Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Ο Κύριος και ο Υστερικός

Δ.Τζιώλας, Mεταφραστικό Kαρτέλ Ψυχανάλυσης
Jacques Lacan - Le Seminaire, livre XVII
• Μία γνώση που δεν γνωρίζει τον εαυτό της
• Η υστερικοποίηση του λόγου
• Η γνώση και η αλήθεια
• Το μισό–λογο
• Αίνιγμα – παράθεση – ερμηνεία


(U: S2/S1 → a/S, M:S2/S → S2/a, Η:S/a → S1/S2, Α:a/S2 → S/S1)

( U: Πανεπιστημιακός λόγος, M: Λόγος του Κυρίου, H: Λόγος της Υστερικής, Α: Αναλυτικός λόγος - To διαγραμμένο Υποκείμενο είναι το S με μία μπάρα που το διαγράφει - στους τύπους)

Αυτές τις τέσσερις διατυπώσεις (Αυτούς τους τέσσερις τύπους), είναι αναγκαίο να τις έχουμε εδώ ως αναφορά.
Αυτοί, οι οποίοι παρακολούθησαν το πρώτο μου σεμινάριο μπόρεσαν εκεί ν’ ακούσουν την ανάκληση (την επαναφορά) της διατύπωσης, πως το σημαίνον, εν αντιθέσει (σε αντίθεση) με το γνώρισμα, είναι αυτό που το υποκείμενο εκπροσωπεί (αντιπροσωπεύει) για ένα άλλο σημαίνον. Αφού τίποτα δεν λέει πως το άλλο σημαίνον δεν γνωρίζει τίποτα για την υπόθεση, είναι φανερό (κατανοητό) πως δεν πρόκειται για αντιπροσώπευση, μα για εκπρόσωπο.
Σε αντάλλαγμα, εκείνη την ίδια μέρα, πίστεψα ότι μπορούσα έτσι να απεικονίσω αυτό που ονόμασα ο λόγος του κυρίου.
Το λόγο του Κυρίου, αν μπορούμε να τον δούμε συρρικνωμένο σε ένα μόνο σημαίνον, αυτό υπονοεί (προϋποθέτει) πως κάτι αυτός εκπροσωπεί. Το να το ονομάζουμε (λέμε) «κάτι», είναι ήδη πάρα πολύ – εκπροσωπεί το x, αυτό ακριβώς που είναι για να (που πρόκειται να) διευκρινιστεί σ’αυτήν την υπόθεση.
Τίποτα, πράγματι, δεν υποδεικνύει, ως προς τι ο κύριος θα επέβαλλε την θέληση του. Το ότι χρειάζεται εκεί μια συγκατάθεση, είναι πέραν αμφιβολίας (είναι αναμφίβολο), και ότι επ’αυτής της ευκαιρία, ο Hengel δεν μπορεί, όπως στο σημαίνον του απόλυτου κυρίου ν’αναφερθεί, παρά στο θάνατο, είναι προς στιγμήν ένα σημάδι – ένα σημάδι πως τίποτα δεν είναι αποφασισμένο απ’αυτήν την ψευτοπροέλευση. Πραγματικά, ώστε αυτό να συνεχιστεί, ο κύριος δεν θα ήταν αποδεδειγμένο ότι είναι ο κύριος, παρά αν αναστηνόταν δηλαδή αν είχε όντως περάσει από τη δοκιμασία. Ως προς (Όσον αφορά – Σχετικά με) τον σκλάβο, είναι το ίδιο πράγμα – έχει, ακριβώς, παραιτηθεί από το να συγκρουστεί (να τεθεί αντιμέτωπος).
Το αίνιγμα της λειτουργίας του κυρίου, δεν ανοίγεται λοιπόν (κατευθείαν) αμέσως. Λέω (Υποδεικνύω), επειδή είναι ήδη κατευθυνόμενο – μια κατεύθυνση που δεν έχουμε να προσποιηθούμε πως ανακαλύψαμε, και η οποία δεν είναι αυτή της θεωρίας του ασυνείδητου – , πως δεν του ταιριάζει καθόλου ότι όλη η γνώση, το να είναι γνώση, αυτογνωρίζεται ως τέτοια.
Αυτό που ανακαλύπτουμε μέσα στην εμπειρία της παραμικρής ψυχανάλυσης είναι λοιπόν της τάξεως της γνώσης, και όχι της γνωριμίας ή της εκπροσώπευσης. Πρόκειται πολύ συγκεκριμένα (με πολλή ακρίβεια) για κάτι που συνδέει, μέσα σε μια σχέση λογικής, ένα σημαίνον S1 με ένα άλλο σημαίνον S2.
Βρίσκονται εκεί όροι αρκετά κονιορτοποιημένοι, θα έλεγα, αν μπορούσα, χρησιμοποιώντας αυτή τη μεταφορά, να βάλω επί της ευκαιρίας, τον τόνο που αρμόζει να βάλουμε, στον όρο «γνώση».
Εν τούτοις είναι σε μια τέτοια σχέση, και απ’ο,τι ακριβώς δεν μαθαίνεται (δεν αυτογνωρίζεται), που έγκειται η βάση αυτού που μαθαίνεται, αυτού που αρθρώνεται ήρεμα ως μικρός κύριος, ως εγώ, όπως αυτός ο οποίος γνωρίζει απ’αυτό, ένα κομμάτι.
Βλέπω επίσης, από καιρό σε καιρό, πως αυτό χαλάει. Είναι εκεί η διάσπαση ολόκληρης της φάσης των παραδρομών (ολισθήματα της γλώσσας) και της τριβής, όπου αποκαλύπτεται το ασυνείδητο. Αλλά είναι πολύ καλύτερα και πολύ πιο μακριά, απ’οτι στην λάμψη της αναλυτικής εμπειρίας.
Παίρνουμε το θάρρος (Επιτρέπουμε στον εαυτό μας) να διαβάσουμε μία βιογραφία όταν έχουμε τα μέσα, όταν έχουμε αρκετά τεκμήρια για να επιβεβαιώνεται αυτό που μία ζωή θεωρεί, αυτό που νόμιζε πως της ήταν προορισμένο (είχε ως πεπρωμένο) σε κάθε στιγμή (βήμα-βήμα) και μάλιστα επί της ευκαιρίας, πώς αυτό το πεπρωμένο πίστεψε πως θα το ορίσει.
Ωστόσο, υπό το φως της έννοιας του ότι δεν είναι βέβαιο πως μια γνώση αυτογνωρίζεται (γνωρίζει τον εαυτό της), δεν μοιάζει αδύνατον το να μπορέσουμε να διαβάσουμε στο επίπεδο ποιας ασυνείδητης γνώσης πραγματοποιείται (συμβαίνει) η δουλειά (το έργο) που φανερώνει αυτό που όντως είναι η αλήθεια του ό,τι έχει θεωρηθεί πως υπάρχει (πως είναι).
Για να δράσουμε πάνω στο σχήμα του λόγου του μεγάλου Μ, ας πούμε πως, αόρατα, είναι, η δουλειά του σκλάβου, εκείνη που αποτελεί ένα μη αποκαλυπτέο ασυνείδητο (ασυνείδητο που δεν αποκαλύπτεται), αυτό που φανερώνει αν γι’αυτή τη ζωή αξίζει να μιλάμε. / (Για να δράσουμε πάνω στο σχήμα του λόγου του μεγάλου Μ. ας πούμε πως αυτό που φανερώνει αν αξίζει να μιλάμε γι’αυτή τη ζωή, είναι αόρατα η δουλειά του σκλάβου, εκείνη που αποτελεί ένα μη φανερωμένο ασυνείδητο.) Αυτό που, από αλήθειες, από αληθινές αλήθειες, έκανε να ξεπροβάλλουν τόσες αλλαγές πορείας (στροφές), τόσες φαντασίες (δημιουργήματα της φαντασίας), και λάθη.
Η γνώση, λοιπόν, έχει τοποθετηθεί στο κέντρο, έχει γίνει στόχος κριτικής, από την ψυχαναλυτική εμπειρία. Αυτό από μόνου του, μας επιβάλλει ένα χρέος ερώτησης (ένα καθήκον για ερωτήσεις), που δεν έχει κανέναν λόγο να περιορίσει το πεδίο της. Για να τα λέμε όλα, η ιδέα πως η γνώση αρκεί να κάνει (μπορεί να κάνει) ένα κεκλεισμένο σύνολο, με κανέναν τρόπο, ούτε σε καμία στιγμή είναι ελπίδα για το μέλλον – να αυτό που δεν περίμενε καθόλου την ψυχανάλυση ώστε να μπορεί να μοιάζει ύποπτο (αμφίβολο).
Ίσως αυτή η αμφιβολία να είχε προσεγγιστεί (θιχτεί / αντιμετωπιστεί) λίγο ταπεινά, όταν πρόκειται για σκεπτικιστές, μιλάω γι’αυτούς οι οποίοι τιτλοφορήθηκαν απ’αυτό το όνομα (χρησιμοποιούσαν ως τίτλο αυτό το όνομα), τον καιρό που αυτή συγκροτούσε (καθιστούσε) μία σχολή, πράγμα για το οποίο δεν έχουμε παρά μία αμυδρή ιδέα (εικόνα αραιή). Αλλά μετά απ’όλα αυτά, θα άξιζε τον κόπο το να γνωρίζαμε; Τι να γνωρίζαμε; Να γνωρίζαμε ξεκινώντας από αυτό που μας μένει από τους σκεπτικιστές; Ίσως, πρέπει καλύτερα να μην κρίνουμε. Από την γνώση τους, ίσως να μην έχουμε παρά ό,τι ήταν ικανοί να μαζέψουν (συλλέξουν / συγκεντρώσουν / κληρονομήσουν) απ’αυτούς, οι άλλοι, αυτοί που δεν γνώριζαν από που προέρχονται οι σκεπτικές διατυπώσεις, της ριζικής αμφισβήτησης όλης της γνώσης, κατά μείζονα λόγο (κυρίως) του συνόλου (του συνυπολογισμού / της άθροισης) της γνώσης.
Αυτό που έχει καλώς γίνει ώστε να δείξει πόσο λίγο αφορά η επίπτωση των σχολείων, είναι πως η ιδέα ότι η γνώση μπορεί να κάνει σύνολο, είναι, αν μπορώ να πω, ενυπάρχουσα στην πολιτική ως τέτοια. Το ξέρουμε εδώ και πολύ καιρό. Η φαντασιακή ιδέα του όλου, όπως αυτή έχει δοθεί από το σώμα, σαν ακουμπώντας πάνω στην καλή μορφή της ικανοποίησης, πάνω σε αυτό που, οριακά δημιουργεί επιρροή (είναι η σφαίρα), ήταν πάντα χρησιμοποιούμενη στην πολιτική, από την πλευρά του πολιτικού κηρύγματος. Τι πιο όμορφο, αλλά επίσης τι λιγότερο ανοιχτό; Τι που να μοιάζει περισσότερο με την λήξη της ικανοποίησης;
Η συμπαιγνία αυτής της εικόνας με την ιδέα της ικανοποίησης, είναι αυτό κόντρα (ενάντια) στο οποίο αγωνιζόμαστε (έχουμε να αγωνιστούμε / μαχόμαστε) κάθε φορά που συναντάμε κάτι που δημιουργεί κόμπο (δεσμό) στην δουλειά για την οποία πρόκειται, αυτό που έρχεται στην επιφάνεια μέσω του ασυνείδητου. Είναι το εμπόδιο, είναι το όριο, ή καλύτερα είναι το μανίκι (παίδεμα), μέσα στο οποίο χάνουμε την έννοια, και όπου (στο οποίο) βρισκόμαστε κλεισμένοι (φραγμένοι).
Είναι αλλόκοτο (παράδοξο) να δούμε ότι ένα δόγμα όπως αυτό στο οποίο ο Μαρξ εγκαθίδρυσε την άρθρωση πάνω στη λειτουργία της πάλης, της πάλης των τάξεων, δεν εμπόδισε να γεννηθεί απ’αυτό, εκείνο το οποίο είναι προς στιγμήν το παρουσιασμένο σε όλους πρόβλημα, του να γνωρίζουμε την διατήρηση (συγκράτηση) ενός λόγου του κυρίου.
Βεβαίως, αυτός εδώ δεν έχει την δομή του αρχαίου, με την έννοια που αυτός ο τελευταίος, εγκαθίσταται από την ενδεδειγμένη θέση, κάτω από αυτόν το μεγάλο Μ. Εγκαθίσταται (Κάθεται / Βολεύεται) από εκείνη αριστερά, από όπου προΐσταται το U. Θα σας πω γιατί. Αυτό που εκεί καταλαμβάνει την θέση που προσωρινά θα ονομάσουμε κυρίαρχη, είναι αυτό, το S2, που προσδιορίζεται να είναι όχι γνώση του όλου, δεν είμαστε εκεί, αλλά η όλη γνώση. Ακούστε αυτό που επιβεβαιώνεται (εκδηλώνεται) πως δεν (να μην) είναι τίποτε άλλο, παρά γνώση, και που το ονομάζουμε, στην καθομιλουμένη, γραφειοκρατία. Δεν μπορούμε να πούμε πως δεν υπάρχει κάτι εκεί, που να δημιουργεί πρόβλημα.
Στην πρώτη μου αναφορά, εκείνη προ τριών εβδομάδων, ξεκινήσαμε από εκεί που στο πρώτο καθεστώς του λόγου του κυρίου, η γνώση ευνοεί το σκλάβο. Και πίστεψα πως μπορούσα να υποδείξω, χωρίς να είμαι σε θέση να (το) αναπτύξω την τελευταία φόρα, εξαιτίας μιας μικρής αναποδιάς για την οποία λυπάμαι, πως αυτό που γίνεται από τον λόγο του αρχαίου κυρίου, σ’αυτόν του μοντέρνου κυρίου, που ονομάζουμε καπιταλιστή, είναι μία τροποποίηση μέσα στο χώρο της γνώσης. Πίστεψα, ομοίως, πως μπορώ να φτάσω μέχρι του να πω πως η φιλοσοφική παράδοση είχε τη δική της ευθύνη γι’αυτή την μετατροπή (μετουσίωση).
Έτσι ώστε είναι, για να (προκειμένου να) έχει στερηθεί (είναι αποστερημένος από) κάτι – πριν, φυσικά, την κοινοτική (δημοτική) περιούσια – που ο προλετάριος βρίσκεται να χαρακτηρίζεται από αυτόν τον όρο της αποστέρησης, που δικαιώνει (δικαιολογεί) την υπόθεση, όσο και την επιτυχία της επανάστασης.
Δεν είναι αισθητό, πως αυτό που του έχει αποδοθεί, δεν είναι υποχρεωτικά υπέρ του (το μερίδιό του); Την γνώση του, η καπιταλιστική εκμετάλλευση όντως την στερεί, καθιστώντας την άχρηστη (άσκοπη). Αλλά αυτό που του ανταποδίδεται (του έχει επιστραφεί) υπό μορφή ανατροπής, είναι άλλο πράγμα – μία γνώση κυρίου. Και γι’άυτό δεν έκανε, παρά ν’αλλάξει κύριο.
Αυτό που μένει, είναι λοιπόν, πράγματι, η ουσία του κυρίου, το να γνωρίζει, πως δεν ξέρει τι θέλει (αυτό που θέλει).
Να αυτό που συγκροτεί την αληθινή δομή του λόγου του κυρίου. Ο σκλάβος γνωρίζει πολλά πράγματα, αλλά αυτό που ξέρει ακόμα περισσότερο είναι αυτό που θέλει ο κύριος, ακόμα και όταν εκείνος δεν το γνωρίζει, κάτι που είναι (η) συνηθισμένη περίπτωση, αφού χωρίς αυτήν δεν θα ήταν κύριος (δεν θα υπήρχε κύριος). Ο σκλάβος το ξέρει, και αυτό είναι, η λειτουργία του ως σκλάβος. Είναι επίσης γι’αυτό το λόγο, που αυτό λειτουργεί (δουλεύει), αφού ομοίως έχει λειτουργήσει εδώ και χρόνια.
Το γεγονός «η όλη-γνώση» να είναι περασμένη στην θέση του κυρίου, να τι, μακριά από το να το φωτίσουμε, καθιστά λίγο πιο αδιαφανές αυτό που είναι υπό ερώτηση, δηλαδή την αλήθεια. Από πού (αυτό) προκύπτει το ότι υπάρχει σ’αυτή την θέση ένα σημαίνον του κυρίου; Αφού ούτε λίγο, ούτε πολύ αυτό είναι το S2 του κυρίου, υπογραμμίζοντας την δυσκολία αυτού που έγκειται στην καινούρια τυραννία της γνώσης. Είναι αυτό, που καθιστά αδύνατο το να φανερωθεί σ’αυτή τη θέση κατά τη διάρκεια (εναλλαγή / εξέλιξη / ροή) των ιστορικών αλλαγών (του ρυθμού της ιστορίας), αυτό που έγκειται στην (είναι η) αλήθεια, όπως ίσως έχετε την ελπίδα.
Το σημείο της αλήθειας, είναι τώρα αλλού. Είναι, να δημιουργηθεί από αυτό που βρίσκεται αντικατεστημένο, στον αρχαίο σκλάβο, δηλαδή από αυτούς που είναι οι ίδιοι προϊόντα, όπως λέμε, προς κατανάλωση όπως και τα άλλα. Κοινωνία κατανάλωσης (Καταναλωτική κοινωνία), λέμε. Το ανθρώπινο υλικό, όπως το διατυπώσαμε (αναφέραμε) κάποιον καιρό – στα χειροκροτήματα κάποιων που είδαν εκεί την τρυφερότητα.
Αυτό άξιζε να σημειωθεί, αφού αυτό που επίσης μας αφορά τώρα, είναι το να ανακρίνουμε (ρωτήσουμε) αυτό για το οποίο πρόκειται στην ψυχαναλυτική πράξη.
Η ΓΝΩΣΗ, ΜΕΣΟΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ
Πως με μεταφράζουν.
Επικρατέστερα χαρακτηριστικά και γεγονότα δομής.
Επανάληψη και απόλαυση.
Η παραγωγή της εντροπίας.
Η αλήθεια, είναι η ανικανότητα.
Μου έβαλαν κιμωλία κόκκινη, εντελώς κόκκινη. Κόκκινο πάνω στο μαύρο, δε φαίνεται προφανές ότι θα είναι αναγνώσιμο.
Δεν είναι διατυπώσεις καινούριες, αφού τις έγραψα ήδη στον πίνακα την τελευταία φορά.
Είναι χρήσιμες να είναι εδώ παρούσες διότι - όσο απλές κι αν είναι, τόσο απλές ώστε να εξάγονται η μία από την άλλη αφού δεν πρόκειται παρά για μία κυκλική μεταλλαγή, οι όροι μένοντας στην ίδια σειρά – αποδεικνύεται ότι οι ικανότητες της νοητικής μας αναπαράστασης δεν είναι τέτοιες που να αναπληρώνουν το γεγονός του να είναι ή όχι γραμμένο στον πίνακα.
Θα συνεχίσουμε λοιπόν αυτό που κάνω εδώ, ένα εδώ που είναι πάντα στον ίδιο χρόνο, εδώ ή αλλού, την Τετάρτη στις 12:30’ εδώ και δεκαεπτά χρόνια.
Αυτό αξίζει βέβαια να το ανακαλέσω πάλι στη μνήμη τη στιγμή που όλος ο κόσμος χαίρεται που μπαίνει σε μία καινούρια δεκαετία. Θα ήταν περισσότερο για μένα η ευκαιρία να στραφώ ξανά σε αυτό που μου έδωσε η προηγούμενη.
Πριν από δέκα χρόνια, δύο από τους μαθητές μου παρουσίαζαν κάτι που υπαγόταν στη δικαιοδοσία των λακανικών θέσεων υπό τον τίτλο 'Το Ασυνείδητο, ψυχαναλυτική μελέτη'.
Αυτό συνέβαινε διαμέσου αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε η πράξη του πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας είναι ο μόνος ικανός για μία φιλελεύθερη πράξη, εννοείται ότι μία φιλελεύθερη πράξη σημαίνει μία πράξη αυθαίρετη, δεδομένου επίσης ότι αυθαίρετο σημαίνει καθορισμένο από καμία αναγκαιότητα. Καμία αναγκαιότητα δεν πίεζε σε αυτό το σημείο, ούτε κατά τη μία έννοια ούτε κατά την άλλη, τον πρίγκιπα, το φίλο μου Ανρί Η, ο οποίος έβαλε στην ημερήσια διάταξη ενός συγκεκριμένου συνεδρίου, εκείνου του Μπονεβάλ, Το Ασυνείδητο, και εμπιστεύθηκε τη σύνταξή του, τουλάχιστον για ένα μέρος, σε δύο από τους μαθητές μου.
Κατά κάποιο τρόπο, αυτή η δουλειά αξίζει. Πράγματι, όχι δίχως λόγο. Αξίζει για τον τρόπο που αυτοί εδώ, οι μαθητές μου, σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να κάνουν να ακουστεί κάτι από αυτό που εγώ πρότεινα πάνω σε ένα θέμα ενδιαφέρον, αφού επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από το ασυνείδητο, δηλαδή αυτό από όπου , στην αρχή, η διδασκαλία μου άνοιξε τα φτερά της – να το κάνουν να ακουστεί στους κόλπους μίας συγκεκριμένης ομάδας.
Αυτή η ομάδα ξεχώρισε για ένα είδος συνθήματος δοσμένου στη θέση εκείνου που διατύπωνα εγώ. Το ενδιαφέρον που έδειχνε εκεί εκδηλωνόταν πράγματι από κάτι που μετέφρασα προσφάτως σε μία μικρή εισαγωγή, ως ένα απαγορευμένο στους μικρότερους των 50 ετών. Ήμαστε στα 1960, ας μην το ξεχνάμε, και ήμαστε μακριά – είμαστε πιο κοντά; είναι η ερώτηση - από κάθε επιβολή μίας εξουσίας – μεταξύ άλλων, αυτής της γνώσης. Με τρόπο που αυτή η απαγόρευση, προφερόμενη μέσα σε παράξενους χαρακτήρες – ένας ανάμεσα τους την κατέστησε συγκρίσιμη με ένα είδος μονοπωλίου, ένα μονοπώλιο γνώσης - , αυτή η απαγόρευση έγινε ορατή, απόλυτα και απλά.
Για να πούμε ποια ήταν η εργασία πού προτάθηκε σε αυτούς που θέλησαν βέβαια να την αναλάβουν – ήταν να πρέπει να κάνουν να ακουστεί στα αυτιά αυτά κάτι κατά κυριολεξία ανήκουστο.
Πως το έκαναν; Δεν είναι πάρα πολύ αργά για να το εξετάσω αυτό εδώ(?), αφού κατά τον ίδιο τρόπο δεν ετίθετο θέμα να το εξετάσω εκείνη τη στιγμή, για το λόγο ότι ήταν ήδη πολύ να το βλέπεις να μπαίνει στο παιχνίδι για αυτιά εντελώς μη ενημερωμένα, που δεν είχαν τίποτα δεχτεί του ελάχιστου από αυτό που είχα μπορέσει να αρθρώσω τότε μέσα σε επτά χρόνια. Δεν ήταν προφανώς η στιγμή ενώπιον αυτών εδώ βεβαίως που ρίχτηκαν σε αυτή τη δουλειά της αποσαφήνισης, να παραθέσω οτιδήποτε μπορούσε να φαίνεται να βρει κανείς εκεί να ξαναπεί. Επιπλέον, άλλωστε, υπήρχαν εκεί πολλά στοιχεία εξαιρετικά.
Αυτό το σημείο έρχεται λοιπόν εδώ αναφορικά με μία διατριβή, πρόσφατη διατριβή, η οποία, μα την πίστη μου, παράχθηκε στα σύνορα του γαλλόφωνου πεδίου, εκεί όπου, για να διατηρήσουν τα δικαιώματα, αγωνίζονται γενναία. Είναι στη Λουβέν που έκαναν μία διατριβή πάνω σε αυτό που ονομάζουν, ίσως ακατάλληλα, το έργο μου.
Αυτή η διατριβή είναι, ας μην το ξεχνάμε, μία πανεπιστημιακή διατριβή, και το ελάχιστο των πραγμάτων που φαίνονται είναι ότι το έργο μου συναινεί άσχημα. Έτσι εξηγείται λοιπόν γιατί δεν είναι δυσμενές στην αρχή ενός τέτοιου θέματος πανεπιστημιακής διατριβής, να είναι τοποθετημένο αυτό που ήδη από το πανεπιστημιακό μπόρεσε να συμβάλλει στο να είναι το μέσον του λεγόμενου (ladite) έργου, πάντα σε εισαγωγικά. Έτσι εξηγείται επίσης γιατί ο ένας από τους συγγραφείς αυτής της αναφοράς του Μπονεβάλ είναι εδώ επίσης πρωτοπόρος, και με έναν τρόπο που (κάνει ότι) δεν μπόρεσα να παραλείψω να παρατηρήσω στην εισαγωγή μου ότι το ξεκίνημα πρέπει να γίνει, από αυτό που είναι ενδεχομένως μετάφραση αυτού που διατυπώνω, και αυτού που έχω, κατά κυριολεξία, πει.
Σε αυτή τη μικρή εισαγωγή που έδωσα στη διατριβή αυτή που θα εκδοθεί στις Βρυξέλλες – και είναι προφανές μία εισαγωγή από εμένα τής δίνει φτερά -, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω βεβαίως – είναι εδώ η μόνη της χρησιμότητα – ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα να πεις ότι το ασυνείδητο είναι η προϋπόθεση της γλώσσας, ή να πεις ότι η γλώσσα είναι η προϋπόθεση του ασυνειδήτου.
Η γλώσσα είναι η προϋπόθεση του ασυνειδήτου, αυτό είναι που είπα. Ο τρόπος με τον οποίο το μεταφράζουν προέρχεται από αιτίες που, βεβαίως, θα μπορούσαν, στη λεπτομέρεια τους, να είναι ολοκληρωτικά ενεργοποιημένες, από το αυστηρά πανεπιστημιακό κίνητρο – και αυτό εδώ βεβαίως θα οδηγούσε μακριά, και θα σας οδηγήσει ίσως αρκετά μακριά για αυτή τη χρονιά. Από το αυστηρά πανεπιστημιακό κίνητρο, λέω, απορρέει ότι το πρόσωπο που με μεταφράζει, με το να είναι ειδικευμένο στο στυλ, στη μορφή επιβολής του πανεπιστημιακού λόγου, δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο, πιστεύει ή όχι ότι με σχολιάζει, παρά να αντιστρέφει τη διατύπωσή μου, δηλαδή να της δίνει μία ισχύ, πρέπει βεβαίως να το πούμε, απολύτως αντίθετη με την αλήθεια, χωρίς καμία ομολογία (αναλογία) με αυτό που εγώ προτείνω.
Ασφαλώς, η κύρια δυσκολία στο να με μεταφράσει κανείς σε πανεπιστημιακή γλώσσα είναι επίσης αυτό που θα εκπλήξει όλους αυτούς που, με όποιο πρόσχημα και αν είναι, θα το προσπαθήσουν, και πραγματικά, ο συγγραφέας της διατριβής για την οποία μιλώ ήταν παρακινημένος από τα καλύτερα διαπιστευτήρια, αυτά μίας τεράστιας καλής θέλησης. Αυτή η διατριβή που θα εκδοθεί λοιπόν στις Βρυξέλλες δε διατηρεί λιγότερο όλη την αξία της, την αξία της ως παράδειγμα για αυτή την ίδια , την αξία της ως παράδειγμα επίσης από το γεγονός ότι θέτει σε εφαρμογή τη διαστρέβλωση, κατά κάποιο τρόπο υποχρεωτική, μίας μετάφρασης σε πανεπιστημιακό λόγο κάποιου πράγματος που έχει τους δικούς του νόμους.
Ο λόγος ως χωρίς ομιλία.
Οι τόποι προ-ερμηνεύουν.
Η σχέση της γνώσης με την απόλαυση.
Ο σκλάβος που του έχει κλαπεί η γνώση του.
Η επιθυμία για γνώση.
Επιτρέψτε μου, αγαπητοί μου φίλοι, για μία ακόμη φορά, να αναρωτηθώ για αυτή τη βοήθεια, με όλη τη σημασία του όρου, που μου προσφέρετε, και ειδικά σήμερα, ακολουθώντας με, ορισμένοι από εσάς, στην τρίτη από τις μετακινήσεις μου.
Πριν ξαναπιάσω αυτή την επερώτηση, μπορώ τουλάχιστον να διευκρινίσω, προκειμένου να ευχαριστήσω κάποιον από τη νομική, πώς βρίσκομαι εδώ. Είναι υπό τη μορφή ενός δανείου, που η Νομική Σχολή θέλει να προσφέρει σε πολλούς συναδέλφους μου των Ανωτέρων Σπουδών στους οποίους θέλησε πρόθυμα να συμπεριλάβει κι εμένα. Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω σε αυτό το σημείο, και, νομίζω, με τη συγκατάθεσή σας, τη Νομική Σχολή, και ιδιαιτέρως τις ανώτερες αρχές της, κυρίως τον Μ. le Doyen.
Όπως το έχετε ίσως πληροφορηθεί από την αφίσα, δεν θα μιλάω εδώ. Καθώς ίσως το έχετε ήδη πληροφορηθεί από την αφίσα, θα μιλήσω σε αυτό το χώρο τη δεύτερη και Τρίτη Τετάρτη κάθε μήνα -όχι βεβαίως επειδή ο χώρος δεν μου προσφέρεται όλες τις Τετάρτες -παρά μόνο τη δεύτερη και Τρίτη Τετάρτη κάθε μήνα, ελευθερώνοντας έτσι, τις άλλες Τετάρτες, αναμφίβολα σε προς χάριν άλλων καθηκόντων (ανειλημμένων υποχρεώσεων). Και συγκεκριμένα, νομίζω ότι μπορώ να ανακοινώσω ότι την πρώτη από αυτές τις Τετάρτες του μήνα, τουλάχιστον για ένα μέρος, δηλαδή μία στις δύο, και άρα τις πρώτες Τετάρτες του Δεκεμβρίου,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου