα όλων των συντελεστών...
Προκειμένου να καταφέρει να εξωτερικεύσει η Ντιβάλ την
απόλυτη υστερία και την ψυχολογική κατάρρευση της δύσμοιρης γυναίκας που
εγκλωβίζεται στο καταραμένο ξενοδοχείο «Overlook» και μαζί με το γιο της, τον
μικρό Ντάνι, προσπαθούν να σωθούν από τη δολοφονική μανία του ψυχοπαθούς
συζύγου της, του Τζακ Τόρανς, τον οποίο υποδύθηκε με χειρουργική ακρίβεια ο
ασύγκριτος Τζακ Νίκολσον, ο μεθοδικά ιδιόρρυθμος σκηνοθέτης εκμεταλλεύθηκε
αυτήν τη μακρά διάρκεια των γυρισμάτων και την έθεσε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς
απόλυτης απομόνωσης...
Ο Κιούμπρικ έδωσε ρητή και απαρέγκλιτη εντολή σε όλα
τα μέλη του τεχνικού συνεργείου, στους βοηθούς παραγωγής, αλλά και στους
υπόλοιπους ηθοποιούς να μην της μιλούν καθόλου, να μην τη χαιρετούν κατά την
άφιξή της στο πλατό, να μην της συμπαραστέκονται στις δύσκολες στιγμές και να
μην της δείχνουν την παραμικρή ανθρώπινη συμπάθεια επί μήνες ολόκληρους! Αυτή η
σκόπιμη κοινωνική αποξένωση είχε ως στόχο να νιώσει η ηθοποιός τελείως μόνη και
αβοήθητη, ώστε να μεταφέρει στο φακό το αυθεντικό συναίσθημα της απόγνωσης που
ένιωθε...
Ομως, η κατάσταση έγινε ακόμα πιο εφιαλτική για την
Ντιβάλ, με αποκορύφωμα την περίφημη σκηνή στην εσωτερική σκάλα της τεράστιας
σάλας του ξενοδοχείου (την οποία ο psycho συγγραφέας Τζακ χρησιμοποιούσε ως
προσωπικό χώρο του για να γράφει μονομανώς και κατ' επανάλειψη τη μνημειώδη
φράση «All work and no play makes Jack a dull boy»), όπου η τρομοκρατημένη
Γουέντι προσπαθεί να αμυνθεί απέναντι στον εντελώς φευγάτο σύζυγό της
κραδαίνοντας το ρόπαλο του μπέιζμπολ...
Αναζητώντας την τέλεια λήψη, ο Κιούμπρικ ανάγκασε την
Ντιβάλ (μπορεί να μη γούσταρε τη... φάτσα της! Τι να πω;) να επαναλάβει τη
θρυλική σκηνή, ούτε λίγο-ούτε πολύ, 127 φορές... Μιλάμε για ένα εξωφρενικό
νούμερο, το οποίο καταγράφηκε επισήμως στη «βίβλο» των βραβείων Γκίνες ως το
απόλυτο ρεκόρ των περισσότερων λήψεων που έγιναν ποτέ για μια ομιλούσα
κινηματογραφική σκηνή!
Η δε σωματική, ψυχολογική και πνευματική καταπόνηση
της ηθοποιού έπειτα από τόσους μήνες απομόνωσης και εξάντλησης ήταν
ολοκληρωτική, καθώς τα χέρια της μάτωναν από το παρατεταμένο κράτημα του
ροπάλου, τα μάτια της ήταν μονίμως πρησμένα από το ασταμάτητο κλάμα, ενώ λόγω
του αφόρητου ψυχολογικού στρες άρχισε να χάνει ολόκληρες τούφες από τα μαλλιά
της! επικρίθηκε αρχικά από μια μερίδα των κινηματογραφικών κριτικών, όμως με το
πέρασμα των δεκαετιών αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως μια αξεπέραστη ερμηνεία αγνού
ψυχολογικού τρόμου...
Πολλά χρόνια αργότερα, η Αμερικανίδα ηθοποιός
εξομολογήθηκε πως παρότι ο Κούμπρικ υπήρξε απίστευτα σκληρός και αυταρχικός
μαζί της και την εξώθησε στα απόλυτα όρια της ανθρώπινης αντοχής για έναν
ολόκληρο χρόνο, τελικά κατάφερε να την κάνει να αποδώσει μια ιστορική ερμηνεία,
την οποία η ίδια δεν πίστευε ποτέ ότι είχε την ψυχική και πνευματική δύναμη ή
το καλλιτεχνικό ταλέντο να προσφέρει...
Εδώ να σημειώσω ότι η ατέρμονη χρονική παράταση και οι
συνεχείς αλλαγές του Κιούμπρικ είχαν δοκιμάσει έντονα και τις αντοχές του Τζακ
Νίκολσον... Βλέποντας το σενάριο να αναθεωρείται διαρκώς, αυτή η μορφάρα έφτασε
σε τέτοιο σημείο εκνευρισμού που σταμάτησε να διαβάζει τις νέες σελίδες που του
έδιναν κάθε πρωί...
Μάλιστα, πετούσε τα προσχέδια στον κάλαθο των αχρήστων
και επέλεγε να μαθαίνει τις ατάκες του κυριολεκτικά λίγα λεπτά προτού ανάψουν
οι προβολείς, γνωρίζοντας ότι ο Κούμπρικ θα άλλαζε κάθε σκηνή ξανά και ξανά
κατά τη διάρκεια των λήψεων...
Παράλληλα, ο Νίκολσον έπρεπε να διαχειριστεί και την
εξάντλησή του από τις σωματικά απαιτητικές σκηνές, όπως εκείνη η all time
classic που σπάει την πόρτα του μπάνιου με το τσεκούρι, η οποία χρειάστηκε
τρεις ημέρες για να ολοκληρωθεί και οδήγησε στην καταστροφή 60 θυρών!
Αυτή η ακραία, σχεδόν τυραννική αφοσίωση στη
λεπτομέρεια και η απόλυτη άρνηση για οτιδήποτε λιγότερο από το τέλειο
χαρακτήρισαν ολόκληρη την καλλιτεχνική πορεία του ανθρώπου που επαναπροσδιόρισε
τους κανόνες της έβδομης τέχνης...
Η κινηματογραφική κληρονομιά του Κιούμπρικ δεν
βασίστηκε ποτέ σε συμβιβασμούς, παρά μόνο σε μια αδιάκοπη, σχεδόν επιστημονική
αναζήτηση της οπτικής και συναισθηματικής αλήθειας, ακόμα και όταν το τίμημα
για τους συνεργάτες του ήταν δυσβάσταχτο...
Η χρήση ιδιόμορφων τεχνικών, πρωτοποριακών φακών και
της ικανότητάς του να μετατρέπει τα γυρίσματα σε ένα πεδίο ακραίου ψυχολογικού
πειραματισμού, μόνο με την αντίστοιχη μεθοδολογία του Αλφρεντ Χίτσκοκ μπορεί να
συγκριθεί...
Εις το διηνεκές, οι συγκλονιστικά «πικάντικες»
ιστορίες (είναι πάρα πολλές!) που έχουν διαρρεύσει από τα
βασανιστικά γυρίσματα των αξεπέραστων ταινιών του Κιούμπρικ θα συνεχίσουν να
γοητεύουν, να σοκάρουν και να εμπνέουν γενιές και γενιές δημιουργών,
επιβεβαιώνοντας πως οι μεγάλες ιδιοφυΐες αφήνουν πίσω τους εξίσου μεγάλα
μυστικά...
Γεννήθηκε, 26 Ιουλίου 1928 ο
Στάνλεϊ Κούμπρικ... Αυτός ο «μάγος» του κινηματογραφικού περφεξιονισμού, ο
οποίος έγραψε με ανεξίτηλο μελάνι το όνομά του στην παγκόσμια πολιτιστική
ιστορία και αιωνίως θα είναι ένας από τους πλέον επιδραστικούς και
αινιγματικούς σκηνοθέτες που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα... Αθάνατος!
Φωτο: Η Σέλεϊ Ντιβάλ και ο Τζακ Νίκολσον τα λένε, ενώ ο
Στάνλεϊ Κιούμπρικ κοιτάζει κάπου στο υπερπέραν, γράφοντάς τους κανονικά και με
το νόμο στα paparia του...
Όλοι μιλάμε. Αλλά ακούμε ακόμα πραγματικά ο ένας τον άλλον;?
Ίσως η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας δεν είναι οικονομική, πολιτική ή τεχνολογική. Είναι η εξαφάνιση της συζήτησης. Ζούμε περιτριγυρισμένοι από μηνύματα, ειδοποιήσεις, φωνητικά μηνύματα, σχόλια και βίντεο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ιταλο φιλόσοφο-συγγραφέα.. Ουμπέρτο Γκαλιμμπέρτι, χάνουμε μια από τις πιο πολύτιμες ανθρώπινες ικανότητες: τον αυθεντικό διάλογο. Σήμερα, απλώς περιμένουμε τη σειρά μας να μιλήσουμε. Διακόπτουμε. Απαντάμε πριν καν καταλάβουμε. Ακούμε για να απαντήσουμε, όχι για να καταλάβουμε. Μια αληθινή συζήτηση, ωστόσο, είναι μια συνάντηση μεταξύ δύο κόσμων. Απαιτεί χρόνο, σιωπή, περιέργεια και την προθυμία να αλλάξεις από αυτά που λέει το άλλο άτομο. Αλλά ζούμε στην εποχή της ταχύτητας. Όλα πρέπει να είναι άμεσα. Ακόμα και οι σχέσεις. Έτσι, οι λέξεις γίνονται επιφανειακές, οι συναντήσεις χάνουν το νόημά τους και ο διάλογος δίνει τη θέση του σε μονολόγους που δεν τέμνονται ποτέ. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, παρά το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι, νιώθουμε ολοένα και πιο μόνοι. Η αποκατάσταση της συζήτησης σημαίνει αποκατάσταση της ανθρωπότητας. Επειδή στον ειλικρινή διάλογο γεννιούνται οι ιδέες, επιλύονται οι συγκρούσεις και χτίζονται οι βαθύτερες σχέσεις. Ίσως η αληθινή επανάσταση σήμερα είναι απλή. Κλείστε το τηλέφωνό σας. Κοιτάξτε κάποιον στα μάτια. Και αρχίστε να ακούτε ξανά. Φιλόσοφος--Συγγραφέας: Umberto Galimberti
Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του "On Politics Today" στο περιοδικό Commune, το κείμενο του Alain Badiou δημοσιεύτηκε τον περασμένο χειμώνα από τις Éditions des Lumières. Αυτό το "προσβάσιμο μικρό κόκκινο φυλλάδιο", σύμφωνα με τα λόγια του Maxime Cochard, του αρχισυντάκτη του και επίσης αρχισυντάκτη στο Commune, προσφέρει μια "σύνθεση των εμπειριών της αριστεράς και της σχέσης της με το κράτος την τελευταία δεκαετία, αντλώντας ιδιαίτερα από τις καταλήψεις δημόσιων πλατειών τη δεκαετία του 2010". Αυτή η κριτική της Vivian Petit συζητά την ανάλυσή της.
Οι πρώτες επαφές μεταξύ του εκδότη και του φιλοσόφου έγιναν το 2023: Ο Maxime Cochard πρότεινε, μεταξύ άλλων, στον Alain Badiou να αναπτύξει την αντίληψή του για το Κράτος, το οποίο περιγράφει ως «μοναδικό και ετερόδοξο», στο περιοδικό Commune . Η απόρριψη της συγχώνευσης της πολιτικής και της διαχείρισης της κρατικής εξουσίας είναι πράγματι μια από τις κεντρικές ιδέες που αναπτύσσονται στο On Politics Today , όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτός ο ορισμός του πολιτικού ενώνει τόσο τους καπιταλιστές όσο και όσους νοσταλγούν τον Στάλιν. Έτσι, όπως γράφει, «τα σοσιαλιστικά κράτη και τα δυτικά κοινοβουλευτικά κράτη έχουν μοιραστεί την απουσία πολιτικής, η οποία έχει αντικατασταθεί από την πρωτοκαθεδρία της οικονομικής διαχείρισης υπό την καθοδήγηση ενός αποπολιτικοποιημένου Κράτους » .
Όταν συμβαίνει πολιτική
Για τον Μπαντιού, η πολιτική δεν είναι ένας τρόπος διακυβέρνησης, αλλά μάλλον «το όνομα μιας στρατηγικής διαδικασίας» που συνδέεται με τη « σύγκρουση πολιτικών », δηλαδή την πάλη μεταξύ στρατοπέδων που υπερασπίζονται αντίθετες κοσμοθεωρίες. Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτικών προκύπτει όταν κάποιος αρνείται να μοιραστεί με τον αντίπαλο έναν κοινό ορισμό του τι είναι δυνατό ή αδύνατο.
Γραμμένο το 2016, κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών κατά του εργατικού νόμου στη Γαλλία, το κείμενο εξετάζει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία των κινημάτων κατάληψης, συμπεριλαμβανομένου του κινήματος «Nuit Debout» στη Γαλλία. Ενώ αναγνωρίζει ότι αυτές οι καταλήψεις στόχευαν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο σκέψης μας, αποσπώντας τον πολιτικό λόγο από το μονοπώλιο του κράτους, ο Μπαντιού επικρίνει αυτά τα κινήματα για την εμμονή τους με την ενότητα. «Η αδυναμία κάθε μαζικού κινήματος», γράφει, «είναι η εμμονή με την ενότητά του ». Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κινήματα κατάληψης, με την δηλωμένη επιθυμία τους να ενώσουν τον λαό και να επανεφεύρουν την πολιτική, δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πιθανών πολιτικών προσεγγίσεων - αυτή η αναζήτηση ενότητας συχνά θεωρείται ως μια κατοπτρική εικόνα της κρατικής εξουσίας, η οποία ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει τον λαό.
Ο Alain Badiou, ο οποίος παραδέχεται ότι δεν συμμετείχε σε αυτά τα κινήματα, δυστυχώς δεν επικεντρώνεται στις επικρίσεις για την αξίωση ενότητας ή ομοφωνίας που εκφράστηκαν ήδη από το 2016 στο πλαίσιο του αγώνα στη Γαλλία, ή τουλάχιστον στα περιθώριά του. Εκείνη την εποχή, ο Geoffroy de Lagasnerie ανέπτυξε ένα παρόμοιο επιχείρημα σε ένα άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στην Le Monde . Έγραψε: «Ο λαός, η λαϊκή κυριαρχία, η γενική βούληση, η κοινωνία, το κοινό καλό... αυτά δεν υπάρχουν. Και η ιδέα ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν στιγμές που ολόκληρος ο πληθυσμός θα συγκεντρωνόταν σε μια πλατεία είναι άνευ νοήματος. Δεν έχει συμβεί ποτέ. Ούτε κατά τη διάρκεια της «Αραβικής Άνοιξης» ούτε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Και δεν θα συμβεί ποτέ. Ένα κίνημα είναι πάντα αντιπολιτευτικό: στρέφει μια τάξη ατόμων εναντίον μιας άλλης».
Σε αντίθεση με τον Μπαντιού, ο οποίος έδινε ύψιστη σημασία στις ιδέες και εξέφραζε επανειλημμένα τον σκεπτικισμό του απέναντι στον ντετερμινισμό και τις αναλύσεις που βασίζονταν στην αλληλεξάρτηση μεταξύ υποδομών και υπερκατασκευής, ο Λαγκασνερί προσέφερε μια κοινωνιολογική ανάλυση του φαινομένου. Εξήγησε την παγίδα ενός κινήματος που διεκδικεί ομοφωνία ή εκπροσώπηση του λαού μέσω της κοινωνικής του σύνθεσης, υποστηρίζοντας ότι όσοι μπορούν «να εκπροσωπήσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ως συμφέροντα του 'λαού' (...) είναι αυτοί που βρίσκονται στις δημόσιες πλατείες: άτομα από την αστική λευκή μικροαστική τάξη, που συχνά ανήκουν στη δημόσια διοίκηση ή σε πολιτιστικούς και φοιτητικούς κύκλους».
Πολιτική και στρατηγική
Για τον Μπαντιού, το πρόβλημα φαίνεται να έγκειται πρωτίστως στην έλλειψη στρατηγικής και στον πολιτικό σκεπτικισμό που εκφράζεται στην καρδιά της εποχής μας. Υποστηρίζει ότι, όπως και στη Γαλλία, «στα μαζικά κινήματα στην Ισπανία, την Ελλάδα, την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Χονγκ Κονγκ και την Αίγυπτο, βρίσκει κανείς σημαντικά ίχνη πολιτικού σκεπτικισμού ». Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές στην ανάγκη να εφευρεθούν «νέες μορφές ζωής» ή να «αλλαχθεί η ζωή» θα ήταν σημάδια άρνησης της πολιτικής. Ενώ η κριτική του εναλλακτικισμού - δηλαδή, του ισχυρισμού για την υπεράσπιση ενός άλλου τρόπου ζωής χωρίς να αμφισβητηθούν τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα - αποδεικνύεται σχετική, είναι λυπηρό το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε εκείνους που, όπως η Αόρατη Επιτροπή στο παρελθόν ή οι Εξεγέρσεις της Γης σήμερα, επιχειρούν να αρθρώσουν την υπεράσπιση εναλλακτικών τρόπων ζωής, την ανάπτυξη ενός λόγου και ενός πολιτικού αγώνα.
Στα γραπτά τους, τόσο η Αόρατη Επιτροπή όσο και οι συγγραφείς του βιβλίου * Πρώτοι Τρέμοι*, που εκδόθηκε με την έκδοση *Εξεγερσεις της Γης*, αρνούνται να περιορίσουν τις ενέργειές τους στην υπεράσπιση ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής, χωρίς ωστόσο να γίνουν καθαρά διανοούμενοι ή μια στρατιωτικοποιημένη ομάδα έτοιμη για αντιπαράθεση. Ακολουθώντας τα βήματα του έργου του Georges Dumézil σχετικά με την τριλειτουργικότητα που ενώνει ιερείς, πολεμιστές και αγρότες, και αντλώντας από τις ιδέες και τους αγώνες της ριζοσπαστικής οικολογίας, επιχειρούν να αναπτύξουν μια δύναμη που είναι ταυτόχρονα διαλογική, μαχητική και υλική.
Για τον Alain Badiou, το κεντρικό ερώτημα είναι η υπεράσπιση μιας πολιτικής. Πρόκειται για την καθιέρωση «μιας πολιτικής εναντίον μιας άλλης ». Από τη δεκαετία του 1980, όλες οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν υπηρετήσει μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια καπιταλιστική ολιγαρχία, και πρέπει, μέσω του αγώνα, να αναγκάσουμε τη διαχείριση του καπιταλισμού να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως τέτοια.
Αν η κατάσταση στην Αίγυπτο, τώρα υπό την κυριαρχία του Στρατάρχη Αλ-Σίσι, είναι χειρότερη από ό,τι πριν από το ισχυρό ιστορικό κίνημα που ανάγκασε τον Μουμπάρακ να παραιτηθεί, αυτό οφείλεται, εξηγεί ο Αλέν Μπαντιού, στην επιμονή προϋπαρχουσών πολιτικών δομών. Έτσι, στο πλαίσιο των εκλογών που διεξήχθησαν το 2011 και το 2012 μετά την πτώση του Μουμπάρακ, η μακροχρόνια Μουσουλμανική Αδελφότητα αποτέλεσε την πιο άμεσα διαθέσιμη πολιτική δύναμη για να καταλάβει την εξουσία, προτού η κυβέρνησή της αμφισβητηθεί με τη σειρά της και η κατάσταση ανακτήσει τον έλεγχο από μια στρατιωτική δύναμη που παρέμεινε αμετάβλητη.
Όσον αφορά τις αριστερές δυνάμεις στην Ευρώπη, ο Μπαντιού εξηγεί ότι οι εμπειρίες του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία λόγω της εστίασής τους στη διαχείριση της κρατικής πολιτικής, «επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και το Podemos είναι τελικά απλώς κοινοβουλευτικοί οργανισμοί». Τα σύγχρονα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα δεν εμφανίζονται ως νέες δημιουργίες αλλά απλώς ως η ανάδυση μιας νέας σοσιαλδημοκρατίας μετά την απαξίωση των «σοσιαλιστικών κομμάτων», τα οποία «τα ίδια συσπειρώθηκαν στη συναίνεση γύρω από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό». Όσο για τις νέες δυνάμεις της θεσμικής αριστεράς, οι οποίες μερικές φορές ενσαρκώνουν την αντιπολίτευση εντός των ίδιων των θεσμών, πιστεύει ότι η ύπαρξη μιας ισχυρής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης κινδυνεύει, ελλείψει γνήσιας πολιτικής δημιουργίας, απλώς να επικυρώσει την καπιταλιστική-κοινοβουλευτική συναίνεση.
Μια νέα νεωτερικότητα ενάντια στην επιθυμία για τη Δύση Σήμερα, ο καπιταλισμός παρουσιάζεται συχνότερα ως μη έχων εναλλακτική λύση και εγγενώς συνδεδεμένος με τη νεωτερικότητα, η οποία γίνεται «το κύριο άλλοθι του ίδιου του καπιταλισμού ». Ο φασισμός, από την άλλη πλευρά, στοχεύει στη «σύνδεση του καπιταλισμού με κίνητρα που βασίζονται στην ταυτότητα, θρησκευτικά, εθνικά, οικογενειακά ή άλλα ». Ενάντια στον καπιταλισμό που αρθρώνεται με τη νεωτερικότητα και ενάντια στους φασίστες που επιδιώκουν να συνδέσουν την παράδοση με τη διατήρηση του καπιταλισμού, οι υποστηρικτές της χειραφέτησης πρέπει να δημιουργήσουν μια νέα μορφή που να ξεφεύγει τόσο από τον πειρασμό της πολιτικής της ταυτότητας όσο και από τη γοητεία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Όπως συνοψίζεται σε ένα διάγραμμα που αναπαράγεται στην έκδοση του κειμένου που δημοσιεύτηκε από τις Éditions des Lumières, ο κομμουνισμός πρέπει επομένως να διακρίνεται από τον αυταρχικό σοσιαλισμό, ο οποίος τον περασμένο αιώνα συνέδεε τον αντικαπιταλισμό με την παράδοση. Η αντίθεση πολλών κρατών του Ανατολικού Μπλοκ στις αμβλώσεις και η ύπαρξη απροκάλυπτου ρατσισμού, αντισημιτισμού και ομοφοβίας, που εμπόδισαν τα σοσιαλιστικά κράτη να αναπτύξουν μια νέα νεωτερικότητα, μαρτυρούν αυτή την προηγούμενη διατύπωση. Η πρόκληση σήμερα είναι να σπάσουμε τη δυτική επιθυμία, να σταματήσουμε τον ιμπεριαλισμό και την αύξηση της ανισότητας και να εφεύρουμε μια νέα νεωτερικότητα που δεν θα περιορίζεται πλέον στο μονοπώλιο της ιδιωτικής περιουσίας που κατέχουν λίγοι. Για να δημιουργήσει μια αντίπαλη επιθυμία, ο Alain Badiou προτείνει τρία πολιτικά καθήκοντα. Πρώτον, να διαπιστώσουμε ότι ο κύριος αντίπαλος είναι ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός. Δεύτερον, να προβούμε σε μια κριτική αξιολόγηση των πολιτικών που ακολουθούν τα σοσιαλιστικά κράτη. Τέλος, να καταπολεμήσουμε τον φασισμό. Το κείμενο, το οποίο ξεκινά με μια κριτική αξιολόγηση των κινημάτων διαμαρτυρίας της δεκαετίας του 2010 και των καταλήψεων δημόσιων πλατειών, προσεγγίζει το συμπέρασμά του προτείνοντας αρχές για την αξιολόγηση ενός κινήματος. Για να προσδιοριστεί εάν ένα κίνημα πρέπει να υπερασπιστεί ως όχημα για μια πολιτική ατζέντα, πρέπει να αναρωτηθεί κανείς εάν τηρεί τις ακόλουθες αρχές: ο καπιταλισμός δεν πρέπει να είναι το τέλος της ιστορίας· η παραγωγή μπορεί να οργανωθεί γύρω από κάτι διαφορετικό από τον καταμερισμό της εργασίας· είναι δυνατόν να οργανωθεί η ζωή χωρίς να βασιζόμαστε σε κλειστές ομάδες ταυτότητας όπως έθνη, θρησκείες και έθιμα· και μπορούμε να καταργήσουμε το κράτος, το μονοπώλιό του στη βία, το νόμο και τον καταναγκασμό υπέρ του ελεύθερου συνεταιρίζεσθαι και της ορθολογικότητας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Alain Badiou επιβάλλει εδώ το ζήτημα του κινήματος στο ζήτημα της οργάνωσης είναι υπό αμφισβήτηση. Ενώ οι προτάσεις του μας δίνουν τροφή για σκέψη, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θίγει το ζήτημα του πώς ένας σχετικά αυθόρμητος, μαζικός αγώνας ενάντια σε ένα κυβερνητικό μέτρο μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος γύρω από ένα κοινό δόγμα. Αυτό, μαζί με την περιορισμένη εξέταση των υποκειμενικών μετασχηματισμών που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του αγώνα, ίσως εξηγεί γιατί, το 2018, ο Alain Badiou αποστασιοποιήθηκε από τα Κίτρινα Γιλέκα, επικρίνοντάς τους ότι δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τα ζητήματα οργάνωσης και πολιτικής - μια κριτική παρόμοια με εκείνες που εκφράζονται σε αυτό το κείμενο σχετικά με την αιγυπτιακή επανάσταση και τα κινήματα Occupy.
Ρεμπώ και η χρήση οργάνων από αυτόν
Το μικρό κόκκινο βιβλίο του Alain Badiou ολοκληρώνεται με ένα σχόλιο στο ποίημα του Rimbaud «Ιδιοφυΐα ». Ενώ η ιδιοφυΐα, η κίνηση, η δημιουργική δύναμη, η πνοή και η δημιουργική δύναμη προσδιορίζονται στο ποίημα με την αντωνυμία «αυτό», ο Badiou προτείνει την ερμηνεία κάθε εμφάνισης αυτής της τριτοπρόσωπης ενικής αντωνυμίας ως «νέα πολιτική» ή «κομμουνισμό». Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο γεγονός ότι η δύναμη που περιγράφεται συνδυάζει, με τα λόγια του Rimbaud, «τη γοητεία των φευγαλέων τόπων» με «την υπεράνθρωπη απόλαυση της ακινησίας », την ακινησία με την κίνηση. Ακριβώς όπως ο Badiou σκοπεύει να βασιστεί σε μια προϋπάρχουσα ιδέα, μια προκαθορισμένη στρατηγική, για να φτάσει στην επινόηση νέων μορφών - δύο εννοιών που, για αυτόν, «δεν πρέπει να θυσιάζονται η μία για την άλλη» - γράφει ο Rimbaud, «αποδίδει στην ιδιοφυΐα αυτό που θα αποδώσουμε επομένως στη νέα πολιτική, στον κομμουνισμό, δύο αντιφατικά χαρακτηριστικά». Ωστόσο, το εν λόγω ποίημα είναι ουσιαστικά περιγραφικό και, όπως συμβαίνει συχνά στους Illuminations , παραμένει ασαφές αν μιλάει για μια επιθυμητή ουτοπία ή για μια νεωτερικότητα που έχει τρελαθεί. Προηγουμένως, στο A Season in Hell ή στα ποιήματα του 1872, ο Rimbaud, επικαλύπτοντας διαφορετικούς δρώντες μέσα σε μια ενιαία αντωνυμία, υπαινίσσεται ταυτόχρονα τη βία της Κομμούνας, τη βιαιότητα της καταστολής της και τι θα την αντικαθιστούσε. Αυτή η ποιητική σύγχυση φαινόταν να ενισχύεται από έναν θριαμβευτικό θετικισμό ο οποίος, υπό τη Δεύτερη Αυτοκρατορία και την Τρίτη Δημοκρατία, εκφράστηκε στη γλώσσα της ουτοπικής σκέψης. Ο εκδότης Maxime Cochard επαινεί «μια εξαιρετική ανάλυση ενός ποιήματος από τους Illuminations του Rimbaud ως μεταφορά για το πώς θα έπρεπε να είναι η νέα πολιτική ». Ωστόσο, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Alain Badiou στο να εξισώνει την ποιητική περιγραφή με τις κανονιστικές διακηρύξεις ή στο να συγχέει την εξαιρετική επίκληση με τη στρατηγική σκέψη, η οποία απουσιάζει εντελώς από τους Illuminations. Παρ ' όλα αυτά, το σύντομο βιβλίο του Alain Badiou μας δίνει τροφή για σκέψη και, όπως εξηγεί ο εκδότης, «αυτό το κείμενο έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει μια συνοπτική άποψη» σε μια εποχή που «οι πολιτικές αντιφάσεις οξύνονται και τα γεγονότα εκτυλίσσονται ραγδαία ». Για αυτούς τους λόγους, θα πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί.
Μια ριζοσπαστική νέα προσέγγιση του Αριστοτέλη για τον χρόνο, η οποία θέτει στο προσκήνιο την Ποιητική και την Ηθική
Μια φαινομενολογική ερμηνεία της αριστοτελικής φιλοσοφικής μεθόδου
Μια ριζικά νέα ερμηνεία της θεωρίας της τραγωδίας του Αριστοτέλη
Παρουσιάζει την ηθική του Αριστοτέλη ως θεμελιωδώς τραγική
Μια ευρεία μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας του χρόνου, αντιπαραβάλλοντας αρχαίες και σύγχρονες προσεγγίσεις
Το «Ο Αριστοτέλης και η Τραγική Χρονικότητα» ασχολείται με ένα θέμα που έχει τραβήξει την επιστημονική προσοχή εδώ και χιλιετίες: τον Αριστοτέλη για τον χρόνο και την εμπειρία μας από αυτόν. Το κάνει, ωστόσο, με έναν εντελώς πρωτοφανή τρόπο, βασίζοντας την ερμηνεία του στο έργο του «Ποιητική και Ηθική» , αντί για τη φυσική φιλοσοφία των Φυσικών . Ο Sean D. Kirkland ξεκινά πρώτα τη συζήτηση του Αριστοτέλη για την τραγική χρονική μας θέση - την ανάγκη μας να ενεργούμε, να σκεφτόμαστε και να ζούμε πάντα ανάμεσα σε ένα καθοριστικό παρελθόν που δεν μπορούμε ποτέ να κατακτήσουμε πλήρως και ένα προβλεπόμενο μέλλον που δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε πλήρως. Αυτή η συνθήκη έρχεται δυναμικά στο φως για τον Αριστοτέλη επί σκηνής στην παράσταση ενός τραγικού δράματος. Η οικεία αριστοτελική «ηθική της αρετής» γίνεται στη συνέχεια κάτι ριζικά νέο υπό το μεταμορφωτικό φως της χρονικότητας της Ποιητικής - ένα περίγραμμα του πώς οι άνθρωποι μπορούν να κατοικήσουν σε αυτή την ανεπανόρθωτα τραγική συνθήκη, χωρίς ποτέ να την ξεπεράσουν ή να την αναστείλουν, και να φτάσουν παρόλα αυτά σε κάτι σαν την ευτυχία και την αριστεία.