Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Aσυνείδητο - Eπανάληψη - Μεταβίβαση - Παρόρμηση J.L.

ΟΙ 4 ΘΕΜΕΛΙΑΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ
Τι είναι τα θεμέλια, με την ευρεία έννοια του όρου, της ψυχανάλυσης; Τι την θεμελιώνει σαν πράξη; Τι είναι πράξη; Μου φαίνεται ύποπτο να μπορεί να θεωρείται ο όρος αυτός ακατάλληλος για την ψυχανάλυση. Είναι ο όρος ο πιο ευρύς που μπορεί, να δηλώνει μια μελετημένη από τον άνθρωπο δράση, όποια κι αν είναι, που τον βάζει σε θέση ν’ αντιμετωπίζει το πραγματικό μέσω του συμβολικού. Το ότι σ’ αυτό συναντά λίγο πολύ και το φαντασιακό δεν έχει εδώ παρά δευτερεύουσα σημασία. Ο ορισμός αυτός της πράξης απλώνεται λοιπόν πολύ μακριά.
Όπως και να ’ναι, ένας τέτοιος τρόπος αναρώτησης του πεδίου της εμπειρίας θα καθοδηγηθεί, από την ακόλουθη αναφορά-ποια εννοιολογική, υπόσταση οφείλουμε να δώσουμε σε τέσσερις από τους όρους που εισήγαγε ο Φρόυντ σαν θεμελιακές έννοιες, συγκεκριμένα το ασυνείδητο, την επανάληψη, τη μεταβίβαση και την παρόρμηση. Να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Λακάν τοποθέτησε τις έννοιες αυτές σε σχέση με μια γενικότερη λειτουργία που τις περικλείνει και που επιτρέπει να δείξουμε τη λειτουργική τους αξία μέσα σ’ αυτό το πεδίο, εννοώ, δηλαδή, την ενυπάρχουσα και βασική λειτουργία του σημαίνοντος σαν τέτοιου.
ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ
Ας ξεκινήσουμε πρώτα με την έννοια του ασυνείδητου. Το ασυνείδητο είναι δομημένο όπως μια γλώσσα –που αναφέρεται σ’ ένα πεδίο το οποίο σήμερα μας είναι πολύ περισσότερο προσιτό πάρα στον καιρό του Φρόυντ. Το ασυνείδητο είναι το μέρος εκείνου του διυποκειμενικού, συγκεκριμένου λόγου που λείπει από το υποκείμενο για να μπορεί να εγκαθιδρύσει τη συνέχεια στο συνειδητό του λόγο. Η δομή είναι αυτή που δίνει στο ασυνείδητο την υπόστασή του. Είναι αυτή, εν πάση περιπτώσει, που μας βεβαιώνει ότι υπάρχει κάτω από τον όρο ασυνείδητο κάποιο πράγμα χαρακτηρίσιμο, προσιτό και αντικειμενοποιήσιμο. Δεν αρκεί βέβαια να πούμε πως το ασυνείδητο είναι μια έννοια δυναμική, γιατί τότε αντικαθιστούμε ένα ιδιαίτερο μυστήριο με την τάξη του πιο κοινού μυστηρίου-η δύναμη, χρησιμεύει γενικά για να δηλώνει έναν τόπο αδιαφάνειας. Το ασυνείδητο, καταρχήν, μας εκδηλώνεται σαν κάτι που κρατιέται σε αναμονή μέσα στην περιοχή, θα λέγαμε, του μη-γεννημένου. Το φροϋδικό ασυνείδητο δεν έχει τίποτε το κοινό με τις λεγόμενες μορφές του ασυνείδητου που είχαν προηγηθεί, συνυπήρχαν και που το περιτριγυρίζουν ακόμα. Αν ανοίξει κανείς το λεξικό του Lafande θα διαβάσει την πολύ όμορφη απαρίθμηση που έκανε ο Dwelshauvers σ’ ένα βιβλίο που εκδόθηκε εδώ και σαράντα χρόνια από τον Φλαμμαριόν. Απαριθμεί εκεί οχτώ η δέκα μορφές ασυνείδητου που δεν μαθαίνουν τίποτε σε κανέναν, που δηλώνουν απλώς το μη-συνειδητό, το λίγο ή πολύ συνειδητό, και, στο πεδίο των ψυχολογικών επεξεργασιών, απαριθμεί χίλιες άλλες συμπληρωματικές παραλλαγές.
Το ασυνείδητο του Φρόυντ δεν είναι διόλου το ρομαντικό ασυνείδητο της δημιουργίας που έχει φαντασία. Δεν είναι ο τόπος των θεοτήτων της νύχτας. Σε όλα αυτά τα ασυνείδητα, που λίγο ή πολύ συνδέονται πάντα με μια σκοτεινή θέληση θεωρούμενη σαν πρωταρχική, με κάτι το πριν από τη συνείδηση, εκείνο που αντιτάσσει ο Φρόυντ είναι η αποκάλυψη ότι στο επίπεδο του ασυνείδητου υπάρχει κάτι που σε όλα του τα σημεία είναι ομόλογο μ’ αυτό που συμβαίνει στο επίπεδο του υποκειμένου-αυτό μιλάει, και αυτό λειτουργεί με τρόπο τόσο επεξεργασμένο όσο και στο επίπεδο του συνειδητού που χάνει έτσι ότι φαινόταν σαν δικό του προνόμιο. Το ασυνείδητο εκδηλώνεται πάντα σαν εκείνο που ταλαντεύεται μέσα σε μια τομή του υποκειμένου-απ’ όπου ξεπηδά πάλι ένα εύρημα, όπου ο Φρόυντ εξομοιώνει με την επιθυμία-επιθυμία που θα τοποθετήσουμε προσωρινά μέσα στην μετωνυμία την απογυμνωμένη από την ομιλία που διεξάγεται, όπου το υποκείμενο συλλαμβάνει τον εαυτό του σε κάποιο αναπάντεχο σημείο. Οντικά, λοιπόν, το ασυνείδητο είναι το φευγαλέο-αλλά καταφέρνουμε να το περικλείσουμε μέσα σε μια δομή, μια δομή χρονική, για την οποία μπορούμε να πούμε ότι ποτέ ως τώρα δεν διαρθρώθηκε σαν τέτοια.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι η θέση του, η τόσο φευγαλέα και τόσο ασταθής, δόθηκε στο ασυνείδητο από το διάβημα του ευρετή του. Η υπόσταση του ασυνείδητου, που φαίνεται τόσο εύθραυστη στο οντικό επίπεδο, είναι ηθική. Αν τονίζεται εδώ ότι η υπόσταση του ασυνειδήτου είναι ηθική, και όχι οντική, είναι ακριβώς γιατί ο Φρόυντ, ο ίδιος, δεν το προτάσσει όταν δίνει στο ασυνείδητο
την υπόστασή του. Το ασυνείδητο, μας λέει, δεν είναι το όνειρο. Αυτό, στο στόμα του, πάει να πει, ότι το ασυνείδητο μπορεί να ασκείται προς την κατεύθυνση της εξαπάτησης, και ότι αυτό δεν έχει γι’ αυτόν καμιά αξία αντίρρησης. Όταν ο Φρόυντ κατάλαβε πως στο πεδίο του ονείρου έπρεπε να βρει την επιβεβαίωση αυτού που του είχε μάθει η εμπειρία του από το υστερικό, και άρχισε να προχωρά με μια τόλμη αληθινά δίχως προηγούμενο, τι μας είπε τότε για το ασυνείδητο; Το θεωρεί συνιστάμενο κυρίως όχι από αυτό που, από τη φύση του, δεν του δίνεται. Και αυτό πώς το ονομάζει ο Φρόυντ; Σκέψεις.
Η παρουσία του αναλυτή είναι, η ίδια, μια εκδήλωση του ασυνείδητου έτσι που όταν, στις μέρες μας εκδηλώνεται σε κάποιες συναντήσεις σαν άρνηση του ασυνείδητου-είναι μια τάση ομολογημένη μέσα στη σκέψη που διατυπώνουν ορισμένοι-αυτό ακριβώς πρέπει να συμπεριληφθεί στην έννοια του ασυνείδητου. Θα πρέπει να βλέπουμε μέσα στο ασυνείδητο τις επενέργειες του λόγου πάνω στο υποκείμενο-αφού είναι τόσο ριζικά πρωτογενείς ώστε αποτελούν καθαρά αυτό που προσδιορίζει την υπόσταση του υποκειμένου ως υποκειμένου. Η πρόταση αυτή προορίζεται να αποκαταστήσει το φροϋδικό ασυνείδητο στη θέση του. Ασφαλώς το ασυνείδητο ήταν παρόν από πάντα, υπήρχε δρούσε πριν από τον Φρόυντ, αλλά έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι όλες εκδοχές που δόθηκαν πριν από το Φρόυντ, γι’ αυτή τη λειτουργία του ασυνείδητου, δεν έχουν τίποτα το κοινό με το ασυνείδητο του Φρόυντ.
Το πρωταρχικό ασυνείδητο, το ασυνείδητο λειτουργία αρχαϊκή, το ασυνείδητο παρουσία σκεπασμένη μιας σκέψης που τοποθετείται στο επίπεδο του όντος προτού να αποκαλυφθεί, το μεταφυσικό ασυνείδητο του Έντουαρντ φον Χάρτμαν-όπως και να αναφέρεται σ’ αυτό ο Φρόυντ μ’ ένα επιχείρημα ad hominem –το ασυνείδητο κυρίως σαν ένστικτο-όλα αυτά δεν έχουν τίποτε το κοινό με το ασυνείδητο του Φρόυντ. Το ασυνείδητο είναι το άθροισμα των επιπτώσεων της ομιλίας πάνω σ’ ένα υποκείμενο, στο επίπεδο εκείνο όπου, το υποκείμενο, σχηματίζεται από τις επιπτώσεις του σημαίνοντος. Αυτό δείχνει ότι, μέσα στον όρο υποκείμενο δεν δηλώνουμε το ζωντανό υπόστρωμα που χρειάζεται στο υποκειμενικό φαινόμενο, ούτε κανενός είδους ουσία, ούτε κανένα ον της γνώσης μέσα στο δευτερογενές ή πρωτογενές πάθος του, ούτε καν τον λόγο που θα ενσαρκωνόταν κάπου, αλλά το καρτεσιανό υποκείμενο, που εμφανίζεται τη στιγμή όπου η αμφιβολία αναγνωρίζεται σαν βεβαιότητα – με τη διαφορά όμως ότι, με τη δική μας προσέγγιση, οι βάσεις του υποκειμένου αυτού αποκαλύπτονται πολύ πιο πλατειές, αλλά, ταυτόχρονα, πολύ περισσότερο υπόδουλες, ως προς τη βεβαιότητα που δεν την πετυχαίνει .Να τι είναι το ασυνείδητο.
Είναι κλασική η άποψη ότι στην ψύχωση το ασυνείδητο είναι στην επιφάνεια, είναι συνειδητό. Ίσως μάλιστα γι’ αυτό δεν φαίνεται να φέρνει σπουδαίο αποτέλεσμα το να αρθρωθεί [λεκτικά]. Με βάση αυτή την προοπτική, αρκετά διδακτική από μόνη της, μπορούμε αμέσως να παρατηρήσουμε ότι το ασυνείδητο δεν οφείλει τη δραστικότητά του απλά και μόνο στο αρνητικό γνώρισμα ότι είναι unbewusst, μη συνειδητό. Η βασική φαντασία που φαίνεται να ρυθμίζει σήμερα την ψυχαναλυτική πρακτική, είναι ότι υπάρχει κάποιος δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στη νεύρωση και την ψύχωση, ανάμεσα στο προσυνειδητό και το ασυνείδητο. Το εγώ είναι το υπέρτατο πλαίσιο των φαινομένων, όλα περνάνε από το εγώ, η παλινδρόμηση του εγώ είναι η μόνη οδός πρόσβασης στο ασυνείδητο.
Σε σχέση με το προσυνειδητό τι είναι το ασυνείδητο; Όταν λέμε πως ότι ανήκει στην ψυχαναλυτική επικοινωνία έχει δομή γλώσσας, αυτό ακριβώς δεν σημαίνει ότι τοασυνείδητο εκφράζεται μέσα στο λόγο. Το οποιοδήποτε ψυχαναλυτικό φαινόμενο, είναι, όχι γλώσσα με την έννοια που θα σήμαινε πώς είναι λόγος, αλλά δομημένο σαν γλώσσα. Το σημαντικό είναι το περιεχόμενο του ασυνειδήτου του και οι κατασκευές που έγιναν από τη φαντασία του στις αναμνήσεις που είναι ακόμα χαραγμένες στα βάθη της ψυχής, ακόμα κι αν η ανάμνηση καταστράφηκε ή μεταμορφώθηκε από τη φθορά του χρόνου που πέρασε.
Η επαναφορά της ανάμνησης έχει νόημα μόνο αν μεταδοθεί απευθείας από το στόμα στα αυτιά του. Ο πλήρης λόγος είναι το μέρος της ασύνειδης ομιλίας που λείπει από το άτομο για να κατανοήσει την ιστορία του. «Το ασυνείδητο είναι αυτό το μέρος της συγκεκριμένης ομιλίας που δεν είναι διαθέσιμο στο υποκείμενο για ν’ αποκαταστήσει τον ειρμό της συνειδητής ομιλίας του».
Έτσι, ο Lacan μας δείχνει ότι η συνείδησή μας υποφέρει από την έλλειψη γνώσης του ασυνείδητου. Το ασυνείδητο συμμετέχει στις ιδέες και τις σκέψεις από τις οποίες μερικώς απαρτίζεται. Το ασυνείδητο είναι αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας που είναι σημαδεμένο από ένα
σβήσιμο ή είναι κατειλημμένο από ένα ψέμα: είναι το λογοκριμένο κεφάλαιο. Αλλά η αλήθεια μπορεί να ξαναβρεθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήδη εγγραφεί κάπου αλλού.
Το λογοκριμένο ασυνείδητο μήνυμα μπορεί να είναι γραμμένο στο σώμα, για παράδειγμα, στην ψυχοσωματική ασθένεια, που είναι μια μορφή γραφής πάνω ή μέσα στο σώμα. Η γλώσσα του ψυχοσωματικού ασθενούς δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτό από το οποίο πάσχει δεν μπορεί να ειπωθεί και αντικαθίσταται από μια ζώνη πόνου, της οποίας η κατάσταση είναι αποκαλυπτική για πολυάριθμες αποσιωπήσεις και απαγορεύσεις. Το κρυφό απαγορευμένο μπορεί να βρίσκεται εξίσου σε αυτά που ο Lacan ονομάζει «αρχειακά δεδομένα», δηλαδή στην παρακαταθήκη των παιδικών αναμνήσεων που κοιμούνται στα βάθη της ψυχής, κατευθύνοντας έτσι όλο το παρόν μας με τα απατηλά όνειρα. Αυτό που προτείνει η ψυχανάλυση στο υποκείμενο είναι να αναγνωρίσει ότι το ασυνείδητό του αποτελείται από όλη του την ιστορία: την επίσημη ιστορία και την περιθωριακή ιστορία ή ακόμα τα απόκρυφα της ιστορίας.
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ
Ας αφήσουμε λοιπόν το ασυνείδητο, και ας προχωρήσουμε προς το ερώτημα: τι είναι η επανάληψη; Οφείλουμε βέβαια να διατυπώσουμε πρώτα πως εννοεί ο Lacan τη λειτουργία της επανάληψης. Η λειτουργία αυτή, οπωσδήποτε, δεν έχει καμιά σχέση με τον ανοιχτό ή κλειστό χαρακτήρα των κυκλωμάτων, που ονομάζεται Wiederkehr.
Σύμφωνα με τα κείμενα του Φρόυντ, ο Lacan αναφέρει ότι η επανάληψη δεν είναι αναπαραγωγή. Αναπαραγωγή, είναι κάτι που οι άνθρωποι πίστευαν πως μπορούσαν να κάνουν τον καιρό των μεγάλων ελπίδων της κάθαρσης. Η επανάληψη εμφανίζεται καταρχήν με μια μορφή που δεν είναι διαυγής, που δεν είναι αυτονόητη, σαν μια αναπαραγωγή, ή μια ενεστωποίηση, στο ενέργημα. Ένα ενέργημα, ένα αληθινό ενέργημα, περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος δομής, γιατί αφορά ένα πραγματικό που η συμμετοχή του δεν είναι πασιφανής. Και γιατί η επανάληψη εμφανίστηκε, πρώτα, στο επίπεδο αυτού που ονομάζεται τραυματική νεύρωση;
Ο Φρόυντ, αντίθετα από όλους τους νευροφυσιολόγους, παθολόγους και άλλους τόνισε ότι, αν δημιουργεί πρόβλημα στο υπόκειμενο η αναπαραγωγή στο όνειρο της ανάμνησης του έντονου βομβαρδισμού, παραδείγματος χάρη, απ’ όπου ξεκινά η νεύρωσή του-δεν φαίνεται, σε κατάσταση εγρήγορσης, να του κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. 21 Ποια είναι λοιπόν αυτή η λειτουργία της τραυματικής επανάληψης αν τίποτα, μα απολύτως τίποτα δεν φαίνεται να δείχνει ότι τη δικαιώνει από την άποψη της αρχής της ευχαρίστησης; Να κυριαρχηθεί το οδυνηρό γεγονός, θα έλεγε κανείς. Μα ποιος κυριαρχεί, που είναι εδώ ο κύριος, να κυριαρχήσει; Γιατί να μιλάμε τόσο γρήγορα, όταν, ακριβώς δεν ξέρουμε που να τοποθετήσουμε την ένταση που θα μπορούσε να επιδοθεί σ’ αυτή την επιχείρηση κυριάρχησης; Δεν πρέπει να συγχέουμε με την επανάληψη ούτε την επιστροφή των σημείων, ούτε την αναπαραγωγή, ή τη ρύθμιση μέσω της συμπεριφοράς ενός είδους ενεργού ανάμνησης.
Η επανάληψη είναι κάτι που, από την πραγματική του φύση, είναι πάντοτε σκεπασμένο μέσα στην ανάλυση, εξαιτίας της ταύτισης της επανάληψης και της μεταβίβασης στην εννοιολογία των αναλυτών. Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι το σημείο όπου χρειάζεται να κάνουμε τη διάκριση. 23 Αυτόν τον επαμφοτερισμό της πραγματικότητας που αποτελεί αντικείμενο της μεταβίβασης, δεν θα κατορθώσουμε να τον ξεδιαλύνουμε παρά μόνο αν εξετάσουμε τη λειτουργία του πραγματικού μέσα στην επανάληψη. Η επανάληψη ζητά το καινούργιο. Στρέφεται προς το παιχνίδι που μετατρέπει αυτό το καινούργιο σε διάστασή της. Καθετί που, μέσα στην επανάληψη, ποικίλλει, μετασχηματίζεται, δεν είναι παρά αλλοτρίωση του νοήματός της. Την ορθή έννοια της επανάληψης μπορούμε να την αποκτήσουμε από μια άλλη κατεύθυνση που οφείλουμε να μη συγχέουμε με το σύνολο των επιπτώσεων της μεταβίβασης. Θα αποτελέσει το πρόβλημά μας, όταν θα προσεγγίσουμε τη λειτουργία της μεταβίβασης, να κατανοήσουμε πως η μεταβίβαση μπορεί να μας οδηγήσει στην καρδιά της επανάληψης. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, στην παραγνωρισμένη έννοια της επανάληψης, το ελατήριο της συνάντησης που πάντοτε αποφεύγεται, της χαμένης τύχης. Η λειτουργία της αποτυχίας βρίσκεται στο κέντρο της αναλυτικής επανάληψης. Το rendez-vous πάντα χάνεται-αυτό συνιστά, ως προς την τύχη, τη ματαιότητα της επανάληψης, τη συστατική της απόκρυψη. Ή έννοια της επανάληψης μας κάνει να σκοντάφτουμε στο δίλημμα: ή να αποδεχτούμε απλά και καθαρά την ανάμιξή μας σαν αναλυτών στον εριστικό χαρακτήρα της ασυμφωνίας κάθε έκθεσης της εμπειρίας μας-ή να λειάνουμε την έννοια στο επίπεδο κάποιου πράγματος που θα ήταν αδύνατον να αντικειμενοποιήσουμε, παρά μόνο με μια υπερβατολογική ανάλυση της αιτίας. Αυτή η ιδέα της επανάληψης προκαλεί τόση αμηχανία, ώστε κάποιοι προσπαθούν να την αναγάγουν στην επανάληψη των αναγκών. Αν διαβάσουμε τον Φρόυντ, αντίθετα, θα δούμε ότι ο αυτοματισμός της επανάληψης, όπως και όλη του η θεωρία της μνήμης από την αρχή, βασίζεται στο ερώτημα που του θέτει η εμμονή ενός λόγου [parole], ο οποίος, μέσα στο υποκείμενο, επανέρχεται μέχρι να πει την τελευταία λέξη, ενός λόγου που οφείλει να επανέρχεται παρά την αντίσταση του εγώ που είναι άμυνα, δηλαδή προσκόλληση στη φαντασιακή παρανοησία της ταύτισης με τον άλλο. Η επανάληψη είναι κατά βάση εμμονή ενός λόγου.
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ, ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΔΥΣΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Από τη μία πλευρά, ο Λακάν δέχεται την επανάληψη σαν κλινικό φαινόμενο, από την άλλη, δίνει τελείως διαφορετικό νόημα στη σύνδεση της επανάληψης με τον θάνατο. Ενώ ο Φρόυντ, με την ακραία του θεωρητική κατασκευή, επιμένει να βλέπει στην επανάληψη ένα αρχέγονο ζωτικό φαινόμενο, ο Λακάν δεν τη θεωρεί φαινόμενο ζωτικό-η κατά Λακάν επανάληψη δεν υπάγεται στη συμπεριφορά του έμβιου οργανισμού-, αλλά φαινόμενο αντί-ζωτικό, στο μέτρο που, απέναντι στη φροϋδική κατασκευή, η επανάληψη στο ανθρώπινο είδος αντιτίθεται στην προσαρμογή. Τα πεδία της επανάληψης και της προσαρμογής είναι δύο μεγάλα πεδία που διαπλέκονται, αλλά με επίμονο τρόπο, στην προσέγγιση του Λακάν.
Η επανάληψη αποκτά τη διάστασή της μέσα από την αντιπαραβολή της με τούτη τη δυνατή, πειραματική έννοια, που αν μη τι άλλο διατείνεται πως προκύπτει από την [επιστημονική] παρατήρηση. Η κατά Φρόυντ επανάληψη, αναθεωρημένη από τον Λακάν, διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά της σε συνάρτηση με τούτη τη θαυμάσια και αρμονική προσαρμογή. Διότι δεν είναι και τόσο δύσκολο να δείξει κανείς ότι η επανάληψη είναι ουσιαστικά, για το ανθρώπινο είδος, ένας παράγοντας δυσπροσαρμοστικότητας, ότι η επανάληψη, έτσι όπως αναδύεται από την κλινική, φαίνεται να προσδιορίζει μια συμπεριφορά ουσιαστικά μη προσαρμοσμένη σε σχέση με τις απαιτήσεις της ζωής, της ευζωίας του σώματος. Εκείνο που ο Φρόυντ ονομάζει ανάγκη για επανάληψη, και που πολύ απέχει από το να είναι μια ανάγκη σαν τις άλλες, εμφανίζεται αντίθετα σαν μια δυσαρμονική απαίτηση που αφορά το έμβιο ον ως τέτοιο. Σε αυτή τη βάση, ο Λακάν αποδέχεται το γεγονός της επανάληψης. Αποδεικνύει ότι, σε σύγκριση με την προσαρμογή, η επανάληψη υπάγεται σε ένα πλαίσιο αναφοράς που δεν είναι διόλου βιολογικό, αλλά είναι στοχάσιμο μόνο στην τάξη της γλώσσας. Σκιαγραφείται έτσι, πέραν της αρχής της ηδονής, η θέση του υπερεγώ ως αρχής της αντί-ζωτικής επανάληψης.
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ
Εδώ θα διαπραγματευθούμε το θέμα της μεταβίβασης. Στην κοινή γνώμη η μεταβίβαση παριστάνεται ως θυμική κατάσταση. Με τρόπο αόριστο, τη χαρακτηρίζουν θετική ή αρνητική. Είναι γενικά αποδεκτό, όχι δίχως κάποια βάση, ότι η θετική μεταβίβαση είναι η αγάπη-ωστόσο, πρέπει να πούμε, ότι αυτός ο όρος, έτσι όπως τον χρησιμοποιούν, ισχύει εντελώς κατά προσέγγιση. Ο Φρόυντ έθεσε, πολύ νωρίς, το ερώτημα της αυθεντικότητας της αγάπης τέτοιας που εμφανίζεται στη μεταβίβαση. Η γενική τάση υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα είδος ψεύτικης αγάπης, για κάποια σκιά αγάπης. Ο Φρόυντ, αντίθετα, δεν έριξε κατά κανέναν τρόπο το βάρος προς αυτή την κατεύθυνση.
Για την αρνητική μεταβίβαση, είναι πιο προσεκτικοί, πιο μετρημένοι στον τρόπο με τον οποίο την αναφέρουν, και δεν την ταυτίζουν ποτέ με το μίσος. Χρησιμοποιούν μάλλον τον όρο αμφισημία, όρο που, περισσότερο ακόμα και από τον πρώτο, καλύπτει πολλά πράγματα συγκεχυμένα που ο χειρισμός τους δεν είναι πάντοτε ο κατάλληλος. Θα πούμε με μεγαλύτερη ορθότητα ότι, η θετική μεταβίβαση είναι όταν εκείνον για τον οποίον πρόκειται, τον αναλυτή στην περίπτωση αυτή, τον έχει κανείς πάρει από καλό, όπως λέμε-αρνητική, όταν τον έχει στο μάτι. Υπάρχει και μια άλλη χρήση του όρου μεταβίβαση που αξίζει να τη διακρίνουμε, όταν λέμε ότι δομεί όλες τις ειδικές σχέσεις προς αυτόν τον άλλον, που είναι ο αναλυτής, και ότι η αξία όλων των σκέψεων που περιστρέφονται γύρω απ’ αυτή τη σχέση πρέπει να συνδηλώνεται με ένα ειδικό σημείο επιφύλαξης. Δεν θα μπορούσαμε βέβαια, με κανένα τρόπο, να αρκεστούμε σ’ αυτά, εφόσον ο σκοπός μας είναι να εξετάσουμε την έννοια της μεταβίβασης. Η έννοια αυτή είναι προσδιορισμένη από τη λειτουργία που έχει μέσα σε μια πράξη. Η έννοια αυτή κατευθύνει τον τρόπο μεταχείρισης των πασχόντων. Αντίστροφα, ο τρόπος μεταχείρισής τους υπαγορεύει την έννοια. Αυτό που ο Φρούντ μας δείχνει είναι ότι η μεταβίβαση βασικά αντιστέκεται, ubertragungswiderstand. Η μεταβίβαση είναι το μέσον απ’ όπου διακόπτεται η επικοινωνία του ασυνείδητου, απ’ όπου το ασυνείδητο ξανακλείνεται. Δεν είναι διόλου η μεταβίβαση εξουσιών στο ασυνείδητο, η μεταβίβαση είναι αντίθετα το κλείσιμό του. Ο αναλυτής οφείλει να περιμένει τη μεταβίβαση για ν’ αρχίσει να δίνει την ερμηνεία.
Αν το ασυνείδητο είναι αυτό που ξανακλείνετε μόλις άνοιξε, σύμφωνα μ’ ένα χρονικό παλμό, αν από την άλλη μεριά, η επανάληψη δεν είναι απλώς στερεοτυπία της συμπεριφοράς, αλλά επανάληψη σε σχέση με κάτι το πάντοτε αστοχημένο, η μεταβίβαση δεν μπορεί να είναι από μόνη της παρά μια πρόσκαιρη οδός. Αν η μεταβίβαση δεν είναι παρά επανάληψη, θα είναι επανάληψη, πάντοτε, της ίδιας αποτυχίας. Αν η μεταβίβαση έχει την αξίωση, δια μέσου αυτής της επανάληψης, να αποκαταστήσει τη συνέχεια μιας ιστορίας, δεν θα το κάνει παρά κάνοντας πάλι να αναδυθεί μια συνάρτηση, που είναι από τη φύση της, συγκεκομμένη. Βλέπουμε λοιπόν ότι η μεταβίβαση, σαν χειριστικός τρόπος, δεν μπορεί να αρκεστεί στο να συγχέεται με την αποτελεσματικότητα της επανάληψης, με την αναστήλωση αυτού που έχει συγκαλυφθεί μέσα στο ασυνείδητο, και μάλιστα με την κάθαρση των ασυνείδητων στοιχείων.
Είναι βέβαιο ότι άλλο πράγμα είναι η μεταβίβαση κι άλλο πράγμα ο θεραπευτικός σκοπός. Η μεταβίβαση δεν συγχέεται ούτε με ένα απλό μέσο. Πολλοί φτάνουν να συνδέουν τη μεταβίβαση με την ταύτιση, ενώ η ταύτιση δεν είναι παρά ένας χρόνος παύσης, ένας ψεύτικος τερματισμός της ανάλυσής, που, πολύ συχνά, συγχέεται με τον κανονικό της τερματισμό. Η σχέση της με την μεταβίβαση είναι στενή, αλλά ακριβώς στο σημείο όπου η μεταβίβαση δεν αναλύθηκε. Η μεταβίβαση δεν είναι η ενεργός δραστηριοποίηση της ψευδαίσθησης που μας σπρώχνει σ’ αυτή την αλλοτριωτική ταύτιση που συνιστά κάθε συμμορφοποίηση, έστω και προς ένα μοντέλο ιδανικό, του οποίου σε καμιά περίπτωση ο αναλυτής δεν μπορεί να είναι το στήριγμα – η μεταβίβαση είναι η ενεργός δραστηριοποίηση της πραγματικότητας του ασυνείδητου. Η μεταβίβαση είναι ένα φαινόμενο που περιλαμβάνει και το υποκείμενο και τον ψυχαναλυτή. Το να το χωρίσουμε σε μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση θ’ αποτελούσε απλώς ένα τρόπο υπεκφυγής του προβλήματος. Η μεταβίβαση είναι ένα ουσιαστικό φαινόμενο, δεμένο με την επιθυμία σαν κομβικό φαινόμενο του ανθρώπινου όντος.
Είναι αδιανόητη η μεταβίβαση, αν δεν πάρουμε την αφετηρία της μέσα στο υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει. Το υποκείμενο μπαίνει στο παιχνίδι, με αφετηρία αυτό το θεμελιακό στήριγμα-το υποκείμενο υποτίθεται ότι ξέρει, πως είναι μόνο υποκείμενο της επιθυμίας. Τι συμβαίνει όμως; Συμβαίνει αυτό που ονομάζουμε μεταβιβαστική επίπτωση. Τούτη η επίπτωση είναι η αγάπη. Αυτό που εμφανίζεται στην μεταβιβαστική επίπτωση αντιτίθεται στην αποκάλυψη. Η αγάπη, αναμφίβολα, είναι μια επίπτωση της μεταβίβασης, αλλά αυτό είναι η όψη της αντίστασής της. Είμαστε δεσμευμένοι να περιμένουμε αυτή την επίπτωση της μεταβίβασης για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε. Η μεταβίβαση δεν είναι, από τη φύση της, η σκιά κάποιου πράγματος που το έχει ζήσει κανείς προηγουμένως. Η επίπτωση της μεταβίβασης, είναι αυτή η επίπτωση της εξαπάτησης στο μέτρο που επαναλαμβάνεται. Δεν είναι επανάληψη εκείνου του παρόμοιου που συνέβη, παρά μόνο επειδή έχει την ίδια μορφή. Δεν είναι εκτοπία. Δεν είναι σκιά παλιών ξεγελασμένων της αγάπης. Είναι απομόνωση μέσα στο παρόν της καθαρής της εξαπατητικής λειτουργίας. Γι’ αυτό πίσω από την αγάπη μεταβίβασης, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που υπάρχει είναι η βεβαίωση του δεσμού της επιθυμίας του αναλυτή με την επιθυμία του πάσχοντα. Γίνεται μεγάλη χρήση του όρου διάλυση της μεταβίβασης. Τι άραγε να θέλουν να πουν μ’ αυτό; Σε ποια λογιστική αναφέρεται η λέξη διάλυση; Αν η μεταβίβαση είναι η δραστηριοποίηση του ασυνείδητου, μήπως άραγε εννοούν ότι η μεταβίβαση θα μπορούσε να ήταν να διαλύσουμε το ασυνείδητο; Μήπως δεν έχουμε πια ασυνείδητο μετά από μια ανάλυση; Ή μήπως είναι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει που θα έπρεπε να το διαλύσουμε σαν τέτοιο; Θα ήταν πάντως παράξενο, αυτό το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει να μπορεί να θεωρηθεί ότι διαλύθηκε, τη στιγμή ακριβώς όπου, στο τέλος της ανάλυσης, αρχίζει να ξέρει κάτι. Δεν μπορεί να πρόκειται, λοιπόν, για το αν ο όρος διάλυση έχει κάποιο νόημα, παρά για τη διαρκή διάλυση αυτής της απάτης που κάνει ώστε η μεταβίβαση να τείνει να ασκείται προς την κατεύθυνση του κλεισίματος του ασυνείδητου. Η λειτουργία και ο χειρισμός της μεταβίβασης πρέπει να ρυθμίζονται με τρόπο που να διατηρεί την απόσταση ανάμεσα στο σημείο απ’ όπου το υποκείμενο βλέπει τον εαυτό του αξιαγάπητο. Στο Σεμινάριό του για τη μεταβίβαση, ο Λακάν έδειξε ότι στον πυρήνα της μεταβίβασης βρίσκεται η επιθυμία του ψυχαναλυτή. Πάμπολλες εργασίες της ψυχανάλυσης μιλούν για τη μεταβίβαση ως ερωτική σχέση του αναλυόμενου προς τον αναλυτή του. Αυτό το θέμα είναι που πρέπει να εκληφθεί ως συλλογιστική βάση. Η μεταβίβαση είναι μια φαντασιακή σχέση, ο μεταβιβαστικός έρωτας, ο έρωτας-πάθος είναι επίσης μια φαντασιασκή σχέση. «Ο φαντασιακός έρωτας συμμετέχει εκ βαθέων στην ψευδαίσθηση» Ο Lacan μας συνιστά να είμαστε προσεκτικοί απέναντι στις υπεραπλουστεύσεις: «Δεν είναι η μεταβίβαση, είναι η συνθήκη της». Η μεταβίβαση δεν είναι αυτό το είδος ψευδαίσθησης. Πόσοι αναλυόμενοι δε διηγήθηκαν τις εσωτερικές περιπλανήσεις τους με πολύ καλή προαίρεση, χωρίς όμως να απαλλαγούν από τα συμπτώματά τους; Αυτό συνέβη επειδή δεν είχαν εισέλθει ακόμα στη δυναμική της μεταβίβασης. Από ποιο σημείο και έπειτα υπάρχει πραγματικά μεταβίβαση; Όταν η εικόνα που απαιτεί το υποκείμενο συγχέεται, για το υποκείμενο, με την πραγματικότητα όπου είναι τοποθετημένο. Όλη η πρόοδος της ανάλυσης έγκειται στο να του υποδείξει τη διάκριση αυτών των δύο επιπέδων, να αποκολλήσει το φαντασιακό από το πραγματικό. Αλλά δεν είναι αυτό η μεταβίβαση, μας λέει ο Λακάν, η αληθινή μεταβίβαση είναι η παρουσία μέσα στην ομιλία του πλήρους λόγου. Στην πραγματικότητα, ο Lacan απλώς επαναλαμβάνει τη φροϋδική έννοια της μεταβίβασης με κάποιες προσαρμογές. Η μεταβίβαση είναι επίσης η εισαγωγή συμβάντων του παρελθόντος στην ομιλία του παρόντος, είναι η ανακάλυψη ότι οι λέξεις του σήμερα λένε τις συγκινήσεις του χθες. .Το ασυνείδητο είναι ο θεματοφύλακας του συναισθήματος και το συναίσθημα δεν περιορίζεται στο χρόνο, αναπαράγεται, μεταβιβάζεται. Κατανοούμε καλύτερα την ιδέα του Lacan να ξεπεράσει την απλοϊκή έννοια της μεταβίβασης. Η μεταβίβαση για τον Lacan, είναι επίσης η αναφορά μιας παρελθούσας κατάστασης μέσα στην ομιλία του παρόντος. Η ΠΑΡΟΡΜΗΣΗ
Ο όρος Trìeb (παρόρμηση) έχει βέβαια, όχι μόνο στην ψυχολογία ή στη φυσιολογία αλλά και την ίδια τη φυσική, μια ιστορία μακρόχρονη, και ασφαλώς ο Φρόυντ διάλεξε αυτόν τον όρο όχι από απλή σύμπτωση. Έδωσε ωστόσο στο Trìeb μια χρήση τόσο ειδικευμένη, και το Trìeb έχει τόσο αφομοιωθεί στην αναλυτική πρακτική, που το παρελθόν του είναι πραγματικά απόκρυφο.
Ωστόσο μπαίνει το ερώτημα, αν ότι αφορά την παρόρμηση ανήκει στην κλίμακα του οργανικού. Μήπως έτσι θα πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτό που λέει ο Φρόυντ σ’ ένα κείμενο από το Jenseìts des Lustprìnzìps – ότι δηλ. η παρόρμηση, το Trìeb, αντιπροσωπεύει dìe Äusserung der Trägheìt, Κάποια εκδήλωση της αδράνειας μέσα στην οργανική ζωή;
Είναι άραγε μια έννοια απλή, που θα ολοκληρωνόταν με την αναφορά σε κάποιο στοίβαγμα αυτής της αδράνειας που θα ήταν η προσκόλληση, η Fixìerung; Η παρόρμηση δεν είναι η ώθηση. Το Trìeb δεν είναι το Drang. Σ’ ένα άρθρο γραμμένο το 1915 ο Φρόυντ λέει ότι είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τέσσερις όρους στην παρόρμηση. Ας βάλουμε πρώτα τον όρο Drang, την ώθηση. Quelle, η πηγή. Object το αντικείμενο. Ziel, ο σκοπός.
Ο Φρόυντ μας λέει στην αρχή αυτού του άρθρου, ότι η παρόρμηση είναι ένα Grundbegriff, μια έννοια θεμελιακή. Από τη στιγμή που ο Φρόυντ εισάγει την παρόρμηση στην επιστήμη, θα συμβεί ένα από τα δύο-ή έννοια αυτή ή θα κρατηθεί ή θα αποβληθεί. Θα κρατηθεί αν λειτουργεί, αν χαράζει το δρόμο της μέσα στο πραγματικό στο οποίο πρόκειται να εισδύσει. Στην επιστημονική περιοχή το ίδιο ισχύει και για όλα τα άλλα Grundbegriffe.
Κάπου αλλού ο Φρόυντ λέει ότι η παρόρμηση αποτελεί μέρος των μύθων μας. Ας παραμερίσουμε τον όρο μύθο. Άλλωστε στο ίδιο κείμενο ο Φρόυντ χρησιμοποιεί τη λέξη Konventíon, σύμβαση, που είναι πολύ πιο κοντά σ’ αυτό για το οποίο πρόκειται να ονομάσουμε με έναν όρο του Bentham, πλάσμα του νου. Ας αναρωτηθούμε τώρα τι εμφανίζεται πρώτα, όταν κοιτάμε από πιο κοντά, τους τέσσερις όρους που διατύπωσε ο Φρόυντ, σχετικά με την παρόρμηση. Ας πούμε ότι αυτοί οι τέσσερις όροι δεν μπορούν παρά να εμφανίζονται αποσυνδεδεμένοι.
Η ώθηση, καταρχήν, θα ταυτιστεί με μια απλούστατη τάση εκφόρτισης. Η τάση αυτή είναι αυτό που παράγεται εξαιτίας ενός ερεθίσματος, δηλαδή η μετάδοση από το μέρος που έγινε αποδεκτό, στο επίπεδο του ερεθίσματος, της πρόσθετης ενέργειας, η περίφημη ποσότητα. Qn της Entwurf.
Στην παρόρμηση, δεν πρόκειται διόλου για κινητική ενέργεια, δεν πρόκειται για κάτι που θα ρυθμιστεί με κίνηση. Η εκφόρτιση εδώ είναι μιας τελείως διαφορετικής φύσης,και τοποθετείται σ’ ένα τελείως άλλο πλάνο. Η σταθερότητα της ώθησης απαγορεύει κάθε εξομοίωση της παρόρμησης με μια βιολογική λειτουργία, που πάντοτε έχει ένα ρυθμό. Το πρώτο πράγμα που λέει ο Φρόυντ για την παρόρμηση, είναι, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι, ότι δεν έχει ούτε μέρα ούτε νύχτα, ούτε άνοιξη ούτε φθινόπωρο, ούτε άνοδο ούτε κάθοδο. Είναι μια σταθερή δύναμη.
Σε άλλο σημείο πάλι ο Φρόυντ αναφέρεται στην Befriedigung, στην ικανοποίηση.
Τι σημαίνει η ικανοποίηση της παρόρμησης; Μα είναι αρκετά απλό. Η ικανοποίηση της παρόρμησης, είναι να φτάσει στο Ziel της, στο σκοπό της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου