Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Ο Λακάν και το παιχνίδι της εκλαΐκευσης

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Στο παιχνίδι, λοιπόν, της «εκλαΐκευσης» του Λακάν δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχία - οι λακανικοί το γνωρίζουν.1 Δεν μπορείς να εκλαϊκεύσεις το περιεχόμενο της λακανικής σκέψης, για το λόγο ότι αυτό κυμαίνεται διαρκώς ανάμεσα στην κατάφαση μιας αλληλουχίας αρχών και σ' ένα ασύλληπτο γίγνεσθαι, μια κίνηση σχεδόν ιλιγγιώδη, όπως κάθε τι που αναδύεται στην επικράτεια του μεταμοντέρνου: ακόμη και ο περίφημος αποφθεγματικός άξονας «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα» πρέπει να αναθεωρείται στο φως της λακανικής υπόθεσης ότι η γειτνίαση του ασυνειδήτου με το λεγόμενο Πραγματικό μεσολαβείται από το γράμμα όχι από τη λέξη, κι ότι ο γρίφος έχει μετατοπιστεί από το λόγο της ομιλίας στο γραμματολογικό υπόστρωμα.

Δεν σου μένει, άρα, παρά να υποδείξεις σε κάποιον να παρακάμψει όλες τις «εκλαϊκεύσεις» και να περάσει μέσα από το πλήρες διάνυσμα της μυητικής εξοικείωσης με τη λακανική ψυχαναλυτική θεωρία, διδασκόμενος όχι μόνο περί τίνος πρόκειται αλλά, κυρίως, τι είναι εκείνο που δεν μπορεί να μεταδοθεί. Διότι αν κάτι κυριαρχεί στον όψιμο Λακάν, είναι το άγχος μετάδοσης του αμετάδοτου. (Η παλιά θεολογική μέθοδος επιστρέφει: η επιστήμη, στη σκηνή του μεταμοντέρνου, ξαναγίνεται [ψευδο]αποφατική). Ετσι, όλες οι απόπειρες των συγγραφέων περί Λακάν να πλησιάσουν το «άγχος του αμετάδοτου» καταλήγουν να περιπλανώνται στα αδιαφανή ρεύματα του αντικειμένου τους.

Βρίσκουμε ορισμένες απ' αυτές στην ελληνική γλώσσα. Το Λακάν του Ζαν-Μισέλ Παλμιέ,2 π.χ., είναι ασυγχώρητα μερικό, για να πιστέψουμε ότι εισάγει σε οτιδήποτε πιο συμπαγές από το στάδιο του καθρέφτη, συν μια γενική αντίληψη του ασυνειδήτου ως λόγου. Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να δώσει μια πρόγευση έστω της λακανικής σκέψης σε 162 σελίδες. (Ο μεταμοντερνισμός, όπως και ο μυστικισμός, απαιτεί έργα - μεγαθήρια: το σύνολο των λακανικών σεμιναρίων είναι ένα τέτοιο έργο: για τη Γραφή, δεν υπάρχει άλλη «εκλαΐκευση» απ' τον εαυτό της). Σχετικά με την Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του Λακάν του Μισέλ Ντετί, ειπώθηκαν ήδη αρκετά από άλλους3 - το βιβλίο μού φάνηκε απλώς ασυνάρτητο, με μια κακή προσήλωση στη νοοτροπία των οδηγών μαγειρικής. Για τον Ζακ Λακάν: Βίος και Πολιτεία της Κατρίν Κλεμάν4 δικαιούται να πει κανείς ότι σκηνοθετεί όπως όπως έναν έρωτα και μιαν απογοήτευση, ο δε τόνος του, αρκετά παράφορος ώστε να γίνεται ενίοτε ευρηματικός, είναι πάντως ολότελα ακατάλληλος για να περιγράψει, έστω και μέσες-άκρες, το είδος του επιστημονικού ανδραγαθήματος που τον προκαλεί.

Η δίτομη Εισαγωγή στην Ανάγνωση του Λακάν, του Ζοέλ Ντορ, είναι ώς ένα βαθμό κατατοπιστική, ωστόσο η κατανομή των θεμάτων στο μήκος του έργου, εφόσον την αντιληφθούμε στην προοπτική μιας όντως ουσιαστικής «εκλαΐκευσης», είναι ανισομερής και υπονομεύει την οικονομία της μετάδοσης υπέρ ενός Λακάν «ανθρωπολόγου» και σε βάρος ενός Λακάν ψυχαναλυτή.5 Οι δύο τόμοι συνοψίζουν αντίστοιχα τις δύο λακανικές «περιόδους», δηλαδή αφενός τη φάση της θεραπευτικής ψυχανάλυσης, όπου δεσπόζει το αίτημα επιστροφής στο φροϊδικό διάβημα και εμβάθυνσης των σχέσεων μεταξύ Φαντασιακού και συμβολικού πεδίου, αφετέρου στη φάση ανάδειξης της λογικής υπόστασης της ψυχανάλυσης, όπου ο Λακάν, ξεκόβοντας από τη φροϊδική ατραπό, εισάγει την έρευνα του ασυνειδήτου σ' αυτό ακριβώς που θα την αποκλείσει ως μη επείγουσα: σ' ένα είδος αλγεβρικής και τοπολογικής σκηνής, όπου ο λόγος δεν είναι πλέον συμβολικός, δεν είναι ο λόγος του Αλλου, αλλά ένας λόγος λογικός και συστηματικός. Εκεί θα ανιχνεύσει την άρθρωση -κάτι αδιανόητο μέχρι τότε- του Συμβολικού με το τρίτο απ' τα πεδία αναφοράς, το Πραγματικό. Και πιο κει, τη συνάρθρωση Πραγματικού και επιθυμίας, μέσα στο σύμπτωμα.

Μ' έναν τέτοιο τυπικό θετικιστικό λόγο, έναν λόγο χωρίς κατάλοιπα και χωρίς αντήχηση, ο Λακάν ονειρεύεται να αιχμαλωτίσει τη ζώνη του Πραγματικού στους αλγόριθμους, δηλαδή να την περι-ορίσει ως κάτι το ανέφικτο, να την περιχαρακώσει στην επιφάνεια του λογικώς αδύνατου. Το Πραγματικό είναι ό,τι ανθίσταται στην αναπαράσταση, και ο Λακάν κυριεύεται από την έμμονη ιδέα να καθυποτάξει εκείνο που, με το όνομα «αντικείμενο α», θα μείνει στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης σαν ο πυρήνας του μοντέρνου ανθρωπολογικού αινίγματος. Ο Ντορ θα έπρεπε να επιμείνει εξαντλητικά στην αποσαφήνιση του συνόλου των ιδεών και ερεισμάτων που μας επιτρέπουν την πρόσβαση στον ορισμό του πραγματικού πεδίου και στην επιστημολογική αναθεώρηση που απαιτεί η σκόπευση μιας υπόστασης εξ υποθέσεως άρρητης. Αντ' αυτού, υπεισέρχεται στις επιμέρους λακανικές τοπολογικές αναλύσεις και σκηνοθεσίες, οι οποίες από τη φύση τους, και στο μέτρο που δεν έχει ήδη κανείς την προϋποτιθέμενη πείρα στο ζήτημα, αιωρούνται με φόντο το μαυροπίνακα μιας άνευ προηγουμένου περιπλοκότητας.

Αλλά πώς να εδραιώσεις τον επιστημονικό χαρακτήρα ενός τέτοιου, κλινικά διαφωτιστικού υποτίθεται, εγχειρήματος με μια φωνή που επικαλείται την αναγκαιότητα ενός λόγου ακραιφνώς θετικιστικού μέχρι του σημείου να συναντάει τη σιωπή, τον «τοίχο της γλώσσας»; Τι θα σήμαινε για έναν αναλυτή η μελετηρή ακρόαση της συμβολικής σιωπής αυτού του θετικισμού, απ' όπου ο μύθος έχει εξοριστεί; Πώς να το εξηγήσεις; Τι είδους συμβιβασμός προϋποτίθεται εδώ; Πώς να μεταδώσεις αυτό που η εμπειρία της μετάδοσης κυνηγάει, ορθολογικά, ώς το κατώφλι όπου ο λόγος μένει άναυδος; Εξυπακούεται η παραδοχή ότι η επιστήμη, στην κορωνίδα του λόγου, την ψυχανάλυση, αποχαιρετάει το λόγο και καταπιάνεται μ' εκείνο που ο λόγος αφήνει εκτός. Εξυπακούεται, στο βάθος, το μεταμοντέρνο, απλούστατα.

Θα έπρεπε, έστω (ο Ντορ) να επιμείνει στον «ρητό» (όχι αλγεβρικό) αντίκτυπο του Πραγματικού μέσα στη δομή του υποκειμένου, καθώς και στη θέση που κατέχουν οι μεταμορφώσεις του ως προς το αδιευκρίνιστο της επιθυμίας, ως προς το ασυνείδητο κ.λπ. Δεν θα έπρεπε να θεωρεί αυτό το πλήθος των θεμάτων ως αυτονόητα ή απλές παραμέτρους. Θα όφειλε, αν ήθελε να σχεδιάσει, πράγματι, μιαν εισαγωγή, να αναδείξει ήρεμα, σταθερά, αδρά, επίμονα τον τρόπο με τον οποίο ο Λακάν επιδιώκει να φωτίσει εκείνο που δεν δέχεται να φωτιστεί, καθώς και τα ερείσματα που χρησιμεύουν εδώ, αντί να εμπλακεί σε μια κακώς εννοούμενη ισομέρεια κατανομής των λακανικών ψαύσεων, προκειμένου να αντιπροσωπευθούν όλες, ή σχεδόν όλες, με πρώτη τη «σκανδαλώδη» μη-σχέση φύλου. Αλλά πώς να πετύχει μια τέτοια προσπέλαση στο βασίλειο ενός λόγου του οποίου το αντικείμενο διολισθαίνει (πρώτα η σημασία, μετά η επιθυμία, τέλος το Πραγματικό) από βαθμίδα σε βαθμίδα;

Και θα έπρεπε να δείξει, μ' ένα σχέδιο λιγότερο συγκεχυμένο και πυκνό, τι ακριβώς είναι αυτό που υποχρεώνει τον Λακάν να καταφύγει στους αλγόριθμους και στα γραφήματα, αντί να επανασχεδιάζει αυτά τα γραφήματα επί τροχάδην. Ισως ωθείται από την αγωνία μήπως ένα βιβλίο περί Λακάν δίχως τα σχεδιαγράμματα του βορόμειου κόμβου κριθεί ανεπαρκές ή κίβδηλο. Εν πάση περιπτώσει, σε κάποιον που πρόκειται να «εισαχθεί» στο θέμα, η εκδρομή στη λακανική τοπολογία προσφέρει ελάχιστα, πιστέψτε με. Ισως, πάλι, ο συγγραφέας παγιδεύεται στην πατροπαράδοτη μέριμνα να επωμιστεί το σεβασμό προς τη μαγεία των σχημάτων, προς όλη αυτή την ανειλημμένη επέμβαση στη συνείδηση του κόσμου, στο επίπεδο της Participation Mystique, του μεταμοντέρνου Συμμετοχικού Νόμου. Με την πραγματικότητα να εννοείται ως φαντασίωση, κινούμαστε στα όρια του λυκόφωτος.

Κι ακόμη, θα έπρεπε να σταθεί επί μακρόν και νηφάλια στην εκπληκτική σημασία μιας πλειάδας υποθέσεων, όπως η λειτουργία του βλέμματος ως αντικείμενο α, οι αφανείς συσχετισμοί του Φαντασιακού και του Πραγματικού μέσα στην κατοπτρική τάξη, εν ονόματι όλων όσων (θα) είχε (προηγουμένως) εξηγήσει γύρω απ' το ζήτημα της φαλλικής προτεραιότητας κ.λπ. Οσο κι αν όλα αυτά μοιάζουν ξένα προς την κοινή αναγνωστική εμπειρία, θα είχαν την τύχη να γίνουν αντιληπτά απ' τον αναγνώστη αν ο συγγραφέας αποφάσιζε να λάβει υπ' όψιν του το θεμελιακό χαρακτήρα μιας σειράς θεμάτων έναντι άλλων, περιφερειακών. Μια εισαγωγή στον Λακάν δεν πρέπει να είναι δομημένη όπως ένα Guide blue - όλα από λίγο, λίγο απ' όλα. Ομως, και πάλι, τι θα καταλάβαινε ο αναγνώστης; Μήπως ότι τον ξεναγούν σ' έναν κόσμο που μεταβάλλεται κάτω απ' τον αστερισμό ενός σημαίνοντος που παύει σταδιακά να είναι τέτοιο;

Φυσικά, το κεντρικό αυτό μειονέκτημα είναι καταλυτικά παρόν σε ακόμη πιο επιπόλαιες απόπειρες, όπως το Λακάν - Οσο πιο Απλά Γίνεται... του Αλέν Βανιέ, η μοναδική χρησιμότητα των οποίων παραμένει, ίσως, ακριβώς το ότι καθιστούν προφανή την αλήθεια της παραπάνω μελαγχολικής ένστασης. Ο Βανιέ ξεσκονίζει άρον άρον όλους τους σταθμούς της λακανικής σκέψης, οι οποίοι, έτσι, αντιπροσωπεύονται στην «επισκόπησή» του υπό καθεστώς δημοκρατικού συνωστισμού, εντελώς ανεξάρτητα από την εμβέλεια του καθενός. Π.χ. στέκεται ελάχιστα 6 στο ζήτημα της μεταφοράς του Ονόματος του Πατέρα και στην αποσαφήνιση του ρόλου της σε σχέση με την κρίσιμη μετάβαση από το Φαντασιακό στο Συμβολικό. Το Ονομα του Πατέρα παρουσιάζεται σαν μετωνυμία ή έστω ανώδυνη μετεξέλιξη του φροϊδικού (πατρικού) Νόμου, ενώ η κρίσιμη διάσταση αυτής της τόσο αποφασιστικής λειτουργίας έγκειται ακριβώς όχι στο σημαινόμενο κάποιου Νόμου που εγκαθίσταται, αλλά στο ίδιο το γεγονός ότι ο πατέρας, διά της παρουσίας του, ρυθμίζει τη μεταφορά, κηδεμονεύει τη θέσπιση της δυνατότητας υποκατάστασης του σημαίνοντος και, συνακόλουθα, την είσοδο στο σύμπαν του λόγου.

Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την επιθυμία της μητέρας - άλλη σκοτεινή έννοια αυτή! Προκειμένου να συμπιεστούν σ' ένα βιβλίο 200 σελίδων όλα όσα ο συγγραφέας κρίνει πως απαρτίζουν την εικόνα του λακανικού διαβήματος, το τελευταίο μένει, πράγματι, απλώς εικόνα. Ομως οι έννοιες «μεταφορά» και «μετωνυμία» είναι ακρογωνιαίοι λίθοι και όχι απλώς δηλωτικές κάποιας παρεμπίπτουσας συγγένειας του λακανικού λόγου με τη γλωσσολογία. Το «φαλλικό σημαίνον», αρχής γενομένης από τη λακανική διάκριση φαντασιακού και συμβολικού φαλλού, δεν είναι κάτι το αμελητέο, δεν είναι μια μικρο-εκκρεμότητα που ζητάει την ικανοποίηση κάποιας βιαστικής λύσης στριμωγμένης στις υποσημειώσεις των σελίδων 94-95. Το πρόβλημα της ανέφικτης αποκοπής του αντικειμένου α σε συνάρτηση με την παράδοση του ψυχωσικού υποκειμένου στην απόλαυση του Αλλου, δεν είναι δυνατόν να συμπιέζεται σε πέντε αράδες ώστε να εξοικονομηθεί χώρος για άλλες νύξεις, περιεκτικές ίσως αλλά κατ' ουδένα τρόπο απαραίτητες προκειμένου να συγκροτήσει κανείς μια πρώτη ιδέα για την πληρότητα και τον προσανατολισμό της ψυχαναλυτικής «ανθρωπολογίας» του Λακάν.7 Πόσο μάλλον για τη ρευστότητά της.

Με τη γεύση της ελληνικής σοδειάς αυτών των «εκλαϊκεύσεων», που η επισκόπησή της δεν έχει αποκλειστικά δειγματοληπτική αξία παρά λέει πολλά για την κατάσταση διεθνώς, ξαναβρίσκουμε τον Λακάν στην καρδιά του ορισμού του μεταμοντέρνου - και ιδού γιατί επέμεινα στα κείμενα των δύο προηγούμενων φύλλων της Βιβλιοθήκης. Είναι αδύνατον να «εκλαϊκευθεί» αυτό που είναι και δεν είναι επιστήμη,8 αυτό που είναι και δεν είναι Λόγος. Η επιθυμία του «εκλαϊκευτή» μένει διχασμένη και το κείμενό του τραυλίζει.

Ας το πω χαριτολογώντας• ο Λακάν σφραγίζει την εποχή μας: το σημαίνον είναι και κύμα και σωματίδιο.

1. Αυτό τους κάνει καχύποπτους και κάπως φανατικούς στην τήρηση των στεγανών, όπως θα έκαναν -ας μου επιτρέψουν την έκφραση, κάπως υπερβολική ίσως- τα μέλη μιας σέκτας, εφόσον η σέκτα συγκροτείται πάντοτε πέριξ του Μυστικού.

2. Εκδ. Νεφέλη, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη.

3. Βλ. Ρεζινάλντ Μπλανσέ: «Η παραποίηση του Λακάν», στη Βιβλιοθήκη της 24ης Αυγούστου 2001.

4. Εκδόσεις «Θυμάρι». Μετάφραση Μαργαρίτας Κουλεντιανού. Παράδοξος υπότιτλος: «Ο σαμάνος ψυχαναλυτής». Τη στιγμή που ο Λακάν έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να δείξει ότι εκείνο που ακούει (διαβάζει) ο αναλυτής είναι καθαρά και αποκλειστικά λογικής τάξης και ότι δεν υπάρχει τίποτα «σαμανικό» στην ψυχαναλυτική μεταβίβαση. Απ' την άλλη, μπορεί να διαπιστωθεί μια «σαμανική» αύρα στην επιρροή που άσκησε ο Λακάν στο μεταμοντέρνο, ένα είδος αδιαπραγμάτευτης πίστης, σχεδόν τυφλής, στην αλήθεια κάθε άνω τελείας. Ακριβώς επειδή το μεταμοντέρνο είναι ασταθές, η χαμένη του ασφάλεια επιστρέφει στην πίστη σαν κάτι το μαγικό.

5. Και πάλι αφήνω το μεταφραστικό ζήτημα στους ειδικούς. Εντυπωσιάζει η απόδοση του point de capiton (σημείο διαρραφής) ως «βελονιά του παπλωματά».

6. Ελάχιστα, εφόσον κρίνουμε με βάση τις πραγματικές αναλογίες του κύρους μιας τέτοιας ιδέας, ενός τέτοιου clavis universalis, και του πρωτείου της θέσης που κατέχει στη συνολική λειτουργία του υποκειμένου.

7. Και πάλι αφήνω το μεταφραστικό ζήτημα στους αρμοδίους. Δεν ξέρω αν το αίτημα πρέπει να αποδίδεται ως «ζήτηση» και το μαθήμιο ως «μάθημα». Υποτίθεται πως αυτά τα σημαίνοντα έχουν ήδη κατοχυρωθεί.

8. Από μόνη της, η επιμονή του Λακάν να εντάξει την ψυχανάλυση σε ένα πλαίσιο κυριολεκτικά θετικιστικό, μοιάζει ύποπτη, δηλαδή δηλωτική της αγωνίας ότι η ψυχανάλυση, όντως, δεν είναι επιστήμη, αλλά περιπετειώδης ανάγνωση του γράμματος του ασυνειδήτου: τυφλόμυγα. Σαν την εμπειρία του κόσμου όπως την αντιλαμβάνονταν οι μυστικιστές, για τους οποίους το παν ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βιβλίο, ένα κείμενο, μια συνδυαστική των ψηφίων, η λακανική εκδοχή της ψυχαναλυτικής ακρόασης συνιστά ανάγνωση. Οχι μόνον δεν είναι επιστήμη ο λακανικός λόγος, αλλά στη μακριά, και σίγουρα συγκλονιστική του πορεία απ' το Φαντασιακό στο Συμβολικό και από κει στο Πραγματικό, από την εικόνα στη λέξη και από κει στο γράμμα, τι άλλο κάνει αν όχι να βαδίζει σύμφωνα με τους οιωνούς; Να καταγράψεις τους οιωνούς σε μια γλώσσα πέραν της γλώσσας: ιδού το όνειρο κάθε ερμητιστή. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 16/11/2001

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρον, καίριο.
    Ευχαριστώ που το ανάρτησες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή