Σάββατο 15 Απριλίου 2023

Ο Κ.Κ. απομυθοποιεί την Χριστιανική «αγάπη»

 Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα σεμιναρίου του Κορνήλιου Καστοριάδη στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού (1983), το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη)

Επομένως τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα; Δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, για τον οποίο σας είπα ήδη ότι είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση.

Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει. Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν2. O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του.

Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις. Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου3. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία…

Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω. Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη4 το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τούς ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει… Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου5. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.

Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτοπία – και τις κοινοτοπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε: τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων6. Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο7: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράψει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά· έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου.

Ας επανέλθουμε για λίγο στη φιλίαν (παρέκβαση μέσα στην παρέκβαση, αλλά είνει αναγκαία). Δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα. Θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία8. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτό τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας. Υποθέστε τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τί είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός, που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε. Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο. Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός, ότι ο άλλος λαμβάνεται υπόψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.

Είναι αλήθεια, ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή, και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις. Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, εφ’ ημίν. Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά, αλλά στο συναίσθημα και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί! Πρόταση απολύτως απορριπτέα. Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα, αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μή πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες –θα δούμε σε λίγο γιατί πρέπει να ξεχωρίσουμε τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού-, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει. Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει. Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική, που λέει, ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο, που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής, και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει, ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξίσου, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.

Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μή όφειλε, τα πράγματα. Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα Ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά. Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μή πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου.

Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία. Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.

Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές. Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν, ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν ότι η δικαιοσύνη οφείλει να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων. Θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο. Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.

Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Ελπίζω να επανέλθουμε επ’ αυτού, τού χρόνου, όταν μιλήσουμε για τον χριστιανισμό και τον μεταχριστιανικό κόσμο. Για την ώρα σημειώστε απλώς αυτό: μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα.

Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα [χειρόγρ. σημ.: στις επιθυμίες, στις παραστάσεις με την αληθινή (βαθιά) έννοια του όρου] είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων. Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού. Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε.

Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης. Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή -συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία. Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.

Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των Ηθικών Νικομαχείων9, όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλίαν, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της. Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει, ότι αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων»10. Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τί πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου, ότι δεν θα υπήρχε κανείς, που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου, και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.

Σημειώσεις

2.<Πρβλ. Πλάτων, Πολιτεία, Ι, 576a, Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10>.
3.<Το 514. Πρβλ. Ηρόδοτος, Ε, 55 και ΣΤ, 123· Θουκυδίδης, ΣΤ, 55-59· Αριστοτέλης Αθηναίων Πολιτεία, ΙΖ-ΙΗ>
4.<Κατά Τιμοκράτους, 171,1>
5.<Βλ. Καστοριάδης, ΕΙ Α’, σ. 182-183>
6.<«[…] ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασθαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του έθους». (Συμπέρασμα: οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους. Ηθικά Νικομάχεια 1103a 25, μτφρ. Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη, Ζήτρος 2006).>
7.<Πρβλ. Κικέρων, Tusculanes IV, 37.>
8.<Πρβλ. ΕΙ Α’, σ. 190-191 και σημείωση.>
9.<Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1155a 23-29.>
10.<Πρβλ. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Η, 1159 b 30.>

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Aurélie Pfauwadel - prof Paris VIII

Ορελί Φοβαντέλ, Γαλλίδα ψυχαναλύτρια διεθνούς φήμης και καθηγήτρια της Σχολής Παρίσι 8,  διάλεξή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 7 Avril. Μιλάμε μαζί της για το φύλο, την πολιτική και την ψυχανάλυση.  της Χριστίνας Μαργιώτη 

Πριν από δύο αιώνες και κάτι, στις 8 Νοεμβρίου του 1838 στη Γαλλία, γεννιέται η Herculine Adelaide Barbin, ένα ίντερσεξ άτομο που ληξιαρχικά καταχωρείται ως κορίτσι και μεγαλώνει ως τέτοιο. Κατά την εφηβεία το στήθος της δεν αναπτύσσεται, ούτε έχει περίοδο. Σπουδάζει στις Ουρσουλίνες και προετοιμάζεται να γίνει δασκάλα.

Προσλαμβάνεται σε σχολείο και ερωτεύεται μια συνάδερλφό της. Εξομολογείται την κατάστασή της σε έναν επίσκοπο και εκείνος σπάει την εξομολογητική σιωπή και στέλνει γιατρό να την εξετάσει. Ο γιατρός ανακαλύπτει πως η Barbin διαθέτει έναν μικρό κόλπο. Διαθέτει όμως και υποανάπτυκτο πέος με άρχεις.  Στην ιατρική της καρτέλα της πλέον αναγράφεται (κακοποηιτικά): «αρσενικός ψευδοερμαφροδιτισμός». Με μεταγενέστερη νομική απόφαση το φύλο της αλλάζει σε αρσενικό. Αφήνει το σχολείο και την ερωμένη της. Αλλάζει όνομα και στα πλαίσια της (ψευδο)θεραπείας της (παντελής κοινωνικός αποκλεισμός) γράφει τα απομνημονεύματα της. Εκεί αναφέρεται στον εαυτό της σε θηλυκό γένος. Τα απομνημονεύματά της ανακαλύπτει ο Φουκώ την δεκαετία του ’70, ενώ η περίπτωσή της απασχολεί ιδιαίτερα την Butler στο Gender Trouble.

Το σώμα της λειτουργεί ως εξαιρετικό παράδειγμα συνάρθρωσης της κοινωνικής νόρμας και της βιολογίας, της κρατικής εξουσίας και της προσωπικής επιθυμίας, των δυνάμεων της επιτήρησης, της ιατρικής και του Νόμου. Η περίπτωσή της παροδεικνύει πως το έμφυλο σώμα λειτουργεί ως τόπος συνάντησης των βαθύτερων προβληματισμών της πολιτικής θεωρίας, των gender studies και της ψυχανάλυσης.

Κι ενώ πολλές μπορεί να αναρωτιούνται τι καινούριο έχει να πει η ψυχανάλυση για το φύλο που να μην έχει ήδη ειπωθεί από την Πολιτική Θεωρία, η Ορελί Φοβαντέλ σπεύδει να υπενθυμίσει την αποδέσμευση της ψυχαναλυτικής προσέγγισης από την ανατομία και την έμφυλη διαδυκότητα.

«Ορισμένοι σύγχρονοι λόγοι σχετικά με το φύλο τείνουν να αναγάγουν τη δυαδικότητα του φύλου (θηλυκό/αρσενικό) σε συστήματα κοινωνικής συνήθειας, στην εσωτερίκευση εντολών, που ενσταλάζονται στα κορίτσια και στα αγόρια από την παιδική ηλικία, ως καρπός της εκπαίδευσης. Η ψυχανάλυση συμφωνεί με τις μελέτες φύλου (gender studies) στο βαθμό που οι έμφυλες ταυτότητες, εκφράζονται με μορφή έμφυλων ρόλων, και εξαρτώνται από τις επιφάσεις (semblants) που μεταφέρει ο λόγος, και που είναι εν μέρει αλληλοεξαρτώμενες και εξελίσσονται από γενιά σε γενιά. Ο Λακάν επικαλείται έτσι “την παρέμβαση του ενήλικα στο παιδί” για να εξηγήσει το περίεργο αποτέλεσμα της πρόβλεψης, με το οποίο τα πολύ μικρά παιδιά ακολουθούν κομφορμιστικά “τους τύπους ανδρών και γυναικών” που υποτίθεται ότι θα γίνουν αργότερα στην ενήλικη ζωή» αναφέρει στο ΑΝΤΙVIRUS.

Τι συμβαίνει όμως όταν το φύλο aποδίδεται στα άτομα από τους διάφορους κοινωνικούς Άλλους, απ’ το σχολείο, την οικογένεια, τη θρησκεία; Επιχειρώντας να εξηγήσει τις έννοιες της «εμφυλοποίησης», της «έμφυλης» και «σεξουαλικής νόρμας», ξεκινά από την «ανάθεση φύλου».

«Αντίθετα, η έννοια της “ανάθεσης φύλου” από τον κοινωνικό Άλλο δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην κατανόηση του τι συμβαίνει σε ένα υποκείμενο, στη μοναδικότητα του, η οποία εκφράζεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο στο πεδίο του έμφυλου. Αυτό γίνεται αντιληπτό στις συχνές αποκλίσεις μεταξύ από τη μία των προσδιορισμών που προέρχονται από τον Άλλο και “αποδίδουν” το χαρακτηρισμό “κορίτσι” ή “αγόρι” και από την άλλη των εσωτερικών ταυτίσεων του υποκειμένου: έτσι παιδιά με βιολογικό φύλο κοριτσιού βιώνουν τον εαυτό τους ως “αγοροκόριτσα” ή ως αγόρια και παιδιά με βιολογικό φύλο αγοριού αισθάνονται κορίτσια, όπως στο ντοκιμαντέρ Little Girl στο Netflix που έκανε τόσο θόρυβο. Και υπάρχουν και τα υποκείμενα που δεν εκφράζονται από μια κανονιστική δυαδικότητα και προσδιορίζονται ως μη δυαδικά.

»Για την ψυχανάλυση, όπως συνοψίζει ο Ζακ-Αλέν Μίλερ σε μια απλή έκφραση: “εμφυλοποίηση σημαίνει υποκειμενικοποίηση του φύλου”. Ο τρόπος με τον οποίο τοποθετείται ένα υποκείμενο σε σχέση με την εμφυλοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν ρόλο που υπόκειται στη μίμηση, ούτε καν στις ταυτίσεις του. Είναι εξίσου σημαντικός και ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ζήτημα της επιθυμίας του και των τρόπων απόλαυσης του. Ούτε η συμβολική τάξη, ούτε οι κοινωνικοί λόγοι, ούτε οι “ταυτότητες” αποφασίζουν για τα πάντα: ένα ολόκληρο μέρος από αυτά που αφορούν τις ενορμήσεις, τα αντικείμενά τους, τον τρόπο απόλαυσης που συνδέονται και με τις ενδεχομενικές, συγκυριακές συναντήσεις και την ιστορία του υποκειμένου, ξεφεύγουν από τη διαδικασία της έμφυλης προσαρμογής και δεν ανήκουν στον Άλλο, αλλά συνδέονται με τη θεμελιακά απόλυτη μοναδικότητα του υποκειμένου». Θα ήταν άδικο άλλωστε να αφήσουμε εκτός της εξίσωσης παράγοντες που δεν αντιλαμβανόμαστε, που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας όπως οι ενορμήσεις. Συνοψίζοντας μέχρι στιγμής τον έμφυλο τρόπο τοποθέτησης καθορίζουν: επιθυμίες, κοινωνικές νόρμες και ενορμήσεις.

«Σύμφωνα με τον Λακάν, δεν υπάρχουν σεξουαλικές νόρμες από την πλευρά του υποκειμένου και του τρόπου απόλαυσής του, υπάρχουν μόνο κοινωνικές νόρμες. Η ηθική της ψυχανάλυσης οδηγεί να συνοδεύει τα υποκείμενα, την κάθε περίπτωση στην ενικότητα της, ώστε να μπορούν να βρουν λύσεις στο τρόπο απόλαυσης τους που να είναι πιο ικανοποιητικές και πιο ζωντανές για τα ίδια. Οι πιθανές διαμορφώσεις της έμφυλης ταύτισης ή της επιλογής του ερωτικού αντικειμένου είναι άπειρες, και μοναδικές για τον καθένα. Για τα υποκείμενα για τα οποία αυτό μπορεί ενδεχομένως να τεθεί ως ερώτημα ή δυσκολία, η ψυχαναλυτική εμπειρία μπορεί να τους επιτρέψει να γράψουν το δικό τους ποίημα στη σχέσης τους με το φύλο και να επινοήσουν τον δικό τους τρόπο ύπαρξης ως άντρας ή ως γυναίκα ή έξω από αυτόν τον δυαδισμό», συμπληρώνει η Ορελί Φοβαντέλ.

Πώς όμως στάθηκε η Ψυχανάλυση απέναντι στα άτομα που τοποθετούνται εκτός του ετεροκανονικού τόξου, σε όσα που δεν χωρέσανε στα μεγάλα κουτάκια αναφοράς; Ποια υπήρξε η στάση της απέναντι στην ιατρική τάση που ήθελε τα άτομα αυτά να ταξινομούνται στο φάσμα του παθολογικού, ως «μη κανονικά» και «ψυχικά διαταραγμένα»;

«Καθ’ όλη τη διάρκεια της διδασκαλίας του, ο Λακάν εργάστηκε για να απαλλάξει την ψυχανάλυση από τις κατηγορίες του φυσιολογικού και του παθολογικού και να επεξεργαστεί τις συνθήκες μιας ψυχαναλυτικής πρακτικής έξω από αυτόν τον κανόνα. Η ψυχανάλυση, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπάρχει φυσιολογικός τρόπος να απολαμβάνει κανείς, συμβαδίζει απόλυτα με την τρέχουσα απο-παθολογικοποίηση» σημειώνει.

Επικεντρώνοντας την έννοια της «απο-παθολογικοποίησης» διερωτάται: «Τίθεται το ζήτημα των διαγνωστικών κατηγοριών και των κλινικών κατηγοριών που χρησιμοποιούν οι ψυχαναλυτές για να προσανατολιστούν στην πρακτική τους. Μήπως αυτές δεν συνδέουν την ψυχανάλυση με την ιατρική και την ψυχιατρική κλινική, όπως υποστήριξε ο M. Φουκό στη “Γέννηση της τρέλας”; Και δεν είναι κατά κάποιο τρόπο παθολογικοποιητικές, όπως υποστήριξε ο Πολ Πρεθιάδο στο ακραία επικριτικό για την “ακαδημία ψυχαναλυτών” κείμενο του, “είμαι το τέρας που σας μιλά”;

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα μεγάλα κλινικά “κουτάκια” αναφοράς, όπως η νεύρωση, η ψύχωση (σχιζοφρένεια, παράνοια…) και η διαστροφή, έχουν ως επί το πλείστον κληρονομηθεί από την ψυχιατρική. Όπως επισημαίνει ο Ζ. Λακάν, οι κατηγορίες αυτές χρονολογούνται “πριν από τον αναλυτικό λόγο”. Η ιδιαιτερότητα της ψυχανάλυσης βρίσκεται αλλού».

Παρά το γεγονός πως η Ψυχανάλυση έχει κληρονομήσει ψυχιατρικές ορολογίες οι δυο επιστήμες δεν θα πρέπει να συγχέονται. «Εκεί που η κλασική ψυχιατρική κλινική προσπαθεί να εντοπίσει το κοινό στις κλινικές εικόνες και τις πιθανές εξελίξεις τους, η ψυχανάλυση αφορά σε αυτό που στο υποκείμενο δεν μοιάζει με τίποτα, στην καθαρή μοναδικότητά του. Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε πώς η ψυχανάλυση δεν συγχέεται με την κλινική, αλλά κινείται πέρα από αυτήν, προς αυτό το ιδιαίτερο που έχει το κάθε άτομο και είναι ασύγκριτο, όπως υποστήριξε ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Από την αναλυτική σκοπιά, ο καθένας είναι μια εξαίρεση. Η αναλυτική προοπτική είναι υπό αυτή την έννοια “αντιδιαγνωστική”: η πρόκληση δεν είναι να κατατάξουμε έναν ασθενή σε μια κατηγορία (νεύρωση ή ψύχωση;), αλλά να καταφέρουμε να τον αφήσουμε να είναι. Ο αναλυτής θα πρέπει να “ακολουθήσει τα ίχνη του” υποκειμένου και να αφήσει την ύπαρξή του να ξεδιπλωθεί, “εκτός της πεπατημένης”» διευκρινίζει.

Έτσι η μεγάλη της Ψυχανάλυσης από την Ψυχιατρική εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η πρώτη νοηματοδοτεί και μεταχειρίζεται την έννοια της μοναδικότητας του υποκειμένου. Εκεί που η Ψυχιατρική ψάχνει να βρει έναν μαζικό τρόπο κατηγοριοποίησης και διαχείρισης κλινικών κατηγοριών, η Ψυχανάλυση στέκεται στον τρόπο που το υποκείμενο αντιλαμβάνεται το πραγματικό και στις άμυνες που αρθρώνει απέναντί του.

«Ήδη από τον Φρόιντ, η ψυχαναλυτική κλινική είχε προσδιοριστεί ως κλινική της λεπτομέρειας, όπου το σημαντικό ήταν να εντοπίσουμε τι είναι αυτό που εμφανίζεται ως ιδιαίτερο στοιχείο του υποκειμένου. Ο ψυχαναλυτής επιδιώκει να ανιχνεύσει το υποκείμενο το μοναδικό τρόπο απόλαυσής του, πέρα από τις ετικέτες του κυρίαρχου λόγου, πίσω από τις οποίες μπορεί να κρύβεται (για παράδειγμα, με ονοματοδοτήσεις όπως: “αλκοολικός”, “βουλιμικός”, “καταθλιπτικός” κ.λπ.). Η ψυχανάλυση πρέπει να διακρίνεται από κάθε κλινική πρακτική που κατηγοροποιεί τα υποκείμενα και που προϋποθέτει την ταύτιση του υποκειμένου με ένα σημαίνον όπως “ο ανορεξικός”, “το υπερκινητικό παιδί”, “ο διπολικός” κ.λπ. Είναι ακριβώς αυτό το είδος της κλινικής ταξινόμησης στο οποίο επιτίθεται ο Φουκό όταν καταγγέλλει το γεγονός ότι ο λόγος της “ψυχολογίας” δημιουργεί χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα “ο ανώμαλος” ή “ο υστερικός”. Η ψυχαναλυτική κλινική, αντίθετα, κάθε άλλο παρά απολιθώνει το υποκείμενο κάτω από ονοματοδοτήσεις. Θέτει σε λειτουργία τον υποκειμενικό διχασμό και την απόλαυση του υποκειμένου που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ορισθεί τόσο εύκολα από τις λέξεις της κοινής γλώσσας.

»Ας είμαστε όμως προσεκτικοί. Το ζήτημα της κλινικής πρακτικής δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα ζήτημα διαχωριστικών “ετικετών” και φαινομένων που μεταφέρονται από τους λόγους και ποικίλλουν ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο. Γι’ αυτό το λόγο ο Λακάν έδωσε τον ακόλουθο ορισμό, μείζονος σημασίας μέσα στην απλότητά του: “Η ψυχαναλυτική κλινική είναι το πραγματικό στο βαθμό που είναι το αδύνατο να το αντέξει κανείς.»

»Σύμφωνα με τον Λακάν, η τρέλα ή οι ψυχώσεις δεν είναι απλά κοινωνικά υποδήματα, καθαρές νοηματικές κατασκευές. Υπάρχει ένα πραγματικό της ψύχωσης. Και ευρύτερα, για όλους μας, για τον καθένα μας υπάρχει ένα αβάσταχτο και τραυματικό πραγματικό. Έτσι, η κλινική δεν ορίζεται από τάξεις ή έννοιες, αλλά από το πραγματικό και τους διαφορετικούς τρόπους άμυνας που δημιουργούνται για να αντιμετωπιστεί. Η μη άρνησή του, η συνεκτίμησή του, είναι αναμφίβολα αυτό που καθιστά την ψυχανάλυση ειδική σε σχέση με άλλες μορφές αποπαθολογικοποίησης».

Από τη συζήτηση με την Ορελί Φοβαντέλ προέκυψε πως ο οργανωμένος σε «κουτάκια αναφοράς» λόγος της επιστήμης, ιδωμένος στο πλαίσιο του κυρίαρχου λόγου, δημιουργεί αναπαραστάσεις, που με την σειρά τους δημιουργούν ταυτότητες, όπως συνέβη στην περίπτωση της/του Herculine Barbin. Η σύγχρονη ψυχανάλυση φαίνεται να προσπαθεί να απεμπλακεί από τις κατηγορίες του φυσιολογικού – κανονικού βαδίζοντας στο μονοπάτι της έμφυλης αποπαθολογικοποίησης και επικεντρώνοντας στην μοναδική ενικότητα της απόλαυσης. «Ψυχανάλυση και Κανονικότητα στη Σύγχρονη Εποχή: Ο Λακάν συνομιλεί με τον Φουκώ», στο Πάντειο.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Το αγγλικό σπίτι του Φρόυντ

  IN121: Sigmund Freud and W. Ernst Halberstadt, 1938



«Αγγλία»  ως   Εστία


Στο Λονδίνο το 1938










«Η υποδοχή μας ήταν εγκάρδια πέρα ​​από λόγια. Μας ξεσήκωσαν στα φτερά μιας μαζικής ψύχωσης…  Εν ολίγοις, για πρώτη φορά και αργά στη ζωή μου έχω βιώσει τι σημαίνει να είσαι διάσημος». Επιστολή στον Αλεξάντερ Φρόιντ, 22 Ιουνίου 1938.

«…δεν μπορείς να ξέρεις ότι από τότε που ήρθα για πρώτη φορά στην Αγγλία ως αγόρι δεκαοκτώ ετών, έγινε μια έντονη φαντασίωση επιθυμίας μου να εγκατασταθώ σε αυτή τη χώρα και να γίνω Άγγλος. Δύο από τα ετεροθαλή αδέρφια μου το είχαν κάνει δεκαπέντε χρόνια πριν. Αλλά μια παιδική φαντασίωση χρειάζεται λίγη εξέταση πριν γίνει αποδεκτή στην πραγματικότητα».   Επιστολή προς τον HG Wells, 16 Ιουλίου 1938.

Γιατί ο Φρόιντ επέλεξε την Αγγλία ως το τελευταίο του σπίτι; Και πώς έγινε «σπίτι» τόσο από ψυχική όσο και από φυσική άποψη;  Σκεφτείτε τον εαυτό σας ως τελωνειακό, ζητώντας από τον Φρόυντ το διαβατήριό του και τα έγγραφα ταυτότητάς του κατά τη διάρκεια αυτού του μακρινού ταξιδιού στην εξορία στις πρώτες μέρες του Ιουνίου 1938. Τι εθνικότητα ήταν; Η προφανής απάντηση θα ήταν η αυστριακή, αλλά η Αυστρία είχε δημιουργηθεί μόνο με τη συνθήκη του St. Germain το 1919 και εξαφανίστηκε το 1938.

Ίσως ήταν Τσέχος. Άλλωστε, γεννήθηκε στη Μοραβία, αν και τότε ήταν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Αναμφίβολα μερικές φορές έβλεπε τον εαυτό του ως Γερμανό και ως απάντηση στην ανατροφή του και στον αντισημιτισμό που συνάντησε στην πορεία, ως Εβραίος. Έχουμε λοιπόν έναν Γερμανικά ταυτισμένο, πολιτιστικά αφομοιωμένο Εβραίο, που γεννήθηκε στη σημερινή Δημοκρατία της Τσεχίας και ζει στη Βιέννη, μια πόλη που ισχυρίστηκε ότι απεχθάνεται με μια σχεδόν σωματική απέχθεια.

Τέτοια πεζά γεγονότα χάνουν την πνευματική και συναισθηματική απήχηση αυτής της τοπογραφίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η καρδιά του βρισκόταν στη Ρώμη, επαναλαμβανόμενη όπως συνέβαινε στην ονειρική του ζωή και τα ταξίδια του ως ένα μέρος όπου έπρεπε να φτάσει μετά από πολλές δυσκολίες και τελικά να «κατακτηθεί». Ή ότι βρήκε τη μυθική του καταγωγή στην Αίγυπτο, τη γενέτειρα του Μωυσή, στην οποία ο Φρόυντ μπορούσε να φτάσει μόνο μέσω των σκαλισμένων εικόνων των αρχαίων θεών που γέμιζαν τον τόπο εργασίας του . Ή ότι ήταν η δική του γενέτειρα στο Φράιμπεργκ (τώρα Pribor στην Τσεχική Δημοκρατία) που λαχταρούσε, ως ένας χαμένος παράδεισος στον οποίο πάντα προσπαθούσε να επιστρέψει. Και τελικά ήταν η Αγγλία. Ένα άλλο σημαντικό μέρος που πρέπει με κάποιο τρόπο να χωρέσουμε σε αυτόν τον πίνακα.

Ομίχλη  και  βροχή,  μέθη  και  συντηρητισμός

Σίγουρα ο Φρόιντ βρήκε κάτι ευχάριστο για την Αγγλία «παρά την ομίχλη και τη βροχή, τη μέθη και τον συντηρητισμό», όπως έγραψε μετά την πρώτη του επίσκεψη. Ο Φρόιντ ένιωθε ιδιοσυγκρασιακά συντονισμένος με το μέρος σχεδόν παρά τον εαυτό του. Για κάποιο λόγο ένιωθε σαν στο σπίτι του εδώ. νιώθοντας μια σχεδόν ενστικτώδη σχέση με τη χώρα. Στα μετέπειτα χρόνια, ο Φρόιντ ο ψυχαναλυτής θα αποκαλούσε χωρίς δισταγμό αυτό το συναίσθημα «παιδική φαντασίωση». Το πρώτο του σπίτι και το τελευταίο του συνδέθηκαν έτσι στο μυαλό του κατά κάποιο τρόπο.

Ήρθε στην Αγγλία ως «αγόρι δεκαοκτώ ετών» και η επιθυμία του ήταν «να γίνει Άγγλος». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ήταν η κουλτούρα της Αγγλίας που προσέλκυσε αυτόν τον καλά μορφωμένο νεαρό άνδρα. Συγκεκριμένα, υπήρχε μια κουλτούρα της λογοτεχνίας και της επιστήμης με δύο ονόματα, William Shakespeare και Charles Darwin.ή μάλλον από δύο βιβλία, τον Άμλετ και την καταγωγή των ειδών. Παρά την ομίχλη και τον συντηρητισμό, αυτή ήταν η χώρα που περιείχε δύο ηρωικές διανοητικές φιγούρες για τον Φρόιντ που αντιπροσώπευαν δύο πτυχές της δικής του ύπαρξης – τον ​​«ευφάνταστο συγγραφέα» και τον «επιστήμονα». Στο δημιουργικό έργο του Φρόιντ, η σκέψη και το συναίσθημα ενώνονται. Υπάρχει ένας ρυθμός ελέγχου και η εγκατάλειψη του ελέγχου – μέθη και συντηρητισμός, ίσως. Η Αγγλία ήταν κατά κάποιο τρόπο ένας μυθικός τόπος που έδωσε τη δέουσα βαρύτητα και στις δύο τάσεις που βρήκε ο Φρόιντ μέσα του και που βρίσκουμε σήμερα στην ψυχανάλυση, τόσο ως θεωρία όσο και ως θεραπεία.

Αλλά η «έντονη επιθυμία» του Φρόιντ ήταν μια παιδική φαντασίωση, όχι μια εφηβική. Μας λέει, σχεδόν σαν να ήταν σύμπτωση, ότι δύο από τα ετεροθαλή αδέρφια του είχαν μεταναστεύσει εδώ δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα. Πρέπει να υποθέσουμε ότι η φαντασίωση της «Αγγλίας» προέκυψε στο μυαλό ενός τρίχρονου.

Τα ετεροθαλή αδέρφια έφυγαν. και μαζί τους πήγε και ο θαυμαστής μεγαλύτερος συμπαίκτης και μαχητικός σύντροφός του Φρόιντ, ο «ανιψιός» του Τζον, ο γιος του πολύ μεγαλύτερου ετεροθαλούς αδερφού του Εμανουέλ. Αυτός ο χωρισμός ξύπνησε τον απόηχο του θανάτου του αδελφού του Ιούλιου ένα χρόνο νωρίτερα; Αμέσως μετά, ο ίδιος ο Φρόυντ ξεριζώθηκε από τη γενέτειρά του και μεταφέρθηκε στη Βιέννη. Βλέπει φώτα βενζίνης για πρώτη φορά στο σιδηροδρομικό σταθμό και φάνηκαν στον νεαρό Σίγκμουντ, επηρεασμένος από την καθολική Τσέχα νταντά που τον πρόσεχε στη βρεφική ηλικία, σαν τις ψυχές των καταραμένων που καίγονται στην κόλαση. Ίσως ένιωθε αυτή την κίνηση σαν ένα είδος τιμωρίας για κάτι. Όπως και να έχει, φαίνεται ότι ο Φράιμπεργκ και η Αγγλία συνδέθηκαν στενά.

Άλλο  Μέρος: Φαίνεται, λοιπόν, ότι το Φράιμπεργκ ήταν ένα ενθυλακωμένο ιδανικό στο παρελθόν και ότι η Αγγλία ήταν ένα ιδανικό «άλλο μέρος» στο μέλλον, γνωστό μόνο ως αντικαταστάτης στην αρχή μέσω των λόγων άλλων, ως ο τόπος στον οποίο ο Τζον και η οικογένειά του είχαν εξαφανίστηκε. Το ταξίδι του Φρόυντ στην Αγγλία μπορεί επομένως να είναι επίσης μια επιστροφή σε κάτι. μια επιστροφή σε κάποια ειδυλλιακή φαντασίωση της παιδικής ηλικίας. Η παράκαμψη της ζωής του τον είχε επαναφέρει κατά κάποιο τρόπο στην αρχή. Ήταν και πάλι γύρω του από «όλη την οικογένεια» καθώς ήταν τριών ετών. Ήξερε για άλλη μια φορά τι σήμαινε να είσαι «διάσημος» – όπως κάποτε ήταν ο «αδιαμφισβήτητος αγαπημένος» της μητέρας του κατά τη βρεφική ηλικία. Και για άλλη μια φορά μπορούσε να κοιτάξει έξω από το δωμάτιό του στο πράσινο ενός πανέμορφου κήπου –μια συμβολική επιστροφή στη γη και στην ύπαιθρο της γενέτειράς του– αντί στη τσιμεντένια αυλή του Berggasse 19.

Αλλά ακόμα και όταν έφτασε στην Αγγλία, έψαχνε για τη Βιέννη. Σε μια επιστολή προς τον Max Eitingon με ημερομηνία την ημέρα της άφιξής του, στις 6 Ιουνίου 1938, έγραψε: «Το συναίσθημα του θριάμβου με την απελευθέρωση είναι πολύ έντονα αναμεμειγμένο με λύπη, γιατί παρ' όλα αυτά εξακολουθούσα να αγαπώ πολύ τη φυλακή από την οποία έχουν απελευθερωθεί». Αναμφίβολα είναι αλήθεια ότι η σχέση του Φρόιντ με τη Βιέννη, όπως όλες οι σχέσεις, ήταν αμφίθυμη. Το μυαλό, κατά την άποψή του, βρίσκεται σε σύγκρουση με τον εαυτό του και σε μια ατέρμονη πάλη με την «καρδιά». Αλλά υπάρχει κάτι «παράλογο» εδώ που ξεπερνά τη σύγκρουση αγάπης και μίσους. Είναι σχεδόν σαν να ήταν εθισμένος στη «λαχτάρα». σαν να έπρεπε να υπάρχει «άλλο μέρος» που χάθηκε και θρηνούσε όσο ζούσε την πραγματική του ζωή μέσα από μια ατελείωτη διαδοχή «υποκατάστατων». Θυμάμαι τον τραγικό ήρωα του Βάγκνερ, τον Τριστάνο, του οποίου η μητέρα πέθανε στη γέννα και που δεν μπορούσε να βρει γαλήνη από μια κατάσταση ατελείωτης λαχτάρας. Ή το ποίημα της Emily Dickinson, To Fill a Gap, που περικλείει την τραγική αδυναμία σε λίγες γραμμές. Για να καλύψετε ένα κενό / Εισαγάγετε το Πράγμα που το προκάλεσε—Μπλοκάρετε το με ένα Άλλο— Δεν μπορείτε να κολλήσετε μια Άβυσσο με Αέρα.

Θα ήταν ένα βήμα πολύ μακριά (ακόμα και για την άγρια ​​εικασία στην οποία επιδίδομαι τώρα) να προτείνουμε ότι αυτή η συναισθηματική αμφιταλάντευση βρίσκεται στη βάση του διαλεκτικού τρόπου σκέψης του Φρόιντ; Ο Φρόυντ διαφωνεί με τον εαυτό του, παίρνοντας πρώτα μια άποψη και μετά μια αντίθετη. μια διαδικασία σκέψης που μερικές φορές αποκαλύπτει ρητά στη γραφή του, παραπέμποντας στη φιγούρα του «φιλικού κριτικού» για να εγκαθιδρύσει το διάλογο.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι ο Φρόιντ, μιλώντας για την «έντονη φαντασίωση της επιθυμίας» του να γίνει Άγγλος στην επιστολή του προς τον HG Wells, θα πρέπει να συνεχίσει υπενθυμίζοντας μας ότι μια παιδική φαντασίωση χρειάζεται «λίγη εξέταση» προτού γίνει αποδεκτή στην πραγματικότητα. . Ήταν, τελικά, ψυχαναλυτής και σε μια ζωή συνεχούς αυτοανάλυσης υπέβαλε τον εαυτό του περισσότερο από οποιονδήποτε στην επιστήμη που δημιούργησε.

«Αυτή η Αγγλία –θα το διαπιστώσετε σύντομα και μόνοι σας– είναι παρά όλα όσα τον φαίνονται ξένο, περίεργο και δύσκολο, και από αυτό είναι αρκετά – μια ευλογημένη, μια χαρούμενη χώρα που κατοικείται από καλοπροαίρετους, φιλόξενους ανθρώπους. Τουλάχιστον αυτή είναι η εντύπωση των πρώτων εβδομάδων. Η υποδοχή μας ήταν εγκάρδια πέρα ​​από λόγια. Μας ξεσήκωσαν στα φτερά μιας μαζικής ψύχωσης. … Υπήρχαν επιστολές από φίλους, ένας εκπληκτικός αριθμός από εντελώς άγνωστους που ήθελαν απλώς να εκφράσουν την χαρά τους που δραπέτευσαμε στην ασφάλεια και που δεν περιμένουν τίποτα σε αντάλλαγμα. Επιπλέον, φυσικά, ορδές από αυτόγραφα κυνηγούς, μανάδες, τρελούς και ευσεβείς άνδρες που στέλνουν φυλλάδια και κείμενα από τα Ευαγγέλια. Για να μην αναφέρουμε τις λόγιες εταιρείες στις οποίες είμαι ήδη μέλος, και τον ατελείωτο αριθμό εβραϊκών ενώσεων που θέλουν να με κάνουν επίτιμο μέλος. 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

Μάτια ερμητικά κλειστά - Eyes Wide Shut

 

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ PARR ĒSIA ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΄ΜΑΤΙΑ EΡMHTIKA ΚΛΕΙΣΤΑ΄

"Parrēsia refers to the dangerous game of telling the truth in the political and ethical field."

"Η Παρρησία αναφέρεται στο επικίνδυνο παιχνίδι, λέγοντας την αλήθεια στο πολιτικό και ηθικό πεδίο." - Μισέλ Φουκώ

Στην ταινία Eyes Wide Shut, με λακανικές αναγνώσεις της, σε μία από τις σημαντικότερες σκηνές της ταινίας, ο εξομολογητικός μονόλογος της Alice Harford (Nicole Kidman), ταιριάζει πολύ με την αντίληψη του Michel Foucault για την Parrh ēsia, 'λέγοντας την αλήθεια του εαυτού'. Τη στιγμή που ο Bill Hartford (Tom Cruise) είπε στην Alice ότι δεν ζηλεύει που άλλοι άντρες φλερτάρουν μαζί της, η Alice αποκαλύπτει τη φαντασίωση που είχε για έναν άλλον άντρα.

"Θυμάστε το περασμένο καλοκαίρι στο Cape Cod; Θυμάστε ένα βράδυ στην τραπεζαρία, ήταν αυτός ο νεαρός αξιωματικός του ναυτικού και καθόταν κοντά στο τραπέζι μας... εκείνο το απόγευμα... εσύ και εγώ κάναμε έρωτα και κάναμε σχέδια για το μέλλον μας... κι όμως ποτέ δεν είχε τρελαθεί. Και σκέφτηκα αν με ήθελε, έστω και για μια νύχτα μόνο, ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω όλα. Εσύ, η Έλενα, όλο το γαμημένο μέλλον μου, τα πάντα. "

Ο Bill πραγματικά δεν ήταν έτοιμος για αυτή την αποκάλυψη όπως νόμιζε η Alice ότι ήταν (ή όπως είχε ενεργήσει), και δεν το πήρε καλά. Αλλά από την πλευρά της, η Αλίκη με ένα είδος παρρησίας*, μιλούσε πολύ ειλικρινά χωρίς ντροπή ή φόβο, για τον εαυτό της. *η έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια ↪ μίλησε με παρρησία

Η Parr ēsia είναι μια ελληνική λέξη που σημαίνει περίπου να "λέμε τα πάντα. " Το να λες τα πάντα αναμφίβολα μπορεί να σημαίνει να πεις οτιδήποτε, χωρίς φίλτρο, αχαλίνωτο και ανεμπόδιστο, και ίσως ειδικά, σημαίνει τολμώ να πω αυτό που η δειλία ή η ντροπή μας μας απέχουν αμέσως από το να ξεστομίσουμε. Κατά τη διάρκεια των ετών μεταξύ 1982 και 1984, ο Foucault αφιέρωσε τις περισσότερες διαλέξεις του, στη Γαλλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, με θέμα την parr ēsia, λέγοντας την αλήθεια για τον εαυτό του. Για τον Foucault, αυτή η έννοια έχει μια βασική πολιτική αξία που επιτρέπει την επαναξιολόγηση της σχέσης μεταξύ δημοκρατίας και αλήθειας, μια ηθική αξία που είναι αποφασιστική για την προβληματοποίηση της σχέσης μεταξύ υποκειμενικότητας και αλήθειας και ένα φιλοσοφικό va lue για το σκίτσο μιας γενεαλογίας της κριτικής στάσης. Σε κανένα σημείο ο Φουκώ δεν θέτει το επιστημολογικό ερώτημα του υπερβατικού ή δεν εξετάζει λογικά κριτήρια της αλήθειας. Πρωταρχικό μέλημα του είναι η ηθική σχέση του υποκειμένου με την αλήθεια: το είδος της ελευθερίας και του θάρρους που το υποκείμενο επιδίδει δημόσια μια προσωπική αλήθεια, μια που προκαλεί ένταση με τους συνομιλητές του. Σε ένα σεμινάριο που δόθηκε τον Ιούνιο του 1982, ο Foucault δήλωσε ότι «μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον ομιλητή να πει την αλήθεια και δυσάρεστο ή πληγωτικό - μπορούμε να πούμε ότι «τραυματισμός; " - πληγώνω για να το ακούσει ο ακροατής. Πρόκειται για μια ηθική ή πολιτική αλήθεια που έχει από μόνη της ένα είδος κινδύνου, που συνεπάγεται ένα είδος κινδύνου, διαφορετικό... αυτός ο κίνδυνος δεν είναι ο ίδιος, φυσικά, για τον ομιλητή και τον ακροατή, αλλά υπάρχει κίνδυνος σε αυτή την αλήθεια που πρέπει να ειπωθεί μέσω της parr ēsia. "

Στο σεμινάριο που έδωσε το 1984 στο Collège de France, ο Foucault μας προειδοποίησε ότι, «Για να υπάρχει parr ēsia, λέγοντας την αλήθεια πρέπει κάποιος να ανοιχτεί, να καθιερώσει και να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να προσβάλει τον άλλο, να τον εκνευρίσει, να τον κάνει να θυμώσει y και προκαλώντας τον..."

"Περιλαμβάνει κάποια μορφή θάρρους, η ελάχιστη μορφή του οποίου συνίσταται στο να παίρνει ο parr ēsiast το ρίσκο να σπάσει και να τερματίσει τη σχέση του με το άλλο άτομο που ήταν ακριβώς αυτό που έκανε δυνατή την ομιλία του. Κατά κάποιον τρόπο, ο parr ēsiast πάντα κινδυνεύει να υπονομεύσει αυτή τη σχέση που είναι ο όρος της πιθανότητας του λόγου του. "

Επιστρέφοντας στην ταινία, ο Μπιλ δεν ήταν πραγματικά έτοιμος γι' αυτό. Αλλά, η Alice έκανε το σωστό, και ο Bill προκάλεσε την κατάσταση. Και όπως έχει δηλώσει πολλές φορές ο Foucault, ένας (εδώ Αλίκη) έχει την υποχρέωση στην αλήθεια. Τέτοιες αποκαλύψεις μπορούν επίσης να κάνουν τις σχέσεις πιο υγιείς, και πιο ειλικρινείς και οικείες. Και σίγουρα μπορεί να χρησιμεύσει ως πρακτική για τις ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δεσμεύσεις.

Παραπομπές:- Michel Foucault, Discourse & Truth and Parrēsia, the University of Chicago Press 2019

 

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

The Pathway of Surrender - David R. Hawkins

Το Letting Go  περιγράφει ένα απλό και αποτελεσματικό μέσο με το οποίο μπορείτε να αφήσετε τα εμπόδια στη Διαφώτιση και να απαλλαγείτε από την αρνητικότητα 

Κατά τη διάρκεια των πολλών δεκαετιών της κλινικής ψυχιατρικής πρακτικής του συγγραφέα, ο πρωταρχικός στόχος ήταν να αναζητηθούν οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου σε όλες τις πολλές μορφές του.
Ο εσωτερικός μηχανισμός της παράδοσης βρέθηκε να έχει μεγάλο πρακτικό όφελος και περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο. Τα προηγούμενα βιβλία του Δρ Χόκινς επικεντρώθηκαν σε προηγμένες καταστάσεις επίγνωσης και Διαφώτισης. 
Με τα χρόνια, χιλιάδες μαθητές είχαν ζητήσει μια πρακτική τεχνική με την οποία θα αφαιρούσαν τα εσωτερικά εμπόδια στην ευτυχία, την αγάπη, τη χαρά, την επιτυχία, την υγεία και, τελικά, τη Φώτιση. Αυτό το βιβλίο παρέχει έναν μηχανισμό για να αφήσετε αυτά τα μπλοκ. 
Ο μηχανισμός της παράδοσης που περιγράφει ο Δρ Χόκινς μπορεί να γίνει εν μέσω της καθημερινότητας. Το βιβλίο είναι εξίσου χρήσιμο για όλες τις διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής: σωματική υγεία, δημιουργικότητα, οικονομική επιτυχία, συναισθηματική θεραπεία, επαγγελματική ολοκλήρωση, σχέσεις, σεξουαλικότητα και πνευματική ανάπτυξη.
Είναι μια ανεκτίμητη πηγή για όλους τους επαγγελματίες που εργάζονται στους τομείς της ψυχικής υγείας, της ψυχολογίας, της ιατρικής, της αυτοβοήθειας, της απεξάρτησης και της πνευματικής ανάπτυξης.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Χούντα και Πολυτεχνείο - Του Βασίλη Ραφαηλίδη

Μία ανθολογία απ΄ όσα έγραψε, σχετικά με τη φυλάκισή του στη χούντα και σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο , έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας   που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απ’ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο -οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Φυσικά, όλα αυτά μας τα’ λεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά. Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο. Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον 1ο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό.  Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι...

Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη. Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε.
 Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί;  
Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες ή περίπου. Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο.  Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα. Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.  Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση. Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών.
 Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου. Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια. Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα. Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως. Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο.
 Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί. Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου. Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα.  Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας.  Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.
 Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας.
 Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.  Μεταφορά στις φυλακές Αβέρωφ: ρίγη συγκινήσεως ανεβοκατέβαιναν στην αντεθνική μου ράχη μου καθώς περνούσα στην πύλη των φυλακών Αβέρωφ. Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από τις σωφρονιστικές φυλακές Αβέρωφ, από το 1892 που κτίστηκαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί στην θέση τους ο σημερινός Άρειος Πάγος, κοντά στην Ασφάλεια, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
 Το θέμα είναι να μην μπεις φυλακή. Όμως, έτσι και μπεις, αισθάνεσαι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να σε συλλάβει όταν ήδη σε έχουν συλλάβει και σε έχουν βάλει φυλακή. Παίζαμε σκάκι, παιχνίδι θα’ λεγες σπέσιαλ για φυλακισμένους που δεν κατάλαβα πως γίνεται και το παίζουν και εκτός φυλακής. Κάναμε διαλέξεις με θέματα γενικού εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος, αφήνοντας την πολιτικολογία για τις κατ’ ιδίαν ατέλειωτες συζητήσεις, και γενικά περνούσαμε την παγιδευμένη ζωή μας με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο, όπως έλεγαν οι συνηθισμένοι στη χρηστομάθεια παλιότεροι σύντροφοί μας, που ένοιωθαν στη φυλακή σα στο σπίτι τους. 
 Ειδικότερα ο Χρόνης Μίσσιος, που είχε πάθει τον παθών του τον τάραχο μια ζωή στις φυλακές και στα απομονωτήρια των φυλακών, ήταν σχεδόν ευτυχής που πρώτη φορά στην καριέρα του ως δεσμώτης βρίσκονταν ανάμεσα σε τόσους πολλούς και τόσο διαπρεπείς συντρόφους. Δίπλα μου ακριβώς, κολλημένο στη γωνία, ήταν το κρεβάτι του Λεωνίδα Κύρκου, που δεν ήταν ακόμα ούτε ευρωκομμουνιστής, ούτε ανανεωτικός.
 Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα. Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας.
 Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων. Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε.
 Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απ’ τους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα. Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας.
 Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού. Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
 Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων. Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος. Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
 Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. 
Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας. Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής.  
Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής.
 Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει. Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο. Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.
 Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’ την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα.  Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ.
 Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’ το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.
 Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
 Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. 
Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος. Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
 Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
 Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα. Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού. Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.
 Πηγές: 
1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

Αϊνστάιν και Θεός

Ο Αϊνστάιν και η επιμονή του ότι ''ο Θεός δεν παίζει ζάρια'' με το Σύμπαν αντηχεί κάτω από τις δεκαετίες, τόσο εξοικειωμένο όσο και τόσο αόριστο στο νόημά του όσο το E = MC2. Τι εννοούσε ο Αϊνστάιν; Και πώς συνέλαβε ο Αϊνστάιν τον Θεό;

Ο Hermann και η Pauline Einstein ήταν Εβραίοι του Ashkenazi. Παρά τον κοσμικό χαρακτήρα των γονιών του, ο εννιάχρονος Άλμπερτ ανακάλυψε και αγκάλιασε τον Ιουδαϊσμό με μεγάλο πάθος, και για μια στιγμή ήταν ένας ευγενής, προσεκτικός Εβραίος. Ακολουθώντας το εβραϊκό έθιμο, οι γονείς του προσκαλούσαν έναν φτωχό λόγιο να μοιράζονται ένα γεύμα μαζί τους κάθε εβδομάδα, και από τον φτωχό φοιτητή Ιατρικής Max Talmud (αργότερα Talmey) ο νεαρός και ευπαθής Αϊνστάιν έμαθε για τα μαθηματικά και την επιστήμη. Καταναλώνει και τους 21 τόμους του χαρούμενου Aaron Bernstein Δημοφιλή βιβλία για τη φυσική επιστήμη (1880). Τότε ο Ταλμούδ τον οδήγησε προς την κατεύθυνση του Ιμάνουελ Καντς Κριτική του καθαρού λόγου (1781), από την οποία μετανάστευσε στη φιλοσοφία του David Hume. Από Χουμ , ήταν ένα σχετικά σύντομο βήμα προς τον Αυστριακό φυσικό Ernst Mach, του οποίου η έντονα εμπειρική, βλέποντας-πιστευτική μάρκα φιλοσοφίας απαίτησε την πλήρη απόρριψη της μεταφυσικής, συμπεριλαμβανομένων των εννοιών του απόλυτου χώρου και χρόνου και της ύπαρξης ατόμων.

Αλλά αυτό το πνευματικό ταξίδι είχε εκτελέσει ανελέητα τη σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και γραφής. Ο 12χρονος Αϊνστάιν επαναστάτησε. Ανέπτυξε μια βαθιά αποστροφή στο δόγμα της οργανωμένης θρησκείας που θα διαρκούσε για τη ζωή του, μια αποστροφή που επεκτάθηκε σε όλες τις μορφές αυταρχισμού, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους δογματικής αθεϊσμού.

Αυτή η νεανική, βαριά δίαιτα εμπειρικής φιλοσοφίας θα εξυπηρετούσε τον Αϊνστάιν περίπου 14 χρόνια αργότερα. Η απόρριψη του Mach απόλυτου χώρου και χρόνου συνέβαλε στη διαμόρφωση της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας του Einstein (συμπεριλαμβανομένης της εικονικής εξίσωσης E = mcδύο), το οποίο διατύπωσε το 1905 ενώ εργαζόταν ως «τεχνικός εμπειρογνώμονας, τρίτης τάξης» στο Swiss Patent Office στη Βέρνη. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Αϊνστάιν θα ολοκληρώσει τη μεταμόρφωση της κατανόησης του χώρου και του χρόνου με τη διατύπωση της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, στην οποία η δύναμη της βαρύτητας αντικαθίσταται από την καμπύλη χωροχρόνο. Αλλά καθώς μεγάλωνε (και πιο σοφός), ήρθε να απορρίψει τον επιθετικό εμπειρισμό του Mach και κάποτε δήλωσε ότι «ο Mach ήταν τόσο καλός στη μηχανική όσο ήταν άθλιος στη φιλοσοφία».

Με τον καιρό, ο Αϊνστάιν εξελίχθηκε σε μια πολύ πιο ρεαλιστική θέση. Προτίμησε να αποδεχτεί το περιεχόμενο μιας επιστημονικής θεωρίας ρεαλιστικά, ως ενδεχόμενη «αληθινή» αναπαράσταση μιας αντικειμενικής φυσικής πραγματικότητας. Και, παρόλο που δεν ήθελε κανένα μέρος της θρησκείας, η πίστη στον Θεό που είχε μαζί του από τη σύντομη φλερτ του με τον Ιουδαϊσμό έγινε το θεμέλιο πάνω στο οποίο δημιούργησε τη φιλοσοφία του. Όταν ρωτήθηκε για τη βάση της ρεαλιστικής του στάσης, εξήγησε: «Δεν έχω καλύτερη έκφραση από τον όρο« θρησκευτικός »για αυτήν την εμπιστοσύνη στον ορθολογικό χαρακτήρα της πραγματικότητας και στο ότι είναι προσιτή, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, στον ανθρώπινο λόγο. '

Αλλά ο Αϊνστάιν ήταν Θεός φιλοσοφίας, όχι θρησκείας. Όταν ρωτήθηκε πολλά χρόνια αργότερα αν πίστευε στον Θεό, απάντησε: «Πιστεύω στον Θεό της Σπινόζα, ο οποίος αποκαλύπτεται στη νόμιμη αρμονία όλων όσων υπάρχουν, αλλά όχι σε έναν Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις της ανθρωπότητας. ' Ο Baruch Spinoza, ένας σύγχρονος των Isaac Newton και Gottfried Leibniz, είχε συλλάβει τον Θεό ως πανομοιότυπο με τη φύση. Για αυτό, θεωρήθηκε επικίνδυνο αιρετικός και αφομοιώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα στο Άμστερνταμ.

Ο Θεός του Αϊνστάιν είναι απείρως ανώτερος αλλά απρόσωπος και άυλος, λεπτός αλλά όχι κακόβουλος. Είναι επίσης αποφασιστικά αποφασιστικός. Όσον αφορά τον Αϊνστάιν, η «νόμιμη αρμονία» του Θεού καθιερώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο με την αυστηρή τήρηση των φυσικών αρχών της αιτίας και του αποτελέσματος. Έτσι, δεν υπάρχει χώρος στη φιλοσοφία του Αϊνστάιν για ελεύθερη βούληση: «Όλα καθορίζονται, τόσο την αρχή όσο και το τέλος, από δυνάμεις πάνω στις οποίες δεν έχουμε κανέναν έλεγχο… όλοι χορεύουμε σε μια μυστηριώδη μελωδία, που ακούγεται από απόσταση από ένα αόρατο παίχτης.'

Οι ειδικές και γενικές θεωρίες της σχετικότητας παρείχαν έναν ριζικό νέο τρόπο σύλληψης του χώρου και του χρόνου και τις ενεργές αλληλεπιδράσεις τους με την ύλη και την ενέργεια. Αυτές οι θεωρίες είναι απολύτως σύμφωνες με τη «νόμιμη αρμονία» που καθιέρωσε ο Θεός του Αϊνστάιν. Αλλά η νέα θεωρία της κβαντικής μηχανικής, την οποία είχε βοηθήσει και ο Αϊνστάιν να βρεθεί το 1905, έλεγε μια διαφορετική ιστορία. Η κβαντική μηχανική αφορά τις αλληλεπιδράσεις που αφορούν την ύλη και την ακτινοβολία, στην κλίμακα των ατόμων και των μορίων, που βρίσκονται σε ένα παθητικό υπόβαθρο χώρου και χρόνου.

Νωρίτερα το 1926, ο Αυστριακός φυσικός Erwin Schrödinger είχε μεταμορφώσει ριζικά τη θεωρία διατυπώνοντάς την με όρους μάλλον σκοτεινών «κυματολειτουργιών». Ο ίδιος ο Schrödinger προτίμησε να τις ερμηνεύσει ρεαλιστικά, ως περιγραφικές για τα «κύματα της ύλης». Αλλά μια συναίνεση αυξανόταν, που προωθήθηκε έντονα από τον Δανό φυσικό Niels Bohr και τον Γερμανό φυσικό Werner Heisenberg, ότι η νέα κβαντική αναπαράσταση δεν πρέπει να ληφθεί πολύ κυριολεκτικά.

Ουσιαστικά, ο Bohr και ο Heisenberg υποστήριξαν ότι η επιστήμη τελικά αντιμετώπισε τα εννοιολογικά προβλήματα που περιλαμβάνονται στην περιγραφή της πραγματικότητας για την οποία προειδοποιούσαν οι φιλόσοφοι για αιώνες. Ο Bohr αναφέρεται ως: «Δεν υπάρχει κβαντικός κόσμος. Υπάρχει μόνο μια αφηρημένη κβαντική φυσική περιγραφή. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι το καθήκον της φυσικής είναι να ανακαλύψουμε πώς η φύση είναι . Η φυσική αφορά ό, τι μπορούμε λένε για τη φύση. ' Αυτή η αόριστα θετικιστική δήλωση επαναλήφθηκε από τον Χάισενμπεργκ: «[Πρέπει] να θυμόμαστε ότι αυτό που παρατηρούμε δεν είναι η φύση από μόνη της αλλά η φύση που εκτίθεται στη μέθοδο ανάκρισης». Η ευρέως αντιρεαλιστική «ερμηνεία της Κοπεγχάγης» - αρνούμενη ότι η κυματοσύνθεση αντιπροσωπεύει την πραγματική φυσική κατάσταση ενός κβαντικού συστήματος - γρήγορα έγινε ο κυρίαρχος τρόπος σκέψης για την κβαντική μηχανική. Πιο πρόσφατες παραλλαγές τέτοιων αντιρεαλιστικών ερμηνειών υποδηλώνουν ότι η κυματοσύνδεση είναι απλώς ένας τρόπος «κωδικοποίησης» της εμπειρίας μας, ή των υποκειμενικών μας πεποιθήσεων που προέρχονται από την εμπειρία μας από τη φυσική, επιτρέποντάς μας να χρησιμοποιήσουμε όσα έχουμε μάθει στο παρελθόν για να προβλέψουμε το μέλλον .

Αλλά αυτό ήταν εντελώς ασυμβίβαστο με τη φιλοσοφία του Αϊνστάιν. Ο Αϊνστάιν δεν μπορούσε να δεχτεί μια ερμηνεία στην οποία το κύριο αντικείμενο της αναπαράστασης - η κυματοσύνθεση - δεν είναι «πραγματικό». Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι ο Θεός του θα επέτρεπε στην «νόμιμη αρμονία» να ξετυλίγεται τόσο εντελώς στην ατομική κλίμακα, φέρνοντας παράνομο αβεβαιότητα και αβεβαιότητα, με αποτελέσματα που δεν μπορούν να προβλεφθούν πλήρως και αναμφίβολα από τις αιτίες τους.

Το σκηνικό λοιπόν τέθηκε για μια από τις πιο αξιοσημείωτες συζητήσεις σε ολόκληρη την ιστορία της επιστήμης, καθώς ο Bohr και ο Einstein προχωρούσαν αντιμέτωποι με την ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής. Ήταν μια σύγκρουση δύο φιλοσοφιών, δύο συγκρουόμενων συνόλων μεταφυσικών προκαταλήψεων σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας και τι μπορούμε να περιμένουμε από μια επιστημονική αναπαράσταση αυτού. Η συζήτηση ξεκίνησε το 1927, και παρόλο που οι πρωταγωνιστές δεν είναι πλέον μαζί μας, η συζήτηση είναι ακόμα πολύ ζωντανή.

Τον Φεβρουάριο του 1954, μόλις 14 μήνες πριν πεθάνει, έγραψε σε μια επιστολή προς τον Αμερικανό φυσικό David Bohm: «Αν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πρωταρχικό μέλημά του ήταν σίγουρα να μην κάνει την κατανόησή του εύκολη για εμάς». ~ Τζιμ Μπαγκκότ, άρθρο στο Creative Commons.