Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud

 «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»  08.02.2018

    Φωτεινή Τσαλίκογλου, Freud: «Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι»Freud - Η Ευχή
    «Στην πραγματικότητα, δεν είμαι ούτε επιστήμονας ούτε ερευνητής ούτε ένας πειραματιστής ούτε καν στοχαστής. Από τη φύση μου είμαι μονάχα ένας κονκισταδόρος, ένας εξερευνητής, αν προτιμάς αυτό τον όρο, κι έχω όλη την περιέργεια, την τόλμη, την επιμονή που χαρακτηρίζει το είδος τούτο των ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, δεν αναγνωρίζεται η αξία τους παρά μονάχα όταν πετύχουν, όταν ανακαλύψουν κάτι το ουσιαστικό: διαφορετικά παραμερίζονται» -«Γράμμα στον Φλις» (1900)
    Πενήντα  οκτώ χρόνια ματά το θάνατό του, η «ενεργός απουσία» του ιδρυτή της ψυχανάλυσης εξακολουθεί να ταράζει, να προκαλεί, να απωθεί. Ο πόθος του πραγματοποιήθηκε. Κατάφερε να «πετύχει». Να μείνει στην Ιστορία ως κονκισταδόρος, μεγάλος εξερευνητής του πλανήτη της ψυχής, να χαράξει ανεξίτηλα τη φυσιογνωμία του 20ού αιώνα. Κι όμως η επιφύλαξη και η καχυποψία ούτε στιγμή δε σταμάτησαν να υπονομεύουν την αξία και τη σημασία του έργου του.
    Όταν το 1895 παρουσιάζει μαζί με τον Breuer τις «Μελέτες πάνω στην υστερία», οι συνάδελφοί του θα αποκαλέσουν τη θεωρία για την ψυχογένεση των νευρώσεων «αντιεπιστημονικό παραμύθι». Ένα «παραμύθι» συγκλονιστικό, αλλιώτικο, που στην εποχή εκείνη παρήγαγε ενεργά έως σήμερα ερωτήματα.
    -Είναι δυνατόν να έχουν κάποιο νόημα οι α-νόητες φαντασιώσεις των υστερικών γυναικών;
    -Είναι δυνατόν διάφορα συμπτώματα, όπως η ανορεξία, η αναισθησία του δέρματος, οι παράλογοι φόβοι, η παράλυση, η αφωνία, να οφείλονται σε σεξουαλικά τραύματα της πρώτης παιδικής ηλικίας;
    -Είναι δυνατόν το σώμα να θυμάται;
    -Είναι δυνατόν το «αθώο παιδί» να είναι ένα «πολύμορφα διεστραμμένο πλάσμα»;
    -Είναι δυνατόν αιμομεικτικές, επιθετικές τάσεις να συνδέουν το παιδί με τα γονεϊκά πρότυπα;
    -Είναι δυνατό το άναρχο και άχρονο ασυνείδητο να επιβάλλει τους όρους του σε ένα ταπεινό και περιχαρακωμένο Εγώ;
    -Είναι δυνατόν στενές συγγένειες να συνδέουν το φυσιολογικό με το παθολογικό;
    Είναι δυνατόν οι παντοδύναμες ορμές του Έρωτα και του Θανάτου να προδιαγράφουν την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης;
    Ο Freud θα αναλώσει όλη τη ζωή του προσπαθώντας να υπερασπιστεί αυτές τις τρεις λέξεις: «Ναι, είναι δυνατόν». Το γνωρίζον υποκείμενο, οχυρωμένο μέσα στον πύργο της συνείδησης, δέχεται ένα θανάσιμο ναρκισσιστικό πλήγμα. Η αξιοπιστία μια μακροχρόνιας παράδοσης ορθολογιστικής σκέψης κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
    Εδώ κι έναν αιώνα η σκέψη του Freud ακατάπαυστα υπενθυμίζει ότι το άτομο δεν είναι κυρίαρχο της γνώσης για το είναι του. Ότι το υποκείμενο δεν είναι υπο-κείμενο της συνείδησής του. Ότι μια ετερότητα, που ονομάζουμε ασυνείδητο και απαρτίζεται από στοιχεία αλλότρια και ξένα, στη συνείδησή μας κατοικεί.
    Κι όμως πίσω από την απομυθοποίηση και την κατάρρευση της παντοδυναμίας της συνείδησης το υποκείμενο επανέρχεται. Είναι οι φωτεινές διαρροές στην απαισιοδοξία του Freud.
    Όχι, δεν είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι. Υπάρχει ένα ζητούμενο, υπάρχει ένας στόχος ικανός να καταξιώσει τελικά την περιπέτεια της ριγμένης-εκεί-ύπαρξης: «Εκεί που είναι το Αυτό να γίνει Εγώ». Ίσως η πιο μεστή νοήματος φράση του Freud.
    Στην αυγή του 21ου αιώνα, μέσα από τα πισογυρίσματα της Ιστορίας, τη χρεοκοπία του ορθού λόγου, την αίσθηση μιας γενικευμένης απελπισίας και ανημποριάς που περιβάλλει το άτομο, η φράση αυτή αποβαίνει αλλιώς σημαντική. Μια προτείνει μια διαφορετική γνώση του εαυτού μας. Μια γνώση που αναγνωρίζει την ετερότητα που μας κατοικεί.
    Μια μαγική φράση που αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός, εστω, σχετικά αυτόνομου ατόμου, ικανού να στοχάζεται πάνω στις επιθυμίες και τις ενορμήσεις του. Να μην κατακλύζεται από αυτές, να μην τις λογοκρίνει, αλλά να μπορεί στοχαστικά να αποφασίσει αν θα τις πραγματοποιήσει.
    Είναι άραγε ουτοπία; Δεν ξέρω. Είναι σίγουρα μια ευχή που αφήνει πίσω του ο Freud. 
    Φωτεινή Τσαλίκογλου, «Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής», Freud, εκδόσεις Καστανιώτη -απόσπασμα

    Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία

    Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε.

    Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης.

    «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.

    Παρ'όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:

    «Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου».

    Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες.

    Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». [...]

    «Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη.

    Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

    Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα.

    Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:

    «Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». [...]

    Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;

    Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης.

    Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό.

    Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. [...] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».

    Ντοστογιέφσκι - Βιογραφία, Εκδόσεις «Αρμός»

    Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

    Αόρατη Κλωστή


    Από όλες τις θαυμαστές εκκεντρικότητες που έχει εξερευνήσει μέχρι στιγμής το σταθερά συναρπαστικό έργο του Πολ Τόμας Άντερσον, η αγάπη ίσως να παραμένει η πιο αχαρτογράφητη. Γιατί αν κάτι εξετάζει με παιγνιώδη διάθεση η «Αόρατη Κλωστή», αυτό δεν είναι άλλο από τα ανεξερεύνητα μυστήρια της ερωτικής έλξης ανάμεσα σε δυο ανθρώπους και τα όρια που είναι διατεθειμένοι να υπερβούν για χάρη της.
    Μόνο που στην περίπτωση της νέας ταινίας του Άντερσον, ο σχεδιαστής υψηλής ραπτικής ήρωας και η βοηθός και ερωμένη του, μια σερβιτόρα την οποία ανακαλύπτει και αναγορεύει γρήγορα σε μούσα του, δεν είναι δυο οποιεσδήποτε περιπτώσεις ανθρώπων. Ένα αθέατο νήμα ενώνει τις τύχες τους σε ένα βασανιστικό και απρόβλεπτης κατάληξης ρομάντζο που εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον στα πολυτελή δωμάτια-κελιά ενός μεγαλοαστικού σπιτιού στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, εκεί όπου o Ρέινολντς Γούντκοκ αποκτά περίοπτη θέση τον κόσμο της μόδας και ταυτόχρονα γίνεται δέσμιος της μοιραίας αδυναμίας του να διακρίνει τον απαραίτητο διαχωρισμό ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη.
    Η Άλμα, όπως είναι το όνομα της αρκετά νεαρότερης προστατευόμενής του, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μια ακόμη προσθήκη σε μια μακρά (όπως υποψιαζόμαστε) λίστα με πρόσκαιρες κατακτήσεις του μονομανούς σχεδιαστή ο οποίος μαγνητίζει την πελατεία του με την ίδια ευκολία που καταδυναστεύει τον εαυτό του και τους άλλους εξαιτίας της τελειομανίας και των ψυχαναγκασμών του.
    Ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.
    Φυσικά τίποτα ανησυχητικό δεν διαφαίνεται εξαρχής στο αριστοκρατικό παράστημα και την ευγενική παρουσία του ορκισμένου εργένη. Αυτός είναι και ο λόγος που η Άλμα ανταποκρίνεται ευθύς στο κάλεσμά του. Δεν περνάει καιρός, παρ' όλα αυτά, μέχρι να βρεθεί εγκλωβισμένη, υπομονετικός αποδέκτης της συναισθηματικής ακαμψίας του και αντιμέτωπη με τα αμείλικτα βλέμματα που της ρίχνει η παγερή αδερφή του, Σίριλ, έως ότου βρει την πολύτιμη χαραμάδα μέσα από την οποία θα καταφέρει τελικά να διαπεράσει τον απροσπέλαστο μέντορά της.
    Με έναν εκπληκτικό έλεγχο στην αφήγησή του, στις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων του και στους ρυθμούς, που συχνά δίνουν την εντύπωση ότι παρακολουθούμε ένα ψυχολογικό θρίλερ, ο Άντερσον αφήνει για λίγο τον θεατή να μαντεύει αν η ταινία θα καταφύγει στο προφανές: θα ασχοληθεί με τη σύγκρουση δυο γυναικών για την καρδιά του ίδιου άντρα ή θα εξιστορήσει την ευτυχή κατάληξη μιας δύσκολης αγάπης;
    Επειδή όμως η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων, έτσι και ο Άντερσον ξεδιπλώνει με φοβερή ακρίβεια και ηδονή το σύνθετο εσωτερικό των χαρακτήρων του, καθοδηγώντας την πλοκή του μέσα στις αμφισημίες τους, τις ψυχολογικές γκρίζες ζώνες τους και την βεβαιότητα ότι τίποτα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται.
    Με ξεκάθαρες αναφορές στο σινεμά του Άλφρεντ Χίτσκοκ (ίσως δεν είναι και τυχαίο που η βασική ηρωίδα έχει δανειστεί το όνομά της από τη σύζυγο του Βρετανού σκηνοθέτη), ο Άντερσον κλείνει ευπρόσδεκτα το μάτι στη «Ρεβέκκα», με την επικριτική φιγούρα της δεσποτικής Σίριλ (Λέσλι Μάνβιλ) να θυμίζει την βλοσυρή κυρία Ντάνβερς, και παραπέμπει ευθέως στις «Υποψίες» με την εκπληκτική σκηνή-κλειδί που κορυφώνει το φιλμ (και δεν γίνεται να αποκαλύψουμε εδώ). Στην ουσία όμως εμπνέεται από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», τις επικίνδυνες συνέπειες που επιφέρει η ανθρώπινη εμμονή και τον τρόπο με τον οποίο ένας άντρας καταλαμβάνεται από την ιδέα του να σμιλεύσει την ταυτότητα μιας γυναίκας όπως αυταρχικά εκείνος επιθυμεί.
    Η «Αόρατη Κλωστή» σαγηνεύεται με το να αποκαλύπτει τα παράδοξα μυστικά που κρύβουν πίσω τους οι επιφάνειες των ανθρώπων και των πραγμάτων
    Παρά τις αναφορές στο Χίτσκοκ, ωστόσο, ή στις υπόγειες συνδέσεις που ενώνουν την ταινία αυτή με προηγούμενες δημιουργίες του Άντερσον όπως το «Master», το «Θα Χυθεί Αίμα» και το «Χτυπημένος από Έρωτα», η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα σύμπαν από μόνη της. Όπως όλες οι ταινίες του Αμερικανού δημιουργού, έτσι κι αυτή χτίζει έναν ολότελα δικό της κόσμο και τον κατοικεί μέχρι τα πέρατά του, μαζί με τους αλλόκοτους ενοίκους του, τα πάθη και τις παράνοιές τους.
    Εκεί παρασύρει δεξιοτεχνικά και το κοινό της, αφήνοντάς το να παρακολουθήσει από προνομιακή θέση αρχικά ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας και επικράτησης, στη συνέχεια την τυραννία που ασκεί ένα αδηφάγο καλλιτεχνικό δαιμόνιο και εν τέλει μια αναπάντεχη παραλλαγή πάνω στο μύθο της εξημέρωσης του κτήνους, του εξανθρωπισμού ενός μοναχικού και ψυχωτικού πλάσματος από ένα άφοβο θηλυκό το οποίο αντιλαμβάνεται ότι κάθε σχέση, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να αναγνωρίζει και να αντιστέκεται στα δηλητήριά της.
    Με τον Τζόνι Γκρίνγουντ να συνθέτει την ωραιότερη μουσική του υπόκρουση σε ταινία ως τώρα, τον Μαρκ Μπρίτζες να μεγαλουργεί στον σχεδιασμό κοστουμιών, το σενάριο να «κεντάει» στα πρόσωπα και στους διαλόγους, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις να παραδίδει άλλη μια αξέχαστη φιγούρα σαγηνευτικού διαβόλου και τη νεοφερμένη Βίκι Κριπς να στέκει επάξια δίπλα του ως η ερμηνεία-αποκάλυψη του φιλμ, η «Αόρατη Κλωστή» είναι ένα κομψοτέχνημα ντυμένο τα ρούχα ενός φαρμακερού και μακάβρια αστείου love story.  Λουκά Κατσίκα