Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Μετουσίωση / Επεξεργασία της ενορμητικής τάσης ναρκισσισμού

Δημήτρης Τζιώλας - 2004
''Νομίζω πως το θέμα της τύχης του ανθρώπινου είδους τίθεται ως εξής: θα μπορέσει και σε ποιο βαθμό η πρόοδος του πολιτισμού να ελέγξει τις διαταραχές που φέρνουν οι επιθετικές και αυτοκαταστροφικές ανθρώπινες ορμές στην κοινωνική ζωή; (…) Οι σύγχρονοι άνθρωποι προχώρησαν τόσο πολύ στην κυριαρχία τους πάνω στις δυνάμεις της φύσης που με την βοήθεια αυτών εδώ μπορούν πλέον εύκολα να αλληλοκαταστραφούν μέχρι του τελευταίου'',
S. Freud (1929) : Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό
Επεξεργασίας της ενορμητικής τάσης ναρκισσισμού
Η σχέση ελευθερίας και θανάτου είναι σχέση αλληλοαποκλεισμού, ενώ, η σχέση μετουσίωσης και θανάτου είναι σχέση εγκλεισμού.
Φαίνεται, ίσως παράδοξο, καθώς είμαστε συνηθισμένοι να θεωρούμε την μετουσίωση ως μετατροπή των στόχων των σεξουαλικών ενορμήσεων.
 
Σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, το άτομο μεταφέρει τη σεξουαλική του ενέργεια (λίμπιντο) από τους στόχους της άμεσης ικανοποίησης, σε άλλους, πιο απόμακρους στόχους, που αποτελούνται από εξιδανικευμένα αντικείμενα του κοινωνικού συνόλου.
Μελέτες για την μετουσίωση, των όρων και θεμάτων που έχουν μελετηθεί, δεν είναι πολλές μέσα στην τεράστια ψυχαναλυτική βιβλιογραφία.
Μια πρώτη απάντηση, γι΄ αυτή την κατάσταση, θα ήταν ίσως η κοινωνιολογική προέλευση του όρου μετουσίωση, καθώς αυτή αφορά τους δεσμούς του ατομικού ψυχισμού με τη λειτουργία της κοινωνικής ομάδας.
Οι δεσμοί αυτοί συναντούν στην προέκτασή τους την έννοια του πολιτισμού ως προϊόντος των αλληλοεπιδράσεων του ατόμου και της ομάδας, αλλά και των επιδράσεων ανάλογων ''προϊόντων'' άλλων κοινωνιών, τωρινών ή παλαιότερων χρονικών περιόδων.

Όσο και αν οι ψυχαναλυτές, έχουν μια γενικότερη δυσκολία στο να βγούν από τον εννοιολογικό τους χώρο και να πλησιάσουν την κοινωνιολογική σκέψη, η απάντηση αυτή φαίνεται μάλλον επαρκής. Οι ψυχαναλυτές, τον τελευταίο καιρό δείχνουν μια καχυποψία, ίσως και μια παραίτηση στο να μελετήσουν και να εμβαθύνουν μια τέτοια ''ευγενική'' έννοια.
Ο εικοστός αιώνας είναι γεμάτος από καταστάσεις όπου το ανθρώπινο είδος ξεπέρασε τον εαυτό του σε βαρβαρότητα, σε φρίκη και σε απανθρωπιά, σε σχέση με όλη την προηγούμενη ιστορία του. ''Η δυσφορία του πολιτισμού'' είναι πλέον τόσο έντονη, που ίσως περιμένουμε με διαύγεια την επαλήθευση της σκοτεινής πρόγνωσης που έκανε ο Freud (1), όταν εκδήλωνε τους φόβους του για την καταστροφή του ανθρώπινου είδους από τις συνέπειες του ίδιου του τού πολιτισμού!
Αν δεν παραιτηθούμε μπροστά σ΄ αυτή τη σκοτεινή πρόγνωση, που δεν τοποθετείται πλέον σ΄ ένα μακρινό μέλλον, αλλά είναι μέρος του αγωνιώδους σήμερα, μπορούμε ακόμη να δούμε την έννοια της μετουσίωσης σαν ένα καθήκον της σκέψης. Αυτή τελικά, είναι η μόνη θέση, πάνω στην οποία μπορούμε να σταθούμε για να κρατήσουμε τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας, αν δεν περιμένουμε την επέμβαση ενός Θεού για να μας σώσει. Βλέπουμε βέβαια, ότι πολλοί από αυτούς που διαλέγουν αυτή την τελευταία λύση, παραδίνονται στο θρησκευτικό φανατισμό, που κάτω από το κάλυμμα των καθαρτικών εξιδανικεύσεων, καταλήγουν στις ίδιες φρικιαστικές καταστροφές με εκείνες που έγιναν για διαφορετικά κίνητρα.
Αυτοί οι καθαρισμοί, των κάθε είδους ''ακαθάρτων'' (θρησκείας, εθνότητας και άλλων), για τους οποίους η επικαιρότητα μας μιλά απ΄ όλα τα σημεία του πλανήτη, φαίνονται σαν να ’ναι οι μεγάλες αποτυχίες του πολιτισμού μας και οι μορφές της δυσφορίας του. Οι μεγάλες αποτυχίες υπονοούν ότι υπάρχουν και μικρές και αφορούν, κι αυτές, την ίδια διαδικασία κάθαρσης. Αυτές εδώ, κυκλοφορούν μάλλον αθόρυβα, μέσα στις αναπτυγμένες μας κοινωνίες, που κατάφεραν, αυτές τις τελευταίες δεκαετίες, να αποφύγουν κάθε μορφή πολέμου, κατορθώνοντας να τον εξαγάγουν, μαζί με τα άλλα καταναλωτικά αγαθά, προς τις υπανάπτυκτες χώρες.

Από την τελευταία αυτή δυσφορία μελετούμε, σ΄ αυτό το κείμενο, εκείνη μόνο- που αναπτύσσεται στην πιο μικρή ενότητα του συνόλου, δηλαδή στον ψυχισμό του ανθρώπινου υποκειμένου. Η ατομική αυτή δυσφορία δεν αρκεί να εξηγήσει από μόνη της εκείνη του πολιτισμού, η οποία είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του κοινωνικού χώρου, που καθορίζει βαθιά το άτομο, αν και το τελευταίο ασκεί άπειρες επιρροές πάνω σε κείνον. Μπορούμε να πούμε συνοπτικά ότι η δυσφορία που αναπτύσσεται στον ατομικό ψυχισμό είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας, που αφήνει τις ενορμήσεις στις πιο ωμές εκφράσεις τους.

Η έννοια της μετουσίωσης είναι συνυφασμένη στη φροϋδική σκέψη με εκείνη της ενόρμησης, κυρίως από το 1905(2) Σ΄ αυτό το κείμενο το ψυχικό μέλλον της ενόρμησης προς τη μετουσίωση είναι εμφανές και σχεδόν επακόλουθο. Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα, καθώς ο Freud εμβαθύνει την έννοια σε μεθύστερες μελέτες του. Τον βλέπουμε, για παράδειγμα, να διστάζει σε δύο κείμενα της ίδιας χρονιάς (1910): ''Η ψυχολογία της ερωτικής ζωής'' και ''Μία παιδική ανάμνηση του Leonardo da Vinci''. Στο πρώτο από αυτά, η μετουσίωση φαίνεται σαν το αποτέλεσμα της διαφοράς απαντήσεων ανάμεσα στη σεξουαλική και στην εγωτική ενόρμηση. Συμβαίνει να είναι η πρώτη, πάντα ανικανοποίητη και σε μόνιμη αναζήτηση κάτι καινούργιου, ενώ η δεύτερη προσπαθεί να σταθεροποιήσει τη σχέση του Εγώ με το αντικείμενο (3)

Στο δεύτερο κείμενο, που είναι μια από απ΄ τις κύριες μελέτες του πάνω στη μετουσίωση, ο Freud επανέρχεται στον πάντα υποκαθιστάμενο ψυχικό σκοπό της ενόρμησης (αυτή εδώ η διαπίστωση, τον κάνει να πει, ότι η μετουσίωση είναι ένα ''πρωταρχικό'' χαρακτηριστικό της ενόρμησης, από τη στιγμή που αυτή, εδώ διαμορφώνεται). Χρειάζεται εδώ να δουμε από πιο κοντά αυτή την έννοια του ''πρωταρχικού'' χαρακτηριστικού, που αποτελεί η μετουσίωση για την ενόρμηση. Ανάμεσα στους διάφορους ορισμούς της ενόρμησης σταματάμε σε εκείνον που την θεωρεί σαν έναν εκπρόσωπο, εξουσιοδοτημένο μ΄ ένα μήνυμα από έναν αποστολέα για έναν αποδέκτη. Στη θέση του αποστολέα τοποθετήθηκε το σώμα ως πηγή και ποσοτική ορμή της ενόρμησης. Ο αποδέκτης, σκοπός και αντικείμενο της ενόρμησης, είναι πάντα μία ψυχική οντότητα, πράγμα που συνεπάγεται πως είναι υποκαθιστάμενος.
Αυτό το ''σώμα' όμως, που συμμετέχει στην ενόρμηση είναι πολύ περισσότερο από ένα βιολογικό σώμα (καθώς εμπλέκεται, σαν αποστολέας, σε μία σχέση σήμανσης με τον αποδέκτη). Αυτή η σήμανση, όσο και αν αφορά την ικανοποίηση μίας βιολογικής ανάγκης από ένα αντίστοιχο αντικείμενο, είναι συνυφασμένη, απ΄ τις της ψυχικής λειτουργίας με εκείνη της γλώσσας. Οι λογικές των συνυφασμένων με τη γλώσσα ψυχικών λειτουργιών θέτουν εκτός λειτουργίας μερικά, ή κάποτε ολικά (όπως στις περιπτώσεις της ανορεξίας, της αυτοκτονίας κ.λπ.) τις ζωικές λογικές (τις βιολογικές).
Ο ρόλος της απώθησης, εννοούμενης εδώ σαν άρνηση μετάφρασης, είναι κυρίαρχος σ΄ αυτή τη λειτουργική απορύθμιση των (βιο)-λογικών, ενώ η συνέπεια αυτής της δράσης είναι η δημιουργία του ανθρώπινου ψυχισμού. Φαίνεται, αυτό εδώ, να είναι το αποτέλεσμα της σχετικής αυτονόμησης των λειτουργιών του σε σχέση με τις ζωικές. Η ''πρωταρχική'' συνύφανση των λογικών της ψυχής, με το λόγο, έχει ως συνέπεια να δίνει την προτεραιότητα στο σύστημα των σημείων (λόγος, γραφή) έναντι της αναπαράστασης (που λειτουργεί σε κάθε ζώο, ανθρώπινο ή όχι). Η προτεραιότητα αυτή, αυτού του συστήματος, στον ανθρώπινο ψυχισμό, εισάγει αναπόφευκτα τη δική του λογική, ώστε να φορτίζει ακόμη και την αναπαράσταση, με μία διάσταση αφηγηματικότητας. Η λογική αυτή, είναι κεντρική στον ανθρώπινο ψυχισμό και προϋποθέτει την αναγνώριση του άλλου ως ομοίου. Την κωδικοποίηση των ανταλλαγών με τον άλλο, καθώς και την απώθηση των ενορμήσεων των οποίων οι διεργασίες αναπαράστασης, συνιστούν μία αναπαραγωγή της σχέσης με τους ομοίους μου και με την εικόνα του κόσμου.
Αν θέλαμε να συζητήσουμε τις έννοιες ΄παράσταση – εκπρόσωπος΄ της ενόρμησης, που ο J. Lacan πρότεινε να αφομοιώσουμε με το ''σημαίνον'' πάνω στο οποίο δρά η απώθηση, θα απομακρυνόμαστε από το αντικείμενο της μελέτης μας. Το ίδιο θα συνέβαινε με την έννοια του συναισθήματος (affect) που θεωρείται σαν ο οικονομικός αντιπρόσωπος της ενόρμησης ή σαν το αποτέλεσμα απόδοσης αξιών στις πρώτες συναντήσεις υποκειμένου και αντικειμένου(4).
Μπορούμε να πούμε, κάπως σύντομα εδώ, ότι ΄ο αντιπρόσωπος – αντιπροσώπευση΄ εκφράζει σχεδόν άμεσα την ασυνείδητη αναπαράσταση του αντικειμένου, όπως αυτή δημιουργήθηκε στις πρώτες καθηλώσεις της ενόρμησης. Να υπογραμμίσουμε εδώ, σε σχέση με την ενόρμηση και την προβληματική της μετουσίωσης, ότι είναι η λειτουργία της πρώτης σαν αναπαραγωγή της σχέσης με τον όμοιό μας. Η έννοια της ''πρωταρχικής'' συνύφανσης ανάμεσα στην ενόρμηση και στη μετουσίωση (για την οποία μιλά ο Freud), τη συνδέει, με τη μεταχείριση που δέχεται ο όμοιός μας στον υποκειμενικό ψυχισμό.

Η ατέλειωτη λοιπόν αναζήτηση, στην οποία πορεύεται η ενόρμηση ψάχνοντας το κατάλληλο αντικείμενο της, βάζει σε κίνηση, ''απ΄ την αρχή'', το θέμα ενός ιδανικού αντικειμένου: αυτό εδώ λειτουργεί σαν αντλία ξεκινήματος της μετουσίωσης, η οποία δεν διαθέτει δική της ενέργεια΄ (5) η διαδικασία αυτή περνά από τους μηχανισμούς ταυτίσεων μέσα από τους οποίους το Εγώ έλκει προς αυτό την ενέργεια των ενορμήσεων, υποκαθιστώντας (ταυτιζόμενο) τα αντικείμενα αυτών εδώ.

Η μετουσίωση υπεισέρχεται σ΄ αυτό το ρεύμα εκτροπής της ενόρμησης στο σημείο όπου το Εγώ υποκαθιστά το αντικείμενο (ταύτιση)΄ η δράση της αφορά τη λειτουργία της ενόρμησης. Η συμμετοχή του ιδανικού του Εγώ στη διαδικασία υποκατάστασης του αντικειμένου της ενόρμησης, από το Εγώ (ταύτιση), προεκτείνει το ενδιαφέρον αυτής της κίνησης. Η αποτυχία της διαδικασίας αυτής έχει σαν αποτέλεσμα την εξιδανίκευση, πράγμα που σημαίνει ότι η ενόρμηση επαναστρέφεται προς το αντικείμενο, εγκαταλείποντας το Εγώ (αυτό σημαίνει την ταυτόχρονη αποτυχία των διαδικασιών ταύτισης με αποτέλεσμα την υποδούλωση μέχρι θυσίας του Εγώ σε κάποιο ιδανικό).
Η εκτροπή αυτή της ενόρμησης από το αντικείμενο προς το Εγώ, έχει ως συνέπεια την απώλεια των σεξουαλικών χαρακτηριστικών της, ή με άλλα λόγια, τη μετατροπή της λίμπιντο του αντικειμένου σε λίμπιντο του Εγώ(6), γεγονός που επιτρέπει ταυτόχρονα στο Εγώ να αποχωριστεί από το αντικείμενο. (7)
Αυτή η χωρίς σεξουαλικό στόχο λίμπιντο, η ναρκισσική λίμπιντο, φέρνει την ενόρμηση σε πράξεις απομακρυσμένες από κείνες που επιβάλλουν οι πρωταρχικές της ανάγκες και στόχοι και, μ΄ αυτόν τον τρόπο, ξεφεύγει ταυτόχρονα από την απώθηση. (8)

Το αποτέλεσμα αυτής της πορείας μπορεί να πάρει δύο όψεις:
• Η μία είναι εκείνη της παραίσθησης, παντοδυναμίας του υποκειμένου, που νομίζει ότι μπορεί να ξεφύγει κάθε ορίου που του επιβάλλουν οι άλλοι΄ αυτή η παραίσθηση υπονοεί την άρνηση του (συμβολικού) ευνουχισμού ή την ύπαρξη ενός ναρκισσισμού χωρίς άνοιγμα στον Άλλον
• Η άλλη είναι εκείνη που φέρνει την ενόρμηση να εκπληρωθεί σε στόχους απομακρυσμένους απ΄ τις πρωταρχικές ανάγκες΄ αυτό γίνεται μέσα από έναν δημιουργικό ναρκισσισμό, (9) ή ναρκισσισμό ανοιχτό στον ¨Άλλον.
Όπως φαίνεται απ΄ την μελέτη του πάνω στον Leonardo da Vinci, ο Freud έμεινε διστακτικός μπροστά στο δίλημμα του ποια είναι η ''αληθινή'' μετουσίωση: είναι άραγε αυτή που αφορά τις επιστημονικές ανακαλύψεις και το πάθος της εφεύρεσης ή εκείνη που αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία και που εμπεριέχει την αγάπη του ωραίου σαν κάλυμμα, και μερικές φορές σαν άρνηση, της αγωνίας του ευνουχισμού; Η κενότητα αυτού του διλήμματος έγινε σιγά-σιγά εμφανής στα μάτια του Freud. Αυτές οι δύο όψεις της μετουσίωσης, φαίνονται να έχουν μία κοινή και πιο πρωταρχική ρίζα: ''μια μεγάλη αγάπη, δεν μπορεί παρά να πηγάζει από μία μεγαλύτερη γνώση του αντικειμένου'', δηλώνει ο Freud σ΄ αυτό το κείμενο, ξεπερνώντας έτσι τον πρώτο δισταγμό του.

Η αντίληψη αυτή της μετουσίωσης, σαν ανεπαρκούς πραγματοποίησης και απομακρυσμένης ικανοποίησης των τάσεων που επιβάλλουν οι πρωταρχικοί σκοποί της σεξουαλικής ενόρμησης, αντιστοιχεί στην πρώτη ''τοπική'' θεώρηση της ψυχικής λειτουργίας΄ τη βρίσκουμε έτσι ξεκάθαρη στο μεταψυχολογικό κείμενο του 1915 που μελετά το γίγνεσθαι και την πορεία των ενορμήσεων. Το γεγονός ότι ο Freud μάλλον κατέστρεψε ένα κείμενο της ίδιας σειράς όπου μελετούσε την μετουσίωση, δείχνει την τάση του για αποφυγή στο να καταλήξει σε συμπερασματικές σκέψεις σχετικά με αυτό το θέμα, θέμα που εμφανίζεται ακόμη πιο περίπλοκο απ΄ τη δεύτερη ''τοπική''; θεώρηση του ψυχισμού΄ η μετουσίωση εμφανίζεται εδώ ως ένα μέρος των λειτουργιών του Εγώ, γεγονός που μεταθέτει ταυτόχρονα τη δύσκολη ερώτηση που αφορά τη φύση της ναρκισσιστικής ενέργειας που επενδύεται στους στόχους της΄ γίνεται περισσότερο πλέον το να διερωτόμαστε αν αυτή η ενέργεια είναι σεξουαλική ή μη σεξουαλική, καθώς αποτελεί μέρος του μεγαλύτερου συνόλου των ενορμήσεων της ζωής, των μετονομαζόμενων Έρωτας.

Αυτές εδώ, προσπαθούν να ενώσουν τα διάφορα μέρη του ψυχισμού σε μεγαλύτερες ενότητες, πράγμα που είναι επίσης ένας από τους στόχους του Εγώ. Στην προέκταση αυτών των σκέψεων μπορούμε να καταλάβουμε τις ρίζες των κοινωνικών αξιών της μετουσίωσης: είναι ίδιες μ΄ εκείνες των ''κοινωνικών συναισθημάτων'' του Εγώ, τα οποία βασίζονται στο κοινό Ιδανικό εγώ που έχουν τα άτομα μιας δεδομένης κοινωνικής ομάδας΄ τα αντικείμενα που γίνονται στόχοι της μετουσίωσης είναι απομακρυσμένα υποκατάστατα αυτού του κοινού Ιδανικού Εγώ.
Το ότι επενδύονται ως στόχοι, το οφείλουν στο ότι προβάλλουν την κοινωνική αξία τους΄ εννοείται βέβαια ότι αυτή η τροχιά της μετουσίωσης αφορά ένα υποκείμενο αδιαχώριστο από την κοινωνική του ομάδα. (10)

Η έννοια της μετουσίωσης δεν αλλάζει ριζικά παρά τις μετατροπές που έφερε στην αντίληψη της η δεύτερη τοπική θεώρηση του ψυχισμού (1920). Πρόκειται πάντα για ικανοποίηση του Έρωτα σε απομακρυσμένους στόχους σε σχέση με εκείνους που σκόπευε πρωταρχικά η ενόρμηση. Αυτό σημαίνει ότι αυτή εδώ ξεγελάστηκε. Ο Freud κατέληξε σε ανατρεπτικά συμπεράσματα για τις δεδομένες απόψεις πάνω στη μετουσίωση: το Εγώ (...) βοηθά τις ενορμήσεις του θανάτου (...) να νικήσουν τη λίμπιντο, διατρέχοντας τον κίνδυνο να κάνει αυτές τις ενορμήσεις να στραφούν εναντίον του και να προκαλέσουν την καταστροφή του. Αναγκάστηκε έτσι να τις αποφορτίσει με λίμπιντο και, μετατρεπόμενες έτσι σε αντιπροσώπους του Έρωτα , θέλει ξανά το Εγώ να ζήσει και να αγαπηθεί.
Οι μετουσιωτικές διαδικασίες που έχουν όμως ως συνέπεια το διαχωρισμό των ενορμήσεων και την απελευθέρωση των επιθετικών ορμών μέσα στο Υπερεγώ΄ σ΄ αυτή τη μάχη ενάντια στη λίμπιντο, να γίνει το ίδιο αντικείμενο της επιθετικότητας και να καταβληθεί (...).
Για το Εγώ το να ζει σημαίνει ότι αγαπιέται από το Υπερεγώ που κι εδώ αντιπροσωπεύει το Αυτό (ή το Ασυνείδητο). (11) Το παράδειγμα στο οποίο καταφεύγει ο Freud για να δείξει την πιθανή αποτυχία αυτής της διαδικασίας, είναι εκείνο των μονοκυτταρικών οργανισμών, οι οποίοι μπορούν να πεθάνουν, απ΄ τα αναφομοίωτα προϊόντα που οι ίδιοι παράγουν.
Μ΄ αυτά τα αναφομοίωτα προϊόντα των πρωτιστών, ο Freud κάνει μάλλον μια αλληγορία στα πολιτιστικά προϊόντα που μπορούν με τη σειρά τους να γίνουν επικίνδυνα για το Εγώ. Το μεγάλο παράδοξο που εμφανίζεται εδώ είναι εκείνο της συγγενικότητας ανάμεσα στη μετουσίωση και στο θάνατο. Παράδοξο στο οποίο, μόνο ο Lacan, έκανε αργότερα αναφορά, χωρίς να εμβαθύνει ιδιαίτερα, ενώ όλοι έχουν την τάση να βλέπουν (τη μετουσίωση) σαν την πιο διακριτική εκδήλωση της σεξουαλικής ενόρμησης και του Έρωτα.

Αυτό που σε μια πρώτη θεώρηση φαίνεται αδιανόητο είναι αυτή η συμμαχία ανάμεσα στο Έγώ και στην ενόρμηση του θανάτου, με σκοπό να νικηθεί η λίμπιντο (του αντικειμένου) και να στραφεί σε μετουσιωτική διαδικασία. Μπορούμε να εμβαθύνουμε, νομίζω, στην κατανόηση της μυστηριώδους αυτής συμμαχίας ανάμεσα στο Εγώ και σ΄αυτά που ο Freud αποκαλεί ''ένστικτα θανάτου'' - ο όρος που απορρίφθηκε από πολλούς ψυχαναλυτές- επανερχόμενοι στο πέρασμα που κάνει η μετουσίωση από τις διαδικασίες ταύτισης΄ ας θυμηθούμε, επίσης, αυτό που λέγαμε πριν, ότι τα αντικείμενα της μετουσίωσης απορρέουν από εκείνα που υποκαθιστούν το Ιδανικό του Εγώ κάθε ατόμου μιας κοινωνικής ομάδας΄ αυτή η υποκατάσταση τους αποδίδει την ''κοινωνική τους αξία''. Αυτή η υπενθύμιση σκοπεύει να κάνει εμφανή τη ναρκισσική διάσταση της μετουσίωσης΄ αυτή εδώ συμμετέχει στις ναρκισσικές ταυτίσεις (ενώ οι δευτερεύουσες ή υστερικές ταυτίσεις σχετίζονται με την οιδιπόδεια προβληματική).
Μπορούμε να ρίξουμε λίγο φως στη μυστηριώδη και παράδοξη συμμαχία, παρατηρώντας την αντίθεση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στις ναρκισσικές ταυτίσεις (που αναπτύσσονται με αφετηρία ένα Ιδανικό Εγώ ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο) και στις πρωταρχικές ταυτίσεις (όπου έχει τις ρίζες του το Ιδανικό του Εγώ).
Αυτές θεωρούνται από τον Freud (12) σαν άμεσες και προηγούμενες κάθε κατεύθυνσης προς ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, αν και παραμένει μετέωρο το αν η ταύτιση γίνεται με τον πατέρα της προσωπικής προϊστορίας ή με τους γονείς σαν μια αδιάκριτη οντότητα. Η σκέψη του Freud δεν σταμάτησε περισσότερο στην αντίθεση ανάμεσα στις δύο αυτές ταυτίσεις, ούτε στη διάκριση ανάμεσα στο Ιδανικό Εγώ (θεμέλιο του ναρκισσισμού) και στο Ιδανικό του Εγώ (θεμέλιο του Υπερεγώ). Το διαπιστώνουμε και σε μεθύστερα κείμενά του, όταν επανέρχεται στο θέμα: ''Η ταύτιση είναι μια παλιά μορφή, ίσως η πιο σημαντική, δεσίματος μ΄ ένα άλλο άτομο. Δεν πρέπει να τη μπερδεύουμε με την επιλογή αντικειμένου (...) αν και μπορούμε επίσης να ταυτίσουμε μ΄ ένα άτομο που επιλέξαμε σαν ερωτικό αντικείμενο και ν΄ αλλάξουμε το Εγώ σύμφωνα μ΄ εκείνο (...) αυτή η επίδραση πάνω στο Εγώ (...) είναι ιδιαίτερα συχνή στις γυναίκες''. (13)

Σ΄ αυτές τις γραμμές παρατηρούμε το γλίστρημα ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ταύτισης, χωρίς να διαφοροποιούνται μεταξύ τους΄ αντίθετα, η διαφοροποίηση είναι ξεκάθαρη όταν, για παράδειγμα, ο Freud θεωρεί το επηρεαζόμενο Εγώ των γυναικών (που θεμελιώνει τους οικογενειακούς δεσμούς και την Εστία) σαν συμπληρωματικό του αντρικού Εγώ, που προκύπτει απ΄ τις ναρκισσικές ταυτίσεις (και του οποίου οι καταπιεσμένοι ομοφυλοφιλικοί δεσμοί συνιστούν τις κοινωνικές σχέσεις). (14)

Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ, σε σχέση με το θέμα μας, είναι τα χαρακτηριστικά της πρωταρχικής ταύτισης, καθώς και οι διαφορές της σε σχέση με τις αντίστοιχες ναρκισσικές. Η πρώτη φαίνεται να πραγματοποιείται μ΄ ένα αυτόματο τρόπο (''απ΄ ευθείας'', ''άμεσα'') και χωρίς επένδυση λίμπιντο΄ αυτό υπονοεί τη δημιουργία μιας εστίας χωρίς λίμπιντο, σαν ένα είδος ψυχικού κενού στο κέντρο της ψυχής του ατόμου, ενός χώρου στο ''υπόγειο'' κέντρο του Εγώ και ξένου για το ίδιο το Εγώ, ή, μ΄ άλλα λόγια, ενός χώρου ετερότητας μέσα στο ''αυτό'' του αυτοερωτισμού απ΄ όπου το πρωταρχικό Εγώ φτιάχνει και αντιλαμβάνεται τον όμοιο με τον εαυτό του και τον Άλλο ως διαφορετικό.
Αυτή η πρώτη δημιουργική μεταβίβαση ενός κενού στο κέντρο του ψυχισμού του ατόμου αποτελεί κατά τη γνώμη μου το θεμέλιο αυτού που ο Freud αποκάλεσε ''βασική μεταβίβαση πατρικής υφής'' σε αντίθεση με τη μεταβίβαση ως τάση μαζοποίησης και αντίστασης, έχοντας ως σκοπό την επαναληπτική συντήρηση της άμεσης ικανοποίησης της ενόρμησης. Σ΄ αυτόν επίσης το χώρο έχει τις ρίζες του το Ιδανικό του Εγώ, που αποτελείται από ακουστικά και ηχητικά στοιχεία προερχόμενα από λόγια΄ (15) αυτά τα στοιχεία είναι διαφορετικά από τα οπτικά και εικονικά αναπαραστατικά που προέρχονται μάλλον από τη σχέση με τη μητέρα΄ αυτή εδώ αποτελεί το αντικείμενο της ανάγκης, του οποίου η ναρκισσική αφομοίωση συντελεί στη δημιουργία του Ιδανικού Εγώ.
Μ΄ αυτές τις δύο σχετικά διαφοροποιημένες πηγές, Ιδανικό του Εγώ και Ιδανικό Εγώ, το εγώ αρχίζει στην πρώτη του σχετικά ''θολή'' περίοδο να σταθεροποιεί και να αγαπά σιγά-σιγά την εικόνα του, αναγνωρίζοντάς τη σαν ''δική του'', η διατήρηση ενός ανοίγματος ή ενός κενού που το Ιδανικό του Εγώ εγκλείει μέσα στο Εγώ χαρακτηρίζει αυτό που ονομάσαμε λίγο πριν ναρκισσισμό ανοιχτό στον Άλλον. (16) Αυτή η άντληση του ναρκισσισμού υπονοεί ότι το Ιδανικό Εγώ ή το Εγώ σώμα της χωρίς αναστολή ενορμησιακής ικανοποίησης υποβλήθηκε σε κάποια θυσία΄ αυτό έγινε στη διαδικασία αναζήτησης του Εγώ να βρει μια ικανοποίηση αντίστοιχη ή ανώτερη σε σχέση μ΄ ένα αντικείμενο του οποίου η ''μεγαλειότητα'' υπερεκτιμήθηκε. (17)

Αυτή η θυσία, ή αυτός ο μερικός θάνατος του Ιδανικού Εγώ, έγινε από αγάπη γι΄ αυτόν τον ''μεγαλοποιημένο άλλο'' πρόκειται για την πρώτη μεταβίβαση που επιτρέπει το γίγνεσθαι του υποκειμένου ΄ σ΄ αυτό το σημείο αρθρώνεται το εκείνο το ''πρωταρχικό'' χαρακτηριστικό της μετουσίωσης, για το οποίο μιλήσαμε πιο πριν, εκεί όπου η προσπάθεια δημιουργίας ωραίων αντικειμένων πηγάζει μαζί με το πάθος της επιστημονικής ανακάλυψης. Στην περίπτωση που η πρώτη διάσταση της μετουσίωσης αυτονομείται (ερωτικό, αισθητικό ή καλλιτεχνικό πάθος), το μετουσιωμένο αντικείμενο χάνει την ιδιαιτερότητά του΄ παρά το ότι η αρχή της ευχαρίστησης προσπαθεί πάντα να παρακάμψει την απώθηση αναστέλλοντας και μεταθέτοντας το στόχο της ενόρμησης, το ωραίο παίρνει όλο και πιο πολύ το ρόλο της άρνησης του ευνουχισμού΄ το αντικείμενο γίνεται έτσι ανταλλάξιμο και τείνει να λειτουργεί σαν σκέτος καθρέπτης ενός Εγώ, βυθιζόμενου σ΄ ένα ναρκισσισμό χωρίς άνοιγμα στον Άλλον. (18)

Αντίθετα όταν οι δύο διαστάσεις της μετουσίωσης συνυπάρχουν, το πάθος ανακάλυψης δεν αντιπαλεύει το πάθος αγάπης, η ιδιαιτερότητα του αντικειμένου διατηρείται μαζί με την ετερότητα του και ο ναρκισσισμός παραμένει δημιουργικός. Όσο κι αν είναι οικείο, το αγαπημένο αντικείμενο κρατάει πάντα μια άγνωστη διάσταση που προκαλεί την τάση ανακάλυψης. Αυτό εδώ μπορεί πάντα να πραγματοποιηθεί, γιατί η μετουσίωση είναι προσανατολισμένη ''απ΄ την αρχή'' μεσ΄ απ΄ την πρωταρχική ταύτιση, προς το χώρο της ετερότητας, ή ναρκισσικού κενού, που βρίσκεται στο κέντρο του Εγώ. Μπορούμε, έτσι, να καταλάβουμε καλύτερα και εκείνο το ''απ΄ την αρχή'' της συνυπόστασης με την ενόρμηση μετουσίωσης, καθώς και τη μυστηριώδη συμμαχία του Εγώ με το ένστικτο του Θανάτου:
Πρόκειται για τον προσανατολισμό που το Εγώ δίνει στην ερωτική ενόρμηση, προς το χώρο που μέσα του (στο Εγώ) είναι κενός από λίμπιντο, και όχι για μια μυστηριώδη συμμαχία με τα εξ΄ ίσου μυστηριώδη ένστικτα του θανάτου΄ αυτός ο προσανατολισμός κάνει την ερωτική ενόρμηση να οδηγείται σε απομακρυσμένες από τον αρχικό σκοπό πραγματοποιήσεις. Μ΄ άλλα λόγια ο θάνατος που θεωρούμε εδώ σαν ενσωματωμένο στις ρίχες και στα κίνητρα της μετουσίωσης, δεν είναι τα αμφισβητούμενα από πολλούς ψυχαναλυτές ''ένστικτα του θανάτου'' αλλά είναι αυτός ο χώρος της απόλυτης ετερότητας, κενός από λίμπιντο που δημιουργείται μέσα στο Εγώ από τις πρωταρχικές ταυτίσεις και που συντελεί στη δημιουργία του Ιδανικού του Εγώ΄ η ίδια έννοια του θανάτου αφορά σε ένα δεύτερο επίπεδο, στη θυσία του Ιδανικού Εγώ του οποίου η ανέγγιχτη διατήρηση οδηγεί σ΄ ένα κλειστό ναρκισσισμό χωρίς δυνατότητα ανοίγματος στους άλλους.

Η τροχιά αυτή της μετουσίωσης μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα τη μεγάλη συγγένειά της με το ναρκισσισμό, με την προϋπόθεση ότι αυτός εδώ εμπεριέχει μία δημιουργική διάσταση: το Εγώ δημιουργεί ένα κενό κι ένα άνοιγμα εκεί όπου συγκροτήθηκε το Ιδανικό Εγώ, απορροφώντας το αντικείμενο της ανάγκης (τη μητέρα) και μάλιστα στο κέντρο αυτού εδώ. Έτσι, ο άλλος σαν άγνωστος, σαν ξένος και σαν ανεξάντλητη ετερότητα εγκαθίσταται στα θεμέλια του Εγώ.
Η μετουσίωση κινείται με μια τάση ανακάλυψης αυτού του ανεξάντλητου αγνώστου, που είναι μέσα και απέναντι στο Εγώ, καθώς και μ΄ ένα στόχο ενσωμάτωσης αυτού του ξενικού στοιχείου μέσα στα ερωτικά παιχνίδια που εμπλουτίζουν τον ατομικό ναρκισσισμό, ενώ δυναμώνουν ταυτόχρονα τους κοινωνικούς του δεσμούς (γιατί τα μετουσιωμένα προϊόντα ''μοιάζουν'' με το κοινό Ιδανικό του Εγώ μιας ομάδας ατόμων). Η ομοιότητα συνυπάρχει έτσι με την ετερότητα, μέσα στο ίδιο ατομικό ψυχισμό σε μια ατέλειωτη και μη σταθεροποιημένη ανταλλαγή. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι θεσμικές αλλαγές, που οδηγούν στο πλάτεμα της ομάδας και στον πολλαπλασιασμό ή στις παραλλαγές των κοινωνικών χώρων, είναι το αποτέλεσμα του παιχνιδιού ανάμεσα σ΄ αυτές τις ανταλλαγές.
Αυτή η αντίληψη της μετουσίωσης αντιστοιχεί, νομίζω, και με την ''πρωταρχική δημιουργικότητα'' για την οποία μιλάει ο D. W. Winnicott θεωρώντας την απουσία και το κενό απαραίτητα μέσα στο υποκείμενο για να μπορέσει αυτό εδώ να περάσει απ΄ το παιχνίδι στο Εγώ. Το ρίζωμα αυτό του Εγώ σ΄ ένα μη-Εγώ θεωρείται, απ΄ αυτόν τον συγγραφέα, ότι γίνεται στον ''ενδιάμεσο χώρο'' και στη διάρκεια των ''μεταβατικών φαινομένων'' αυτό το ξεκίνημα δίνει στο Εγώ μία διάσταση ακρωτηριασμού, όταν εμφανίζεται στους ανώτερους ψυχικούς χώρους.

Μπορούμε, αντίστοιχα, να εντοπίσουμε στο επίπεδο αυτού του πρωταρχικού ψυχισμού κενού την έννοια του ''αρνητικού παράγοντα'' για τον οποίο μιλά ο J. Guillaumin (19)  ο παράγοντας που συντελεί στη μετάδοση των αρχαϊκών τρόπων ταύτισης σχετίζεται μ΄ έναν άλλον που ονομάζουμε ΄΄αρνητικό΄΄ (...) αυτός εντοπίζεται στις αρνητικές εγγραφές όπου γράφτηκε η ενορμητική ιστορία, οι συγγρούσεις και ένα είδος αρνητικών παραισθήσεων που φέρνουν αναπαραστάσεις της προηγούμενης γενιάς. Πρόκειται για μια άλλη, πολύπλοκη, προσέγγιση της σκέψης του κενού που σχεδίασε με απλότητα ο Freud το 1932, αφήνοντας ένα άνοιγμα στο κάτω μέρος του σχήματος με το οποίο αναπαρίστανε τον ψυχισμό΄ αυτό το άνοιγμα υπονοεί μια ακατονόμαστη συνυπόσταση του ''Αυτού'' με τον γύρω του κόσμο, συνυπόσταση που ο Freud ονομάζει στο πρώτο κεφάλαιο της ''Δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό'', ωκεάνιο συναίσθημα.

Μπορούμε να πούμε τελικά πως η διαδικασία της μετουσίωσης, είτε στην επιστημονική είτε στην καλλιτεχνική της έκφραση, επεξεργάζεται αυτό το άνοιγμα ή αυτή τη συνηπόσταση ανάμεσα στο μέσα και στο έξω του ψυχικού χώρου, οι διαδικασίες αυτές αποδομούν και οικοδομούν: αποδομούν τις διακρίσεις μέσα και έξω, ή εγώ και άλλους, που ακινητοποιήθηκαν με το χρόνο ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν καινούργιους δεσμούς και συμβολισμούς. Εδώ ξανασυναντούμε τη σκέψη του Freud που θεωρούσε το πολιτισμικό φαινόμενο (επιστημονικό ή καλλιτεχνικό) σαν μέρος της διαδικασίας αυτοσυντήρησης της ανθρωπότητας.
Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη θεώρηση μετά από αυτά που είπαμε πριν για τη μετουσίωση, ότι, δηλαδή, αυτή ενσωματώνει και μεταβολίζει το θάνατο, που έχει τη μορφή ενός λιβιδινικού κενού, και εκφράζει την απόλυτη ετερότητα στο κέντρο του Εγώ. Ο κίνδυνος θανάτου για το άτομο, ή την κοινωνική ομάδα του, δεν προέρχεται από ''τα ένστικτα του θανάτου'' αλλά από την αποφυγή αυτού του συνεχούς μεταβολισμού της ετερότητας, πράγμα που οδηγεί στο κλείσιμο μέσα στη ναρκισσιστική καλλιέργεια του ομοίου και την αντιμετώπιση του ''άλλου'' σαν μια απειλή ή κίνδυνο. Το άτομο, ή η κοινωνία του βρίσκονται συνεχώς μπροστά στην πιθανότητα να πάρουν για αιτία της ''δυσφορίας'' τους αυτό που θεμελιώνει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, καθώς θα επιτίθενται στον ''άλλο'', τον διαφορετικό ή τον άγνωστο.
Η τάση για κλείσιμο του περάσματος, ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο του υποκειμένου, αντιστοιχεί με το βούλωμα του κενού στο χώρο του ναρκισσιστικού του. Μπορούμε, για παράδειγμα, να παρατηρήσουμε αυτόν τον ''ναρκισσισμό χωρίς άλλον'', στην περίπτωση όπου η επιθυμία της μητέρας για το φαλλό του πατέρα ''πέφτει'' πάνω στο παιδί, ή στην περίπτωση όπου το Εγώ πληγώθηκε πρόωρα στο ναρκισσισμό του.
Αυτή η πληγή υποχρεώνει το Εγώ στην αναζήτηση της άμεσης και ατελείωτης ικανοποίησης των ορμών, έτσι που η θυσία αυτής της μορφής ικανοποίησης να γίνεται απίθανη, συνθήκη που δεν του επιτρέπει να βρει μια ισοδύναμη, ή ανώτερη, ευχαρίστηση χάρη στο αντικείμενο αγάπης του οποίου το μεγαλείο υπερεκτιμήθηκε (Ιδανικό του Εγώ). Η αδυναμία αυτή οδηγεί στην άρνηση του άλλου-διαφορετικού που βρίσκεται στα θεμέλια του Εγώ. Η άρνηση αυτή παίρνει διάφορες μορφές μέσα στη σχέση με τον άλλο που βρίσκεται απέναντι από το Εγώ: το μίσος, η επιθυμία υποταγής, η μεταχείριση του άλλου σαν αντικείμενο, ή η τάση καταστροφής και θανάτωσης του άλλου εμφανίζονται σαν εξωτερικές εκδηλώσεις της εσωτερικής πραγματικότητας του υποκειμένου.
Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στις διάφορες μορφές διαστροφής, όπου το υποκείμενο αναζητά την ηδονή του σε έναν ατέλειωτο κατοπτρισμό, χρησιμοποιώντας τον άλλο σαν μια ''λεπτομέρεια'' ή σαν έναν αριθμό μιας σειράς. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν ξεφεύγει από αυτή την τάση βουλώματος του κενού όταν κλείνεται σε ναρκισσικές αναπαραγωγές του ίδιου, χωρίς μήνυμα για τους άλλους.

Η θεαματικότητα αυτού του βουλώματος εμφανίζεται καλύτερα στις μαζικές εκδηλώσεις. Όλοι οι ιδεολογικοί ''ισμοί'' που φανατίζουν τις μάζες σπρώχνοντας τες στον πόλεμο, βασίζονται σ΄ αυτή τη διαδικασία΄ οι πιο ξεκάθαρες μορφές της εκδηλώνονται στον εθνικισμό και στο ρατσισμό. Μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη σκέψη αν θυμηθούμε πως κάθε πολιτισμός τρέφεται ταυτόχρονα από δύο ρίζες: η πρώτη είναι εκείνη που βυθίζεται στις πηγές της παράδοσης και της ιστορίας μιας κοινωνικής οντότητας΄ η δεύτερη είναι εκείνη που πηγάζει από την αμφισβήτηση της πρώτης, είτε από εσωτερικούς αμφισβητίες, είτε από αυτούς που έρχονται ή αναφέρονται σε διαφορετικούς ή ανταγωνιστικούς πολιτισμούς.

Διαπιστώνουμε δυστυχώς πάμπολλες φορές, και εντελώς πρόσφατα, το φαινόμενο που τα άτομα μιας κοινωνικής ομάδας γλιστρούν εύκολα στη ναρκισσική δημαγωγία της λατρείας μόνο της πρώτης ρίζας του δεδομένου πολιτισμού, γεγονός που μετατρέπει γρήγορα την κάθε ανταλλαγή με τους άλλους σε τάση κυριαρχίας τους ή και σε τάση καταστροφής τους. Αυτή η μεταχείριση του άλλου βυθίζεται στην κρυφή σατανοποίηση του και στο φόβο απέναντί του. Η διαδικασία αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ιδανικοποίηση της ομοιότητας, τον αποκλεισμό κάθε διαφορετικού και την αποχαλίνωση του χωρίς όρια μίσους: θα λέγαμε πως η ''κόλαση είναι ο όμοιος'', παραφράζοντας τον Sartre (που έλεγε ''η κόλαση είναι οι άλλοι''). Οι προβληματικές αυτές εξελίσσονται στο εσωτερικό των διεργασιών μετουσίωσης ενός πολιτισμού΄ η τάση βουλώματος για την οποία μιλούσαμε πριν, αρχίζει μάλλον εδώ΄ (20) το άτομο ή η κοινωνική ομάδα βρίσκονται μόνιμα μπροστά στο βαθύ δίλημμα του να σκοτώσουν ή να μετουσιώσουν τον άλλο.

Τελειώνοντας αυτές τις σκέψεις για τη μετουσίωση, ας πούμε και δύο λόγια για το πώς αυτή εμφανίζεται μέσα στην ψυχαναλυτική διαδικασία. Απ΄ την μεριά του αναλυμένου η μετουσίωση αφορά την επεξεργασία της ενορμητικής τάσης του ναρκισσισμού χωρίς άλλον΄ αυτή η επεξεργασία μπορεί να επιτρέψεις στο άτομο να (ξανα)βρεί την ικανότητα να αγαπήσει τον άλλο ως άλλον κι όχι σαν προέκταση των αναγκών του. Η διαδικασία μετουσίωσης μέσα στην ψυχανάλυση αφορά τελικά αυτή τη μετατροπή των σχέσεων του ατόμου με τους άλλους΄ η μετουσίωση μπορεί να εκδηλωθεί και χωρίς έργο δημιουργίας (επιστημονικό ή καλλιτεχνικό), γεγονός που εξαρτάται από τη μορφή που έχουν οι εσωτερικοί δεσμοί του ατόμου με το θηλυκό μέρος του΄ το έργο είναι το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής γονιμοποίησης, κύησης και τοκετού΄ αυτές οι διαδικασίες συμμετέχουν βέβαια στη μετουσίωση, δεν της είναι όμως απαραίτητες.
Ο χώρος δεν επιτρέπει να αναλύσουμε το πώς η διαδικασία της δημιουργίας επαναλαμβάνει και επανεξεργάζεται τη σύνδεση και ταύτιση του θηλυκού μέρους του ατόμου με τη μητέρα του, διαδικασία που λειτουργεί σαν μια στιγμή γονιμοποίησης και κύησης με το έργο που ''γεννιέται'' . Ο δημιουργός καλεί και μαγεύει το κοινό μπροστά στην ίδια ερώτηση που κινεί και τον ίδιο: ποιος είναι ο γεννήτορας και πώς έγινε η σύλληψη του (του έργου ή του ίδιου); Η διαδικασία μετουσίωσης εκπληρώνεται αν ο δημιουργός αφήνει ανοιχτή τη θέση του γεννήτορα και δεν σκεπάζει (κλείνει) με τη ναρκισσική αυτοτοποθέτηση του Εγώ του.
Η ίδια ερώτηση για τη μετουσίωση τίθεται απ΄ την πλευρά του ψυχαναλυτή, μέσα απ΄ την επεξεργασία της αντιμεταβίβασης΄ η τάση του ναρκισσισμού χωρίς άλλον βρίσκεται και εδώ. Το αποτέλεσμα της επεξεργασίας αυτής γίνεται αντιληπτό μέσα από την κάθε ερμηνεία που αυτός κάνει, στο βαθμό που η ανακοίνωση αυτής εδώ εμπεριέχει και μια κάποια αδήλωτη ανακοίνωση του τέλους της ψυχανάλυσης και του θανάτου της φυσικής-αισθητής παρουσίας του ψυχαναλυτή.
Οι διάφορες μεταβιβάσεις που γίνονται πάνω στο πρόσωπό του μπορούν έτσι να ανοιχτούν προς αυτή που ο Freud αποκαλούσε ''βασική μεταβίβαση πατρικής υφής''. Τα λόγια του ψυχαναλυμένου μπορούν με αυτόν τον τρόπο να ξαναβρούν τη μνήμη των σχέσεων τους με τους ''εσωτερικούς συνομιλητές'' και να του επιτρέψουν να τοποθετηθεί μέσα στην ιστορία του ως ένα περατό υποκείμενο.

(1) '' Στο βάθος η αγάπη είναι σήμερα όπως ήταν πάντα... Θα πρέπει ίσως να εξοικειωθούμε με την ιδέα ότι είναι απίθανη η συμφιλίωση των απαιτήσεων της σεξουαλικής ενόρμησης με τις απαιτήσεις του πολιτισμού΄ η παραίτηση, η ταλαιπωρία και σε ένα μακρινό μελλόν, η απειλή εξάλειψης του ανθρωπίνου είδους σαν συνέπεια της ανάπτυξης του πολιτισμού φαίνονται μάλλον αναπόφευκτες''; Freud
(2) Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας Freud
(3) Η άποψη της M. Klein και των κοντινών της συγγραφέων για τη μετουσίωση στηρίζεται κυρίως σ΄ αυτή τη σταθεροποίηση και επανόρθωση της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου.
(4) Το συναίσθημα θεωρείται φορέας μιας διπολικής σήμανσης (G. Rosolato) αναφερομένης στη διαχυτική σχέση (μετωνυμική) ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, διάχυση που συναντιέται σε κάθε σχέση πάθους. Ο A. Green θεωρεί αυτή τη διαχυτική σχέση σαν μια ''σύντομη τρέλα'' και θεωρεί πως είναι παρούσα σε κάθε ερωτική σχέση, στη μεταβίβαση και στη μετουσίωση.
(5) Ο Freud θεωρεί ότι το Ιδανικό του Εγώ στέλνει στο Εγώ μια απαίτηση μετουσίωσης χωρίς να μπορεί να του επιβάλλει, καθώς δεν διαθέτει δική του ενέργεια΄ για να πετύχει η μετουσίωση αυτόν τον σκοπό αναγκάζεται να περάσει μέσα από τις ταυτίσεις.
(6) Ο όρος της λίμπιντο του Εγώ, που βρίσκεται στη δεύτερη τοπική θεώρηση της ψυχικής λειτουργίας, αντιστοιχεί στη λίμπιντο που στην πρώτη τοπική θεώρηση, χαρακτηρίζει τις ενορμήσεις αυτοσυντήρησης, της υποστήριξης και της επιστημοφιλίας.
(7) Η ίδια ψυχική μετατροπή χαρακτηρίζει την ''ενδοβολή'', αντίθετα από την ''ενσωμάτωση'' που συγκρατεί το αντικείμενο αποφεύγοντας έτσι τις διεργασίες του χωρισμού και του πένθους N. Abraham, M Torok, ΄΄ Το περίβλημα και ο πυρήνας΄΄
(8) Freud (1914) (9) Freud (1910) (10)&(13)&(15) Freud (1932) (11)&(12) Freud (1923) (14) Freud (1930)
(16) Εδώ νομίζω έχει τα θεμέλια της η σχέση που ο G. Rosolato αποκαλεί ''σχέση του αγνώστου'' και εδώ συνδέεται η ''εμβέλεια της επιθυμίας'' με το άγνωστο των ιδανικών. (1978-1996)
(17) A. Green (1983)
(18) Αυτή η θεώρηση είναι το σημείο έκλυσης κι ερεθισμού που είναι ξένο για το υποκείμενο, γιατί είναι το κατάλοιπο του εσωτερικευμένου ξένου σώματος΄ η αρχή αυτή συντίθεται από αινιγματικά σημαινόμενα που εμφυτεύτηκαν από τη σεξουαλική αποπλάνηση της μάνας
(19) J. Guillaumin (1989)
(20) Ο Γερμανικός ρομαντισμός που ξεκίνησε σαν επαναστατικό κίνημα ενάντια στον ηγεμονισμό της Γαλλικής κουλτούρας, σύντομα όμως καλλιέργησε την κουλτούρα των ριζών απ΄έναν τόπο (Heinat), δίνοντας έτσι τροφή ή ακόμη και τα πνευματικά θεμέλια στο ναζισμό (1978)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου