Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Αναλυτής - Aναλυόμενος (γλώσσα, ηθική) J.L.

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ
Ο Freud έγραφε: σε μια ψυχανάλυση πρέπει να λέγονται τα πάντα όπως έρχονται, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για μια λογική αλληλουχία. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Lacan , επικρατεί η «μη παράλειψη», αλλά αυτή η συνθήκη είναι ατελής χωρίς το «νόμο της μη συστηματοποίησης», που αφήνει την έλλειψη συνοχής να κυριαρχεί σε κάθε έκφραση της νοητικής ζωής. Έκφραση που πραγματοποιείται μέσω της γλώσσας.
Γλώσσα που καθίσταται κατ’ αυτόν τον τρόπο φορέας της πραγματικότητας του ασθενούς. Υπέρτατο όχημα της έκφρασης του «πραγματικού», του, της ζωής του. Η προσδιορισμένη από τον Lacan γλώσσα δεν είναι η γλώσσα της ψυχολογίας ούτε η γλώσσα που μελετά η γλωσσολογία. Η γλώσσα είναι, με τα υπονοούμενά της, τις παραδρομές της, τα σφάλματα και τις περιπλανήσεις της, η έκφραση της πραγματικότητας του υποκειμένου. Η γλωσσική έκφραση που εννοείται από τον ψυχολόγο είναι γι’ αυτόν άμεσα συσχετισμένη με τη σκέψη του υποκειμένου. Ο ψυχολόγος τρέφει ακόμα την ουτοπική ελπίδα ότι η γλώσσα σημαίνει κάτι.
Στην ομιλία του αναλυόμενου πολύ λίγα είναι «αληθινά», ενώ όλα όσα λέει, ακόμα και τα ψέματα, που τελικά δεν είναι παρά προϊόντα της φαντασίας του, είναι «πραγματικά».
«Αλλά η ψυχανάλυση», γράφει ο Lacan «για να μην αποσπάσει την εμπειρία της γλώσσας από την κατάσταση που ενέχει, την κατάσταση του συνομιλητή, αγγίζει το απλό γεγονός ότι η γλώσσα, πριν να σημαίνει κάτι, σημαίνει για κάποιον». Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να πούμε και σε αυτό που λέμε, ανάμεσα σε αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που λέμε. Η ανάλυση στηρίζεται σε αυτή την παρατήρηση και το αυτί του ψυχαναλυτή δεν ακούει πραγματικά το υποκείμενο που είναι παρόν εκεί στο ντιβάνι, αλλά μάλλον κάποιον άλλο, κάποιον φανταστικό, ένα είδος φαντάσματος αναμνήσεων.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, εδώ θα λέγαμε ότι η ψυχανάλυση ενδιαφέρεται κυρίως για την υποκειμενική πραγματικότητα του είναι, ενώ η ψυχολογία χάνεται σε μια μάταιη αναζήτηση της αλήθειας. Για τον Lacan υπάρχει μόνο μια πραγματικότητα αυτή του ασθενούς. Η έκφραση πραγματοποιείται διαμέσου της γλώσσας. Διαπιστώνουμε λοιπόν πόσο η ψυχανάλυση είναι αδιαχώριστη από τη γλώσσα και τις ποικίλες μορφές της.
ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ
Η «Επιθετικότητα στην ψυχανάλυση» παρότι που δεν είναι ένα από τα κείμενα-ορόσημα των Γραπτών του Lacan, περιλαμβάνει πλήθος παρατηρήσεων και τεχνικών που αφορούν στην καθοδήγηση μιας ψυχαναλυτικής θεραπείας. Στην εκτύλιξη μιας ανάλυσης υπάρχουν θέματα τέτοιας σημασίας, που η παραμέληση έστω και ενός εξ αυτών θα καθιστούσε ανενεργή τη θεραπεία. Σε αυτά ανήκει και το θέμα της επιθετικότητας που ο αναλυτής οφείλει να προσέξει καθόσον είναι ακέραιο μέρος της ψυχικής μας οργάνωσης. Αυτή η επιθετικότητα είναι σχεδόν μετρήσιμη στην ομιλία του αναλυόμενου. Ποιο είναι το καλύτερο μέσον για να περιορίσουμε την επιθετικότητα;
Ο Lacan μας απαντά με τον τρόπο του Σωκράτη: «ο ίδιος ο διάλογος φαίνεται να αποτελεί μια παραίτηση από την επιθετικότητα». Με το διάλογο η ψυχανάλυση θεραπεύει την ίδια την τρέλα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ψυχαναλυτής έχει ως αποστολή να αφήσει να εξελιχθεί ακόμα και ο πλέον επιθετικός λόγος. Απαιτείται ένας εξαιρετικά λεπτός χειρισμός, καθώς είναι απαραίτητο να επιτρέπουμε στην επιθετικότητα να μιλάει ενώ ταυτόχρονα να την αρνούμαστε. Η μη τήρηση αυτού του όρου συχνά εκτρέπει μια ανάλυση στην αποχαυνωτική οικειότητα των λεγόμενων ψυχοθεραπειών υποστήριξης.
Όλα αυτά οδηγούν σε αυτή τη μικρή φράση που θα γίνει ξακουστή: η ψυχανάλυση προκαλεί στο υποκείμενο «μια ελεγχόμενη παράνοια». Σαφώς η επιθετικότητα πρέπει να εκφραστεί, διότι αυτή βρίσκεται στη βάση της νεύρωσης στο βαθμό που αναχαιτίζεται. Ωστόσο, χωρίς να αντικρούσουμε αυτή τη διαπίστωση, η εκτός ορίων επιθετικότητα δεν μπορεί επιπλέον να γίνεται αποδεκτή καθόσον είναι αντικοινωνική. Η ψυχανάλυση μας ανοίγει τα μάτια πάνω σε αυτή την αντίφαση που παρατηρούμε καθημερινά.
Με άλλα λόγια, αφενός η αναχαιτισμένη επιθετικότητα υπονομεύει και παράγει τη νεύρωση, αφετέρου η ακραία επιθετικότητα οδηγεί στην ενοχή και τα κοινωνικά προβλήματα. Ο Lacan συνδέει την επιθετικότητα με τη ναρκισσιστική σχέση και με τις δομές που χαρακτηρίζουν τη διαμόρφωση του Εγώ. Αν γνωρίζουμε ότι η «αρχή της πραγματικότητας» είναι ένας από τους τρόπους δόμησης του Εγώ, κατανοούμε ότι λαμβάνει υπόψη του τις εξωτερικές συγκυρίες και αμύνεται στην τραχύτητα του περιβάλλοντος με μια προστατευτική επιθετικότητα.
ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ
Ο Λακάν αποκατέστησε τη φροϋδική εμπειρία δείχνοντας αυτό που πρέπει να κατευθύνει την ψυχαναλυτική πράξη. Είναι το εγχείρημα «μιας ριζικής ηθικής μεταστροφής, που εισάγει το υποκείμενο στην τάξη της επιθυμίας». [Το σχετικά λακανικό μάθημα είναι: να μην υποχωρείς μπροστά στην επιθυμία σου]. Τίθεται λοιπόν μια ηθική της ψυχανάλυσης. Είναι μια ηθική που προέρχεται από την ίδια την ψυχανάλυση, από την ανάλυση του ίδιου του αναλυτή. Έτσι, οι αρχές που θα προσανατολίσουν την πρακτική του αναλυτή στις περιπτώσεις που θα αναλάβει προέρχονται από την προσωπική του ψυχανάλυση.
Αυτός ο ηθικός προβληματισμός υπήρχε ήδη στον Φρόυντ. Τα ίχνη του βρίσκονται κυρίως στα κείμενα επί της ψυχαναλυτικής τεχνικής. Επιμένει στο γεγονός ότι «η ψυχαναλυτική αγωγή βασίζεται στην αυθεντικότητα και σ’ αυτό οφείλεται μεγάλο μέρος της παιδευτικής της επίδρασης και της ηθικής της αξίας.» Δε θα πρέπει «να ενσταλάξουμε τα ιδανικά μας» στον αναλυόμενο, ούτε και θα πρέπει «να επιχειρήσουμε να τον διαμορφώσουμε σύμφωνα με το δικό μας πρότυπο». Η καινοτομία του Λακάν ήταν να θεματοποιήσει αυτό τον προβληματισμό και να τον προωθήσει με την ονομασία της «ψυχαναλυτικής ηθικής». Ο Λακάν θα θέσει την έμφαση στην ηθική διάσταση της ψυχαναλυτικής πράξης και στην ασυνείδητη σύγκρουση.
Η ψυχαναλυτική ηθική δεν έχει να κάνει με τη φιλοσοφική ηθική. Κατ’ αρχήν διότι δεν προτείνει κάποια κοσμοθεωρία κι έπειτα γιατί το υπέρτατο αγαθό είναι απαγορευμένο.
Υπάρχει για τον Λακάν στη φροϋδική μεταψυχολογία μια «ηθική σκέψη». Αλλά θα την κάνει κεντρικό ζήτημα, γεγονός σημαντικό, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία του ψυχαναλυτικού κινήματος: [Η ηθική σκέψη βρίσκεται] στο κέντρο της εργασίας μας…και είναι αυτή που συνέχει τους ανθρώπους που αντιπροσωπεύουν την ψυχαναλυτική κοινότητα.
Πρόκειται για κριτήριο μείζονος σημασίας: Επιτρέπει στην ψυχανάλυση να διακριθεί από την ψυχοθεραπεία, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, με τις πολλές και ποικίλες αυτές τεχνικές που αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Αν η ψυχανάλυση τεθεί ως μία ηθική, διαχωρίζει τη θέση της από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την επιστήμη. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάκριση της από την επιστήμη. Ο Λακάν άνοιξε ουσιαστικά το δρόμο με ένα ερώτημα: «Τι ακριβώς κάνουμε όταν κάνουμε ψυχανάλυση;». Ολόκληρη η διδασκαλία του μπορεί να θεωρηθεί σαν μια προσπάθεια να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Κι αυτό θα οδηγήσει σε άλλα ερωτήματα:«Η ψυχανάλυση είναι η δεν είναι επιστήμη;». Ή: «Τι θα ήταν μια επιστήμη που θα περιλάμβανε την ψυχανάλυση;» Η ιδιαίτερη τοποθέτηση του υποκειμένου και του αντικειμένου στην ψυχανάλυση δεν επιτρέπει να την κατατάξουμε ανάμεσα στις επιστήμες. Παρ’ όλα αυτά, έχει έναν ουσιαστικό δεσμό με την επιστήμη. Η ψυχανάλυση, επίσης, διερευνά τις επιπτώσεις από την πρόοδο του επιστημονικού λόγου.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ
Η ζωή του ψυχαναλυτή δεν είναι ρόδινη. Θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τον ψυχαναλυτή με δοχείο αποβλήτων. Πρέπει όντως να εισπράττει όλη την ημέρα λόγια αμφίβολης ασφαλώς αξίας, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά πολύ περισσότερο για το άτομο που τα κοινοποιεί. Πρόκειται για ένα αίσθημα που ο ψυχαναλυτής, είναι όχι μόνο από καιρό συνηθισμένος να τα υπερνικά, αλλά και να το καταργεί απερίφραστα μέσα του, όταν ασκεί.Θα λέγαμε ότι ο αναλυτής δεν είναι ποτέ εξ’ ολοκλήρου αναλυτής, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι άνθρωπος και συμμετέχει κι εκείνος στους φαντασιακούς μηχανισμούς που παρεμποδίζουν το πέρασμα της ομιλίας. Το ζητούμενο γι’ αυτόν είναι να μην ταυτίζεται με το υποκείμενο, να είναι αρκετά νεκρός ώστε να μην πιάνεται μέσα στη φαντασιακή σχέση, στο εσωτερικό της οποίας καλείται πάντα να παρέμβει, κι έτσι να επιτρέπει την προοδευτική μετοικεσία της εικόνας του υποκειμένου προς το πράγμα που πρέπει να αποκαλυφθεί, το πράγμα που δεν έχει όνομα. Όσο η οικονομία της φαντασιακής σχέσης θα μειώνεται προοδευτικά, τόσο ευκολότερα θα βρίσκει πέρασμα αυτό που το υποκείμενο είχε να πει μέσα από τον ψευδή λόγο του.
Τι αναζητά ο ψυχαναλυτής όταν προσεγγίζει μια ψυχική διαταραχή, είτε αυτή προκύπτει εμφανώς είτε είναι λανθάνουσα, είτε συγκεκαλυμμένη, είτε αναδεικνύεται μέσα από συμπτώματα ή συμπεριφορές; Αναζητά πάντα τη σημασία. Όταν διαβλέπει την εμβέλεια που αποκτά για το υποκείμενο ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, πρόκειται πάντα για το πεδίο της σημασίας, μιας σημασίας στην οποία θεωρεί ότι υπεισέρχεται κάτι από το υποκείμενο. Εδώ ακριβώς θέλω να σταθούμε, διότι αποτελεί ένα σταυροδρόμι.
Ο αναλυτής ακούει με τα ανθρώπινα αυτιά του έτοιμα να παραποιήσουν την πραγματικότητα του υποκειμένου. Αδιάκοπα η αντιμεταβίβαση βρίσκεται προ των πυλών,έτοιμη να εκτρέψει την ομιλία του αναλυόμενου. Είναι σημαντικό αυτό που μας υπενθυμίζει ο Lacan: η ακρόαση είναι ακρόαση του μη γιγνώσκειν. Η ακρόαση του αναλυτή είναι ουδέτερη, άνευ κρίσεων και συμβουλών, δεν μπορεί να μοιάζει με καμιά χειραγώγηση.
Ο ψυχαναλυτής δεν είναι εκεί για να απαντά, να διατυπώνει κρίσεις ή να «καταλαβαίνει». Ο αδρανής ρόλος του είναι να συντηρεί έναν κενό χώρο που θα μπορεί να συμπεριλάβει τα λόγια και τις σκέψεις του υποκειμένου. Η σιωπή του αναλυτή (που δεν είναι πάντα σιωπηλή, ευτυχώς) ωθεί τον αναλυόμενο να προχωρήσει μακρύτερα, να λύσει τους κόμπους του και να κατανοήσει τα μυστικά του.
Ο ψυχαναλυτής που ακούει ένα πρόσωπο είναι προσεκτικός όπως ένας ντετέκτιβ,αναζητώντας τις αναλήθειες, τις απιθανότητες, τις αμηχανίες που γεννά η ομιλία, όχι γιατί καταμαρτυρούν ένα ψεύδος, αλλά επειδή αυτά τα γλωσσικά συμβάντα δείχνουν ένα μέρος της ασύνειδης προβληματικής του αναλυόμενου. Ο αναλυτής που ακούει την ομιλία πρέπει επίσης να είναι προσεκτικός, διότι η παραμικρή ερμηνεία του, η παραμικρή παρατήρησή του είναι φτιαγμένη από το πρώτο ενικό του πρόσωπο, που είναι ικανό επίσης για τις χειρότερες ναρκισσιστικές παρεκτροπές. Με άλλα λόγια, ο ψυχαναλυτής βρίσκεται θέση του διερμηνέα. όταν έρθει η στιγμή, αναπαράγει την ομιλία του υποκειμένου.
Αυτή η αναπαραγωγή μπορεί να γίνει μέσω πρόκλησης, τερματίζοντας την κατάλληλη στιγμή τη συνεδρία, ή με μια οποιαδήποτε ουδέτερη παρέμβαση. Πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός όταν κάνει μια ερμηνεία, που κατασκευάζεται συχνά με βάση ένα υλικό απωθημένο από το υποκείμενο, υλικό που έχει ξεχαστεί από το ασυνείδητο. Ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να ακούει προσεκτικά όλα όσα λέει το υποκείμενο, αλλά οφείλει να προσέχει να ακούσει τη μεταμφιεσμένη φαντασίωση στα λόγια του υποκειμένου, μια ιστορία κρυμμένη πίσω από μια άρνηση ή ακόμα πίσω από μια παραδρομή. Μόνο ύστερα από πολυάριθμες διασταυρώσεις θα αισθανθεί εξουσιοδοτημένος να προτείνει την ερμηνεία του στον αναλυόμενο. Ίσως αντιλαμβανόμαστε ότι μια ψυχανάλυση, για να διεκπεραιωθεί σωστά, δηλαδή συνετά, δεν μπορεί να πραγματωθεί βιαστικά. Ο υπομονετικός ψυχαναλυτής υιοθετεί αυτή την τεχνική έρευνας της ψυχής, η βιασύνη είναι η μοίρα του αρχάριου ή του αδαούς.
Ο Lacan συνεχίζει την πορεία του μιλώντας για τον «έλεγχο», δηλαδή για την αναγκαιότητα να συγκρίνει ο ψυχαναλυτής την εμπειρία του με αυτήν ενός άλλου αναλυτή, που για την περίσταση ονομάζεται «ελεγκτής» ή μάλλον «επόπτης». Ο ψυχαναλυτής είναι ένας εφευρέτης, μας βοηθά να δημιουργήσουμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να προδικάζει τη σπουδαιότητά. τους γι’ αυτόν, ακόμα και τα ψέματά μας είναι αλήθειες. O αναλυτής πρέπει να μπορεί να ακούει την «τρέλα». Ο έλεγχος είναι εκεί για να δείχνει αδιάκοπα, για να διορθώνει ακατάπαυστα, τις τάσεις του ψυχαναλυτή να «χάσει την ψυχή του», να γίνει ένας θεωρητικός ή, ακόμα χειρότερα, ένας τεχνοκράτης. Μερικές κακές γλώσσες είπαν ότι ο Lacan είχε χάσει την ψυχή του επειδή κοιμόταν στο κρεβάτι των φιλοσόφων. Δε θα το κρίνω, ωστόσο το σημαντικό είναι ότι δεν έχασε την πένα του για να μας καταγράψει το ασυνείδητο, για να μας κάνει να χαθούμε μέσα του.
Ο αναλυτής πρέπει να είναι υπομονετικός, περίεργος, και με τις δύο έννοιες, το οποίο υπονοεί ότι ο αναλυτής πρέπει να συνειδητοποιεί το σύμφυτο με το ρόλο του ολοκληρωτισμού του, ο οποίος τον ωθεί να επισπεύδει την αποδοχή ή, αντίθετα, την άρνηση ενός ατόμου για ανάλυση.
Ο ψυχαναλυτής οφείλει, όπως το έκανε συχνά ο Lacan, να αφήνει τον ασθενή να σκεφτεί την ορθότητα του διαβήματός του, για να ξανακούσει αυτό το άτομο μόλις περάσει ο «χρόνος κατανόησης». Ο θάνατος, το υπερφυσικό, ο έρωτας είναι ζητήματα που ο αναλυτής πρέπει να ακούει και να προσπαθεί να τα ανακαλύψει. Αυτά τα θέματα είναι προνομιούχες ζώνες δημιουργικής φαντασίας, είναι δυνατόν, με αφετηρία αυτά τα ζητήματα, να ονειρευτεί κανείς τα πιο καταπληκτικά μυστήρια, να διηγηθεί θαυμάσιες ιστορίες. Αυτές οι ιστορίες,αυτά τα όνειρα είναι πιστή αντανάκλαση του ασυνείδητου. Ακούγοντας την ομιλία του θανάτου, του υπερφυσικού ή του έρωτα, ο ψυχαναλυτής πληροφορείται πάνω στις δομές των φαντασιώσεων, μυείται στην οργάνωση του ασυνείδητου του υποκειμένου. Σε αυτές τις σφαίρες κρύβονται οι ισχυρότερες συγκινήσεις, οι μεγαλύτερες φοβίες. Ακούγοντας αυτή την ομιλία είναι σίγουρα πιο σημαντικό από το να καταλάβει κάποιες, λιγότερο ή περισσότερο, απατηλές θεωρίες. Ο αναλυτής οφείλει επιτακτικά να καταλάβει ότι η ομιλία του αναλυόμενού του οργανώνεται με αφετηρία και κατεύθυνση αυτό το τρίτο φαντασιακό πρόσωπο. Ομιλία του Εγώ προς το Υπερεγώ που το θεωρεί ξένο. Η ερμηνεία που μας προτείνει ο Lacan πιθανότατα είναι απομακρυσμένη από την πρακτική του Freud.
Μόνο ο ψυχαναλυτής μπορεί να ανοίξει ένα χώρο αναστοχασμού που θα πληρωθεί από τη μοναδική αλήθεια του υποκειμένου. Ο ψυχαναλυτής δε θεραπεύει, ακούει και προτείνει τη διεύρυνση του συλλογισμού. Ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να κάνει επίδειξη των γνώσεων του, ο Lacan δεν είπε ποτέ κάτι διαφορετικό, είναι υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει, δεν παίζει το ρόλο της αυθεντίας, είναι απλώς ένας βοηθός που βάζει «ένα χεράκι», βοηθώντας τις αναζητήσεις του αναλυόμενου.
Η ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΟΥ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ
Ο σκοπός της διδασκαλίας του Λακάν ήταν η εκπαίδευση των αναλυτών.
Είναι φανερό, στην εμπειρία όλων όσων πέρασαν από αυτή την εκπαίδευση, ότι την ανεπάρκεια κριτηρίων υποκαθιστά κάτι που ανήκει στην κατηγορία της τελετής, και που, στην προκείμενη περίπτωση, δεν εκφράζεται παρά μ’ έναν μόνο τρόπο-προσποίηση. Γιατί, για τον ψυχαναλυτή δεν υπάρχει κανένα επέκεινα, κανένα επέκεινα ουσιαστικό, στο οποίο θα μπορούσε να αναφέρεται αυτό το οποίο αισθάνεται ότι βασίζεται για να εξασκεί τη λειτουργία του. Εκείνο που πετυχαίνει, ωστόσο, είναι μιας ανείπωτης αξίας – την εμπιστοσύνη ενός υποκειμένου σαν τέτοιο και τα αποτελέσματα που αυτό συνεπιφέρει διαμέσου μιας ορισμένης τεχνικής. Όμως, δεν παρουσιάζεται σαν ένας θεός, δεν είναι θεός για τον πάσχοντά του. Τι σημαίνει τότε αυτή η εμπιστοσύνη; Γύρω από τι περιστρέφεται;
Αναμφίβολα, γι’ αυτόν που εμπιστεύεται, που δέχεται την ανταμοιβή, το ερώτημα μπορεί να παρακαμφθεί. Όχι όμως για τον ψυχαναλυτή. Η κατάρτιση του ψυχαναλυτή απαιτεί από αυτόν να ξέρει, μέσα στην πορεία όπου οδηγεί τον πάσχοντά του, ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Αυτός οφείλει να ξέρει, σ’ αυτόν οφείλει να μεταδοθεί, και μέσα σε μια εμπειρία, εκείνο για το οποίο πρόκειται. Η επιστήμη, αυτή που μας έχει καταλάβει, που διαμορφώνει το πλαίσιο της δράσης όλων μας στην εποχή που ζούμε, και από την οποία ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να ξεφύγει γιατί αποτελεί και γι’ αυτόν μέρος των συνθηκών του, αυτή είναι η επιστήμη. Σε σχέση μ’ αυτήν την επιστήμη θα πρέπει να τοποθετήσουμε την ψυχανάλυση.
Ο ΑΝΑΛΥΟΜΕΝΟΣ
Ο αναλυόμενος δεν πρέπει να φοβάται ότι οι ερωτήσεις του αναλυτή είναι κρίσεις ή ένοχες αδιακρισίες. Ο θεραπευτής πρέπει να θεωρείται σαν ένας ντετέκτιβ που έχει προσλάβει ο αναλυόμενος και που τελικά κάνει απλώς τη δουλειά του. Με άλλα λόγια, ο αναλυόμενος είναι ένα ον του οποίου η γλώσσα είναι μεταμφιεσμένη με τη μάσκα της ομιλίας του. Λέει αυτό που υποθέτει ότι πρέπει να πει για να φανεί καλός», οι βαθιές σκέψεις του παραμένουν μυστικές, άχρηστες. Ο Lacan έχει, ωστόσο, έναν Αφέντη, έναν απόλυτο Αφέντη, το θάνατο. Η θέση του ιδεοληπτικού είναι μια θέση αναμονής, ένα μεγάλο κενό όπου δε λαμβάνει χώρα ούτε η ζωή ούτε η απόλαυση, είναι το αδιάκοπο φλερτ του ιδεοληπτικού ανθρώπου με το θάνατο. Ο αναλυόμενος του Lacan θα έπρεπε να έχει μόνο έναν Αφέντη: το θάνατο. Αυτό είναι μια άποψη. Ο αναλυόμενος που παρουσιάζεται στην ανάλυση έχει συχνά, περισσότερο από τον καθένα, ανάγκη από νόμους και πίστη. Είναι πολύ κακό να πιστεύουμε ότι η ψυχανάλυση κατατροπώνει τις θρησκείες και ειδικά το Θεό, οδηγώντας αδιακρίτως το νόμο στη θυσία. Πιστεύω, και ως προς αυτό συμμερίζομαι πλήρως την ανάλυσή του, ότι ο Lacan , ως μέγας ταραχοποιός,και μιμούμενος τον Freud, «σκότωσε» το Θεό ως στήριγμα ενός παραληρητικού φαντασιακού και μιας υστερικής διεκδίκησης, χωρίς όμως να βλάψει καθόλου τους νόμους, τις κοινωνικές συμπεριφορές και τους κανόνες.
ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΛΥΤΗ – ΑΝΑΛΥΟΜΕΝΟΥ
Η σχέση ανάμεσα στον αναλυτή και τον αναλυόμενο είναι τριαδική, δηλαδή υπάρχει η ομιλία του υποκειμένου, υπάρχουν αυτά που ακούει ο ψυχαναλυτής και υπάρχει επίσης, πράγμα παράξενο, αυτό το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο αναπτύσσεται ο λόγος. Να λοιπόν που βρισκόμαστε μπροστά σε έναν σχεδόν θεϊκό κριτή, ο οποίος, παρά τη φαντασιακή του ύπαρξη, υπαγορεύει τις πράξεις του υποκειμένου. Αυτός ο κριτής πολύ διακριτικός υπαγορεύει ασυνείδητα το νόμο του στο υποκείμενο. Ο Freud ονόμασε Υπερεγώ αυτό τον κριτή. Ο εισαγγελέας που είναι το Υπερεγώ είναι υπεύθυνος για τη διαμόρφωση, όπως και για την παραμόρφωση της ζωής μας, είναι ένα από τα δημιουργικά στοιχεία της ιστορίας μας. Να γιατί είναι τόσο σημαντικό το βίωμά μας να εξιστορείται στο ντιβάνι της ανάλυσης, από συνεδρία σε συνεδρία, ώστε να μπορέσουν να βγουν από την κρυψώνα τους οι κίτρινες γραμμές, τα στοπ, τα απαγορευτικά σήματα και τα όρια ταχύτητας. Μετά την ανασκαφή απομένει η μελέτη των ευρημάτων, η επιλογή, η εγκαθίδρυση της δικής μας ηθικής.
Το Υπερεγώ είναι επίσης το διεγερτικό της φαντασίωσης. Ο αναλυτής οφείλει επιτακτικά να καταλάβει ότι η ομιλία του αναλυόμενού του οργανώνεται με αφετηρία και κατεύθυνση αυτό το τρίτο φαντασιακό πρόσωπο. Ομιλία του Εγώ προς το Υπερεγώ που το θεωρεί ξένο. Η ερμηνεία που μας προτείνει ο Lacan πιθανότατα είναι απομακρυσμένη από την πρακτική του Freud. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο η καλή θέληση και η αληθινή συνεργασία του αναλυόμενου επιτρέπουν τον αναλυτή να κάνει τη δουλειά του. Πολλοί ψυχαναλυτές διαπίστωσαν αίφνης κατά τη διάρκεια μιας θεραπείας ότι έτρεφαν αρνητικά συναισθήματά προς το πρόσωπο του αναλυόμενου. Συχνά αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι το ίδιο το υποκείμενο ήταν υπεύθυνο γι’ αυτό: ψευδόταν ασύστολα και επιθετικά, δημιουργώντας έτσι ένα συναίσθημα απόρριψης στον αναλυτή του.
Η ερμηνεία που προτείνει ο θεραπευτής μπορεί συχνά να ακολουθεί περίεργες διαδρομές. Η ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε μια ευνοϊκή εξέλιξη, ωστόσο μπορεί και να οδηγήσει σε καταστροφές ή ακόμα και στην εγκατάλειψη της θεραπείας. Ο Lacan μας λέει: Θεωρώ πώς αυτό που αποδεικνύει την ακρίβεια μιας ερμηνείας είναι ότι το υποκείμενο προσφέρει ένα επιβεβαιωτικό υλικό. Κι αυτό, πάλι, οφείλει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. (…). Δεν είπαμε ποτέ ότι ο αναλυτής δεν πρέπει να έχει καθόλου συναισθήματά προς τον ασθενή του. Πρέπει όμως να ξέρει όχι μόνο να μην κάνει παραχωρήσεις σε αυτά, να τα βάζει στη θέση τους, αλλά και να τα χρησιμοποιεί κατάλληλα στην τεχνική του. Ο αναλυόμενος ελπίζει ότι ο αναλυτής του μπορεί να τον καταλάβει, όμως τι κάνει ο αναλυτής; Μαντεύει, και σε αυτό το παιχνίδι μαντικής συχνά λαθεύει. Ο ψυχαναλυτής πρέπει, με ταπεινότητα, να ρωτάει, να ακούει να μελετά τη γλώσσα του υποκειμένου. Η ερμηνεία είναι λεπτεπίλεπτη και αβέβαιη. Μπορούμε να τοποθετήσουμε το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή στο επίπεδο του Εγώ και του μη Εγώ, δηλαδή στο επίπεδο της ναρκισσιστικής οικονομίας του υποκειμένου.
Ο αναλυόμενος τοποθετεί στο φαντασιακό πρόσωπο του ψυχαναλυτή του όλες τις ιδιότητες που θα ήθελε να έχει, τοποθετεί επίσης εκεί τη βεβαιότητα ότι ο αναλυτής γνωρίζει όλα τα ελαττώματα του αναλυόμενου και ότι αυτός, σαν «ζωντανός Θεός», μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει στον εαυτό του ο νευρωσικός. Εν τούτοις μερικές φορές ο αναλυόμενος λέει ψέματα. Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα….Το κάνει για να ελέγξει τις δυνατότητες του αναλυτή του και συντηρεί την κρυφή ελπίδα ότι εκείνος θα ανακαλύψει περί τίνος πρόκειται. Το ψέμα δεν κάνει καλό σε μια ανάλυση. Το λάθος θα ήταν να πιστέψουμε ότι ο ασθενής δεν ξέρει ποια είναι η αιτία του προβλήματός του. Ασυνείδητα γνωρίζει ένα μέρος της απάντησης, όλα οργανώνονται με αφετηρία ηθικές έννοιες. Ο ψυχαναλυτής οφείλει να του διδάξει τη σοφία της άγνοιας και όχι την κατηγορηματική κρίση. Ο ψυχαναλυτής δεν πρέπει ποτέ να είναι υπέρ ή κατά, θα ήταν πολύ πιο συνετό να βοηθά τον αναλυόμενο, ώστε να μπορεί να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά του διλήμματός του στη ζυγαριά της ψυχής του και να εκτιμήσει την επιλογή του, λαμβάνοντας υπόψη ότι αγνοεί τις επιθυμίες του ασυνειδήτου του. Όπως το σημείωνε τόσο ξεκάθαρα ο Lacan, το υποκείμενο πρέπει να γνωρίσει την άγνοιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου