Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Σώμα και Σημαίνον J.L.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ
Χρειάζεται λοιπόν να στοχαστούμε ποια είναι η σχέση σώματος και σημαίνοντος. Το ζήτημα είναι να δώσουμε το νόημα που πρέπει στο επίθετο «έμβιο» και επίσης να συλλάβουμε από ποιο δίαυλο, με ποια επενέργεια το πάθος της απόλαυσης έρχεται στο σώμα. Άρα, εφόσον δεχτούμε αυτή την προοπτική, υπάρχει η προϋπόθεση «σώμα».
Πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι υπάρχει μια δεύτερη προϋπόθεση που προστίθεται στην προϋπόθεση «σώμα» ώστε να προκύψει κάτι που να συνιστά επαρκή προϋπόθεση. Είναι η προϋπόθεση «σημαίνον», εφόσον συνταχθούμε με τη φράση του Λακάν ότι το σημαίνον είναι αίτιο της απόλαυσης. Η προοπτική λοιπόν που σκοπεύουμε να αναπτύξουμε σε αυτή τη λακανική βιολογία είναι η εξής: η ζωή προϋπόθεση της απόλαυσης, η προϋπόθεση «σώμα», η προϋπόθεση «σημαίνον». Πρέπει εδώ να εξετάσουμε θεματικά και να αποτιμήσουμε την έκφραση «συμβολική τάξη» που ο Λακάν δανείστηκε από τη γλωσσολογία μέσω της δομικής ανθρωπολογίας, την παρέλαβε και απλώς σταδιακά την ανασκεύασε ο ίδιος. Η συμβολική τάξη προβάλλεται σαν μια τάξη, μια οργάνωση, μια διάταξη υπερβατική ως προς ό,τι στοιχειοθετεί την κάθε περίπτωση, ότι διαδραματίζεται, υπερβατική ως προς την εμπειρία. Είναι άραγε ύλη το σημαίνον, Είναι άραγε το σημαίνον, κυριολεκτικά μιλώντας, κάτι το υλικό; Υπάρχει εδώ κάτι το διφορούμενο, στον βαθμό που το σημαίνον το συλλαμβάνουμε μονάχα με μορφή υλοποιημένη. Όμως το σημαίνον ως τέτοιο, δηλαδή ως τάξη, αποτελεί καθαρό φορμαλισμό. Γι’ αυτό και ο Λακάν μιλάει για το σημαίνον ως ύλη σε εκκρεμότητα και μάλιστα το απεικονίζει παραστατικά σαν τα σύννεφα που μετατοπίζονται με την ορμή του ανέμου, αλλά που είναι όντως ικανά να γίνουν νερό και το νερό είναι ικανό να έχει υλικά αποτελέσματα στο έδαφος, στη γη. Σ’ αυτή την απεικόνιση, το επίμαχο ερώτημα είναι ο υλικός ή μη χαρακτήρας του σημαίνοντος. Εδώ, η τελευταία απάντηση του Λακάν θεωρεί το σημαίνον ισοδύναμο με το προσποιητό, δηλαδή δίνει έμφαση στο τυπικό [formel] χαρακτήρα του σημαίνοντος, στον λογικό του χαρακτήρα. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια ευκαιρία για το σημαίνον να υλοποιηθεί. Υλοποιείται σε ό,τι γίνεται υπόστρωμα του σημαίνοντος. Έτσι μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το σημαίνον δανείζεται οπωσδήποτε την ύλη του από τον ήχο, αλλά επίσης και από το σώμα. Αυτό ακριβώς αξιολογούμε στο υστερικό σύμπτωμα, ότι το σημαίνον είναι ικανό να υλοποιηθεί στο σώμα. Οπωσδήποτε, μπορούμε να πούμε ότι το σώμα προσφέρει την ύλη του, την πραγματικότητά του στο σημαίνον. Το υπόδειγμα του «να γίνεται το σώμα σημαίνον» μας το έδωσε ο Λακάν με τη θεωρητική κατασκευή του φαλλού. Γύρω ειδικά από αυτό το τμήμα του σώματος είναι που μας σκιαγραφεί το πέρασμα στο σημαίνον, πράγμα που παραμένει για μας σημείο αναφοράς. Νοείται σαν μια ανύψωση. Βρίσκουμε, στο επίπεδο του Πραγματικού, στο επίπεδο του φαντασιακού, μια οντότητα λίγο-πολύ απομονωμένη, η οποία έρχεται και ανυψώνεται σε συμβολική τάξη, μέσα από ορισμένους μετασχηματισμούς. Ο Λακάν περιγράφει επανειλημμένα αυτή τη διαδικασία ανύψωσης στο σημαίνον που ονομάζεται σημαινοποίηση. [signifiantisation]. Αυτά προϋποθέτουν μια σχετική ακύρωση του αρχικού πράγματος ώστε να γίνει η σημαινοποίηση. Ο Λακάν κατέδειξε με προσήλωση με ποιον τρόπο το σημαίνον βρίσκει έρεισμα σε υλικά αντικείμενα μέσω μετασχηματισμού, μέσω ανυψώσεως. Δεν είναι όμως η μόνη δομή που υπεισέρχεται στις σχέσεις του σώματος και του σημαίνοντος. Υπάρχει και μια δεύτερη σύστοιχη δομή που πρέπει να διαχωρίζεται από τη δομή ανυψώσεως, την οποία ο Λακάν μελετάει, εξετάζει, προτείνει με αφετηρία την τελευταία διδασκαλία του. Η δεύτερη δομή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σωματικοποίηση [corporisation], είναι κατά κάποιον τρόπο το ανάποδο της σημαινοποίησης. Εδώ είναι μάλλον το σημαίνον που μπαίνει στο σώμα. Είναι μια δομή εντελώς διαφορετική από την πρώτη. Η πρώτη είναι ανύψωση, μετουσίωση του πράγματος προς το σημαίνον. Ενώ η σωματικοποίηση είναι αντίθετα το σημαίνον που νοείται να προσβάλλει το σώμα του ομιλούντος όντος και το σημαίνον να γίνεται σώμα, κατακερματίζοντας την απόλαυση του σώματος και κάνοντας να βγει το πλεόνασμα απόλαυσης, τεμαχίζοντας το σώμα, αλλά μέχρις ότου αναβλύσει η απόλαυση, το πλεόνασμα απόλαυσης που δυνητικά ενέχει το σώμα.
Ο Λακάν έδωσε εύσημα στους στωικούς που επινόησαν το σημαίνον και μάλιστα τη διαφορά του σημαίνοντος και του σημαινόμενου και σημειώνει, όχι τυχαία, ότι επινόησαν ταυτόχρονα την έννοια του ασωμάτου [l’incorporel] Θέλει να πει, πρώτον ότι το σημαίνον δεν είναι της ίδιας τάξεως με το σώμα. Μπορεί κανείς να μιλήσει για σημαίνον σώμα, αλλά με μια έννοια τυπική, μαθηματική, όπως μιλάμε για σώμα αριθμών. Εάν το σημαίνον σχετίζεται με το σώμα, πρόκειται για σχέση αρνητική, την οποία ακριβώς υποδηλώνει ο όρος ασώματο. Αυτό απαιτεί να απομονώσουμε σαφώς το σημαίνον ως ασώματο, το ειδέναι ως ασώματο. Το επιτέλεσμα που έχει το ειδέναι μέσα στο σώμα, ο Λακάν το ονομάζει συναίσθημα [affect], οπωσδήποτε υπό μία έννοια διευρυμένη, γενικευμένη. Ονομάζει συναίσθημα το σωματικό επιτέλεσμα του σημαίνοντος, δηλαδή όχι το σημασιολογικό του επιτέλεσμα που είναι το σημαινόμενο, όχι το επιτέλεσμα που έχει ως υποτιθέμενο υποκείμενο, δηλαδή όχι όλα τα επιτελέσματα αλήθειας του σημαίνοντος, αλλά τα επιτελέσματα απόλαυσης. Τα συμπεριλαμβάνει στον όρο συναίσθημα που έρχεται και παρενοχλεί τις λειτουργίες του έμβιου σώματος. Ο Λακάν τείνει να σωματικοποιεί, στην πορεία της διδασκαλίας του, τις κυριότερες σημαίνουσες λειτουργίες που έχει απομονώσει. Η ανάγκη του σώματος πρέπει να περάσει από το σημαίνον, να περάσει και να γίνει αίτημα. Είναι η δομή της σημαινοποίησης. Όντως αυτή η σημαινοποίηση είναι ένα αρνητικό επιτέλεσμα, μια αρνητικοποίηση που φτάνει στο αποκορύφωμα με το αίτημα αγάπης, έτσι ώστε εκείνο το κάτι που δίνει ο Άλλος να γίνεται σημάδι της αγάπης του Άλλου. Ξεμένει πίσω η επιθυμία σαν ένα σημαινόμενο μεταξύ των σημαινόντων.
Κατά τη δεύτερη θεωρητική προοπτική που εγκαινιάζει τη δεύτερη δομή που διακρίναμε και την ονομάσαμε σωματικοποίηση, το θέμα είναι να σωματικοποιηθεί η διαλεκτική του υποκειμένου και του Άλλου. Συλλαμβάνουμε, αντιθέτως εδώ, ότι το επιτέλεσμά της είναι ένα συναίσθημα. Έχουμε εδώ ένα σημαίνον στοιχείο που το επιτέλεσμα του, όμως είναι, να σωματικοποιείται ως συναίσθημα και το συναίσθημα αυτό είναι η απόλαυση. Να γιατί ο Λακάν έρχεται και γράφει – πράγμα που ανοίγει για μας ένα πεδίο περαιτέρω διερεύνησης: «Το υποκείμενο δέχεται βέβαια το δικό του μήνυμα υπό ανεστραμμένη μορφή. Αυτό σημαίνει εδώ τη δική του απόλαυση υπό τη μορφή της απόλαυσης του Άλλου». Δηλαδή αυτό που εδώ εκπληρώνει, με αυτή την υπαινικτική ακόμη και μη ανεπτυγμένη μορφή είναι η σωματικοποίηση της διαλεκτικής του υποκειμένου και του Άλλου, στην οποία αυτή τη φορά το στοιχείο που κυκλοφορεί είναι το συναίσθημα απόλαυσης.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΩΣ ΣΗΜΑΙΝΟΝ
Ας πούμε δύο λόγια για το θάνατο που είναι παρών ως σημαίνον, στον οποίο αναφέρεται ο Λακάν. Τι είναι ο θάνατος ως σημαίνον; Η φράση αποδίδει το πασίγνωστο γεγονός ότι στο ανθρώπινο είδος το έμβιο ον προδικάζει τον θάνατο. Από μόνο του το γεγονός αυτό εισάγει ένα διττό καθεστώς του θανάτου. Δεν είναι το διττό καθεστώς της σωματικής ζωής και της μοριακής ζωής, είτε του θανάτου του σώματος και του προσδοκώμενου θανάτου των μορίων. Το προκείμενο διττό καθεστώς του θανάτου είναι ο φυσικός θάνατος και ο προδικαζόμενος θάνατος που ασφαλώς δεν είχε παραβλέψει ο Φρόιντ. Ο Φρόιντ επιμένει ότι ο προσίδιος θάνατος δεν είναι παραστάσιμος, αλλά παρόλο που δεν είναι παραστάσιμος, είναι πάντως προδικάσιμος. Ο θάνατος ως προδικάσιμος είναι εντελώς άλλο πράγμα από τον φυσικό θάνατο. Είναι ο θάνατος ως στοιχείο που ασκεί «έντονη επίδραση στη ζωή», ανάλογα με το εάν δέχεται κανείς να διακινδυνεύσει τον θάνατο ή εάν αποκλείει τον κίνδυνο με μια στάση κάπως ηρωική. Είναι ακριβώς η αρχή περί αναδιπλασιασμού του θανάτου που πρότεινε ο Λακάν. Προέβαλε τον αναδιπλασιασμό που αφορά δύο μορφές φυσικού θανάτου – είτε του σώματος, είτε των μορίων -, αλλά ουσιαστικά ο διπλός θάνατος είναι ο φυσικός θάνατος και ο θάνατος που συνδέεται με το σημαίνον. Τι ονόμασε ο Λακάν «ηθική της ψυχανάλυσης»; Ονόμασε ηθική της ψυχανάλυσης, κατά πρώτον, μια θεωρία του υπερεγώ, δηλαδή μια απαίτηση που αντιστρατεύεται την προσαρμογή, την απαίτηση να επανέλθει μια πρωτογενής ικανοποίηση, άρα την απαίτηση μιας απόλαυσης. Κατά δεύτερον, η «ηθική της ψυχανάλυσης» είναι μια εξήγηση της λειτουργίας του θανάτου μέσα στη ζωή: ενός θανάτου που δεν ανάγεται στη βιολογία, αλλά στη λογική του σημαίνοντος. Εδώ ο διττός είναι αφενός ο φυσικός και αφετέρου ο σημαίνων θάνατος. Γι’ αυτό και , στο Σεμινάριο 'Η ηθική της ψυχανάλυσης', ο Λακάν φτάνει να θέσει το ερώτημα που δείχνει άτοπο: έχει άραγε η ζωή κάποια σχέση με τον θάνατο; Τι σημαίνει αυτό; ότι ο θάνατος δεν είναι συμπληρωματικό της ζωής, διότι το ζήτημα που τίθεται εδώ είναι ο θάνατος με τον οποίο έχουμε σχέση μέσα στη ζωή και αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ένας σημαίνων θάνατος. Έτσι επισκιάζει ο θάνατος τη ζωή. Το ερώτημα στο οποίο καταλήγει η ηθική της ψυχανάλυσης είναι πώς γίνεται ένα έμβιο σώμα, όταν ανήκει στο ανθρώπινο είδος, να μπορεί να έχει πρόσβαση στη δική του σχέση με το θάνατο. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει δική του σχέση με το θάνατο ή που ο Φρόιντ ονομάζει συσχέτισή μας με το θάνατο, ισοδυναμεί κατά τον Λακάν με την ενόρμηση θανάτου. Δεν υπάρχει μονάχα θάνατος που υφιστάμεθα, ταύτιση που υφιστάμεθα προς τον πραγματοποιούμενο θάνατο. Είναι σαν να συνάγεται το ον – που – ζει – για – τον – θάνατο [l’ être – vivant – pour – la – mort]. Αυτό όντως προϋποθέτει, τουλάχιστον στο Σεμινάριο. Η ηθική της ψυχανάλυσης, ότι η ενόρμηση θανάτου ισοδυναμεί με την υποκειμενική σχέση προς τον θάνατο. Τούτο συνεπάγεται πως ο προδικαζόμενος θάνατος, ο θάνατος που επισκιάζει τη ζωή, ισοδυναμεί με μια σημαίνουσα εξαφάνιση. Είναι ένας θάνατος που ισοδυναμεί με το διαγραμμένο υποκείμενο, με το υποκείμενο ως «ένα σημαίνον λιγότερο». Αυτό ακριβώς είναι που ο Λακάν ονομάζει δεύτερο θάνατο, τον θάνατο που δεν είναι ο θάνατος ως κοινή μοίρα, που δεν είναι ο θάνατος όπου κάποιος τα τινάζει. Αυτό ακριβώς είναι που ονομάζει θάνατο αληθινό, τον θάνατο που είναι συνέταιρος επίσης με την αλήθεια, τον θάνατο όπου το υποκείμενο εξαιρείται από τη σημαίνουσα αλυσίδα και κατά κάποιο τρόπο συναντιέται ή σμίγει με τον ίδιο του τον αφανισμό. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει δεύτερο θάνατο είναι το σημαίνον έλλειμμα – του - είναι του υποκειμένου, το οποίο άλλωστε ενέχει, συμμετρικά προς τον δεύτερο θάνατο, τη δεύτερη ζωή, τη «σημαίνουσα ζωή». Υπάρχουν, σε ό,τι ο Λακάν ονομάζει ηθική, δύο όψεις του υποκειμένου. Υπάρχει η όψη εξαφάνισής του που είναι η όψη που ταυτίζεται με τον δεύτερο θάνατο, με τον σημαίνοντα θάνατο κι έπειτα υπάρχει το εναδικό σημαίνον ως σημαίνον του υποκειμένου του δεύτερου θανάτου. Ο όρος μάλιστα που επανέρχεται στο σημείο αυτό, δεν είναι το εναδικό [l’unaire] , αλλά το μοναδικό [l’unique]. $ ◊ S1
ΜΟΝΑΔΙΚΟ
Το μοναδικό είναι όλα εκείνα τα στοιχεία του είναι που το σημαίνον προσηλυτίζει, σε πείσμα όλων των μετασχηματισμών του εμβίου, προκειμένου να συγκροτήσει ένα απόλυτο Ένα. Από τη μια πλευρά, μέσω του σημαίνοντος είναι που επισκιάζει ο θάνατος τη ζωή και από την άλλη πλευρά το σημαίνον πετυχαίνει τη διαιώνιση του υποκειμένου ως προς τη μοναδικότητά του. Ήδη από τότε ο Λακάν προτείνει μια αναπαράσταση της επίπτωσης του σημαίνοντος επί της ζωής, αναπαράσταση που θα υπολανθάνει τελικά σε πολλές από τις επεξεργασίες του, ακόμη και στις πιο προωθημένες της τελευταίας περιόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου