Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Ψυχοθεραπεία και Ψυχανάλυση

Ζακ Αλαίν Μιλλέρ
Πάντοτε μ΄ άρεσε ο θεός Ιανός. Ο θεός με τα δυο πρόσωπα, αυτό της ειρήνης κι΄ αυτό του πολέμου. Στην κλασσική παρουσίαση ο Ηράκλειτος πάντα κλαιει, ενώ ο Δημόκριτος δε σταματά να γελά. Απ΄ όποια πλευρά και να τους δείτε, σε οποιαδήποτε στιγμή τους κοιτάζετε, καθένας τους είναι πάντα ο ίδιος. Ο Ηράκλειτος κλαιει, ο Δημόκριτος γελά. Δεν γίνεται το ίδιο με τα πρόσωπα του Ιανού. Το πρόσωπο που ο Ιανός στρέφει προς την κατεύθυνση σας εξαρτάται από τον τόπο και τον χρόνο, ανάλογα με το μέρος που είστε, σ΄ αυτό το σημείο ή σ΄ ένα άλλο. Η όψη του περιλαμβάνει τη θέση τη δική σας. Φέρτε στο νου σας αυτές τις παραστάσεις με τη διπλή όψη, που προσφέρουν, ανάλογα με τη γωνία υπό την οποία τις βλέπετε, δυο πόζες του ίδιου προσώπου, μάτια ανοιχτά, μάτια κλειστά, στόμα ανοιχτό, στόμα κλειστό.
Όμως ο Ιανός δεν είναι ο θεός της φαντασιακής μεταβολής, διότι η ειρήνη και ο πόλεμος είναι κατ΄ αρχάς ανακοινώσεις, διατυπώσεις, λεγόμενα. Ο Ιανός δεν είναι παρά η πόρτα που ανοίγει κανείς και που κλείνει, κι΄ η πόρτα είναι μια σπουδαία συμβολική λειτουργία, ίσως ακόμη η κατ΄ εξαίρεση συμβολική λειτουργία, ίσως το ίδιο το σύμβολο του σημαίνοντος. Είναι, υπό την επίκληση του θεού Ιανού που θα τοποθετήσω τη σημερινή μου παρέμβαση.
«Ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση», το θέμα του στοχασμού, μας έχει επιβληθεί από την ευρωπαϊκή επικαιρότητα. Στοχάζεται κανείς, για την ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση στην Ιταλία κατ΄ αρχάς, σε συμφωνία μ΄ ένα νόμο για τον οποίο έχουμε μιλήσει αρκετά, αλλά επίσης στη Γαλλία, στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στη Μεγάλη Βρετανία. Κατά τη διάρκεια των συμποσίων και των συνεδρίων είναι έτσι μια διευρυμένη και πραγματική εργασία της Σχολής που συνεχίζεται μέσα στο φροϋδικό πεδίο, ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Σχολή Ψυχανάλυσης και στη Σχολή του Φροϋδικού Αιτίου. Αφού έχω την ευθύνη στην επιλογή του τίτλου θα αρχίσω να τον δικαιολογώ. Μέσα στην έκφραση «Ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση» το και δε σημαίνει την πρόσθεση κι΄ ακόμα λιγότερο την ταυτότητα, αλλά θέλει να πει ότι η ψυχοθεραπεία και η ψυχανάλυση δεν είναι δυο πεδία ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, εξωτερικά το ένα στο άλλο, χωρίς κοινό σημείο.
Δεν είναι χωρίς λόγο που από την οπτική του Κράτους, η ψυχανάλυση είναι τοποθετημένη σαν μια μορφή ψυχοθεραπείας, σαν ένα στοιχείο ή ένα υποσύνολο του συνόλου των ψυχοθεραπειών, και δεν θα μπορούσαμε να ικανοποιηθούμε από το να έρθουμε σε αντίθεση με αυτή τη σύλληψη, τη σημασία της καθαρής και απλής εξωτερικότητας των δυο συνόλων. Νομίζω πως υπάρχει μια διατομή ανάμεσα στις δυο και αυτή η διατομή δεν είναι κενή.
Αυτή η παρουσίαση μας οδηγεί να σκεφτούμε ότι τρία πεδία ορισμού βρίσκονται υπό ερώτηση. Υπάρχει μια ζώνη ψυχοθεραπειών που δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την ψυχανάλυση, όπως υπάρχει και μια ζώνη του φροϋδικού πεδίου που είναι εξωτερική στην ψυχοθεραπεία; και υπάρχει μια ζώνη διατομής. Ξαναβρίσκουμε εδώ τον θεό Ιανό.
Εάν θεωρήσει κανείς την ψυχανάλυση ταυτόχρονη με την ψυχοθεραπεία, η ψυχανάλυση συγχέεται με την ψυχοθεραπεία, ενώ θεωρείται ότι προέρχεται απ΄ αυτήν δεν έχει σε τίποτα να κάνει μ΄ αυτήν. Ίσως ο ψυχαναλυτής είναι αυτός που είναι ένας Ιανός με διπλό πρόσωπο.
Σ΄ αυτό το συνέδριο κάποιος πήρε το λόγο για να πει, «είμαι ψυχοθεραπευτής»? Νομίζω ότι ο ψυχαναλυτής μπορεί να σηκωθεί και να πει «εγώ είμαι ψυχοθεραπευτής» και θα είναι αλήθεια, ακόμη κι΄ αν δεν είναι όλη η αλήθεια, ακόμη κι΄ αν η ψυχανάλυση καθεαυτή, η καθαρή ψυχανάλυση, δεν είναι ψυχοθεραπεία.
Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε λίγη σάρκα σ΄ αυτή τη διανομή του διαστήματος. Υπάρχει μια κοινή ζώνη ανάμεσα στην ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση όταν πρόκειται για ψυχοθεραπείες που προέρχονται από την ομιλία. Στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για λογοθεραπεία, μια θεραπεία από το λόγο, ακόμη βέβαια και μια θεραπεία του λόγου.
Ανέκαθεν το ξέραμε, ξέραμε ότι το να μιλάς κάνει καλό. Για παράδειγμα είναι τουλάχιστον ένα από τους λόγους που μας κάνει να κάνουμε συνέδρια. Ανέκαθεν γνωρίζαμε ότι να μιλά κανείς γιατρεύει, επ΄ ευκαιρία. Ξέρει κανείς ότι το να «μην πηγαίνει καλά», να είναι άρρωστος, είναι ίσως ένας τρόπος να μιλήσει κανείς όταν δεν ξέρει να μιλήσει. Στη σημερινή γλώσσα λέμε «σωματοποίηση», θέλει να πει ότι το σώμα γίνεται ένα μέρος της ομιλίας. Αν υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στο κακό και στο λόγο δεν είναι μια ανακάλυψη του Φρόϋντ. Η ιατρική πριν να εισαγάγει το λόγο της επιστήμης ήξερε πολύ καλά ότι σε μεγάλο βαθμό επιχειρούσε με τις λέξεις. Και η θρησκεία ξέρει καλά την αξία της ανακούφισης της ομολογίας, και του λόγου της συγχώρεσης.
Είναι αυτό που ανέκαθεν γνωρίζαμε, και είναι αυτό που άλλαξε στην εποχή της ψυχανάλυσης, στον μετακαντιανό Πατέρα, όπου γεννήθηκε η ιδέα περί της ψυχοθεραπείας. Αυτό που άλλαξε είναι ότι το ζήτημα ήρθε να διατυπωθεί με τους όρους μιας σύγκρουσης αιτιότητας. Κάθε αιτιότητα που αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι άραγε υλικής τάξεως? Ή, υπάρχει και μια άλλης τάξεως αιτιότητα? Οι διαταραχές που προσβάλλουν τον ψυχισμό ανταποκρίνονται όλες σε μια βιολογική, νευρολογική ή χημική αιτιότητα, ή ακόμη, υπάρχει μια ψυχική αιτιότητα, που συνιστά μια ιδιότυπη διευθέτηση της πραγματικότητας.
Αυτό που είναι κοινό ανάμεσα στην ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση, είναι ότι και οι δυο παραδέχονται την ύπαρξη μιας ψυχικής πραγματικότητας. Ας θυμηθούμε εδώ τον όρο που ο Φρόϋντ ειδικεύεται στη χρήση του, αυτόν της πραγματικότητας. Η ερώτηση από δω και στο εξής γίνεται, στο να ξέρουμε πως να λειτουργήσουμε πάνω σε αυτή την ψυχική πραγματικότητα. Δηλαδή: ποια είναι η ικανή πραγματικότητα στους όρους του Φρόϋντ, του Wirklichkeit που λειτουργεί επάνω στην ψυχική realite - Realitat πραγματικότητα.
Εάν ενεργήσει κανείς με μια απευθείας επέμβαση στον εγκέφαλο σαν όργανο, με μια επέμβαση χειρουργική, ηλεκτρική, ή χημική, βγαίνει κανείς βέβαια από το πεδίο των ψυχοθεραπειών. Γίνεται το ίδιο εάν επιχειρήσει κανείς με εγχύσεις ουσιών ώστε να τροποποιήσει τα πεδία της συνειδήσεως. Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός επεμβάσεων στην ψυχική πραγματικότητα που περνούν από το σώμα και μπαίνουν στο σύγχρονο πεδίο των ψυχοθεραπειών. Αυτές είναι οι ψυχοθεραπείες που αναζωογονούν με γυμνάσματα. Κατατάσσω εδώ ανατολικού τύπου σοφίες, που είναι όλες δεξιότητες του πως να γίνεις κύριος του σώματος. Αλλά υπάρχει ακόμη και η περίπτωση επίσης σοφιών δυτικού τύπου της αρχαιότητος, που είναι ασκήσεις ψυχικής κυριαρχίας των λειτουργιών και των ορέξεων του σώματος.
Έτσι, υπάρχει ένα ευρύ δειγματολόγιο ψυχοθεραπειών προς κατάτάξη, από την γύμναση μέχρι την βραχεία ψυχοθεραπεία του θεσμού. Ποια θα ήταν άραγε η αρχή της κατάταξης?
Αυτό που νομίζω πως είναι η αρχή της κατάταξης της κάθε ψυχοθεραπείας είναι η επίπτωση του λόγου του Άλλου. Ο παράγων κλειδί της κάθε ψυχοθεραπείας είναι ότι υπάρχει ένας Άλλος που λεει τι πρέπει να κάνεις, ένας Άλλος στον οποίο υπακούει το υποκείμενο που υποφέρει, και το οποίο περιμένει την επιδοκιμασία.
Αυτός ο παράγων δεν είναι εξαλείψιμος. Δεν είναι εξαλείψιμος ακόμη και για τις λεγόμενες ψυχοθεραπείες της συμπεριφοράς, γιατί πάντοτε κυριαρχούνται από τον Άλλο ο οποίος επιδοκιμάζει, που λεει «είναι καλό αυτό» και που λεει «ναι». Απ΄ αυτήν την θεώρηση, όλες οι ψυχοθεραπείες είναι πράγματι ψυχοθεραπείες της εικόνας του εαυτού, και βασίζονται πάντα στο στάδιο του καθρέφτη. Πρόκειται στο να αποκατασταθούν στο εγώ, λειτουργίες της σύνθεσης και του ελέγχου, υπό το βλέμμα του κυρίου που παίζει το ρόλο του μοντέλου. Είναι θεραπείες από την εικόνα, που μ΄ αυτό το γεγονός είναι ακόμη θεραπείες από τον κύριο, από ταύτιση με τον κύριο. Είναι εκεί που επισημαίνονται πάντα από το πεδίο της γλώσσας. Η χρήση της ομιλίας είναι περισσότερο ή λιγότερο προφανής, διαφορετικά τονισμένη. Το ζεν είναι μια ψυχοθεραπεία τόσο καλά τοποθετημένη στο πεδίο του λόγου που στοχεύει με τρόπο συστηματικό στο να σαστίσει το λόγο, με τρόπο που να συναντήσει το καθαρό σημαίνον μέσα στη μη σημασία του. Η πρωταρχική κραυγή είναι επίσης μια προσπάθεια για να συναντήσει κανείς το καθαρό σημαίνον του Es. Στην ύπνωση στη χαλάρωση, σε όλα τα είδη διαλογιστικών γυμνασμάτων, υπάρχει πάντα ένας κύριος που επαγρυπνά, που παροτρύνει, και με τον οποίο πρόκειται να ταυτιστεί κανείς μέσω ενδοβολής.
Αυτό μπορεί να περάσει από το σώμα, από το υποταγμένο σώμα,, από την κίνηση του σώματος, ή την ακινησία του σώματος, με κάθε συμπεριφορά του σώματος. Αλλά αυτό που είναι βασικό, και που κάνει η ψυχοθεραπεία είναι η υποταγή στον Άλλο.
Πρόκειται για ψυχοθεραπείες που κάνουν την οικονομία του περάσματος από το σώμα, βρισκόμαστε σε μια ζώνη που πλησιάζει την ψυχανάλυση. Ας πούμε πως είναι ψυχοθεραπείες που ενεργοποιούν στοιχειώδεις ιδιότητες διυποκειμενικότητας. Συνιστούν αυτό που θα έλεγα μια τεχνική της «κατάφασης». Σκοπεύουν στο να πετύχουν ένα επιτέλεσμα απαλλαγής από την «κατάφαση» του Άλλου. Μια θεραπεία που είχε την ώρα της επιτυχίας σαν άξονα την επόμενη φράση « Είσαι ΟΚ, ΟΚ ». Αυτή η φόρμουλα είναι όπως η μαεστρία όλων των μη σωματικών θεραπειών. Αυτή η «ΟΚ therapy» είναι η αρχή μιας βασικής διαλεκτικής. Να θεσμοδοτήσει τον Άλλο να επενδύσει στο κύριο σημαίνον, με τρόπο που να δεχτεί κανείς απ΄ αυτόν ένα «ναι» το σημαίνον που σώζει.
Είμαστε εδώ σε μια ζώνη τόσο κοντινή στην ψυχανάλυση, μερικές φορές δυσδιάκριτη στα μάτια ορισμένων. Σκέφτομαι για παράδειγμα την θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Kohut στο τελευταίο του έργο, σύμφωνα με την οποία το τέλος της ανάλυσης είναι να αναδειχτεί για το υποκείμενο ένας Άλλος που του χαμογελά. Δίνει ένα πολύ καλό παράδειγμα υπό το σχήμα ενός ασθενή βαλαντωμένου , από ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο, όπου έβλεπε πάντα ένα πρόσωπο να του γυρίζει την πλάτη, ενσαρκώνοντας κατά κάποιον τρόπο την θεμελιώδη άρνηση από την οποία έπασχε. Ο Kohut τον βλέπει να γιατρεύεται τη μέρα που ο ασθενής ονειρεύεται πως το πρόσωπο γυρίζει, είναι η μητέρα, χαμογελά, και ο ασθενής γιατρεύτηκε.
Αν θέλουμε να δώσουμε μια γενική φόρμουλα των ψυχοθεραπειών, λέμε πως είναι εδραιωμένες πάνω στη σχέση κυριαρχίας που εξασκείται πάνω στην εικόνα του άλλου, i (a) όπως το γράφει ο Λακάν. Πάνω στο εγώ του υποκειμένου, γραμμένο μ΄ ένα (m). Αυτή η φαντασιακή σχέση δεν λειτουργεί παρά αν είναι πλαισιωμένη από μια συμβολική άρθρωση.
Φαίνονται εδώ κάτω δεξιά το υποκείμενο που απευθύνεται τόσο στον Άλλο σαν κύριο, με το επιτέλεσμα της σημασίας που έχει σαν συνέπεια, και μ΄ αυτό που συμπεραίνεται, την ταύτιση με τον Άλλο, Ι (Α). Αυτό που επικαλούμαι εδώ, κάτω από ένα απλοποιημένο σχήμα, δεν είναι άλλο παρά απ΄ αυτό που θα ξαναβρείτε στο Λακάν, μέσα σ΄ αυτό που ονομάζει το γράφημα της επιθυμίας. Αυτό το γράφημα περιλαμβάνει δυο επίπεδα. Αυτό είναι το κατώτερο επίπεδο και επίσης το ελάχιστο, και αυτό που θέλει να πει είναι ότι δεν μπορεί να αποφευχθεί το πέρασμα από το κύκλωμα του, η πρόσβαση στο ανώτερο επίπεδο είναι εάν μπορώ να πω προαιρετική.
Κάθε σημαίνον του Άλλου, κάθε λόγος του Άλλου, για τόσο που τον έχουμε αναγνωρίσει σ΄ αυτήν την άλλη θέση του μεγάλου Άλλου, επέχει επιτέλεσμα ταύτισης. Αυτή είναι η κοινή βάση στην ψυχοθεραπεία και στην ψυχανάλυση. Μπορεί ακόμη να πει κανείς ότι στην ψυχανάλυση η υποβολή είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη. Σε αυτό το επίπεδο η ψυχανάλυση είναι ψυχοθεραπεία, δηλαδή θεραπεία από ταύτιση.
Μετά το Φρόϋντ και μέχρι το Λακάν οι ψυχαναλυτές αυτοί οι ίδιοι, έχουν καθορίσει την ψυχοθεραπεία ως μια θεραπεία από ταύτιση, δηλαδή το πρόβλημα του «Ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση» δεν μας έχει επιβληθεί από το Κράτος, είναι η συνέπεια της απομάκρυνσης από την ψυχανάλυση με την φροϋδική ταυτότητα. Για μας, η πιθανότητα του αναλυτικού εγχειρήματος δεν στηρίζεται σε τίποτα άλλο παρά σε μια άρνηση του αναλυτή, την άρνηση του να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες της ταύτισης. Ο αναλυτής ενώ καταλαμβάνει τη θέση του μεγάλου Άλλου, αυτόν τον Άλλο τον οποίο το υποκείμενο εμπιστεύεται στην οδύνη του, ο αναλυτής αρνείται να είναι ο κύριος, και γι΄ αυτό μιλάμε για την ηθική της ψυχανάλυσης και της επιθυμίας του αναλυτή, σαν για μια επιθυμία που θα ήταν πιο δυνατή από την επιθυμία να είναι ο κύριος. Αυτή η επιθυμία είναι αινιγματική.
Εδώ είναι, που ο αναλυτής είναι ο Ιανός, εδώ σε αυτό το σημείο μεγάλο Α – όπου μπορεί να κλείσει ή ν΄ ανοίξει την πόρτα της ανάλυσης. Ή ακόμη, οδηγεί το υποκείμενο στο μικρό κύκλωμα της ταύτισης ή ανοίγει ένα δεύτερο κύκλωμα, που θα βρείτε στο γράφημα του Λακάν και του οποίου η πόρτα της εισόδου βρίσκεται στον τόπο του Άλλου. Αυτό θε να πει ότι η ανάλυση εξαρτάται από την θέση που υιοθετεί ο αναλυτής.
Εάν ταυτίζεται μ΄ ένα ψυχοθεραπευτή κλείνει αυτή πόρτα. Είναι μόνο με το να αρνείται να είναι ψυχοθεραπευτής που ανοίγει την καθεαυτή αναλυτική διάσταση του λόγου. Όσο λίγο κι΄ αν αυτό που ξέρει, το επικοινωνεί στο υποκείμενο: «ξέρω αυτό που είσαι, ξέρω τι σου χρειάζεται, ξέρω το καλό σου» κλείνει αυτή η πόρτα. Δεν μένει ανοιχτή παρά εάν πρέπει να ακούσει το υποκείμενο: «δεν ξέρω και γι΄ αυτό πρέπει να μου μιλήσεις» και αυτό είναι η επιθυμία του αναλυτή, δεν είναι παρά η άλλη όψη απέναντι στο πάθος της άγνοιας. Πρέπει πράγματι ο αναλυτής να δεχτεί να καταληφθεί από μια επιθυμία πιο δυνατή από την επιθυμία να είναι ο κύριος. Είναι αυτό που ο Φρόϋντ με τον τρόπο του εξέφραζε προειδοποιώντας τους ψυχαναλυτές ενάντια στην επιθυμία να γιατρέψουν, στο όνομα της επιθυμίας της επιστήμης. Ήταν ήδη διακριτή η επιθυμία του αναλυτή ως επιθυμία γνώσης, για την οποία το υποκείμενο μπορεί να συναντήσει το ερώτημα της δικής του επιθυμίας, επέκεινα της ταύτισης.
Στο ανώτερο κύκλωμα, όπου σχηματίζεται το ερώτημα που ο Λακάν θέτει στα ιταλικά « Che vuoi ?» θα πρέπει ο αναλυτής να μην κρατιέται από καμιά προηγούμενη απάντηση, δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος καμιάς προκατάληψης. Δεν μπορεί να είναι στην υπηρεσία καμιάς ανώτερης τελεολογίας στο αναλυτικό εγχείρημα καθεαυτό. Δεν μπορεί παρά να είναι στην υπηρεσία της επιθυμίας του αναλυτή. Δεν μπορεί να είναι ο φορέας κανενός θεσμικού λόγου, καμιάς κοινωνικής ταύτισης. Και αυτό είναι που κάνει την ερώτηση να ξέρει τι, μπορεί να πει. «Είμαι αναλυτής»?
Πρώτον, η πρακτική του ψυχαναλυτή επερωτά την κοινωνική προσταγή και αποτελεί έναν κλονισμό για τις αξίες του. Δεύτερον, ο αναλυτής ο ίδιος δεν εμφανίζεται αναγνωρίσιμος από το κράτος. Είναι αναγνωρίσιμος μπορώ να πω μόνο στο κατώτερο μέρος του σχήματος, στο βαθμό που είναι στη θέση να εξασκήσει μια θεραπεία μέσω ταύτισης, αλλά δεν είναι αναγνωρίσιμος μέσα στο ανώτερο μέρος του σχήματος, δηλαδή στο μέρος όπου αρνείται την εξουσία πουν έχει. Και είναι ακριβώς αυτό το παράδοξο της εξουσίας που δεν είναι κατανοητό μέχρι τώρα, επί του παρόντος από το κράτος. Η διχοτόμηση των δυο επιπέδων του γραφήματος βρίσκεται στην αντίθεση των δυο λόγων, λόγο του κυρίου και λόγο του αναλυτή. Το αντίθετο της ψυχανάλυσης είναι ο λόγος του κυρίου.
Οι ψυχαναλυτές είναι οι πρώτοι ενάντια στην άποψη του Φρόϋντ, που θέλουν να συγχέουν την ιατρική με την ψυχανάλυση. Αυτή η ταυτοποίηση της ιατρικής με την ψυχανάλυση ιστορικά έχει αποτύχει, και σήμερα έχει ανακτηθεί κάτω από διάφορα είδη ταυτοποίησης της ψυχοθεραπείας με την ψυχανάλυση. Αλλά είναι νόμιμο να περιγράψουμε το αναλυτικό εγχείρημα, στην τελικότητα του να γιατρέψουμε? Δηλαδή πράγματι ότι το υποκείμενο ξαναγίνεται χρήσιμο στην κοινωνία? Γιατί δεν υπάρχει καθοριστικά άλλος ορισμός της ψυχικής θεραπείας. Η ιδέα της ίασης στον ψυχικό τομέα, επαφίεται στην ιδέα ότι ο ψυχισμός θα ήταν ένα όργανο του σώματος, ότι ο ψυχισμός θα συγχεόταν με τη λειτουργία του εγκεφάλου. Λοιπόν η ψυχανάλυση δεν ασχολείται με τον ψυχισμό, ασχολείται με το ασυνείδητο και αυτό είναι πολύ διαφορετικό. Το ασυνείδητο δεν είναι όργανο. Δεν διασφαλίζει καμιά λειτουργία της γνώσης του κόσμου, και σε αυτό το πεδίο καθεαυτό του ασυνείδητου το να γιατρέψει κανείς δεν έχει σημασία.
Στο όνομα τίνος ο αναλυτής Ιανός θα γίνει ο πορτιέρης του ασυνειδήτου? Το κάνει από τη στιγμή που θα ξέρει ότι δεν υπάρχει καμιά ταύτιση που να ικανοποιεί την ενόρμηση, ότι η υπεραπόλαυση εκφεύγει της ταύτισης, ότι η ταύτιση δεν είναι ποτέ το μέσον για να αποφύγει το υποκείμενο να συναντήσει αυτή την υπεραπόλαυση. Δεν πρόκειται για τον αναλυτή να προσαρμόσει το υποκείμενο μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν είναι φαντασίωση, ούτε πρόκειται να εγκαταστήσει σ΄ αυτό την λειτουργία της αρχής της ευχαρίστησης, να εξασφαλίσει την ψυχική κανονικότητα. Ο αναλυτής δεν είναι καθόλου ο εκπρόσωπος της αρχή της πραγματικότητας, στο βαθμό που αυτό εδώ δεν είναι το κύκλωμα της αποφυγής αυτού που κάνει να σκοντάφτει η αρχή της ευχαρίστησης.
Και αν το κράτος επεμβαίνει σήμερα σε αυτό το πεδίο είναι στο όνομα κάποιου πράγματος, κάτι όπως η θωράκιση του καταναλωτή. Είναι λογικό να ξεκινήσει από το να εκφυλίσει το προϊόν, για το οποίο πρόκειται?
Γι΄ αυτό η απάντηση μας κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι διπλής όψεως.
Πρώτον, το θεραπευτικό επιτέλεσμα δεν καλύπτει ολόκληρο το φροϋδικό πεδίο, αλλά είναι ένα υποπροϊόν, μάλιστα ένα υποσύνολο της ψυχανάλυσης. Λοιπόν, θα αντιστρέψω το σχήμα που μας προτείνεται. Από την πλευρά της ψυχανάλυσης, η ψυχοθεραπεία είναι μια περιορισμένη χρήση των αναλυτικών επιτελεσμάτων. Είναι πιθανό, «το θεραπεύειν» να είναι το μόνο που το Κράτος μπορεί να εισπράξει από την ψυχανάλυση, και αυτό θα οδηγήσει το Κράτος στο να διακρίνει μέσα στην ψυχανάλυση το χρήσιμο και το πολυτελές της κομμάτι.
Αλλά το ενδιαφέρον είναι το δεύτερο, η ευθύνη μας στη Σχολή: πρέπει να γνωστοποιήσει στο κοινό αυτό που θα πρέπει να περιμένει από έναν ψυχαναλυτή. Δηλαδή θα πρέπει να μιλά με όρους της αγοράς, για να αποκαταστήσει την αυθεντικότητα του προϊόντος μας.
Απ΄ όπου, η πολύ ακριβής ερώτηση πάνω στην οποία θα πρέπει να δουλέψουμε: τι μπορούμε να μεταφράσουμε από την ηθική της ψυχανάλυσης με όρους δεοντολογίας? Τι μπορούμε να πούμε στο κοινό και στο κράτος για τα καθήκοντα του ψυχαναλυτή?
Πρώτο καθήκον του ψυχαναλυτή: Να είναι ένας ψυχαναλυτής. Ποιος μπορεί να του κομίσει εγγύηση? Ποιος μπορεί να εγγυοδοτήσει για ένα άλλο υποκείμενο, ότι αυτό που του συμβαίνει, στο βαθμό που υπόκειται μέσα στο «Εκείνο» του, ανταποκρίνεται στη φόρμουλα «Wo Es war soll Ich warden»? Ποιος μπορεί να βεβαιώσει για έναν άλλο ότι επέκεινα των ταυτίσεων, έχει υποκειμενοποιήσει το είναι του? Αυτό δεν μπορεί να είναι παρά το επιτέλεσμα μια ψυχανάλυσης, και μια ψυχανάλυση είναι εμπιστευτική. Αυτή η εκμυστήρευση δεν μπορεί παρά να αρθεί με δυο τρόπους: Ή κατ΄ αρχάς να αρθεί από τον αναλυτή, μέσα στο ίδιον εχέμυθο πλαίσιο του εσωτερικού ελέγχου, ή ακόμη να αρθεί από το αναλυόμενο υποκείμενο, στο εχέμυθο πλαίσιο που ο Λακάν ονομάζει «το πέρασμα» όπου ένα υποκείμενο που εκτιμά ότι έχει περατώσει την ανάλυση του, μετατρέπει αυτό που αντιλήφθηκε σ΄ ένα «συλλογικόν» που αποτελείται από ψυχαναλυτές και άλλους ψυχαναλυόμενους. Αυτό που είναι η ψυχανάλυση ως πρακτική, έχει ως αποτέλεσμα, το ότι η εγγύηση πως ένας αναλυτής είναι αναλυτής, δε μπορεί παρά να έχει ισχύ από μια κοινότητα όπου η εχεμύθεια μπορεί να αξιολογείται. Αυτό είναι που από την πλευρά μας ονομάζουμε μια Σχολή. Όσο πλατύτερες είναι οι βάσεις της, κι΄ όσο περισσότερο θέλει να του επιτρέψει μια πιθανότητα για να τη γνωρίσει, χωρίς εκεί να υπάρχει επίσης μια απόλυτη εγγύηση.
Δεύτερο καθήκον του ψυχαναλυτή: να ειδοποιήσει το κοινό γι΄ αυτό που είναι ένας αναλυτής, να ξέρει αυτό που δεν ξέρει, κι΄ αυτό που μπορεί να υποσχεθεί. Ο αναλυτής δεν ξέρει, δηλαδή δεν προδικάζει γι΄ αυτό που χρειάζεσαι εσύ, σαν ξεχωριστός από κάθε άλλο. Ο ψυχαναλυτής δεν προδικάζει ότι μια γυναίκα πρέπει να έχει παιδιά, δεν προδικάζει ότι ένας ομοφυλόφιλος πρέπει οπωσδήποτε να γίνει ετεροφυλόφιλος, δεν προδικάζει την ερώτηση να ξέρει εάν είναι καλύτερα ο γιος να γίνει σαν τον πατέρα, σύμφωνα με την παροιμία «τέτοιος πατέρας, τέτοιος γιος», ή εάν ο γιος πρέπει να είναι σε αντίθεση με τον πατέρα σύμφωνα με την παροιμία «τσιγκούνης πατέρας, άσωτος γιος». Ο αναλυτής δεν μπορεί να υποσχεθεί ούτε την ευτυχία, ούτε την αρμονία, ούτε την άνθιση της προσωπικότητας, στο μέτρο που στοχεύει πέραν της αρχής της ευχαρίστησης. Και μπορεί, επ΄ ευκαιρία να υποσχεθεί να διαφωτίσει την επιθυμία του υποκειμένου. Και να βοηθήσει να αποκρυπτογραφηθεί αυτό που επιμένει μέσα στην ύπαρξη.
Τρίτο καθήκον του ψυχαναλυτή: Η υπευθυνότητα του έγκειται στο να καθορίζει τα αναλυτικά επιτελέσματα αναλόγως, στις ικανότητες του υποκειμένου για να τις υποστηρίζει. Αυτό μπορεί πιθανόν να οδηγήσει τον αναλυτή στο να μετριάζει τα αναλυτικά επιτελέσματα, για θεραπευτικούς λόγους. Δεν είναι κάθε υποκείμενο που μπορεί, που πρέπει να κάνει μια ανάλυση και αφήνω «στην πάντα» τον κατάλογο της κοινωνικής ευθύνης του αναλυτή. Τι πρέπει να κάνει όταν ανακαλύπτει ότι για ένα υποκείμενο, για παράδειγμα, η υπεραπόλαυση του είναι ενδόμυχα συνδεδεμένη με το θάνατο του Άλλου? Η ζωή δεν είναι για τον ψυχαναλυτή, εν αντιθέσει με το γιατρό, η υπέρτατη αξία. Αυτό δεν θέλει να πει τόσο, ότι ο ψυχαναλυτής είναι στην υπηρεσία της ενόρμησης του θανάτου. Δεν πρόκειται να σώσει κανείς μια ζωή, πρόκειται για το ότι η ψυχανάλυση κάποιου μπορεί να συνεχιστεί. Και είναι έτσι που στο όνομα της επιθυμίας της γνώσης, που επ΄ ευκαιρία, ο αναλυτής μπορεί να μοιάζει ότι κάνει από τη ζωή μια αξία, και ξέρει ότι η αυτοκτονία είναι πάντοτε ο θρίαμβος της απώθησης, ότι η αυτοκτονία είναι το ακραίο σχήμα του να μη θέλουμε να ξέρουμε τίποτα.
Ιδού οι δυο όψεις της απάντησης που το προηγούμενο διάστημα μου φαινόταν ότι ανταποκρίνονται από μας στο κομμάτι του Κράτους και του κοινού.
Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσσει από την κλινική ερώτηση που είναι παρούσα στο «Ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση», διότι τα σύνορα ανάμεσα στην υποβολή και τη μεταβίβαση είναι παντού. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να πει μια για πάντα, ότι δεν είναι πια μέσα στην υποβολή. Το αναλυτικό εγχείρημα συνεχόμενα ντουμπλάρεται από τα επιτελέσματα της ταύτισης. Απ΄ όπου κι΄ η ερώτηση εκ μέρους του να ασκούμε την υποβολή μέσα στην πραγματικότητα του αναλυτικού εγχειρήματος. Ποιος αναλυτής μπορεί να πει ότι ποτέ δεν έχει χρησιμοποιήσει την εξουσία που του έχει αποδοθεί από το Μεγάλο Άλλο? Βέβαια, μπροστά σ΄ αυτές τις υποκειμενικά επείγουσες καταστάσεις ο αναλυτής μπορεί και ακόμα πρέπει να προστρέξει σ΄ αυτή την εξουσία, να προσφερθεί σ΄ ένα σταθερό σημείο που δεν αλλάζει στον ψυχωσικό;
την στιγμή μιας δυσαρέσκειας εάν συναντά το μεγάλο φόβο του ιδεοψυχαναγκαστικού, ξέρει να προστρέξει στην επαγωγική υπακοή από την ομιλία? Ο υστερικός στα πρόθυρα της αυτοκτονίας που θα δίσταζε να έρθει σε αντίθεση, σταθερά, μ΄ ένα πέρασμα στην πράξη? Πρόκειται λοιπόν να ξέρει κανείς για κάθε κλινική δομή και μέσα σε κάθε δραματική συγκυρία, που είναι η νόμιμη χρήση αυτού που ο Λακάν ονομάζει κύριο σημαίνον.
Αυτό που είναι θεραπευτικό στην αναλυτική διαδικασία είναι η επιθυμία. Κατά μία έννοια, η επιθυμία είναι η υγεία. Κατά της αγωνίας είναι το γιατρικό το πιο βέβαιο. Η ενοχή οφείλεται κατά βάθος σε μια άρνηση της επιθυμίας. Αλλά παραδόξως η επιθυμία είναι την ίδια στιγμή αυτό που αντιτίθεται στην κάθε ομοιόσταση, του «να είσαι καλά». Πως να κατανοήσουμε αυτό που είναι μια θεραπεία που δεν οδηγεί στο «να είσαι καλά»?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου