ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ -
Ἡ ὥρα μιὰ τὴν νύχτα θά 'τανε
ἢ μιάμισυ.
Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ καπηλειοῦ·
πίσω ἀπ' τὸ ξύλινο τὸ χώρισμα.
Ἐκτὸς ἡμῶν τῶν δυὸ τὸ μαγαζὶ ὅλος διόλου ἄδειο.
Μιὰ λάμπα πετρελαίου μόλις τὸ φώτιζε.
Κοιμούντανε, στὴν πόρτα, ὁ ἀγρυπνισμένος
ὑπηρέτης.
Δὲν θὰ μᾶς ἔβλεπε κανείς.
Μὰ κιόλας
εἴχαμεν ἐξαρφθεῖ τόσο πολύ,
ποὺ γίναμε ἀκατάλληλοι γιὰ προφυλάξεις.
Τὰ ἐνδύματα μισοανοίχθηκαν - πολλὰ δὲν
ἦσαν
γιατὶ ἐπύρωνε θεῖος Ἰούλιος μῆνας.
Σάκρκας ἀπόλαυσις ἀνάμεσα
στὰ μισοανοιγμένα ἐνδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα - ποὺ τὸ ἴνδαλμά
του
εἴκοσι ἕξι χρόνους διάβηκε·
καὶ τώρα ἦλθε
νὰ μείνει μὲς στὴν ποίησην αὐτή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου