Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Το στάδιο του καθρέπτη J.L.

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Η αφετηρία της λακανικής οντολογίας είναι η μεταψυχολογική ιδέα του ναρκισσισμού. Αυτή η ιδεώδης, όσο και χιμαιρική, «ενότητα» κι αυτάρκεια του ανθρώπου, στον Φρόιντ είναι ήδη μια αναδίπλωση, παραίτηση του υποκειμένου απ’ τις φυσικές τράπεζες των συναισθηματικών του καταθέσεων, η μεγαλομανία του ψυχιατρείου. Στον Λακάν είναι η πηγή της αλλοτρίωσης.
Η ζωή του υποκειμένου είναι μια πορεία προς τους άλλους, πάνω απ’ το «χάσμα», μέσα στο οποίο έχει εξαφανιστεί το αυθεντικότερο πρόσωπο του. Το υποκείμενο, μια προβολή της συγχρονίας του παρελθόντος στη διαχρονία του μέλλοντος, διχάστηκε απ’ το «Άλλο» του, μπροστά στους άλλους. Η γλώσσα προσδιορίζει το στίγμα της απώλειάς του και τις τάξεις του. Το φαντασιακό (L’ IMAGINAIRE), κινούμενο σ’ έναν άξονα που περιέχει τη φαινομενολογική «αντίληψη» μα και την ψευδαίσθηση, το Συμβολικό (LE SYMBOLIQUE), την τάξη του λόγου και της συμβολικής έκφρασης που συνιστά το ψυχαναλυτικό πεδίο, και το Πραγματικό (LE REEL), τον χώρο που προϋπάρχει της φαινομενολικής εμπειρίας, τον εντός αγκυλών κόσμο του Χούσσερλ, όπου η εμπειρία επαληθεύεται (Χάϊντεγγερ).
Αυτές οι τάξεις είναι ακτινοβολία των βιωμάτων μιας ηλικίας (6ος – 18ος μήνας της ζωής), που περνάει απ’ τη ναρκισσιστικοποίηση των ερωτικών των δυναμικών ή απ’ το στάδιο του καθρέφτη. Αν και βρίσκεται σε μια κατάσταση ανεπαρκούς οργάνωσης του φλοιού, γενικής μυϊκής αδυναμίας κι έλλειψης κινητικού συντονισμού, το νήπιο προετοιμάζει φαντασιωσικά την ιδέα της σωματικής του ενότητας. Αυτό. πραγματοποιείται μέσω μιας ταυτοποίησης με την εικόνα του ειδώλου ή ενός «σωσία» (λ.χ. ενός άλλου νηπίου που στέκεται αντίκρυ, εκεί-πέρα) κι εκφράζεται στην εμπειρία απεικόνισης σ’ έναν καθρέφτη.
Το στάδιο του καθρέφτη, παριστάνοντας τη μήτρα εκείνου που πρόκειται να συγκροτήσει το μελλοντικό Εγώ, θεμελιώνεται ήδη σ’ έναν αριθμό εμπειρικών δεδομένων, που αφορούν τον ρόλο του «άλλου» στην παιδική ηλικία.
α) Δεδομένα της ψυχολογίας του παιδιού και της συγκριτικής ψυχολογίας, που αφορούν τις αντιδράσεις του παιδιού μπροστά στον καθρέπτη. Ο Λακάν επικεντρώνει την προσοχή «στη θριαμβευτική ανακάλυψη της εικόνας, με τη συνοδό μιμική του παιδιού και την παιχνιδιάρικη αυταρέσκεια, με την οποία ελέγχεται η κατοπτρική φαντασίωση».
β) Ηθολογικά δεδομένα, σχετικά με την παρουσία του άλλου (του ίδιου είδους), σαν απαραίτητου όρου για την πυροδότηση της ενστικτικής συμπεριφοράς και της ωρίμανσης στα ζώα. Χωρίς μια αντιληπτική σχέση με τον άλλον, καθυστερεί η έκλυση του ενστίκτου, αν και μπορεί ο άλλος να υποκατασταθεί τεχνητά, λ.χ μ’ έναν καθρέφτη στην ακτίνα βλέμματος του ζώου. Από την άποψη της δομής του υποκειμένου, η εμπειρία αυτού του σταδίου είναι μια αποφασιστική στιγμή για τη γένεση του Εγώ και την είσοδό του στη φανταστική τάξη. Το παιδί ανακαλύπτει στην εικόνα του «άλλου» μια ολική μορφή (GESTALT), στην οποία επισημαίνει την ενότητα που του λείπει, την πληρότητα, σε αντιδιαστολή προς τη δική του ύπαρξη σαν «σώματος-σε-κομμάτια». Ταυτοποιείται μ’ αυτή την εικόνα. Κι αυτή η πρωτογενής ταυτοποίηση κάνει το Εγώ να συντίθεται από υλικά φαντασίας, να συγκροτείται εξ’ αρχής σαν «ιδεώδες εγώ», εστί όλων των μεταγενέστερων ταυτοποιήσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι ταυτόσημο με το Εγώ. Το Εγώ είναι ένας «άλλος», ένας πράκτορας της φαντασίας που υπονομεύει κι αποξενώνει το αυθεντικό υποκείμενο.
Το στάδιο του καθρέπτη παράγει μια θεμέλια αλλοτρίωση του όντος απ’ τον εαυτό του και την ανακάλυψη ενός Εγώ, που είναι η μη-αυθεντική εγκοσμιότητα. Αυτή είναι η εικόνα του Λακάν για το Εγώ του Ναρκισσισμού και το Ιδεώδες Εγώ (IDEAL ICH) της «Ομαδικής ψυχολογίας». Αυτή είναι η προειδοποίηση του Λακάν στον μελλοντικό αναλυτή και στην τελετουργική γλώσσα που θα έχει τον πειρασμό να χρησιμοποιήσει, μια γλώσσα ακίνητη πια, «καταναλωμένη», που δεν δονεί τα περιεχόμενά της, που δεν εξεγείρεται ενάντια στην αλλοτρίωσή της. Στο process της θεραπείας, που σκοπεύει σε μια νέα ανακάλυψη της απωθημένης αυθεντικότητας, είναι απαραίτητη η κατανόηση της «οντολογικής δομής του ανθρώπινου κόσμου», η κατανόηση του σταδίου του καθρέφτη, σαν μιας φανταστικής ταυτοποίησης, όπου η καταβρόχθιση μιας εικόνας, μετασχηματίζει μοιραία το υποκείμενο σε μια ξένη ταυτότητα. Στο στάδιο λοιπόν του καθρέφτη έχει την πηγή της «παραγνώρισης» (méconnaíssance), οι παθολογικές άμυνες του Εγώ, που πλαστογραφούν την αυθεντικότητα του DASEIN, χάριν μιας βολικής προσαρμογής του στο «εκείνοι» του κόσμου. Στη βάση της πρωτογενούς κατοπτρικής εμπειρίας, στη σφαίρα του φανταστικού εμπίπτουν, από ενδοϋποκειμενική άποψη η ναρκισσιστική σχέση του Εγώ με το σώμα του κι από διϋποκειμενική άποψη μια «δυαδική σχέση», που κινείται στους πόλους της ερωτικής έλξης και της επιθετικότητας.
Ποια ιδέα μπορούμε να σχηματίσουμε για το ναρκισσισμό; Θεωρούμε ότι η σχέση του ναρκισσισμού είναι η κεντρική φαντασιακή σχέση για τη διαπροσωπική επαφή. Τι συνέτεινε ώστε να αποκρυσταλλωθεί γύρω από αυτή την έννοια η εμπειρία του ψυχαναλυτή; Πρίν απ’ όλα, η αμφισημία της. Αποτελεί όντως μια ερωτική σχέση-κάθε ερωτική ταύτιση, κάθε σύλληψη του άλλου από την εικόνα μέσα σε μια σχέση ερωτικής αιχμαλώτισης, γίνεται δια μέσου της ναρκισσιστικής σχέσης-και αποτελεί επίσης το υπόβαθρο της επιθετικής έντασης. Από τη στιγμή που η έννοια του ναρκισσισμού εισήλθε στην ψυχαναλυτική θεωρία, η πτυχή της επιθετικότητας τέθηκε όλο και περισσότερο στο επίκεντρο των προβληματισμών τεχνικής φύσεως. Όμως η επεξεργασία τους υπήρξε στοιχειώδης. Ακριβώς αυτό εξυπηρετεί το στάδιο του καθρέφτη. Αναδεικνύει τη φύση αυτής της επιθετικής σχέσης και το τι σημαίνει. Το ότι η επιθετική σχέση παρεμβαίνει στο μόρφωμα που λέγεται εγώ, γίνεται επειδή είναι συστατικό του, επειδή το εγώ είναι πλέον αφ’ εαυτού ένας άλλος, επειδή εγκαθιδρύεται ως κυριαρχική λειτουργία στα ενδόμυχά του.
Η έμφαση που δίνεται από τον Λακάν στο ναρκισσισμό αποτελεί συνέπεια της προσοχής που δείχνει στη σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνικού πλαισίου, υποκειμένου και περιβάλλοντος. Διερευνά τη σχέση με τον πλησίον μας, τον όμοιό μας, αυτόν που ονομάζει μικρό άλλο καθώς επίσης και τη γοητεία που ασκεί στο υποκείμενο η εικόνα, την τάση του να αιχμαλωτίζεται. Από ορισμένες εικόνες. Το στάδιο του καθρέφτη είναι στα μάτια του Λακάν ένα πρότυπο, μια παραδειγματική στιγμή, της σχέσης του ανθρώπου με την εικόνα του εαυτού και τον όμοιό μας. Ο Λακάν μελετώντας την παρανοϊκή ψύχωση βρίσκει επιτέλους, με το στάδιο του καθρέφτη, ένα μοντέλο για να αρθρώσει τα πράγματα. Εισάγει έτσι αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Εγώ που αποτελεί την «παρανοϊκή γνώση». Η παρανοϊκή γνώση καθορίζεται από το φθόνο, στοιχείο το οποίο ο Λακάν, στο άρθρο του «Τα οικογενειακά συμπλέγματα», θεωρούσε αποφασιστικό για το κοινωνικό συναίσθημα. Ο φθόνος παρουσιάζεται από το πλέγμα της εισβολής [παραδείγματος χάριν ενός μικρότερου αδελφού] και σχετίζεται με το στάδιο του καθρέφτη.
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Ο Λακάν στο 16ο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο της Ζυρίχης, που πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1949, ανακοίνωσε ένα κείμενο με τίτλο: «Το στάδιο του καθρέφτη ως διαμορφωτικός παράγοντας της λειτουργίας του πρώτου ενικού προσώπου, όπως αυτή μας αποκαλύπτεται στην ψυχαναλυτική εμπειρία». Ο Λακάν υπενθύμισε, από τις πρώτες στιγμές της ανακοίνωσής του, ότι έχουν περάσει ήδη δεκατρία χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η σύλληψη του σταδίου του καθρέφτη. Το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε να εκθέσει εκ νέου και να αναπτύξει περαιτέρω το θέμα του. Ποια διερώτηση εμπνέει το κείμενο του σταδίου του καθρέφτη; Το παιδί, αντίθετα με τον πλέον ανεπτυγμένο χιμπαντζή, αναγνωρίζει ήδη την εικόνα του στον καθρέφτη και πολύ συχνά, απέναντι στην αντανάκλασή του, αρχίζει να κάνει χειρονομίες για παιχνίδι και γκριμάτσες από περιέργεια. Για το χιμπαντζή η εικόνα είναι μόνο μια εικόνα, για το παιδί είναι μια ανησυχία. Για πρώτη φορά βλέπει τον εαυτό του και επιπλέον: «βλέπει τον εαυτό του να βλέπει». Αυτή η ανακάλυψη συντελείται ανάμεσα στους έξι και τους δεκαοκτώ μήνες. Η συνάντηση με την ίδια του την εικόνα στον καθρέφτη είναι κεφαλαιώδης, οπότε, όταν θα συλλαμβάνει, ως ενήλικας πια, την εικόνα του σε έναν καθρέφτη, σε μια οθόνη ή σε μια φωτογραφία, κάτι ανησυχητικό θα συνοδεύει αυτή την ανακάλυψη. «Για δες, αυτό είμαι εγώ!…Πώς με βρίσκεις;…Μοιάζω με ηλίθιο…Θεέ μου! Πόσο άσχημα έχω στηθεί…»Το πρώτο ενικό πρόσωπο είναι αντιπροσωπευτικό, έχει μια υπόσταση; Παρότι ζούμε κάθε μέρα με τον εαυτό μας, δεν είναι δυνατόν να συλλάβουμε τις μιμήσεις μας, τα τικ μας, τα νεύματα του κεφαλιού μας. Η πλάτη μας, για παράδειγμα, εκτός κι αν στραφούμε και συστραφούμε πολύ, παραμένει για πάντα άγνωστη. Η εικόνα που βλέπει το παιδί στον καθρέφτη είναι όντως δική του; Μια αμφιβολία επιμένει…Πρόκειται για την εικόνα του ή για την εικόνα κάποιου άλλου ή του άλλου; Ας θυμηθούμε τον τίτλο: «Το στάδιο του καθρέφτη ως διαμορφωτής του πρώτου ενικού προσώπου». Είναι σαν να λέμε ότι το πρώτο ενικό πρόσωπο δεν έχει τίποτα το πολύ Ισχυρό, παραπαίει. Ο Lacan διευκρινίζει ότι η ψυχανάλυση αντιτίθεται έτσι σε κάθε φιλοσοφία που πηγάζει απευθείας από το καρτεριανό «σκέφτομαι άρα υπάρχω». Το μικρό όν αισθάνεται καταρχάς ότι υπάρχει. Στη συνέχεια ανακαλύπτει την εικόνα του με την οποία πρέπει να ταυτιστεί. Ο Lacan διασαφηνίζει: πρέπει να ταυτιστεί με «έναν άλλο». Καταλαβαίνουμε πως εκεί υπάρχει μια πρώτη συνάντηση με την ανησυχητική παραδοξότητα που δομεί τη νεύρωσή μας. Το στάδιο του καθρέφτη μας εξηγεί ένα τμήμα της νεύρωσης που οφείλει να περατωθεί με την επέλευση αυτού που ο Lacan ονομάζει «κοινωνικό πρώτο ενικό πρόσωπο», στιγμή ταύτισης με την εικόνα του ομοίου που είναι ενσωματωμένος στην κοινωνία. Το «κοινωνικό πρώτο ενικό πρόσωπο» είναι περισσότερο μια ευχή, ένας ιδανικός στόχος, παρά μια πραγματικότητα. Είναι άραγε δυνατόν, χωρίς να γνωρίζουμε το πρώτο ενικό πρόσωπο, να καταλάβουμε κάτι για κάποιον; Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει ο Lacan με τον όρο «διυποκειμενικότητα». Θα μπορούσαμε τέλος να πούμε ότι το στάδιο του καθρέφτη θα έπρεπε να περατώνεται στην ηλικία των έξι ετών, όταν το παιδί ενσωματώνεται στην κοινωνία.
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Το Σρεμπέρειο σώμα, έτσι όπως το τοποθετεί ο Λακάν είναι το σώμα του σταδίου του καθρέφτη. Είναι ένα σώμα βλεμματικό, ένα σώμα οπτικό, που η αναστήλωσή του τοποθετείται κατεξοχήν στο οπτικό πεδίο, βασίζεται στο οπτικό πεδίο. Δεν παρεμβαίνει στη συγκεκριμένη θεωρητικοποίηση παρά μόνο σε παράλληλη σχέση με ό,τι ανάγεται στη σημαίνουσα άρθρωση. Στη λακανική θεωρητική κατασκευή της εποχής εκείνης, το στάδιο του καθρέφτη αποτελεί την εκλεκτική αναρορά περί σώματος. Η αναφορά αυτή συνδέει θεμελιωδώς το σώμα με την εικόνα. Όπως παρουσιάζεται στο «Για ένα προκαταρκτικό ζήτημα…», το στάδιο του καθρέφτη είναι μια θεωρητική κατασκευή που στόχο έχει να επισημάνει πως όταν ο μεταφορικός κόμβος λείπει, το φαντασιακό επιστρέφει στην εσωτερική λογική του, σε μια λογική που το χαρακτηρίζει. Οπωσδήποτε, το στάδιο του καθρέφτη περιλαμβάνει ουσιαστικά μια διαφορά μεταξύ βιολογικού οργανισμού και οπτικού σώματος, μια διαφορά που μπορούμε να την ονομάσουμε χάσμα, όπως κάνει ο Λακάν, δείχνοντας το υποκείμενο διχασμένο σε οργανικές αισθήσεις και στην αντίληψή του της μορφικής ολότητας. Όμως, σύμφωνα με την παρουσίαση του σταδίου του καθρέφτη που έκανε ο Λακάν, η ολική σωματική εικόνα προς την οποία το υποκείμενο ταυτίζεται έχει αξία ζωής. Είναι μια εικόνα που ενσαρκώνει τη ζωτική ισχύ που θα είναι στο μέλλον η ζωτική ισχύς του υποκειμένου.
Το στάδιο του καθρέφτη που ο Λακάν εισήγαγε την εποχή που είχε ενδώσει στην ιδεολογία της [ψυχοσεξουαλικής] ανάπτυξης, παρουσιάζεται, έτσι όπως επικράτησε να ονομάζεται ως ενταγμένο σε μια φάση της ανάπτυξης του παιδιού. Αυτή η φάση θεωρείται πως υποδηλώνει με ποιον τρόπο το παιδί ωθείται προς τα εμπρός από το φαντασιακό που αποτελεί συνεπώς μια μήτρα, μια ουσιαστική ζωτική λειτουργία. Οφείλουμε να αντιληφθούμε πως όταν ο Λακάν αξιοποιεί το στάδιο του καθρέφτη στο «Για ένα προκαταρκτικό ερώτημα…», το εκλαμβάνει δίνοντας έμφαση στην αντίστροφη όψη του, δίνοντας έμφαση στον θάνατο που ενέχεται στη λειτουργία αυτή. Το εισάγει ακριβώς σαν το στοιχείο που επιτρέπει στο ανθρώπινο ζώο να φανταστεί τον ίδιο του το θάνατο. Δίνει μια διαφορετική αξία στο χάσμα, σύμφωνα με την οποία η διάρρηξη και η δυσαρμονία χρεώνεται στον θάνατο.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
Η πατρότητα απασχόλησε τον Φρόιντ σε όλο το έργο του. Η επιστροφή του Λακάν στο κείμενο του πατέρα της ψυχανάλυσης ανέδειξε με τον πιο εμφαντικό τρόπο αυτό το σημείο. Από τις πρώτες κιόλας εργασίες, η εισαγωγή της λακανικής τριάδας του Συμβολικού, Φαντασιακού και Πραγματικού δένεται με το ζήτημα της πατρότητας.
Στη «διάλεξη της Ρώμης» ο Lacan εισήγαγε αυτή τη νέα σημαντική έννοια: «Το όνομα του πατρός». Ο πατέρας ταυτίζεται, μέσω των νόμων της συμβολικής οργάνωσης και της γλώσσας με το Νόμο. Στο όνομα του πατρός πρέπει να αναγνωρίσουμε τη συμβολική λειτουργία η οποία, από την αυγή των ιστορικών χρόνων ταυτίζει το πρόσωπό του με τη μορφή του νόμου. Αυτό ο Lacan μιλάει για το όνομα του πατρός μάλλον παρά για το νόμο του πατρός, είναι γιατί θέλει να εισαγάγει μια διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις δύο έννοιες. Ο αστυνομικός είναι ο εκπρόσωπος του νόμου, ο πατέρας είναι ο ίδιος ο νόμος ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Αν και η έννοια του «ονόματος του πατρός» είναι κύρια στο έργο του Lacan, είναι δύσκολο να εξηγηθεί απλά. Ο πατέρας είναι ένα πραγματικό ον και σαν τέτοιο κατέχει όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δηλαδή είναι αδύναμος, κάνει λάθη, σοβαρά μάλιστα και σπάνια αποτελεί παράδειγμα τελειότητας. Όμως το παιδί βλέπει «πίσω» από τον πατέρα του το Νόμο, ο πατέρας είναι ο απευθείας απόγονος, δια του «ονόματός» του, του Νόμου. Περί ποίου Νόμου πρόκειται;
Από τις πρώτες στιγμές της ζωής του ο άνθρωπος συμμορφώνεται με ένα σύνολο αρχών που φαίνεται ότι κυβερνούν τη ζωή στην οικογένεια και πάνω στη γη. Μία από αυτές τις αρχές είναι ότι δεν επιτρέπεται να έχουν τα παιδιά τόσο στενές σχέσεις με τη μητέρα όσο αυτές που έχει μαζί της ο πατέρας. Όμως οι συμβουλές, οι θεσμοθετημένοι από τον αρχηγό της οικογένειας κανόνες δεν εφαρμόζονται από την πλευρά των ενηλίκων. Οι θεσμοθετημένοι από τον πατέρα νόμοι, μέσω της γλώσσας, δεν είναι μόνο επιτεύγματα του πραγματικού πατέρα, είναι συμβολικοί. Αυτοί οι συμβολικοί Νόμοι, που μαντεύουμε επίσης πίσω από την πατρική εξουσία, είναι η θέληση ενός πατέρα υποκειμενικού, απατηλού, του «ονόματος του πατρός».
Πίσω από τον πραγματικό πατέρα κρύβεται ένας φανταστικός πατέρας που είναι φύλακας των Νόμων τους οποίους υποθέτουμε ότι πρέπει να σεβόμαστε. αυτοί οι νόμοι ανταποκρίνονται στην εντελώς υποκειμενική συμβολική οργάνωσή μας. Είναι αυτονόητο ότι αυτή η συμβολοποίηση που εμπεριέχεται στην έννοια του «ονόματος του πατρός» είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ψυχανάλυση.
Οι νόμοι του πραγματικού πατέρα είναι συνηθισμένοι και περιορισμένοι σε συγκεκριμένους τομείς, ενώ οι Νόμοι του συμβολικού πατέρα, του «ονόματος του πατρός», είναι ο τομέας του Θεού και του ναρκισσισμού. Στο μικρό παιδί, η εξουσία τοποθετείται στην εικόνα του πατέρα. Λέμε «εικόνα» εφόσον στη σκέψη του Lacan θα καθιερωθεί μια αποχρώσα διαφορά ανάμεσα στην εικόνα του πατέρα και στον πραγματικό πατέρα. Για να κατανοήσουμε αυτή τη διαβάθμιση, είναι αναγκαία να κατανοήσουμε την έννοια της πατρότητας. Ο κάθε πατέρας θα μπορούσε να πει: «δεν είναι εύκολο να είσαι πατέρας», υπονοώντας ότι δεν είναι εύκολο να είναι τόσο «πατέρας» όσο ήταν ο δικός του πατέρας. Τι σημαίνουν αυτές οι ασάφειες; Ότι η ιδέα που έχουμε για το ρόλο του πατέρα είναι φανταστική, αυτό που θαυμάζουμε στον πατέρα μας δεν είναι ο πραγματικός πατέρας, αλλά η μυθολογική, θεοποιημένη εικόνα που αναπαριστά αυτή η λειτουργία. Πάνω από τον πατέρα υπάρχει ο Πατέρας, ο Lacan κατονομάζει αυτό τον ιδανικό, φαντασιακό, απρόσιτο Πατέρα, το «όνομα του πατρός» σαν η λειτουργία να μην έγκειται στον άνθρωπο, αλλά στο όνομά του, στο συμβολισμό του.
Καθώς η ωριμότητα εγκαθίσταται σιγά σιγά, αυτό που αντιπροσωπεύει ο πατέρας γίνεται το Υπερεγώ. Οι πατρικοί κανόνες δεν είναι εξωτερικοί πλέον στο άτομο, είναι εσωτερικοί. Τι είναι ένας πατέρας; Είναι, βέβαια, αυτός που επιβάλλει την απαγόρευση, περιορίζει την απόλαυση και συμβολίζει το νόμο. Αλλά είναι, επίσης, και αυτός που ενσαρκώνει τη διάσταση της απόλαυσης. Ο πρωταρχικός πατέρας, ο πατριάρχης της πρωτόγονης ορδής, δεν υπόκειται στον ευνουχισμό. Κάθε υποκείμενο, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της σεξουαλικής σχέσης, οφείλει να ενταχθεί στη φαλλική λειτουργία. Η φαλλική λειτουργία στον άντρα οριοθετείται από τον πατέρα αυτόν τον Ένα που αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα της αποκοπής. Από τη στιγμή που ο πατέρας τίθεται ως εξ-ισταμένος το σύνολο των αντρών, μπορεί να υπάρξει.
Η ΠΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ
Τα ακόλουθα τρία Στοιχεία: Όνομα – του – Πατέρα, Επιθυμία της Μητέρας, Υποκείμενο, τα έχει εντάξει ο Λακάν σε μια μεταφορική διάταξη, την αποκαλούμενη «πατρική μεταφορά»: Όνομα – του – Πατέρα. Επιθυμία της Μητέρας → Όνομα – του – Πατέρα - ( Α )
Επιθυμία της Μητέρας Σημαίνεται στο υποκείμενο (φαλλός)
Αυτή η διατύπωση προτάθηκε από τον Λακάν στην εργασία του περί των ψυχώσεων. Η πατρότητα λειτουργεί ως μεταφορά δηλαδή με μια αντικατάσταση ενός σημαίνοντος από ένα άλλο σημαίνον. Αυτό που επιθυμεί η μητέρα είναι για το παιδί σκοτεινό. Έρχεται, φεύγει, που πάει; Αυτό το πέρα δώθε των μετακινήσεων το παιδί το αντιλαμβάνεται ως καθαρή εκ μέρους της αυθαιρεσία. Με το Όνομα – του – Πατέρα σημαίνεται στο παιδί ότι η ερωτική της επιθυμία αφορά κάποιον άλλο και όχι το παιδί. Ο πατέρας είναι, λοιπόν, αυτός ο τρίτος που επιτρέπει στο υποκείμενο να βγει από το φαντασιακό αδιέξοδο. Πράγματι, στο στάδιο του καθρέφτη, αυτός ο άλλος μου εαυτός που βλέπω σαν είδωλο είμαι ταυτόχρονα «εγώ» και ένας «άλλος». Κι ενώ από τη μια πλευρά υπάρχει η ερωτική αιχμαλωσία από το κατοπτρικό είδωλο, από την άλλη παρατηρείται μια αντιπαλότητα, μια επιθετική ένταση ανάμεσα στους δύο όρους. Η φαντασιακή αυτή ταύτιση βασίζεται σε μια λογική αποκλεισμού; ή εγώ ή ο άλλος. Αυτή η Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του Λακάν σαν κατάσταση θα ήταν αδιέξοδη αν δεν υπήρχε η διαμεσολάβηση ενός τρίτου. Κατ’ αρχήν, αυτόν τον ρόλο, στο στάδιο του καθρέφτη, τον αναλαμβάνει η μητέρα, που επικυρώνει με το βλέμμα της το κατοπτρικό είδωλο του υποκειμένου. Αλλά και όταν ο πατέρας εισέρχεται με τη σειρά του ως τρίτος, θα πρέπει να περάσει μέσα από το λόγο της μητέρας, από την αναφορά της στον όνομά του. Το πλαίσιο αυτό έχει τεθεί πριν έρθει το παιδί στον κόσμο. Γιατί ο πατέρας δεν έχει μόνο μια θέση στη γέννηση του παιδιού, αλλά και μια θέση στην επιθυμία και στη φαντασίωση της μητέρας, δηλαδή στη σχέση της με το φαλλό.
Κατά την πατρική μεταφορά, το υποκείμενο «βλέπει» τον πατέρα να αναδύεται μέσα από την επιθυμία της μητέρας. Κι επειδή το παιδί βρίσκεται στα δίχτυα αυτής της επιθυμίας της, είναι εκείνη που μπορεί να παρεμβάλει μέσα από το λόγο της τον πατέρα ανάμεσα σ’ αυτήν και το παιδί. Τα σημαίνοντα που σχετίζονται με την ερωτική δουλεία του στη μητέρα – όταν το παιδί ποθούσε να είναι εκείνο το αντικείμενο της μητρικής επιθυμίας, να είναι εκείνο ο φαλλός – αντικαθίστανται από τα σημαίνοντα του πατρικού νόμου και τη συμβολική τάξη. Η επιθυμία του θα προσανατολιστεί στο εξής σε άλλα αντικείμενα, πλην της μητέρας.
Για τον Λακάν, η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου. Δεν είναι ποτέ καθεαυτή, αλλά πάντοτε ετερόνομη, προσδιορισμένη από τον Άλλο. Γι’ αυτό και το παιδί σύρεται κατ’ ανάγκην από τον πόθο της μητέρας. Αλλά το Όνομα – του Πατέρα έρχεται να συμβολίσει την έλλειψη της μητέρας, την αιτία της απουσίας της. Υποκαθιστά αυτό που ήταν πρωταρχικά η επιθυμία της μητέρας. Με την υποκατάσταση αυτή, αναδύεται η φαλλική σημασία ως προϊόν της αποκοπής του υποκειμένου από μια τέτοια επιθυμία. Στην πατρική μεταφορά, ο φαλλός βρίσκεται σε θέση σημαινόμενου και οτιδήποτε λεχθεί από το υποκείμενο θα ανάγεται τελικά σ’ αυτή την ερωτική, φαλλική σημασία. Αυτό θα σημασιοδοτεί στο εξής την επιθυμία του υποκειμένου.
Οι επιπτώσεις της πατρικής μεταφοράς είναι η απώλεια και η μερικότητα. Υπάρχει απώλεια, γιατί ένα μέρος απόλαυσης είναι στο εξής απαγορευμένο. Μέρος όμως της φαλλικής απόλαυσης είναι πλέον επιτρεπτό. Το Όνομα – του Πατέρα είναι α–πρόφερτο, εξ–ιστάμενο από το απόθεμα των άλλων σημαινόντων, τον Άλλο. Έτσι, ο Άλλος, «θησαυρός των σημαινόντων» όπως τον αποκαλεί ο Λακάν, τίθεται ως ένα πεπερασμένο σύνολο που σημαδεύεται από ένα σημαίνον που είναι εξωτερικό ως προς αυτό το σύνολο: το Όνομα – του – Πατέρα. Όπως παλιότερα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα του Φρόιντ, έτσι και η πατρική μεταφορά που αποτελεί τη λακανική αναδιατύπωση του πλέγματος, θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς των υποκειμενικών δομών. Αν η πατρική μεταφορά δε λειτουργήσει, αποκλείεται το Όνομα – του – Πατέρα . Αυτός ο αποκλεισμός του Ονόματος χαρακτηρίζει την ψύχωση. Ο ψυχωτικός μένει στην αιχμαλωσία της φαντασιακής σχέσης με τον άλλο στην ερωτική ή στην επιθετική της μορφή. Για την έκλυση της ψύχωσης θα πρέπει «να κληθεί από το υποκείμενο και να τεθεί σε συμβολική αντιπαράθεση μαζί του το Όνομα – του – Πατέρα, εκείνο το Όνομα που είναι verworfen, αποκλεισμένο, που δεν ήρθε δηλαδή ποτέ στη θέση του Άλλου». Αντιμετωπίζοντας ένα πρόβλημα σχετικό με την πατρότητα που μπορεί να μην έχει να κάνει με το γονιό του, το υποκείμενο επικαλείται το Όνομα εκείνο που τη στηρίζει, αποκαλύπτοντας ότι η θέση είναι άδεια και ότι τίποτα δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του. Αυτή η συμβολική αντιπαράθεση με το αποκλεισμένο όνομα γίνεται σε ορισμένες σημαδιακές στιγμές της ζωής του υποκειμένου. Η μη – διεκπεραίωση της πατρικής μεταφοράς ανοίγει ένα χάσμα στη σημασία που προκαλεί «αλλεπάλληλες αναδιευθετήσεις στο σημαίνον, με ολοένα και πιο ολέθρια για το φαντασιακό αποτέλεσμα, έως ότου σημαίνον και σημαινόμενο, σταθεροποιηθούν στο ψυχωτικό παραλήρημα». Στην προκειμένη περίπτωση, τα σημαίνοντα του Άλλου αποδεσμεύονται από την εστίαση στη φαλλική σημασία. Από δω προέρχεται και η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει το υποκείμενο να ξαναδώσει στον κόσμο του σημασία, για να μπορέσει να τον «κατοικήσει».
TΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΒΟΡΡΟΜΕΙΟ ΚΟΜΒΟ
Τα τελευταία χρόνια της διδασκαλίας του, ο Λακάν επιχειρεί μια ακόμα θεωρητική αναδόμηση. Επανέρχεται στο ζήτημα του πατέρα χρησιμοποιώντας το βορρόμειο κόμβο, που βλέπουμε αναδρομικά πόσο πολύ του χρειαζόταν. Σ’ αυτό το ζήτημα βλέπουμε πάλι τη διαδρομή του Λακάν να κινείται παράλληλα προς το Φροϋδικό έργο. Με το βορρόμειο κόμβο τίθεται εκ νέου η θεματική της πατρότητας, μαζί με έναν προβληματισμό που αφορά το στόχο της αγωγής: Είναι δυνατή η υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος;
Ο Λακάν, βέβαια, ήταν αυτός που επανέφερε το ζήτημα του πατέρα σε μια εποχή που το παραμερίζει, για να ασχοληθεί με τα προ – οιδιπόδεια στάδια, τις πρώιμες σχέσεις παιδιού και μητέρας. Ήταν αυτός που αποκατέστησε, δίνοντας την αρμόζουσα θέση, την πατρική λειτουργία και την κεντρικότητα του φαλλού, κάνοντας, μέσω της κατηγορίας του Συμβολικού, τις απαραίτητες διορθώσεις στις επεξεργασίες της Μέλανι Κλάιν. Όμως η επιδίωξή του ήταν να βρει κάτι πέρα από το οιδιπόδειο πλέγμα. Για τον ελιγμό αυτό, στο ζήτημα της πατρότητας προωθεί το αντικείμενο μικρό α και την τοπολογία του βορρόμειου κόμβου. Ήθελε να υπερβεί τα φροϋδικά αδιέξοδα όσον αφορά το τέλος της ψυχαναλυτικής αγωγής, τη στόχευση και τον τερματισμό της. Το διακύβευμα ήταν η αλήθεια και το πρόβλημα ήταν αυτό το «αμετακίνητο σημείο του συμβολικού ευνουχισμού».
Στις διατυπώσεις για την ένταξη στο φύλλο διαφαίνεται αυτός ο προσανατολισμός: «Το όνομα – του – Πατέρα δεν μπορεί να αφομοιωθεί από την τριαδική λογική του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού, όπως δεν μπορεί να αφομοιωθεί και από τους τύπους της ένταξης στο φύλο. Όπως υπάρχει μια απόκλιση ανάμεσα στο Όνομα – του Πατέρα και την τριάδα, έτσι υπάρχει και μια απόκλιση ανάμεσα σε αυτό και στις διατυπώσεις περί φαλλικής απόλαυσης». Πράγματι, ο Λακάν δεν επιχειρεί να «διασώσει» τον πατέρα όπως έκανε ο Φρόιντ.
Άλλωστε, ο διαχωρισμός ανάμεσα στο γεννήτορα και το Όνομα – του – Πατέρα επέτρεψε να αποσαφηνιστούν πράγματα που διαφορετικά θα έμεναν ασαφή, να γίνουν δηλαδή οι απαραίτητες διακρίσεις ανάμεσα στη φαλλική λειτουργία, το συμβολικό πατέρα, την πατρική μεταφορά. Σε παλιότερες επεξεργασίες του, ήδη από τη διατύπωση της πατρικής μεταφοράς, το Όνομα - του - Πατέρα κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στη συμβολική τάξη. Αυτό το πατρικό σημαίνον, παρότι δεν ανήκει στο σύνολο των σημαινόντων του Άλλου, στηρίζει αυτό το σύνολο.
Αλλά με ποιο τρόπο μπορεί να τοποθετηθεί το Όνομα – του – Πατέρα στο νέο μοντέλο του κόμβου; Δεν μπορεί πια να τεθεί ως στοιχείο του Συμβολικού. Ούτε να εγγραφεί ακριβώς σε καμιά από τις τρεις διαστάσεις. Ούτε και μπόρεσε ο Λακάν να το εντάξει σε κάποιο από τις διατομές του κόμβου, στις ενδιάμεσες θέσεις, εκείνες που δημιουργεί η πλοκή των τριών δακτυλίων. Θα το δούμε λοιπόν να εισάγεται με ένα ρηξικέλευθο τρόπο, για να δώσει λύση σε ένα ζήτημα που θέτει ο κόμβος, το ζήτημα της ονομασίας των τριών διαστάσεων. Η ισοδυναμία των τριών δακτυλίων ως προς τις τρεις ιδιότητες που ο καθένας τους διαθέτει, εκστατικότητα, άνοιγμα, συστατικότητα, δημιουργεί την ανάγκη ονομασίας τους, ώστε να μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους. Κατ’ αρχήν, ο Λακάν θα προτείνει τρεις ονομασίες, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε μία από τις τρεις διαστάσεις. Αλλά θα εγκαταλείψει αυτή τη λύση, προτείνοντας αντ’ αυτής ένα βορρόμειο κόμβο με τέσσερις κρίκους. Ο τέταρτος κρίκος θα είναι το Όνομα – του – Πατέρα. Έτσι, αφ’ ενός συνέχει τους τρεις άλλους κρίκους και αφ’ ετέρου δίνει τις ονομασίες ως Ονομάζων πατέρας. Πράγματι, για την ονοματοδοσία χρειάζεται το τέταρτο στοιχείο. Αλλά τίθεται ένα πρόβλημα. Γιατί σε αυτό τον τόπο της πατρότητας από τον οποίο κάθε ονομασία εκπορεύεται υπάρχει ένα χάσμα;
Ο πατέρας δεν είναι μόνο ο θεματοφύλακας της απόλαυσης. Αναδύεται στη συμβολική τάξη ως νεκρός πατέρας. Αυτός ο νεκρός πατέρας έρχεται να συμβολίσει την έλλειψη που υπάρχει στον Άλλο, την έλλειψη της μητέρας. Η επιθυμία της μητέρας δεν μπορεί να πληρωθεί από το παιδί, όπως αυτό δεν παύει να εύχεται. Κάτι λοιπόν λείπει από την απόλαυση, πρώτον διότι κάτι αποσπάται από το παιδί και δεύτερον διότι κάτι λείπει από την ίδια τη μητέρα. Η έλλειψη αυτή δε βασίζεται στο γεγονός ότι η μητέρα είναι για το παιδί απαγορευμένη. Δεν είναι, δηλαδή αποτέλεσμα της απαγόρευσης. Αντίθετα, προηγείται της επιβολής του απαγορευτικού πατρικού νόμου. Μάλιστα, μέσω της προγενέστερης αυτής έλλειψης θα γίνει η είσοδος του παιδιού στο οιδιπόδειο πλέγμα. Διότι ο πατέρας έρχεται να σημασιοδοτήσει αυτήν ακριβώς την έλλειψη. Σ’ αυτό το σημείο, το νευρωτικό υποκείμενο θα δημιουργήσει μια φαντασίωση. Θα φαντασιωθεί έναν πατέρα που δεν γνωρίζει φραγμό στην απόλαυσή του, τον πρωταρχικό πατέρα, όχι βέβαια στην προϊστορία της ανθρωπότητας αλλά στη δική του προϊστορία.
Για να διερευνήσει αυτή τη νέα παθολογική μορφή και να επανεκτιμήσει το ρόλο της πατρικής λειτουργίας, ο Λακάν στηρίχτηκε στο έργο του Τζέιμς Τζόυς. Στον Τζόυς, ο αποκλεισμός του πατρικού σημαίνοντος δεν επιφέρει την ψύχωση, γιατί υπάρχει κάτι που την αντισταθμίζει. Το εγώ του αναλαμβάνει τη σύσταση του κόμβου και η τέχνη του «αναπληρώνει αυτό που μπορεί να λείπει από τη φαλλική του τοποθέτηση».
Στη νεύρωση, ο τέταρτος κρίκος που κρατά μαζί τους άλλους της γνωστής τριάδας είναι το Όνομα – του – Πατέρα. Για τον νευρωτικό, ο πατέρας δεν αποτελεί τελικά παρά ένα σύμπτωμα. Θα τον αναζητά μέσα ακριβώς από τα προβλήματα που συναντά η απόλαυσή του: Όλα συνέχονται από το γεγονός ότι το Όνομα – του – Πατέρα είναι επίσης ο Πατέρας των ονομάτων. Αυτό όμως δεν καθιστά το σύμπτωμα λιγότερο αναγκαίο. Από αυτή την άποψη, το Όνομα – του – Πατέρα είναι ένα σημείο του πραγματικού που οργανώνει τον κόσμο του νευρωτικού.
Ο Λακάν υπό αυτή τη νέα προοπτική, επανεκτίμησε και το θέμα της ψύχωσης. Η αγωγή ψυχωτικών υποκειμένων θα προσανατολιστεί στη δυνατότητα αναδόμησης με βάση ένα «σημείο του πραγματικού», που θα επιτρέψει στη συνέχεια την ταύτιση με το σύμπτωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου