Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Λουίς Σολάνο - Οι βίαιες πράξεις και η λογική τους

Λουίς Σολάνο στο βιβλίο "Οι βίαιες πράξεις και η λογική τους", εκδ. Σάκουλα.

ΙV. Η ψυχαναλυτική πράξη
Όπως ήδη υπενθυμίσαμε, στο σεμινάριο «Η ψυχαναλυτική πράξη» ο Lacan ορίζει την πραγματική πράξη ως αυτό που έρχεται στη θέση ενός λέγειν και αλλάζει το υποκείμενο. Στην πράξη υπάρχει η καθαίρεση του υποκειμένου που την εγκαθιδρύει. Όσον αφορά την πραγματική πράξη, η οποία δεν συγχέεται με οτιδήποτε είναι της τάξης της δράσης, υπάρχει, όπως αναφέραμε, ο θάνατος του υποκειμένου. Η πράξη εμπερικλείει λοιπόν την απόρριψη του ασυνειδήτου, εδώ δηλαδή τα διφορούμενα του σημαίνοντος, τα διφορούμενα της σκέψης, της ομιλίας και του λόγου, δεν έχουν καμία πλέον θέση.

Στην αναλυτική διαδικασία ο αναλυτής δεν μπορεί να ενεργεί παρά από τη θέση τού «δεν σκέφτομαι». Από αυτήν και μόνον τη θέση μπορεί να είναι ο τελεστής ενός λόγου που θα επιτρέψει να εγκαθιδρυθεί η αναλυτική πράξη. Πρόκειται γι’ αυτό το «δεν σκέφτομαι» το οποίο έρχεται στη θέση του δρώντος και επιτρέπει την επαναστατική ανανέωση της έννοιας της αναλυτικής θεραπευτικής διάταξης επιβεβαιώνοντας ότι αυτή δεν εμπερικλείει παρά μόνον ένα υποκείμενο.

Η πραγματική πράξη δεν συμπεραίνεται και δεν υπάγεται σε τίποτε της τάξης του υπολογισμού. Η ψυχαναλυτική πράξη δεν είναι της τάξης της εγγύησης ούτε της τάξης της υπόθεσης. Η ψυχαναλυτική πράξη είναι της τάξης της βεβαιότητας, του ρίσκου… Σε κάθε περίπτωση, ο ψυχαναλυτής δεν υφίσταται ως υποκείμενο, δεν υπάρχει υποκείμενο πράξης. Στην πράξη το υποκείμενο είναι νεκρό.

Θεωρώ ότι η προαγωγή της έννοιας της ψυχαναλυτικής πράξης μπορεί να τοποθετηθεί στο επίπεδο του πέμπτου υποδείγματος, της «εντός του λόγου (discursive) απόλαυσης». Χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή θεωρητικοποίησης της έννοιας του λόγου −μετά τον Μάη του ’68−, στο 17ο σεμινάριο του Lacan. Αυτό το σεμινάριο ο J.-A. Miller μας έμαθε να το διαβάζουμε ως μια «αρχική σχέση του σημαίνοντος με την απόλαυση». Πρόκειται για μια ιδιαίτερη στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται στη σκηνή ένας νέος ορισμός του ασυνειδήτου, υπαγόμενος στο ηθικό επίπεδο, μεταφράσιμος ως «βούληση για είναι» (vouloir être). Στο οντολογικό επίπεδο ο όρος βούληση για είναι συνιστά μια τροπικότητα ηθικής τάξης σε σχέση με το είναι και με το μη-είναι.

Το ηθικό επίπεδο του ασυνειδήτου προϋποθέτει ότι στο εξής δεν μπορούμε πλέον να θεωρούμε ότι αυτό βρίσκεται ήδη εδώ. Το ηθικό επίπεδο του ασυνειδήτου προϋποθέτει, αντίθετα και θεμελιακά, ότι υπάρχει κάτι ανάμεσα στο είναι και στο μη-είναι που θέλει να πραγματωθεί, που θέλει να είναι. Τι θα επιτρέψει στο ασυνείδητο να πραγματωθεί; Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από μια νέα έννοια που σφυρηλατεί ο Lacan για να τη φέρει στη θέση της επιθυμίας του αναλυτή, δηλαδή την έννοια της πράξης του αναλυτή. Μόνο η πράξη του αναλυτή είναι αυτή που θα επιτρέψει την πραγμάτωση του ασυνειδήτου του υποκειμένου κατά τη διάρκεια της αναλυτικής διαδικασίας.

Ας πάμε τώρα σε ένα δεύτερο ερώτημα για να εστιάσουμε καλύτερα το θέμα μας. Με ποιον τρόπο η αναλυτική πράξη συνδέεται με τον τελεστή και με το στήριγμα της μεταβίβασης, δηλαδή με το καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο (sujet supposé savoir); Από «Το συμπόσιο των αναλυτών» μάθαμε ότι η αναλυτική πράξη είναι εν μέρει συνδεδεμένη με τη ρωγμή του καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο. Όπως λέει ο J.-A. Miller, η αναλυτική πράξη είναι αναγκαία εξαιτίας ενός παράδοξου: «Από τη μία πλευρά η μεταβίβαση στηρίζεται από το καθ’ υπόθεσιν της γνώσης υποκείμενο και από την άλλη το ασυνείδητο, και ειδικά το ασυνείδητο με την έννοια του ασυνειδήτου που ερμηνεύει, τη διαψεύδει».

Η ψυχαναλυτική πράξη προάγεται για να αναπληρώσει την έννοια της θέσης του αναλυτή για τον εξής λόγο: Η πραγματική πράξη είναι δημιουργική, θεμελιακή και πρωταρχική. Η αναλυτική πράξη είναι η απάντηση στη μη συνεκτικότητα του ασυνειδήτου. Ξεκινώντας από τη λογική συνεκτικότητα του αντικειμένου α, η ψυχαναλυτική πράξη έχει καθ’ ολοκληρίαν την ικανότητα να στηρίξει, μέσα από τη μεταβίβαση, το ασυνείδητο και τη μη συνεκτικότητά του ώστε επιτέλους να πραγματωθεί.

Η ψυχαναλυτική πράξη, αυτή που εμπερικλείει το σημαίνον και διαφοροποιείται ριζικά από τη δράση, αυτή που βρίσκεται σε άμεση σχέση με ό,τι απομένει από τη λογική συνεκτικότητα, αυτή η πράξη θα επιτρέψει κατά την αναλυτική διαδικασία να οδηγηθεί ένα υποκείμενο που συναινεί στην επαλήθευση και τροποποίηση της σχέσης του με το υπόλοιπο της απόλαυσης που περικλείεται μέσα στο σύμπτωμά του. Πρόκειται επίσης για το έκτο υπόδειγμα της απόλαυσης αυτό «της μη σχέσης» που ο J.-A. Miller τοποθετεί στο επίπεδο του σεμιναρίου «Encore» και βάσει του οποίου η ψυχαναλυτική πράξη εγγράφεται με αποφασιστικό τρόπο ως ένα μοναδικό εργαλείο.

Λόγω της δημιουργικής της ικανότητας, η πράξη είναι το καλύτερο μέσο για να επινοήσουμε καινούριους απαραίτητους συνδετικούς ιστούς, προϊόντα των επινοήσεών μας ως αναλυτών, μέσα στο κλινικό πεδίο της μη-δυάφυλης σχέσης (non rapport sexuel). Πρόκειται για αποτελεσματικά εργαλεία ώστε να αντιπαρατεθούμε στη ρουτίνα, που τόσο προσιδιάζει στην ψυχαναλυτική μας παράδοση, αλλά και σε αυτήν που ελλοχεύει στο δικό μας φροϋδικό Πεδίο.

Αυτό είναι το καθήκον του καθενός μας, αφού κανένας δεν εξαιρείται, ειδικά στη Σχολή μας, που εμπνέεται από τη διδασκαλία του Lacan: το καθήκον να επινοήσουμε εκ νέου την ψυχανάλυση.

Μετάφραση: Μαρίνα Φραγκιαδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου