Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Παράνοια - Παραλήρημα - Ψύχωση J.L.

Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ
Όσο μελετά κανείς την ιστορία της έννοιας παράνοια, όλο και αναδεικνύεται η σημασία της και βγαίνουν καλύτερα τα διδάγματα που προκύπτουν από την πρόοδο ή την απουσία προόδου που χαρακτηρίζει το ψυχιατρικό κίνημα. Δεν υπάρχει πιο παράδοξη έννοια. Ο όρος δεν είναι χθεσινός, υπάρχει πριν από τη γέννηση της ψυχιατρικής. Η γλώσσα περί σωφροσύνης περιελάμβανε ανέκαθεν την αναφορά στην τρέλα. Ποτέ δεν αναδείχθηκε πλήρως αυτό που θα μας επέτρεπε να έχουμε μια εικόνα για το τι είναι φυσιολογική ή κατανοήσιμη συμπεριφορά, ώστε να διαχωρίζεται η καθαυτό παρανοϊκή συμπεριφορά.
Ας παραμείνουμε στο επίπεδο των ορισμών. Σύμφωνα με τον Κρέπελιν έχουμε ένα αρκετά ενδιαφέροντα ορισμό της παράνοιας, που τη διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες μορφές παρανοϊκών παραληρημάτων με τις οποίες συγχεόταν ως τότε. Η παράνοια διακρίνεται από τις άλλες παθήσεις επειδή χαρακτηρίζεται από την υποχθόνια ανάπτυξη εσωτερικών αιτίων και, κατά συνεχόμενη εξέλιξη, ενός διαρκούς και απαρασάλευτου παραληρηματικού συστήματος, το οποίο εγκαθίσταται με πλήρη διατήρηση της σαφήνειας και της τάξης στη σκέψη, τη βούληση και την πράξη. Ο ορισμός αυτός, από την πένα ενός επιφανούς κλινικού επιστήμονα, είναι αξιοσημείωτος λόγω του ότι αντιβαίνει σημείο προς σημείο σε όλα τα δεδομένα της κλινικής.
Σύμφωνα με τον Lacan, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ισχύει. Η ανάπτυξη δεν είναι υποχθόνια, υπάρχουν πάντοτε ώσεις, φάσεις. Ο Lacan εισήγαγε την έννοια της γόνιμης στιγμής. Αυτή η γόνιμη στιγμή είναι πάντοτε αισθητή στην αρχή μιας παράνοιας. Είναι oλοφάνερο ότι δεν μπορεί να περιοριστεί η εξέλιξη μιας παράνοιας στα εσωτερικά αίτια.
Όταν κανείς γυρεύει τα αίτια μιας παράνοιας, επικαλείται πάντα, βάζοντας το απαραίτητο ερωτηματικό, κάποιο συγκινησιακό στοιχείο της ζωής του υποκειμένου, κάποια ζωτική κρίση που ανάγεται καθαρά στις εξωτερικές του σχέσεις. Η δυσκολία να προσεγγίσουμε το πρόβλημα της παράνοιας έγκειται στο ότι η παράνοια τοποθετείται ακριβώς στο επίπεδο της κατανόησης. Το γεγονός ότι η παράνοια τοποθετείται στο επίπεδο της κατανόησης ως φαινόμενο ακατανόητο είναι τόσο δύσκολη να τη συλλάβουμε, αλλά και τόσο μεγάλου ενδιαφέροντος. Το ότι κάποιοι μίλησαν εν προκειμένω για λογική τρέλα, για διατήρηση της σαφήνειας, της τάξης και της βούλησης, οφείλεται σε αυτή την εντύπωση, ότι όσο κι αν επεκταθούμε μέσα στο φαινόμενο, βρισκόμαστε στο χώρο του κατανοητού. Ακόμη και oταν εκείνο που καταλαβαίνουμε, το υποκείμενο δεν μπορεί καν να το αρθρώσει, να το κατονομάσει, να το εντάξει σ’ ένα πλαίσιο που να το διευκρινίζει, είναι κάτι που τοποθετείται ήδη στο επίπεδο της κατανόησης. Πρόκειται για πράγματα που γίνονται κατανοητά από μόνα τους. Κατά συνέπεια νιώθει πράγματι κανείς ικανός να τα καταλάβει. Κι έτσι γεννιέται η αυταπάτη ότι επειδή πρόκειται για κατανόηση, καταλαβαίνει. Ε, λοιπόν,όχι. Ας περάσουμε τώρα να δούμε τι είναι η παρανοϊκή γνώση. Η λεγόμενη παρανοϊκή γνώση είναι γνώση που εγκαθιδρύεται μέσα στην αντιπαλότητα της ζηλοτυπίας, στη διάρκεια εκείνης της πρωταρχικής ταύτισης που θα οριστεί με βάση το στάδιο του καθρέφτη. Αυτό ακριβώς το εριστικό και ανταγωνιστικό υπόβαθρο του αντικειμένου είναι που αίρεται κατά την ομιλία, στο βαθμό που η ομιλία ενδιαφέρει τον τρίτο. Η ομιλία είναι πάντοτε συμμαχία, συμφωνία, συνεννοούμαστε, συμφωνούμε.
Το υπόβαθρο ακριβώς της παρανοϊκής δομής είναι ότι το υποκείμενο κατάλαβε κάτι και το διατυπώνει, κατάλαβε δηλαδή ότι έλαβε μορφή ομιλίας και του μιλάει. Κανένας βέβαια δεν αμφιβάλλει ότι πρόκειται για πλάσμα της φαντασίας, ούτε καν ο ίδιος ο άρρωστος, δεν είναι πάντοτε διατεθειμένος να παραδεχτεί τον εντελώς αμφίσημο χαρακτήρα της προέλευσης των λόγων που του απευθύνονται. Η μαρτυρία που μας παρέχει ένας παρανοϊκός αναφέρεται στη δομή αυτού του όντος που μιλάει στο υποκείμενο. Γνωρίζουμε καλά ότι ο παρανοϊκός, όσο προχωρεί, ξανασκέφτεται αναδρομικά το παρελθόν του, και ανάγει σε πολύ παλαιότερα χρόνια την προέλευση των καταδιώξεων που υπέστη. Καμιά φορά δυσκολεύεται φοβερά να εντοπίσει κάποιο συμβάν, και νιώθει κανείς πως έχει την τάση να το προβάλλει μέσα από ένα κατοπτρικό παιχνίδι σ’ ένα παρελθόν που αποβαίνει το ίδιο αρκετά ακαθόριστο, ένα παρελθόν αέναης επιστροφής. Συνοψίζοντας λοιπόν θα λέγαμε ότι η παράνοια δεν παρουσιάζεται πλέον ως μια ασθένεια βιοχημικής ή κληρονομικής προέλευσης, αλλά ως λογική πορεία της προσωπικότητας του υποκειμένου. Μας μαθαίνει ότι η επιθετικότητα είναι το ελατήριο της ψύχωσης, μια εντελώς «υποχρεωτική» και πλήρως ασυνείδητη επιθετικότητα, επίθεση καλυμμένη από ψεύτικες αιτίες, η οποία εκφράζεται με παραληρητικό λόγο.
ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ
Τι είναι το παραλήρημα; Ποια είναι η σημασία του παραληρήματος; Το παραλήρημα δεν είναι αποτέλεσμα επαγωγής, αναπαράγει την ίδια συγκροτούσα δύναμη, είναι και αυτό ένα στοιχειώδες φαινόμενο. Δηλαδή η έννοια στοιχείο νοείται εδώ ταυτόσημη με την έννοια δομή, δομή διαφοροποιημένη, μη αναγώγιμη σε τίποτε άλλο πέρα από τον εαυτό της. Η παράμετρος της δομής παραγνωρίστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε ότι έχει ειπωθεί γύρω από την παράνοια κουβαλάει τα σημάδια αυτής της παραγνώρισης. Με άλλα λόγια, μέσα στο παραλήρημα ενεργοποιείται πάντα η ίδια δομούσα δύναμη είτε το εξετάσουμε σε καθένα από τα μέρη του είτε στο σύνολό του.
Ο δόκτωρ Φλέχσιχ κατέχει κεντρική θέση στην κατασκευή του παραληρήματος. Σύμφωνα με το δόκτωρ Φλέχσιχ το παραλήρημα παρουσιάζει εκπληκτικές αναλογίες, όχι μόνο λόγω περιεχομένου, λόγω συμβολισμού των εικόνων, αλλά και ως προς την κατασκευή και τη δομή του, με ορισμένα (θεωρητικά) σχήματα.
Στο επίπεδο του σημαίνοντος, με τον υλικό του χαρακτήρα, εκείνο που κάνει το παραλήρημα να ξεχωρίζει είναι ο νεολογισμός, μια ειδική μορφή δυσαρμονίας ως προς την κοινή γλώσσα. Στο επίπεδο της σημασίας, εκείνο που το κάνει να ξεχωρίζει, και το οποίο δεν γίνεται να το δει κανείς αν δεν ξεκινήσει από την ιδέα πως η σημασία παραπέμπει πάντα σε άλλη σημασία, είναι ακριβώς το ότι η σημασία τούτων των λέξεων δεν εξαντλείται στην παραπομπή σε κάποια σημασία. Η παραληρηματική διαίσθηση είναι ένα φαινόμενο κορεστικού και κατακλυσμικού χαρακτήρα για το υποκείμενο. Του αποκαλύπτει μια νέα προοπτική που έχει πρωτότυπη χροιά και ιδιαίτερη γοητεία. Εδώ, η ψυχή της κατάστασης είναι η λέξη, όσο πιο εμφατικά μπορεί να νοηθεί. Στον αντίποδα, υπάρχει η μορφή που παίρνει η σημασία όταν δεν παραπέμπει πλέον σε τίποτε. Είναι η στερεότυπη φράση που επανέρχεται, που επαναλαμβάνεται, που σιγοψιθυρίζεται με στερεότυπη εμμονή. Είναι αυτό που, σε αντιδιαστολή με τη λέξη, ονομάζεται επωδός.
Αυτές οι δύο μορφές, η πιο πλήρης και η πιο κενή, ανακόπτουν τη σημασία, είναι στο δίκτυο του λόγου του υποκειμένου. Δομικό χαρακτηριστικό, στο οποίο μέσα από την κλινική επαφή, αναγνωρίζουμε τη σφραγίδα του παραληρήματος. Να γιατί αυτή η γλώσσα που μπορεί να συναρπάσει κάποιον κατά την πρώτη επαφή με το υποκείμενο, μερικές φορές μάλιστα το πιο παραληρηματικό, οδηγεί στο να ξεπεράσει κανείς την ιδέα της γλώσσας και να θέσουμε τον όρο λόγος. Διότι ασφαλώς, οι άρρωστοι αυτοί μιλάνε στην ίδια γλώσσα όπως όλοι οι άνθρωποι. Αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο δε θα ήξερε κανείς τίποτα γι’ αυτούς. Εκείνο που επιτρέπει να διακρίνει κανείς ότι πρόκειται για παραλήρημα είναι η οικονομία του λόγου, η σχέση της σημασίας με τη σημασία, η σχέση του λόγου τους με την κοινή διευθέτηση του λόγου. Θα πρέπει, επίσης, να προσθέσουμε το εξής; Ο παραληρηματικός, όσο ανεβαίνει την κλίμακα των παραληρημάτων, είναι όλο και περισσότερο βέβαιος για πράγματα που τίθενται ως όλο και περισσότερο εξωπραγματικά. Αυτό είναι που διαφοροποιεί την παράνοια από την πρώιμη άνοια, ο παραληρηματικός τα εκθέτει με μια πληθωρικότητα, με έναν πλούτο που αποτελεί ακριβώς ένα από τα ουσιαστικότερα κλινικά γνωρίσματα, το οποίο δεν θα πρέπει, επειδή είναι από τα πιο αθρόα, να το παραμελεί κανείς.
Θεωρείται ότι το παραλήρημα είναι μια άμυνα του υποκειμένου. Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε εξηγούνται και οι νευρώσεις. Αυτή η έννοια είναι τόσο επίμονη και τόσο ελκυστική επειδή αγγίζει κάτι το αντικειμενικοποιήσιμο. Το υποκείμενο αμύνεται. Θα πρέπει όμως να βοηθηθεί να καταλάβει ότι αμύνεται και εναντίον τίνος πράγματος αμύνεται. Αν υιοθετήσει κανείς αυτή την οπτική, διατρέχει πολλαπλούς κινδύνους, και πρώτα-πρώτα να χάσει το επίπεδο στο οποίο γίνεται η παρέμβασή του. Οφείλει πράγματι πάντα να διακρίνει κανείς αυστηρά την τάξη στην οποία εκδηλώνεται η άμυνα.
Οι ψυχαναλυτές το υπογράμμιζαν ανέκαθεν, το παραλήρημα δείχνει τη διαπλοκή των φαντασιώσεων με πλήρως ανεπτυγμένο τον διπρόσωπο χαρακτήρα της. Τα δύο πρόσωπα στα οποία συρρικνώνεται ο κόσμος είναι φτιαγμένα το ένα σε συνάρτηση του άλλου, το ένα προσφέρει στο άλλο το ανεστραμμένο του είδωλο. Το παραλήρημα δεν είναι αναγκαστικά κάτι που δεν έχει σχέση με τον κανονικό λόγο, και το υποκείμενο μπορεί άνετα να μας μιλήσει γι’ αυτό, και να αντλήσει ικανοποίηση, στο εσωτερικό ενός κόσμου όπου κάθε επικοινωνία έχει διακοπεί. Το παραλήρημα είναι πράγματι ευανάγνωστο, αλλά είναι και μεταγραμμένο σ’ ένα άλλο πεδίο. Στη νεύρωση, παραμένουμε πάντα μέσα στη συμβολική τάξη, με εκείνη τη διπλή όψη του σημαινόμενου και του σημαίνοντος η οποία συνιστά ότι ο Φρόιντ μεταφράζει ως νευρωτικό συμβιβασμό. Το παραλήρημα διαδραματίζεται σε εντελώς άλλο πεδίο αναφοράς. Είναι ευανάγνωστο, αλλά χωρίς διέξοδο. Με μια λέξη, η τελική διευθέτηση του παραληρήματος μας επιτρέπει να συλλάβουμε τα πρωτογενή στοιχεία που υπεισέρχονταν. Να γιατί η ανάλυση του παραληρήματος μας δίνει τη θεμελιακή σχέση του υποκειμένου με το πεδίο αναφοράς στο οποίο οργανώνονται και εκδιπλώνονται όλες οι εκδηλώσεις του ασυνειδήτου.
Όπως κάθε λόγος, ένα παραλήρημα πρέπει πρώτα να κρίνεται σαν ένα πεδίο σημασίας το οποίο έχει οργανώσει ένα ορισμένο σημαίνον, γι’ αυτό και οι πρώτοι κανόνες μιας καλής συνέντευξης, και μιας καλής διερεύνησης των ψυχώσεων, θα ήταν να αφήσει ο ψυχαναλυτής τον ασθενή να μιλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και ύστερα, διαμορφώνει κανείς μια ιδέα. Αλλά η έννοια του στοιχειώδους φαινομένου, οι διακρίσεις των ψευδαισθήσεων, των διαταραχών της προσοχής, της αντίληψης, των διάφορων επιπέδων κατάταξης των ικανοτήτων, συνέβαλαν σίγουρα στο να συσκοτίσουν τη σχέση μας με τους παραληρηματικούς.
Ως προς την αλυσίδα, αν μπορεί να πει κανείς, του παραληρήματος, το υποκείμενο μοιάζει ταυτόχρονα ενεργητικό και παθητικό. Το παραλήρημα περισσότερο το υφίσταται παρά το οργανώνει. Ασφαλώς, σαν τελειωμένο προϊόν, το παραλήρημα αυτό μπορεί μέχρι ενός ορισμένου σημείου να χαρακτηριστεί έλλογη τρέλα, με την έννοια ότι η άρθρωσή του είναι λογική από ορισμένες πλευρές, αλλά από μια δευτερεύουσα σκοπιά. Το γεγονός ότι η τρέλα καταλήγει σε μια σύνθεση τέτοιας φύσεως, δεν είναι μικρότερο πρόβλημα απ’ ότι η ίδια της η ύπαρξη. Αυτά προκύπτουν στην πορεία μιας γένεσης που ξεκινάει από στοιχεία που ενδεχομένως εμπεριέχουν αυτή την κατασκευή, αλλά τα οποία, στην πρωτότυπη μορφή τους,
παρουσιάζονται ως ερμητικά, είτε αινιγματικά.
Αναφορικά με την εξέλιξη του παραληρήματος, είναι σωστό να παρατηρήσουμε πως αρχικά εμφανίζονται οι πλήρεις εκδηλώσεις του λόγου, και είναι ικανοποιητικές γι’αυτόν. Αλλά όσο περισσότερο ανασυγκροτείται ο κόσμος του στο φαντασιακό επίπεδο, τόσο το νόημα αποσύρεται σε άλλες θέσεις. Το παραλήρημα μπορεί να θεωρηθεί σαν μια διαταραχή της σχέσης με τον άλλο, και συνδέεται άρα μ’ ένα μεταβιβαστικό μηχανισμό. Όλα του φαινόμενα και η δυναμική του, φωτίζονται αναγόμενα στις λειτουργίες και τη δομή της ομιλίας και παράλληλα απελευθερώνεται ο μεταβιβαστικός αυτός μηχανισμός από τις θολές και συγκεχυμένες σχέσεις αντικειμένου. Από μόνη της, η εμπειρία του μερικού παραληρήματος αντιτίθεται στο να μιλάει κανείς για ανεπαρκή ωρίμανση, είτε για παλινδρόμηση ή για απλή τροποποίηση της σχέσης αντικειμένου. Καταπληκτικά, το παραλήρημα παρουσιάζεται με όλα τα μεγαλομανιακά γνωρίσματα των παραληρημάτων απολυτρώσεως στις πιο αναπτυγμένες μορφές τους.
Η ΨΥΧΩΣΗ
Τι καλύπτει ο όρος ψύχωση στον ψυχιατρικό χώρο; Η ψύχωση δεν είναι άνοια. Οι ψυχώσεις είναι εκείνο που αντιστοιχεί σε ότι ανέκαθεν λέγαμε και συνεχίζουμε νομίμως να λέμε τρέλα.
Ο Φρόυντ υπογραμμίζει πόσο διαφορετικές είναι οι σχέσεις του υποκειμένου με την πραγματικότητα στη νεύρωση και την ψύχωση. Ειδικότερα ο κλινικός χαρακτήρας ψυχωτικού διακρίνεται λόγω της βαθύτατα στρεβλωμένης σχέσης με την πραγματικότητα που ονομάζεται παραλήρημα. Αυτή η μεγάλη διαφορά οργάνωσης, ή αποδιοργάνωσης, πρέπει να οφείλεται σε κάποια βαθύτερη δομική αιτία.
Στη νεύρωση, μόνο σε δεύτερη φάση, και εφόσον η πραγματικότητα δεν είναι εντελώς επαναδιαρθρωμένη με συμβολικό τρόπο στον έξω κόσμο, τότε μόνο το υποκείμενο παρουσιάζει μερική διαφυγή από την πραγματικότητα, ανικανότητα ν’αντιμετωπίσει εκείνο το μυστικά διατηρημένο τμήμα της πραγματικότητας. Στην ψύχωση αντίθετα, η ίδια η πραγματικότητα είναι που περιλαμβάνει εξαρχής ένα τμήμα, που θα έρθει στη συνέχεια να το συμπληρώσει ο φανταστικός κόσμος. Μπορούμε να αρκεστούμε σ’ έναν τόσο απλό ορισμό, σε μια τόσο απλουστευτική αντιπαραβολή της νεύρωσης και της ψύχωσης; Σίγουρα όχι. Δεν αρκεί να δούμε πώς είναι φτιαγμένα τα συμπτώματα, πρέπει και να ανακαλύψουμε τον μηχανισμό σχηματισμού τους.
Ας προχωρήσουμε τώρα να μελετήσουμε το ψυχωτικό φαινόμενο. Τι είναι το ψυχωτικό φαινόμενο; Είναι η ανάδυση μέσα στην πραγματικότητά μιας πελώριας σημασίας που δείχνει ασήμαντη-και τούτο επειδή δεν μπορούμε να τη συνδέσουμε με τίποτε, αφού ποτέ δεν μπήκε στο σύστημα της συμβολοποίησης-αλλά που μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απειλήσει όλο το οικοδόμημα. Όταν, στην αρχή της ψύχωσης, το μη συμβολοποιημένο επανεμφανίζεται μέσα στο πραγματικό, υπάρχουν απαντήσεις από την πλευρά του μηχανισμού της, αλλά είναι απρόσφορες. Τι είναι η αρχή μιας ψύχωσης; Έχει άραγε κάποια προϊστορία η ψύχωση, όπως έχει η νεύρωση; Υπάρχει (στο παρελθόν), ναι ή όχι, κάποια παιδική ψύχωση; Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ψύχωση δεν έχει προϊστορία. Συμβαίνει απλώς όταν, κάτω από ειδικές συνθήκες που θα πρέπει να τις εξειδικεύσουμε, εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο κάτι που πρωταρχικά δεν συμβολοποιήθηκε. Αυτό που προκύπτει τότε έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι είναι εντελώς αποκλεισμένο από τον συμβολοποιητικό συμβιβασμό της νεύρωσης, και μεταφράζεται σ’ ένα άλλο πεδίο αναφοράς, με μια γνήσια αλυσιδωτή αντίδραση στο επίπεδο του φαντασιακού. Δεν αρκεί να υπάρχει διεκδικητικότητα εναντίον προσώπων που υποτίθεται ότι ενεργούν εναντίον μας, για να βρισκόμαστε στην ψύχωση. Μπορεί να είναι μια διεκδικητικότητα αδικαιολόγητη, που να συμμετέχει σ’ ένα παραλήρημα υπονοιών, μα δεν είναι αναγκαστικά ψύχωση. Έχει κάποια σχέση με αυτή, υπάρχει ένα μικρό παραλήρημα, μπορούμε οριακά να το αποκαλέσουμε έτσι. Η αλληλουχία των φαινομένων είναι πασίγνωστη, ανέκαθεν όριζαν τον παρανοϊκό σαν έναν κύριο εύθικτο, άτεκτο, δύσπιστο και σε κατάσταση λεκτικοποιημένης διαμάχης με τον περίγυρό του. Αλλά για να βρισκόμαστε στην ψύχωση, απαιτούνται διαταραχές της γλώσσας, αυτή είναι εν πάση περιπτώσει η συμβατική προϋπόθεση που σας προτείνω να υιοθετήσουμε προσωρινά.
Η ψύχωση δεν ερμηνεύεται πια με βάση την περίπλοκη οικονομία μιας δυναμικής των ενορμήσεων, αλλά με βάση διαδικασίες που μεταχειρίζεται το εγώ για να αντεπεξέλθει σε διάφορες απαιτήσεις, για να αμυνθεί ενάντια σε ενορμήσεις. Το εγώ ξαναγίνεται όχι μόνο το επίκεντρο, αλλά το αίτιο της διαταραχής. Το ασυνείδητο είναι εκεί, παρόν στην ψύχωση, αλλά δεν λειτουργεί. Το γεγονός ότι είναι παρόν δεν περιλαμβάνει από μόνο του καμιά λύση, αντίθετα μάλιστα περιλαμβάνει μια πολύ ειδική αδράνεια. Από την άλλη η ψυχανάλυση δεν συνίσταται στο να καταστήσει συνειδητή μια σκέψη, ούτε λιγότερο παράδοξες της άμυνες του ego, ώστε να πετύχει την ενίσχυσή του. Το ζήτημα του ego, είναι ολοφάνερα πρωταρχικό στις ψυχώσεις, αφού το ego, που εξυπηρετεί τη σχέση με τον εξωτερικό κόσμο, είναι εκείνο που αποτυγχάνει. Το ego, το οποίο κερδίζει όλο και περισσότερη δύναμη στον σύγχρονο τρόπο αντίληψης της ψυχανάλυσης, έχοντας πράγματι την εξουσία να εμπλέκει τον εξωτερικό κόσμο με ποικίλους τρόπους, θεωρείται πώς, στην περίπτωση της ψύχωσης, κάνει να αναδυθεί από τον εξωτερικό κόσμο κάποιο σήμα που αποσκοπεί να προειδοποιήσει, με τη μορφή της ψευδαίσθησης.
ΨΥΧΩΣΙΚΟΣ
Ο ψυχωσικός, όπως κάθε ανθρώπινο ον, έχει ένα ασυνείδητο που περιέχει όλες τις συναισθηματικά φορτισμένες εικόνες της παιδικής του ηλικίας. Αν ο νευρωσικός είναι ιδιαίτερα ικανός να ξεχωρίσει τα συναισθήματα, που συνδέονται με τις εικόνες, από τα αντικείμενα, ο ψυχωσικός έχει κλείσει το ασυνείδητό του, σε σημείο που τα αντικείμενα γίνονται η έδρα των συναισθημάτων. Η μανία στρέφεται επίσης στους ανθρώπους οι οποίοι, με τα λόγια τους, μπορεί να υπενθυμίσουν ένα μισητό γεγονός. Ας φανταστούμε ότι μια προσβολή συνοδεύεται με έντονο σωματικό ή συναισθηματικό πόνο. Αυτή η ίδια προσβολή, απευθυνόμενη προς τον ψυχωσικό στο μέλλον, θα τον καταστήσει επικίνδυνο, εφόσον θα θέλει να καταστρέψει το αντικείμενο του πόνου, δηλαδή το πρόσωπο που του απευθύνει το λόγο. Εν ολίγοις θα μπορούσαμε να πούμε, ο ψυχωτικός είναι μάρτυρας του ασυνειδήτου, δίνοντας στον όρο μάρτυρας το νόημά του, εκείνος που καταμαρτυρεί. Πρόκειται για μαρτυρία ανοιχτή. Και ο νευρωτικός είναι μάρτυρας της ύπαρξης του ασυνειδήτου, καταθέτει μια μαρτυρία καλυμμένη που χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Ο ψυχωτικός, με την έννοια ότι είναι, σύμφωνα με μια πρώτη προσέγγιση ανοιχτός μάρτυρας, φαίνεται καθηλωμένος, ακινητοποιημένος σε μια θέση που του αφαιρεί τη δυνατότητα να ανασυστήσει αυθεντικά το νόημα που ενέχει η μαρτυρία του, και να το μοιραστεί μέσα στο λόγο των άλλων.
Οι χαρακτηρισμοί αλλοτριωτικός εκφυλισμός και τρέλα, που έχουν σε κοινωνιολογικό επίπεδο χαθεί, μας φανερώνουν την αναλογία με ότι συμβαίνει στον ψυχωτικό και δίνει νόημα στη φράση του Φρόυντ, ότι ο ψυχωτικός αγαπάει το παραλήρημα του όπως τον εαυτό του. Ο ψυχωτικός δεν μπορεί να συλλάβει τον Άλλο παρά μόνο μέσα στη σχέση με το σημαίνον, στέκεται μονάχα σ’ ένα κέλυφος, σ’ ένα περιτύλιγμα, μια σκιά, τη μορφή της ομιλίας. Εκεί όπου η ομιλία απουσιάζει, εκεί τοποθετείται ο Έρως του ψυχωτικού, εκεί είναι που βρίσκει τον υπέρτατο έρωτά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου