Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Εκλεκτικές συγγένειες / του Δημήτρι Βεργέτη

το ήθος, ο λόγος και η ψυχανάλυση στο έργο του Μάριου Μαρκίδη
Η ποιητική εμβέλεια της γλώσσας είναι σε θέση να επανασχεδιάζει την αρχιτεκτονική της υποκειμενικότητας και τον ορίζοντα των δυνατοτήτων της. Σ΄αυτό ακριβώς το σημείο ο Μ. Μαρκίδης εντοπίζει και αναδεικνύει με απαράμιλλη ευαισθησία και μοναδική πρωτοτυπία στην νεοελληνική γραμματεία την κοινή ρίζα της ποίησης και της ψυχανάλυσης

Του Δημήτρι Βεργέτη

1.Το ποιητικό ήθος του Μ. Μαρκίδη

Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς για τον Μάριο Μαρκίδη. Η γραφή διασπάται ακολουθώντας τα πολλαπλά και ετερογενή ίχνη των λόγιων και επιστημονικών πρακτικών του που οδηγούν στην ανακάλυψη ενός πο-λύπτυχου έργου, προικισμένου με ανεκτίμητα κοιτάσματα ποιητικής ευαισθησίας και λόγιας ευρηματικότητας. Ξεδιπλώνοντας τις πτυχές που το συγκροτούν εντοπίζουμε ένα Μαρκίδη σαγηνευμένο από το ποιητικό ήθος της γλώσσας και την μυσταγωγία της ποιητικής γραφής, στην οποία μάλιστα διαπρέπει. Δίπλα στον Μαρκίδη ποιητή και σε πλήρη όσμωση με το «ήθος» του συνυπάρχει ένας διεισδυτικός αναγνώστης ποιητικών και θεωρητικών κειμένων, ένας τακτικός και υποψιασμένος επισκέπτης κορυφαίων λογοτεχνικών τόπων, ένας πολυτάλαντος δοκιμιογράφος, ένας κριτικός συνομιλητής πολιτικών και κοινωνικών ερωτημάτων. Με δυο λόγια, ένας πολυσύνθετος διανοούμενος. Σε απόσταση αναπνοής, αν όχι ακριβώς στην ίδια θέση, πολιτογραφείται ο ψυχίατρος και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Υπήρξε επίσης ο πλέον φωτισμένος, ένθερμος και προικισμένος πρωταγωνιστής του διαλόγου ανάμεσα στην ψυχιατρική και στην ψυχανάλυση με μια ελευθερία πνεύματος σπανίως απαντώμενη σ’ αυτούς τους περιφραγμένους χώρους. Αναμφίβολα, συνέτεινε σε αυτό η διανοούμενη συγκρότηση της σκέψης του και η δεκτικότητά του στην φιλοσοφική παιδεία, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συνιστά σπάνια εξαίρεση στο χώρο της ψυχιατρικής. Θα αδικούσαμε την πολύπλευρη προσωπικότητα του αν παραλείπαμε εκείνον τον Μαρκίδη που δικαιούται τον τίτλο του πρώτου εισηγητή και περάτη της αναγεννημένης φροϋδικής ψυχανάλυσης στο σύμπαν της ελληνικής γλώσσας. Αποδίδοντας φόρο τιμής στην διορατικότητά του θα υπενθυμίσουμε ότι με το έργο του «Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου» υπήρξε στην Ελλάδα ο πρώτος δίαυλος της λακανικής Επιστροφής στον Φρόυντ.

Από αυτή την σύντομη σκιαγράφηση της πολυσύνθετης προσωπικότητας του αναδύεται ήδη ένα ερώτημα: ποια είναι η εστία στην οποία πραγματοποιείται η σύνθεση αυτής της πολλαπλής προσωπικότητας και επισφραγίζεται η ενότητα της; Μια λεπτά σμιλεμένη φράση του ίδιου του Μ. Μαρκίδη μας παρέχει τον πιο αξιόπιστο οδοδείκτη για να φτάσουμε στην απάντηση που ενδημεί στα ίδια του τα κείμενα. «Ο καθένας είναι το ύφος του- και το ύφος λογοδοτεί στο ήθος» [1], γράφει στο κείμενο του «Ηθική και αγάπη». Πρόκειται για μια κλασσική ρήση της ουμανιστικής ηθικής, ο μακρινός απόηχος της οποίας διατρέχει την ρητορική του Pope και την οποία υπενθύμιζε ο Λακάν [2]. Ο Μ. Μαρκίδης την επικαιροποιεί και την προτάσσει. Στο «υφολογικό» πρωτόκολλο επίσης προσέφυγε για να ορίσει το διακριτικό γνώρισμα του διανοούμενου: «διανοούμενος είναι εκείνος που διεκδικεί το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο στην τόλμη του ύφους» [3].

Το ερώτημα λοιπόν ποιός ήταν ο Μ. Μαρκίδης ως δημιουργός έργου, συμπράττει με μια απάντηση το κλειδί της οποίας είναι το ζήτημα του ύφους. Ως φορέας έργου ο Μ.Μαρκίδης ήταν το ύφος του. Δεν πρόκειται όμως για ύφος όπως το ορίζει η αισθητική και όπως το ταξινομούν οι κώδικες της ρητορικής. Πρόκειται για το ύφος που μορφοποιεί την υποκειμενικότητα στο σημείο τομής της ιδιοσύστατης καλλιέπειας, της ευρυ-μαθούς εγρήγορσης, της φιλάλληλης ηθικής, και του ευπροσήγορου ήθους. Ποιός είναι όμως ο σημασιακός πυρήνας της έννοιας του ήθους στον Μ. Μαρκίδη; Αφιστάμενη της κοινότοπης και συμβατικής εκδοχής της, η έννοια αυτή στοιχειοθετείται μέσα στον ορίζοντα της Ηρακλείτειας πρωτοτυπία της. Συνεπής αναγνώστης του Ηράκλειτου, ο Μ.Μαρκίδης έγραφε έχοντας βαθιά επίγνωση ότι «ήθος ανθρώπω δαίμων». Ο αρχαιοελληνικός δαίμων δεν χρωστά τίποτα στην μεταγενέστερη χριστιανική δαιμονολογία. Είναι το κρυπτώνυμο της ενδόμυχης ετερότητας μας, ο εαυτός μας ως Άλλος πέρα από τις ναρκισσιστικές ταυτίσεις του. Το ήθος υπερβαίνει το Εγώ μας, δεν είναι πλάσμα της φαντασίας του και του φαντασιακού του. Αντίθετα, το Εγώ, και ειδικότερα το υποκείμενο, κατοικεί μέσα σ΄ένα ορισμένο ήθος. Διόλου τυχαία, στην εμπνευσμένη ηρακλείτεια ρήση, «ήθος» σημαίνει διαμονή, τόπος κατοίκησης, όπως απέδειξε η διεισδυτική αποκρυπτογράφηση της από τον Χάιντεγγερ [4]. Παραπέμπει στην τοπική του είναι μας, πέραν της τοπικής του ασυνειδήτου.

Είναι πλέον εφικτή μια ουσιαστικότερη κατανόηση της φράσης που συμπυκνώνει με ηρακλείτεια τολμώ να πω αινικτικότητα το «ηθικό» αξίωμα του Μ.Μαρκίδη. «Το ύφος λογοδοτεί στο ήθος», λογοδοτεί στον δαίμονα του, λογοδοτεί στον Άλλο εντός του οποίου επιλέγει να κατοικήσει ο άνθρωπος ως υποκείμενο. Για τον Μ. Μαρκίδη, αυτός ο Άλλος συνέπιπτε με τον Λόγο. Και δη με τον Λόγο στην ηρακλείτεια φιλοσοφική σύλληψή του, όπως θα δούμε εν συνεχεία . Σε όλη την έκταση του πολύπτυχου έργου του ο Μ.Μαρκίδης λογοδοτούσε στον Λόγο ποιητικώ τω τρόπω.

Με λίγα λόγια, ο Μ.Μακρίδης είχε επιλέξει την Ποίηση ως ήθος του πολυφωνικού λόγου του, ανεξάρτητα από τις θεματικές εξειδικεύσεις του. Θα συνάγουμε λοιπόν ότι ποιητικό δεν ήταν μόνο το ύφος του άλλα πρωτίστως το ήθος του. Ανάλογα με τις απαιτήσεις της κειμενικής συγκυρίας το ύφος του μπορούσε να ανατέμνει με υποδειγματική ερμηνευτική ακρίβεια, να διαπρέπει με την λεπτή ειρωνεία [5] του, να αποπνέει άρωμα μελαγχολίας [6], να ξιφουλκεί με ρητορική δεινότητα, να αναπτύσσει με παιδαγωγική μέριμνα κτλ. Ειρωνικό, μελαγχολικό, πολεμικό, παιδαγωγικό, αναλυτικό το ύφος του συμβαλλόταν πάντα οργανικά με το ποιητικό ήθος.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι το καθεστώς του σημαίνοντος στο έργο του Μ.Μαρκίδη είναι εγγενώς ποιητικό. Η χρήση του και η συνδυαστική του δεν υπαγορεύεται από την πρωτοκαθεδρία θετικιστικών επικοινωνιακών ή διαπιστωτικών σκοπιμοτήτων και αρχών. Αντίθετα η αρχή της ποιητικής σύνθεσης διατρέχει όλες τις ετερογενείς περιοχές του έργου του και τις ενοποιεί δημιουργώντας ένα κοινό ποιητικό υπέδαφος. Αναμφίβολα, η οικονομία ενός ποιήματος διέπεται από κανόνες που το διαφοροποιούν από μια κλινική μελέτη, από μια θεωρητική επεξεργασία, από μια πολιτική ανάλυση, από ένα ερμηνευτικό σχολιασμό. Τα κλινικά κείμενα του Μ. Μαρκίδη δεν είναι ταξινομήσιμα στις ποιητικές συλλογές του. Δεν είναι εξομοιώσιμα με «κλινικά» ποιήματα. Θα ήταν ανακριβές και παράλογο να ισχυριστούμε το αντίθετο και να εκβιάσουμε ομολογίες ψευδεπίγραφης ταυτότητας. Αυτό που επιχειρώ να αναδείξω εδώ είναι ότι σε κάθε φράση του έργου του ο Μ. Μακρίδης δεν παύει να λογοδοτεί ποιητικά στον Λόγο ανεξάρτητα από το αντικείμενο που πραγματεύεται και την θεματική τοπική του. Το ποιητικό ήθος εμφιλοχωρεί σε όλο το φάσμα της γραφής του αποτυπώνοντας και στις πλέον κοινότοπες χρήσεις του σημαίνοντος την ποιητική μέριμνα. Θα συνάγουμε λοιπόν, απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε ψυχολογική και ψυχολογίζουσα προσέγγιση, ότι η ποιητική εκφορά του Λόγου υπήρξε το μείζον σύμπτωμα του Μ. Μαρκίδη. Υιοθετώ εδώ τον όρο σύμπτωμα με την αναβαπτισμένη εκδοχή που σμίλεψε ο ύστατος Λακάν μετά το πέρας της κλασσικής περιόδου του. Στο πλαίσιο αυτής της μείζονος αναθεώρησης, το σύμπτωμα δεν συλλαμβάνεται ως συμβολική έκφραση ψυχικής δυσλειτουργίας. Δεν συνιστά καν μόρφωμα του ασυνείδητου. Δεν αποτελεί δολοφραδή μηχανισμό που τείνει συνένοχη χείρα βοηθείας στην επιστροφή του απωθημένου. Αντίθετα είναι ό,τι πιο προσωπικό και αναπαλλοτρίωτο εμφιλοχωρεί σ΄ ένα ομιλ-όν πλάσμα ως αρχή υποκειμενικής συγκρότησης και προσίδιας θέσμισης. Λειτουργεί ως ενιαία συνθετική αρχή σε ετερόκλιτα πεδία τις ύπαρξης και ως άδηλος κοινός πα-ρανομαστής στις σημαίνουσες πρακτικές του υποκειμένου. Για να το διαφοροποιήσει μάλιστα από την κλασσική έννοια του συμπτώματος, ο Λακάν είχε υιοθετήσει την ομόηχη γραφή του sinthome [7] προερχόμενη από τον πρώτο, λόγιο μεταγραμματισμό της λέξης στα γαλλικά – με αυτή τη γραφή μάλιστα απαντά-ται στον Ραμπελαί. Απ’αυτή την άποψη, μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές ότι το ποιητικό ύφος του Μ. Μαρκίδη ως ήθος Λογοδοσίας συνιστούσε το προσίδιον σύμπτωμα του. Τι ακριβώς όμως ήταν ο Λόγος στον οποίο ο Μ. Μακρίδης λογοδοτούσε;

2. Η έννοια και η επικράτεια του Λόγου στον Μ. Μαρκίδη

Ποιητικό, το ήθος του Μ. Μαρκίδη βρισκόταν εγγενώς σε διάσταση – και αντίσταση – απέναντι στον περιρρέοντα ψυχολογισμό των «ομότεχνων» του, όπως αποκαλούσε με την ευγενική και ανάλαφρη ειρωνεία του τους παροικούντες τον συναδελφικό του χώρο. Η στάση αυτή απέρρεε από το θεμελιώδες αξίωμα της προβληματικής του σύμφωνα με το οποίο ο Λόγος δεν είναι μια ψυχολογική κατηγορία. Γενικότερα, η ψυχολογία αδυνατεί να οριοθετήσει την έννοια του Λόγου. Γιατί ο Λόγος προϋπάρχει του υποκειμένου και της ψυχολογίας του. Επίσης δεν είναι ένα προϊόν βιοχημικών συνθέσεων στις εγκεφαλικές αύλακες. Όπως σημείωνε ο ίδιος με την ποιητική παρρησία της γραφής του, «υπάρχουν οι ζυμώσεις της ζωής, αλλά υπάρχει και η μουσική της ζωής, όπου ο γάμος λ.χ. του νατρίου με το κάλιο δεν συνεισφέρει τίποτα. Κάθε συναισθηματική διάθεση» δεν είναι χρεωμένη στην βιοχημεία, κάθε έκπληξη της γλώσσας δεν είναι αφασία, ας αφήσουμε που και κάθε αφασία δεν είναι εγκεφαλικό επεισόδιο»» [8].

Δύο αξιωματικές προκείμενες επισφραγίζουν, παγιώνουν και περιφρουρούν την πρωτοκαθεδρία του Λόγου: η καταγωγική του αυτοτέλεια και ή άνευ ορίων επικράτεια του - και επικράτηση του.

Την μη περατότητα του Λόγου, ο Μ. Μαρκίδης την καταγράφει ακολουθώντας τα ίχνη του Φρόυντ ως το σημείο όπου αποκαλύπτεται «συνταξιδιώτης με τον δύστροπο ίωνα φιλόσοφο, ο οποίος σημείωσε χάριν ημών των επιγενομένων το «ψυχής πείρατα (=πέρατα) ίων ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορεύομενος οδόν. Ούτω βαθύν λόγον έχει». Και προσθέτει: «το αληθινό κέντρο βάρους στην έκφραση είναι ο λόγος, κι ο λόγος είναι από την φύση του βαθύς. Κι όσο πιο βαθύς είναι τόσο περισσότερο συμπίπτει μ’ αυτό που στον ελληνικό κόσμο προσδιορίζεται εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια σαν «ψυχή»» [9]. Επιστρατεύοντας την ποιητική υποβλητικότητα των λέξεων θα έλεγα ότι ο Μ. Μαρκίδης εισάγει στην τοπική της Ψυχής την αμετροέπεια του Λόγου. Η μη περατότητα του Λόγου είναι συνεκτατή με το αβυθοσκόπητο βάθος του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, αποφαίνεται η λαϊκή σοφία, συνηχώντας εν αγνοία της με την μαρτυρία του ηρακλείτειου αποσπάσματος. Άβυσσος όμως χωροθετημένη εντός του Λόγου, εντός της απειρότητας των ορίων του.

Η άλλη προκείμενη, όπου αποτυπώνεται η καταγωγική αυτοτέλεια του Λόγου, συγκροτεί τον άξονα της προβληματικής του Μ. Μαρκίδη σ’ όλες τις σημαίνουσες εκφάνσεις της και διακηρύσσεται με μαχητική ενάργεια οριοθετώντας ένα μέτωπο απέναντι σε όλες τις παραλλαγές του σύγχρονου βιολογικού συρρικνωτισμού. Για τον Μ. Μαρκίδη εν αρχή ην ο Λόγος και αυτή η άτοπη αρχή αποτελεί τον γεωμετρικό τόπο, το σημείο σύγκλισης και συνάντησης όλων των κορυφαίων στοχαστών, ανεξαρτήτως Σχολών και δογμάτων: «Απ΄τον Ηράκλειτο μέχρι τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, και από κει μέχρι τον Καρτέσιο, το Φρόυντ τον Χάιντεγγερ και τον Λακάν, εν αρχή ην ο λόγος. Με όλα τα πράγματα που έχει εκάστοτε υποστηριχτεί ότι σημαίνει στην ιστορία των ιδεών λόγος – λογικά οργανωμένος στοχασμός, αίτια μέτρο, θεός, διάνοια, γλώσσα κ.α. Σ΄αυτό το ζήτημα κανείς εκ των στοχαστών – είτε ρεαλιστών είτε νομιναλιστών – δεν διαφωνεί» [10]. Τι επιτρέπει στον Μ. Μαρκίδη να πολιτογραφεί στο ίδιο αδογμάτιστο κατάστιχο όλη αυτή την ετερόκλιτη αδελφότητα επιφανών στοχαστών και των αποσιωπημένων, αλλά ευδιάκριτων και αυτονόητων συνοδοιπόρων τους στην ενδοχώρα του Λόγου; Εκτός από την απαρκτήρια τοπική του, την οποία όλοι αναγνωρίζουν, ο Μ. Μαρκίδης επικαλείται την κοινή ρίζα όλων των εκδοχών υπό τις οποίες υιοθετείται στη σκέψη τους.

Σε όλες αυτές οι εκδοχές ενέχεται μια ομοούσια συνιστώσα. Την προσδιορίζει με ακρίβεια ο ίδιος και συμπληρώνω ότι πρόκειται για μια στρατηγική πυξίδα της σκέψης του. Γράφει λοιπόν: «Εννοώ την κοινή ουσία. Ότι δηλαδή ο λόγος δεν είναι παρά ο κοινός παρανομαστής τόσο του λογικού, της συντεταγμένης πράξης, όσο και της γλώσσας. Ο λόγος είναι «λόγια», συνδυαστική των λέξεων, σημασιοδοτική ρητορική των σημαινόντων. Το ανθρώπινο υποκείμενο – παράλληλα με τη χρέωσή του στα πράγματα του κόσμου και στο πράττειν – είναι χρεωμένο στην ομιλία, στο ομιλείν. Στο κατα λόγον ζην σύμφωνα με μια προσφιλή διατύπωση τόσο των Στωικών όσο και του Καντ» [11]. Πολύ εύστοχα εδώ ο Μ. Μαρκίδης ανιχνεύει την ανεντόπιστη ως τέτοια αρχή του Λόγου ως αρχή συγκρότησης των θεμελιωδών εκφάνσεων της: το λογικό, η συντεταγμένη τάξη και η γλώσσα ως κάτ’εξοχήν πεδίο έλλογης συντεταγμένης τάξης. Πολύ εύστοχα επίσης συνάπτει τις συστατικές εκφάνσεις του Λόγου με την έννοια του υποκειμένου και με αυτό που οριοθετεί με την έκφραση «κατά λόγον ζην». Θα αποτελούσε λοιπόν δείγμα κακοπιστίας το να εγκαλέσει κανείς την επιχειρηματολογία του Μ. Μαρκίδη καταλογίζοντας της τον πειρασμό της μονοδιάστατης και ολιστικής απολυ-τοποίησης του Λόγου. Επικαλούμενος το κατά λόγο ζην δεν διαγράφει πουθενά την φυσική ύπαρξη του ανθρώπου και την έμβια υπόσταση του. Ουδόλως αγνοεί «το ερώτημα των νευροδιαβιβαστών και των νευροϋποδοχέων – των θεουσών κατεχολαμινών ή όσων θεοτήτων θα ανακαλύψει ο δοκιμαστικός σωλήνας» [12]. Σε αντίθεση με τους μονόφθαλμους ταγούς του επιστημολογικού συρρικνωτισμού και τους φονταμενταλιστές του δοκιμαστικού σωλήνα ο Μ. Μαρκίδης, άνθρωπος της επιστήμης και του πνεύματος, γνώριζε χάρη στην πλούσια και πολυδιάστατη παιδεία του ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο φύση αλλά και πολιτισμός. Γνώριζε ότι ο άνθρωπος δεν είναι υποκείμενο «με τις απορρυθμίσεις του βιολογικού ρολογιού του» κι ότι «θα ήταν επικίνδυνα αποπροσανατολιστική για την ουσία της υποκειμενικότητας μια τεχνοκρατική επιστημονική πεποίθηση ότι η αυτοκτονία, λόγου χάρη, είναι αίνιγμα του δοκιμαστικού σωλήνα» [13]. Γνώριζε ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν στοιχειοθετείται μόνο φύσει αλλά και θέσει, για να χρησιμοποιήσουμε δύο ανεξίτηλους όρους που αποτελούν μείζον και δυστυχώς απειλούμενο πλέον κληροδότημα των πλατωνικών διαλόγων στη Δυτική σκέψη.

Υπενθύμιζε συστηματικά με την δέουσα έμφαση ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τη φύση αλλά εξανθρωπίζεται και ζει εντός του πολιτισμού υπό την αιγίδα του Λόγου και σύμφωνα με τις επιταγές περίπλοκων συμβολικών συστημάτων, ιστορικά μεταλλασσόμενων. Ας αναλογιστεί κανείς, π.χ., την πλειάδα των ηθικών κωδίκων οι οποίοι μέσα την ροή της ιστορίας, από τις περίφημες αρχαιοελληνικές Σχολές και τα πατερικά κείμενα του χριστιανικού δόγματος ή της νεότερης προτεσταντικής ηθικής ως τον Καντ και τις σύγχρονες μετακαντιανές επαναδιατυπώσεις του ηθικού νόμου και την μεταμοντέρνα γενικευμένη επιτρεπτικότητα, προσδιόρισαν την σχέση του υποκειμένου με τις πλέον θεμελιώδεις διαστάσεις της ύπαρξης του- την σχέση του με την ενοχή, την παραβατικότητα, την εγκαρτέρηση, την ηδονή, με την έννοια του καθήκοντος, με το άλλο φύλο. Το παράδειγμα της ομοφυλοφιλίας είναι εξαιρετικά εύλογο απ’ αυτή την άποψη. Σημασιοδοτημένη από τον ψυχιατρικό λόγο και την βικτωριανή ηθική ως επαίσχυντη παρέκκλιση, αποτρόπαια διαστροφή και νοσηρό σύμπτωμα εκθήλυνσης, αποθεώνονταν στον αρχαιοελληνικό κόσμο ως υψίστη έκφραση του έρωτα και υπέρτατη εγγύηση ανδρείας. Οι κρίσεις πανικού, μείζων συμπτωμική μάστιγα ενός σύγχρονου κόσμου κλυδωνιζόμενου στην αβεβαιότητα του, ήταν πρακτικά ανύπαρκτες σε πρόσφατες εποχές, ειδικότερα σε κοινοτικά συνεκτικές μικροκοινωνίες. Η ανορεξία, τυπική μήτρα μορφοποίησης της νεανικής θηλυκότητας και παθολογική διαμεσολάβηση στην υποκειμενικοποίηση του φύλου στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, είναι κλινικά «δυσεύρετη» έως ανύπαρκτη σε φτωχούς πληθυσμούς και υποσιτισμένες γεωγραφικές ζώνες. Θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε και να εμβαθύνουμε παρόμοια αποδεικτικά παραδείγματα αντλημένα από τη διαβίωση του ανθρώπινου πλάσματος στο συμβολικό σύμπαν.

Είναι προτιμότερο όμως να δώσουμε το λόγο στην περιληπτική παρουσίαση που κάνει ο ίδιος ο Μ. Μαρκίδης: «η θεμελίωση μας απορρέει εν ολίγοις από το γεγονός ότι οι κοινωνίες που συγκρότησε μέχρι σήμερα το νεαρό αλλά και τόσο γερασμένο ταυτόχρονα είδος homo sapiens, απ’ την πρωτόγονη ορδή ως το ευρωπαϊκό κράτος, διαφέρουν ίσως στα πάντα εκτός από ένα: είναι όλες διοχετευμένες θαρρείς εκ προοιμίου, στους θεσμούς και στην συμβολική θεσμικότητα γενικότερα. Ήθη, έθιμα, αξίες, θεσμοί- συντεταγμένα όλα με την σύνταξη της γλώσσας –πιο πολύ είναι για να σημαίνουν παρά για να είναι. Η συμβολικότητα αυτή, που δεν είναι ένα «φυσικό» φαινόμενο αλλά μια σύμβαση [...] είναι ο κεφαλαιώδης συνεκτικός ιστός της ανθρώπινης ομάδας, η μήτρα των νόμων, ο πρωταρχικός Νόμος» [14]. Αυτός ο πρωταρχικός Νόμος, εντεύθεν οποιουδήποτε νόμου και κατ’ ουσίαν άδηλη προϋπόθεση του, Νόμος του οποίου το καθεστώς δεν είναι νομικό αλλά συμβολικό οριοθετώντας το κατώφλι του «κατά λόγο ζην», ασκεί την ισχύ του μέσα στο υποκείμενο μετατοπίζοντας και μεταστοιχειώνοντας τις ανάγκες σε επιθυμίες: «περνάει κυρίως από το κανάλι της επιθυμίας, μιας πρωτοφανούς και αποκλειστικά ανθρώπινης κατηγορίας» [15] υπογραμμίζει ο Μ. Μαρκίδης. Διαφαίνεται εδώ ότι το ζεύγος ανάγκη –επιθυμία [16] είναι εν πολλοίς ισόμορφα δομημένο ως προς την θεμελιώδη αντίθεση φύση – πολιτισμός και ως προς τους «έμβιους» όρους οργανισμός – υποκείμενο.

Θεωρώ ωστόσο ότι ο Μ. Μαρκίδης, αποκλίνοντας από το κλασσικό σχήμα μετωπικής αντιπαράθεσης της φύσης και του πολιτισμού εισάγει σε αυτή την δυαδικότητα τις εξουσίας ενός τρίτου όρου, του Λόγου. Ο Λόγος ως τέτοιος δεν είναι εποχιακό φρούτο, συνειδητοποιημένη ενόργανη ύλη ή ενηλικιωμένη βιοχημεία. Δεν είναι επίσης μια επινόηση του πολιτισμού- στον οποίο οφείλει την ποικιλομορφία του- γιατί αποτελεί προϋπόθεση του. Ο πολιτισμός αποτελεί την εξελικτική πλατφόρμα του Λόγου, το πεδίο της ποικιλομορφίας του και την θεατρική του σκηνή, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί γενέθλιο λίκνο του. Η εγγύτητά τους δεν είναι χωρική αλλά τοπολογική. Όπως λέει ο ίδιος, «αυτός ο «λόγος», με την επαλληλία σημασιών με την οποία τον επένδυσε ο Ηράκλειτος, δεν εντοπίζεται στο σκηνικό του κόσμου, είναι εκτός σκηνής.

Μα δεν είναι ούτε και στα παρασκήνια, αφού και τα παρασκήνια είναι μέρος του θεάτρου. Η Αρχή - Λόγος δεν λειτουργεί με τους νόμους και τους κανόνες του θεάτρου, πλην όμως χωρίς αυτήν δεν υφίσταται καν θέατρο» [17]. Στις φιλοσοφικές προκείμενες της σκέψης του Μ. Μαρκίδη, ο Λόγος και η γλωσσική του στοιχείωση απο-τελούν την μεταιχμιακή διαμεσολάβηση της υπέρβασης της φύσης σε πολιτισμό. Και κατ’ ακολουθία, της θαυμαστής μεταμόρφωσης ενός έμβιου πλάσματος σε υποκείμενο: σε ζώον λόγον έχον, όπως είχε ήδη αποφανθεί ο Αριστοτέλης, σε ζώο προικισμένο με ομιλία, ζώο που παράγει και καταναλώνει φράσεις, σύμβολα σημασίες, ποιήματα, μύθους κτλ και βεβαίως νόμους. Ζώον επίσης εξαρτημένο όχι μόνο από βασικές ζωικές ανάγκες αλλά κυριολεκτικά παραδομένο στις πιο αλλόκοτες και αινιγματικές επιθυμίες.

Αυτή η θεώρηση οδηγεί τον Μ. Μαρκίδη στην διατύπωση ενός κομβικού συμπεράσματος: στην συμβολική θέσμιση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. «Το υποκείμενο γεννιέται μέσα στις διαστάσεις της γλώσσας» [18]. Η φυσική γέννηση του ανθρώπου είναι μεν ένα προαπαιτούμενο της ύπαρξης, ωστόσο η καθεαυτή ανθρώπινη ύπαρξη εγκαινιάζεται με μια δεύτερη γέννηση μέσα στην κοιτίδα του συμβολικού όπου πολιτογ-ραφείται ως υποκείμενο και συμβάλλεται με την σημαίνουσα διάσταση του Νόμου και την μεταβιολογική του συγκρότηση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά «το ανθρώπινο πλάσμα δεν βρίσκει την αιτία και το μέτρο του παρά μόνο στο βαθμό που γεννιέται, για δεύτερη και οριστική φορά μετά την βιολογική του γέννηση, μέσα στον λόγο. Είμαστε εξόριστοι δια βίου μέσα στη γλώσσα» [19].

Μετά τη δεύτερη γέννηση του, δηλαδή τον κυρίως εξανθρωπισμό του ανθρώπου μέσα από την συνάντηση του με τον Λόγο, το υποκείμενο αδυνατεί να δραπετεύσει από το συμβολικά διαρθρωμένο κοινωνικό σύμπαν και να επιστρέψει στον χαμένο παράδεισο της προγενέστερης φυσικής κατάστασης. Ο παράδεισος είναι αμετάκλητα χαμένος. Γι΄αυτό άλλωστε διαιωνίζεται ως φαντασίωση και νοσταλγία, δίπλα στις φαντασιώσεις της ενδομήτριας παραδείσιας ζωής, της μυστικιστικής όσμωσης με την ολότητα και την αρμονία της κτλ. Προς όποια κατεύθυνση και αν στραφεί ο «έμψυχος» άνθρωπος αναζητώντας την «φύση» του θα προσκρούσει στον Λόγο: «Ψυχής πείρα-τα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν. Ούτω βαθύν λόγον έχει». Όλα τα δεδομένα ατενίζον-ται μέσα από το πρίσμα της σημασίας – έκδηλης ή λανθάνουσας κοινότοπης ή ποιητικής κτλ. Γιατί παράλληλα, καθ’ον χρόνο ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται μέσω και μέσα στη γλώσσα ο κόσμος σημασιοδοτείται και νοηματοδοτείται [20]. Πρόκειται για μια βασική θέση του Μ. Μαρκίδη που αποφαίνεται με αποφθεγματική λιτότητα ότι «ο κόσμος δεν δείχνεται αλλά σημαίνεται» [21], υιοθετώντας εν προκειμένω το ηρακλείτειο αξίωμα της σημαίνουσας εκφραστικότητας του Λόγου – τουτέστιν ενδογλωσσική έκλειψη της αναφορικότητας από τη στιγμή που η λέξη δεν είναι το πράγμα ή το αντικείμενο. Ήδη από την Ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου επεξηγούσε ότι «η γλώσσα σαν σημείο, βασιζόμενη στον δεσμό της με την ιδέα του αντικειμένου, κινδυνεύει να μπερδέψει το σημαινόμενο με το αντικείμενο και να ξεχάσει ότι είναι καμωμένη από σημαίνοντα, όχι σημεία, και δεν θέτει ποτέ ένα ερώτημα κώδικα, αλλά μιας συστοιχίας σημαινόντων». Και τα πλέον άμεσα δεδομένα των αισθήσεων γίνονται, άμα τη λήψει τους, αντικείμενο ερωτηματοθεσίας, σημασιοδότηση και κατηγοριοποίησης. Το ερώτημα για το είναι του όντος, τι είναι «αυτό», παρεμβάλλεται, ανεξάλειπτο, ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο ενεργοποιώντας σημαίνοντες μηχανισμούς κρίσης, σημασιοδότησης, απόφανσης. Η πρόσληψη του κόσμου είναι σημαίνουσα, όπως σημαίνουσα είναι επίσης κάθε συμπεριφορά του υποκειμένου. Ο Μ. Μαρκίδης χαρτογραφεί με ενάργεια το βάθος αυτής της διαλεκτικής: «στο υποκείμενο το κάθε τι αποκτά την αξία μιας ερμηνευτικής που αφίσταται από την ωμότητα της αμίλητης ύλης. Τίποτα στον άνθρωπο δεν είναι βουβό, ούτε η σιωπή του» [23]. Με τον «εξανθρωπισμό της γλώσσας», δηλαδή την εσωτερίκευση της κατά την δεύτερη γέννηση του, ο άνθρωπος βρίσκεται παντού εντός του Λόγου.

Πέρα από την αδιαφιλονίκητη φιλοσοφική νομιμότητα αυτής της θέσης, ορισμένες πρόσφατες συναρπαστικές και συγκλίνουσες ανακαλύψεις προσκομίζουν την εμπειρική τεκμηρίωσης της. Συγκεκριμένα, επιστρατεύοντας ευφυή πειραματικά πρωτόκολλα, ορισμένοι ψυχολόγοι διαπίστωσαν ότι κατά τους τελευταίους μήνες της κύησης ο αναπτυσσόμενος οργανισμός δεν συμπίπτει επ’ουδενί με την αφελή απεικόνιση του υπό τη μορφή μιας αυτιστικής βιολογικής συνδεσμολογίας λειτουργιών. Αντίθετα, αποδεικνύεται προικισμένος με μια απρόσμενη ικανότητα ευαίσθητης και δη διαφορικής πρόσληψης των φωνημάτων της περιρρέουσας γλωσσικής ατμόσφαιρας, ικανότητα που υπερβαίνει κατά πολύ την στερεότυπη αναγνώριση της μητρικής φωνής. Σε περιπτώσεις μάλιστα που ο κυοφορούμενος υποψήφιος άνθρωπος περιφέρεται σε ένα πολύγλωσσο περιβάλλον αναπτύσσει, παρά την ενδομήτρια απομόνωση του, την συναρπαστική ικανότητα να κατανέ-μει τις συνομιλούσες λέξεις σε ομοιογενή γλωσσικά σύνολα, διαφορικά οριοθετημένα! Τουτέστιν συγκροτείται ήδη σε υποκείμενο του αμιγούς σημαίνοντος και της γλωσσολογικής ιδιοτυπίας του, παρότι δεν δύναται να έχει την παραμικρή ιδέα του σημασιακού περιεχόμενου του. Η γλώσσα τον ενθυλακώνει στις δομικές και συστηματικές ιδιομορφίες της εγκαινιάζοντας τον εγκλιματισμό του στη συμβολική τάξη. Η έξοχη διατύπωση του Μ.Μαρκίδη για τη δεύτερη γέννηση του ανθρώπου μέσα στη γλωσσική μήτρα του Λόγου επιβεβαιώνεται με ακρίβεια μέσα στην εξελικτική διαδικασία εξανθρωπισμού της εκκολαπτόμενης ζωής και μάλιστα πέραν πάσης προσδοκίας και αμφιβολίας, αφού η δεύτερη γέννηση, δηλαδή η Άλλη γέννηση, γέννηση μέσα στον Άλλο, προηγείται της φυσικής γέννησης. Προηγείται και έπεται εφόσον μετά την φυσική γέννηση του ανθρώπου διανοίγεται η προοπτική της ομιλιακής ιδιοποίησης του γλωσσικού συστήματος και του διανοητικού «εθισμού» στις σημασίες που ενδημούν σ’ αυτό. Για να είμαστε ακριβείς θα επισημάνουμε ότι αυτή η δεύτερη γέννηση μέσα στο συμβολικό και τις ιστορικές του συντεταγμένες προηγείται, έπεται και συνεχίζεται δια βίου. Όλα τα δεδομένα της ανθρώπινης ύπαρξης εμπειρίες, συμβάντα, συμπτώματα, έρωτες, απώλειες, τραύματα – είναι επιδεκτικά επανασημαδιοδότησης. Η διάσταση του υποκειμένου στον άνθρωπο είναι απόλυτα αλληλέγγυα με την ερμηνευτική την οποία σκιαγραφεί ο Μ. Μαρκίδης και η οποία μεταφρά-ζεται με την ελευθερία ερμηνευτικής αναθεώρησης του παρελθόντος.

Ο Μ. Μαρκίδης επικαλείται την διαρκή εργασία της ερμηνευτικής, συνομολογώντας με την κομβική θέση του Λακάν σύμφωνα με την οποία «η επίπτωση ενός πλήρους λόγου είναι να αναδιατάξει τα παρελθόντα ενδεχόμενα δίνοντας τους το νόημα των αναγκαιοτήτων που θα έρθουν» [24], παραπέμποντας στον Φρόυντ που στα κλινικά κείμενα του ανιχνεύει με την μεθοδικότητα του ιστορικού «όλες τις επανυποκειμενοποιήσεις του συμβάντος που του φαίνονται αναγκαίες για να εξηγήσει τις επιπτώσεις του σε κάθε καμπή όπου το υποκείμενο ανασυγκροτείται».

Ως υποκείμενο, ο άνθρωπος λοιπόν δεν είναι καθηλωμένος σε παγιωμένες σημασίες και απολιθωμένες εμπειρίες. Δεν είναι δεσμώτης του συμβολικού, είναι πολίτης του. Το νόημα της ύπαρξης του, τα δεδομένα της ιστορίας του, η σημασία και το βάρος των συμπτωμάτων του παραμένουν εγγενώς ανοιχτά στην διαλεκτική του νοηματικού επαναπροσδιορισμού και λέω «εγγενώς» γιατί έχουν πρωτογενώς βιωθεί και υποκειμενικοποιηθεί στο επίπεδο της σημασίας. Για παράδειγμα, η έκβαση ενός νεανικού φλερτ ή ενός διαγωνισμού βιώνονται πρωτογενώς, δηλαδή στο ίδιο το επίπεδο του βιώματος, μέσα στη διάσταση της σημασίας, και καταγράφονται ως κεφάλαια ναρκισσιστικού θριάμβου ή ταπεινωτικής απόρριψης – ίχνη της οποίας θα εντοπιστούν ενδεχομένως στις απωθημένες αιτίες μιας μελλοντικής «ανεξήγητης» νεύρωσης αποτυχίας. Πρωτογενώς εννοηματωμένα, καθότι βιωμένα μέσα στις συμβολικές μήτρες του Λόγου και όχι μέσα στην ασημασιολόγητη ουδετερότητα της «φύσης», τα γεγονότα που συνθέτουν τον ιστό μιας ανθρώπινης ζωής υπόκεινται σ’ ένα καθεστώς ερμηνευτικής αναψηλάφησης. Δεν πρόκειται για ρητορική παραμυθία.

Μετατοπίζοντας, αναθεωρώντας και ανασυντάσσοντας την σημασία των καθοριστικών στιγμών της υποκειμενικότητας, η ερμηνευτική της ύπαρξης διανοίγει γι’ αυτήν καινοφανείς δυνατότητες. Για παράδειγμα απελευθερώνει τον νευρωτικό προμηθέα από τις αλυσίδες του συμπτώματος του, τον αναποφάσιστο από τις αναστολές του, τον ψυχαναγκαστικό από την αναβλητικότητα του ή την παραλυτική τελειομανία του. Με άλλα λόγια η ερμηνευτική της ύπαρξης είναι επιτελεστική (performative). Δηλαδή ποιητική! Και δη κατά κυριολεξία ποιητική. Διόλου τυχαία συναντάμε και πάλι την κεντρική «ποιητική» σταθερά της σκέψης του Μ. Μαρκίδη, στο βαρυτικό πεδίο της οποίας συνδιατάσσονται και ισορροπούν όλες οι συνιστώσες της. Η ποιητικότητα του Λόγου θα πρέπει να εκληφθεί εδώ στην κυριολεκτική εκδοχή της. Επιστρατευμένη στην ερμηνευτική του υποκειμένου, λειτουργεί ως δημιουργική μήτρα νέων δυνατοτήτων. Η ερμηνευτική είναι κυριολεκτικά «ποιητική» δυνατοτήτων και νέων οριζόντων. Χάρη στη «δεύτερη γέννηση» του μέσα στον Λόγο άνθρωπο δεν παύει να αναγεννάται δια βίου επανυποκειμενοποιώντας τα δεδομένα της ιστορίας του και τον ασυνείδητο απόηχο τους. Η ποιητική εμβέλεια της γλώσσας είναι σε θέση να επανασχεδιάζει την αρχιτεκτονική της υποκειμενικότητας και τον ορίζοντα των δυνατοτήτων της. Σ΄αυτό ακριβώς το σημείο ο Μ.Μαρκίδης εντοπίζει και αναδεικνύει με απαράμιλλη ευαισθησία και μοναδική πρωτοτυπία στην νεοελληνική γραμματεία την κοινή ρίζα της ποίησης και της ψυχανάλυσης- την οποία ένας άλλος κορυφαίος των ελληνικών γραμμάτων, ποιητής και ψυχαναλυτής, ο Εμπειρίκος, είχε αποτύχει να εντοπίσει, έχοντας χάσει το ραντεβού με την λακανική Επιστροφή στον Φρόυντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου